Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2011

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΡΙΖΟΓΙΑΝΝΗ (1881- 192..) -ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ 1912-1913

                                      
                      



ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ
ΑΠΟ ΤΟΥΣ  ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΥΣ ΠΟΛΕΜΟΥΣ 1912-1913
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΡΙΖΟΓΙΑΝΝΗ (1881- 192.!)*

 15-18 Σεπτεμβρίου του 1912
          Εκηρύχθη η Ελληνική επιστράτευσις
          5 Οκτωβρίου 1912.
Εισήλθομεν εις τα Ελληνοτουρκικά σύνορα εις Τίρναβον Λαρίσης μόλις δε επλησίασαν οι προφυλακές μας ετράπησαν οι Τούρκοι φύλακες εις φυγήν και κατέκαυσαν μερικούς σταθμούς των και το τελωνείον καθόλην την αυτήν νύκτα πορείαν χωρίς να κοιμηθώμεν καθόλου.
(6η) τρέχοντος ήλθομεν εις τίνα χωρία τουρκικών όπου ήσαν μερικοί τούρκοι κριμένοι μέσα εις τας οικίας ανεκάλυψαν δε αυτούς οι φαντάροι και εφόνευσαν μερικούς και πολλοί εξ αυτών ετράπησαν εις φυγήν επάνω εις τα όρη .Καθ΄ όλην την αυτήν ημέραν είχομεν πορείαν χωρίς να μείνομεν ούτε στιγμήν έως την εσπέραν .Εις τα 5 η ώρα ενώ επορευόμεθα τα μεταγωγικού σώματος εις τον δρόμον μόλις έδυσε ο ήλιος ,έξαφνα βλέπομεν τέσσερες τούρκους προς τα δεξιά του δρόμου και μας πυροβολούν , αμέσως τους πυροβολούμε και εμείς αλλά μη δυνηθέντες να τους φονεύσωμεν ένεκα το ανώμαλον έδαφος όπου εκρύβησαν και άλλοι ετράπησαν εις φυγήν. Βλέπουν οι αξιωματικοί τον κίνδυνον εφοβήθησαν καλπάζουν τα άλογα τους και φεύγουν δια την πυροβολαρχίαν εμπρός ίνα σωθούν ,αφήνοντας ημάς μοναχούς χωρίς όπλα ,με όλα τα μεταγωγικά και υλικά της πυροβ. εις έρημον τόπον ενώ τα στρατεύματα είχον προχορήσει όλα εμπρός, μέγας φόβος μας ηύρεν αυτήν την νύκτα εδυνάχθημεν όλοι μαζί με τα οχήματα και βαδίζοντες προς τα εμπρός χωρίς να εννοούμεν που πηγαίνομεν και που είναι ο δρόμος και χωρίς να έχωμεν και αξιωματικόν ουδένα. Ενώ βαδίζαμεν χάνοντας τον δρόμον ένακα του σκότους η ομίχλη τόσον πυκνή και έβρεχε, φθάνοντας δε κατά την 11ην ώρα της νυκτός εις τίνα χωρίον τούρκικον οδηγήθημεν εκ τινων τον δρόμον και στέλνομεν αγγελιοφόρον εις την πυροβολαρχίαν προς οδηγίαν όπου ουδεμία απάντησις εδόθη.
Φθάνοντας εις πεδιάδα Ελασσώνος όπου την πρώτην ημέραν έγινε μικρά μάχη βαδίζοντες εις ένα δρόμον όπου μας βγάζει πλησίον της πόλεως εις ένα Τζαμί τούρκικο περί τας 2 η ώρα της νυκτός ,έξαφνα δε μας πυροβολόν εις τον δρόμον όπου εβαδίζαμε μη γνωρίζομεν τι να πράξωμεν όλοι εις τα όπλα ,πληγώθησαν 2 στρατιώτες και εσκοτώσαν και δύο άλογα από το Τζαμί. Δια αυτούς τους πυροβολισμούς εσύγχισαν όλο το στράτευμα ,μένομεν εκεί έως πρωίαν.
6η πρωί ήλθον οι αξιωματικοί μας και μας οδήγησαν εις την πυροβολαρχία ,εμέναμεν δε εκεί όλην την ημέραν εφάγαμεν αρνιά και κότες και βοϊδια άφθονα –
7η διελθόντες εις την Ελασσών και εμείναμεν εκεί επί δύο ημέρες, όπου εσυνάχθησαν τα στρατεύματα των 2 Μεραρχιών.
9η τρεχ. Την πρωίαν εξεκινήσαμε και ήλθομεν εις πεδιάδα του Σαρανταπόρου, εις τας 8 η ώρα π.μ. άρχεψε η τρομερά μάχη με τα πεζικά μας, την 11ην ώραν φθάσαντες και τα πυροβολικά και άρχεψαν πυρομαδών και εξακολούθησε η αιματηρά χαώδης και τρομερά μάχη έως την εσπέραν εκεί εφονεύθησαν πολλοί εύζωνοι και καταστράφησαν τελείως το 1ον και 3ον Πεζικόν.
Την αυτή εσπέραν εμείναμεν μέσα εις ένα ποταμόν επί ποδός μη έχοντες άλλο μέρος ίνα προκαλυφθούμε , φόβος και τρόμος μας κατέλαβε την αυτή εσπέραν όπου εκρηγνίεντο αι οβίδες επάνω μας και φόβον δια το ποτάμι όπου εκατέβαζε και παρ΄ολίγο να μας παρασείρη ομού μαζί με τα άλογα . Καθ΄όλην την νύκτα εμείναμεν επί ποδός και περιμέναμεν τον θάνατον πόθεν θα μας έρθη από οβίδα ή από το ποτάμι.
10ην πρωϊαν επεριμέναμε να αρχέψη η μάχη, όπου αυτός ετράπη την νύκτα εις φυγήν ένεκα της κυκλώσεως. Εις τας 8 η ώρα ήλθε διαταγή να προχωρήσωμεν διότι οπιστοχώρησε ο εχθρός ,εβαδίσαμεν αμέσως ,πείνα δε είχομεν 36 ώρας να φάγωμεν , προχωρούμεν δια ανωφέρους οδούς με 40 κύκλους φθάσαμεν εις τα οχυρώματα τα τουρκικά εις την 1 μ.μ. παντού όπου και εάν επέρνα γύρωθεν του Σαρανταπόρου λαγκάδια βουνά και ρεύματα ήσαν γεμάτα νεκρούς, ένα αξιοθρήνητον πράγμα- το εσπέρας φθάσαμε όπισθεν του Σαρανταπόρου δια να πορεύσωμεν την πείνα ετρώγομεν βελάνια, εις τον δρόμον δε βρίσκομε αλεύρι τουρκικό εγκαταλελειμμένον και φτιάσαμεν μπογάνες και εφάγαμεν.
Το εσπέρας εψήσαμεν πολλές μπογάνες και κρέας ψητόν κα ευφράνθημεν πλουσίως μετά του Π.Σ. – Αν.Μ. – Χρ. Τσουμάνη και εκοιμήθημεν καλώς μέσα εις τα αντίσκηνα κατά πρώτην φοράν αλλά το νερό και η λάσπη ήτον αρκετή μη δυνηθέντες να κοιμηθώμεν δια τους φονευθέντας και την μάχην ταύτην.
Έως 11ην διάβασις των ορέων μετά δυσκολίας ένεκα της οδού και των ελών εφθάσαμεν εις όρος όπου ήσαν χιλιάδες τουρκικών σκηνών εγκαταλελειμμένων και πολλά έπιπλα του στρατού, ρούχα τρόφιμα
διάφορα πράγματα ,μόνο τα άλογα επείραν και όσοι εσώθησαν και ετράπησαν εις άτακτον φυγήν.
Μετ΄ολίγην πορείαν ηύρομεν 24 πυροβόλα τουρκικά και πτώματα σωρηδόν επί της θέσεως πόρτας τους εκύκλωσων η 4η Μεραρχία όπου έθαπταν τα μηχανικά τρείς ημέρας , εφθάσαμεν δε το εσπέρας έξωθεν των Σερβίων ένθα διανυκτερεύσαμεν –
12η  εκάναμεν λημέρι και μας έδωσαν δε κουραμάνα όπου είχαμε 3α ημερόνυκτα να ειδούμεν σισιτούντες καλώς και εφάγαμεν και εν ερίφιον με όλην την παρέα.
Δια διαταγής του Βασιλέως έβαλαν πυρ εις την πόλιν των Σερβίων ένθα κατέκαυσαν πολλάς εξ αυτών, διότι έσφαξαν και εφόνευσαν πολλούς Έλληνας και το πλέίστον όπου είχαν φυλακή τους έσφαξαν όλους σαν κατσίκια.
13η  φυγή εκ Σερβίων επεράσαμε τον Αλιάκμονα ποταμόν και διανυκτέρευσις εις Τσιτσιλάρο απέχοντα των Σερβίων 6 ώρας, σισίτιον άρτος ξηρός.
14η Τρ. Εξεκινήσαμεν με βήμα κανονικόν ένθα ηύραμεν πολλάς οβίδας τουρκικάς εις τον δρόμον βαδίζοντες όλην την ημέραν το εσπέρας φθάσαμεν εις χωρίον τουρκικόν και κατεβλήστημεν ,την νύκτα και την 1η ώρα διαταγής φεύγομεν και βαδίσαμεν εμπρός έως την πρωϊαν της 15η ευρέθημεν κάτωθεν του όρους Καστανιά ,την αυτήν νύκτα το ψύχος ήτον τόσον δριμύ ένεκα του μεγάλου πάγου όπου δεν εκοιμήθημεν διόλου.
15η την αυτή νύκτα επαρατάξαμεν τα πυροβόλα κάτωθεν του όρους Καστανιά όπου είχαν οχυρωθή οι τούρκοι επάνω εις την κορυφήν του όρους κατά τις 9 π.μ. ήρχισε σφοδρότατον πυρ εξ αμφοτέρων των μερών διαρκέσαν επί ώρας ,η μονομαχία των πυροβολικών το δε πεζικόν μη λαβόντες μέρος ένεκα του τόπου, πείνα δε και των γονέων επί τρείς ημέρας νηστικοί ο δε εχθρός μη δυνηθείς να μας απασχολίση τρέπεται εις άτακτον φυγήν.
Το εσπέρας ανέβημεν επί του όρους καστανιά δια των πολλών κύκλων της οδού και της μεγάλης ανωφέρειας κινδύνεψαν τα άλογα, φθάνομεν εις την κορυφήν το εσπέρας και εμείναμεν εις τον δρόμον και διανυκτερεύσαμεν εκεί τρίζοντας τους οδόντας εκ του μεγόλου ψύχους εμείναμεν επί ποδός καθόλην την νύκτα ένεκα του ψύχους και προπάντων δε μας είχον κόψει μια γέφυρα και περιμέναμεν να την φτιάξουν το Μηχανικό.
16η διάβημεν το υψηλόν όρος διήλθομεν δια κατοφερείας οδού και διά 6 ωρών πορεία φθάνοντες εις πόλιν τινά ονόματι Βέροια – περιφερ. εμείναμεν εκεί επί μίαν ημέραν , το πλείστον Ελληνικιά τόπος ωραίος νερά άφθονα, το εσπέρας εισήλθομεν εις την πόλιν ίνα αγοράσουμεν άρτον ,είχομεν δε επί δύο ημέρας να φάγωμεν αλλ΄οι κάτοικοι των Βεροίων μη δεχθέντες χρήματα εκ του Σρατού προσέφεραν δωρεάν άρτον και οίνον και παν ότι είχαν τα εθυσίασαν από την χαρά των. Εγώ μετά Ανδρ. Μαντζιαγρή επορεύσαμεν την πείνα και εγεμίσαμεν και τα σακκίδια κομμάτια.
17η μένομεν στα ίδια σισίτιον φασόλια μόλις τα επήραμε αίφνης ακούομεν την διαταγήν ζεύξατε και έτσι πεινώντες φρικωδώς εχάσαμεν και αναχωρήσαμεν εκείθεν χωρίς να φάγωμεν σισίτιον, εβαδίσαμεν δε καθ΄όλην την διά ποταμών και ελών εις απέραντον πεδιάδα και άγνωστον απονεκρώθημεν από ύπνον βαδίζοντες όλην την ημέραν περνόντες ποταμόν και λάσπες και έν μικρόν δάσος όπου ήτον γεμάτο κομιτατζίδες, εμείναμεν εις 1 ώραν πορείαν.
Αίφνης ακούομεν πυκνούς πυροβολισμούς από τα Γενιτσά απέχον 2 ώρας μακράν από ημάς διετάχθημεν αμέσως να φθάσωμεν εμπρός καίτοι καλπάζοντες εφθάσαμεν εκεί παρατάξαμε τα πυροβόλα και ένθα συνοκροτήθη πεισματόδης μάχη εις την παράταξιν έδειξαν στόχον του εχθρού και μας έβαλαν πυρομαδών και ετραυμάτισαν πολλούς ίππους και πέντε Ελλάτας ,όπου αγρίεψαν τα άλογα και ετράπησαν εις άτακτον φυγήν εις διαφόρους τόπους παρέσυραν δε και τα οχήματα μαζί και τα  κατέστειλαν μέσα εις τους λάκκους, αι εχθρικαί οβίδαι εκριγνύοντο πανταχόθεν.
Οι τούρκοι αποδεκατιζόμενοι δια των ημετέρων πυροβόλων μας αρνούνται να αφήσωσι την ωραίαν πόλιν των Γιαννιτσών θεωρούντες αυτήν ιεράν και απαντώσι δια σφοδρού πυρός μέχρι το εσπέρας ένθα ατυχώς δια ημάς ήρχισε ραγδαία βροχή και ομίχλη πυκνή και σφοδρός βόριος άνεμος.
Η μάχη εξακολούθη μέχρι της 8ης νυκτός, η πείνα και το ψύχος μαστίζει τον στρατόν δεινά πνέοντες κατά των τούρκων υποφέρουσι αγογγύστως, την νύκτα διετάχθημεν και προχωρήσαμεν εμπρός να διαβούμεν τον ποταμόν και πλησιάσαμεν 2.500 μέτρα μετά τον εχθρόν αλλ΄η νύκτα αυτή δριμύτατη βροχή εξακολουθή ο βόριος ισχυρός άνεμος.
Καθ΄όλην την νύκτα εβαδίζαμεν χωρίς να βλέπωμεν ,σκότος δε και ομίχλη τόσον πυκνά επεκράτει, ημείς δε μετά μεγάλου αγώνος παρατάξαμε τα πολυβόλα ένεκα των πολλών υδάτων της βροχής όπου εβούλιαζαν αγωνίστημεν έως την πρωϊαν ίνα προκαλύψωμεν τα πυροβόλα, η βροχή εξακολούθη αγρία και αλύπητος άνθρωποι και ζώα πάσχουσι εκ της πείνης και του ψύχους, τα άλογα χρεμετίζουσι και τινάζοντα εκ του νερού, οι άνθρωποι φωνάζουσι Παναγία σώσε μας και καθόλην την νύκτα εμείναμεν επί ποδός.
20ην  πρωίαν μιάς ώρας νύκτα επήραμε τα άλογα και πήγαμε όπισθεν εις χωρίον Βουλγαρικόν 200ον μέτρων , ένθα ηύραμεν σανό διά τα άλογα και εμείναμε και εμείς εντός οχυρώνος ,πάντες οι κάτοικοι του χωρίου είχαν φύγει, όλαι αι οικίαι μένουν γεμάτους από καρπούς και ρούχα και παντός είδος υλικών έτι γεμάτες. Ζώα βουβάλια και παντός είδος πτηνά ευρίσκοντο εις αθλίαν κατάστασιν , εγώ δε μετά τινών Ελλατών ήλθομεν εις τινά οικίαν ενός Πασιά όπου εύρομεν τα πάντα έτι αποθήκας με καρπούς αποθ. αλεύρου διαφόρων ειδών, μηχανάς τυρόν ,βούτυρον ρουχισμόν και πολλά εν τέλει των συνήθων, μόλις δε είδον τα πάντα ορμήσαμεν προς τροφήν ίνα πορεύσωμεν την πείνα όπου επήραμεν άλευρον και εφτιάξαμεν άρτον και εσώθημεν καθώς και διά όλην την πυροβολαρχίαν ετιλώσαμεν όλους καλαμπόκι άρτον. Αυτή η πρωϊα της 20ης έρχεται, η μάχη επαναλαμβάνεται σφοδροτέρα οι τούρκοι αγωνίζονται ανδρείως κατασυντρίβονται πολλοί αλλά πολλοί περισσότεροι Έλληνες ένεκα του μέρους της επιθέσεως όπου ήτον πεδιάς και αυτός είχεν οχύρωμα δυνατόν.
Περί την 11ην ώραν π.μ. τρέπονται εις άτακτον φυγήν, η 2α μοιραρχία η οποία ήτο κέντρον μένει προς ανακούφισιν των αγωνιζομένων και κατάδιώκουν αι άλλαι Μεραρχίαι. Ετέθημεν δε εις πορείαν την 3ην μ.μ. και διήλθομεν δια μέσου της πόλεως Γιαννιτσών μετά δυσκολίας μεγάλης ένεκα της μεγάλης βροχής και ποταμών και ελών υποφέραμε δεινά , την αυτήν πορείαν όπου λάβαμεν βλέπομεν δεξιά αριστερά του δρόμου μέσα εις την πεδιάδα σωρηδόν τα πτώματα να κοίτωνται Έλληνες ων το πλείστον , πολλούς δε εξ αυτών εφώναζον μάνα μου μανούλα μου, σώστε μας βρε αδέλφια ταύτην την ώραν όπου εστράγγιεψε το αίμα μας όλο, αλλ΄ουδείς εφαίνετο εκ των τραυματιοφόρων ίνα σώση τους ατυχούς άνδρας.
Περί τας 3μ.μ. εφθάσαμεν μέσα εις την πόλιν όπου ηύρομεν πολλά πυροβόλα τα είχον εγκαταλείψει και πολλά από αυτά τα είχον χαλάσει αι οβίδες μας καθώς και όλους τους πυροβολητάς , εις διάφορα μέρη της πόλεως είχον πυροβόλα και ταχυβόλα, ετέθη πυρ εις όλην την πόλιν ,πάντες οι κάτοικοι τούρκοι ων είχον φύγει προς Θεσσαλονίκη και επάνω εις τα όρη, άπαντα τα καταστήματα μαγαζιά και εμπορικά έμεναν γεμάτα μεγάλης ποσότητας –πάντα όλα δε έγιναν στάκτη επί δύο ημέρας πολλοί τούρκοι αναρίθμητοι ήσαν εντός της πόλεως νεκροί και τραυματίες καθ΄όλον τον δρόμον όπου επερνούσαμεν. Εφθάσαμεν δε το εσπέρας εις κώμην τινά Πέλλα αλλά η βροχή και το ψύχος εξακολουθεί.
21η . Εμείναμε εκεί ίνα ξεκουραστούμε , ήτο ημέρα Κυριακή όπου μας έκαναν και λειτουργία εις την ύπαιθρον μας έδωσαν δε και κουραμάνα από αραβόσιτον σισίτιον φασόλια και ένα παγούρι κρασί, επορεύσαμεν την πείναν τελείως.
22 α.δ. Εφύγαμεν δια προφυλακτικής οδού εν μέσω λόφων εφθάσμεν το εσπέρας εις χωρίον άγνωστον ,εμείναμεν εκεί από 4η μ.μ. μέχρι 12η μεσονύκτιον, δια διαταγής φεύγομεν εκείθεν δια αγρίου βορρά και πάγου προς κατάληψιν θέσεως απέναντι του Αξιού ποταμού όπου ενομίζαμεν θα γίνη μάχη αλλ΄ο εχθρός τους επήρε μέγας φόβος ετράπη εις φυγήν, κοψας μίαν γέφυραν του Αξιού ποταμού τρέχει ολοταχώς εις Θεσσαλονίκην , εμείς μένομεν επί 2 ημέρας εις αυτό το μέρος τρέφοντες διά ορνίθων και προβάτων είχαμεν αρκετά.
- 25 – ξεκινάμε διέβημεν τον Αξιόν ποταμόν δια της σιδηροδρομικής γραμμής όπου κατασκευάση τα μηχανικά και εν μέσω ελών και βροχής η οποία ήρχισε και πάλιν να πίπτη αλύπητος εφθάσαμεν εις χωρίον Βουλγαρικόν έξωθεν και διανυκτερεύσαμεν αλλ΄η νυξ αυτή κατέστη λυπηρά ένεκα του σφοδρού βορίου ανέμου και της ραγδέας και μεγάλης βροχής όπου έπιπτε.
Μη έχοντες μέρος ίνα καταβλιθώμεν εμέναμεν μέσα εις την πεδιάδα και εις καλλιεργημένα κτήματα καθόλην την αυτήν νύκτα επί ποδός χωρίς να κοιμηθώμεν καθόλου δια το δριμύτατο ψύχος και βρεχμένοι από κεφαλής μέχρι ποδών και τα ύδατα ελίμναζον πανταχόθεν ο Θεός μας έσωσε, την αυτήν νύκτα. Θέρμη μεγάλη με περίβαλε υπέφερα έως την πρωϊαν
- Την πρωϊαν της 26ης Αγ. Δημητρίου εφύγαμεν εκείθεν προς βοράν δια περικυκλώσεων Θεσσαλονίκης, δια αριστερόθεν αυτής βαδίζοντες και δια μακράς και κοπιώδους πορείας ανωφερείας και κατωφερείας εφθάσαμεν το εσπέρας εις άλλο χωρίον Βουλγαρικόν εξαντλημένοι εκ της πείνης και του ψύχους, η βροχή επαναλαμβάνεται πάλιν, εγώ δε την αυτήν ημέραν έμεινα εκ του ζεύγους ηκολούθησα πεζός αστενής ων και εξαντλημένος εκ της πείνης μένον το εσπέρας εις χωρίον Βουλγαρικόν. 
Σπεύδω με τον Μπινιάρη εκ Σοφικού εις τα οικίας προς τροφήν ήλθομεν εις πολλάς οικίας αλλά λίγα κομμάτια μας έδωσαν συνάμα δε, ηύρομεν και μερικούς Σέρβους ιππείς και τίνας οικίας οι οποίοι υποδεχθέντες καλώς μας έδωσαν άφθονη σισίτιον κρέας και επορεύσαμεν αυτό το εσπέρας την πείνα, διανυκτέρευσις προς αχυργιώνα τινά προσήλθομεν δια βίας μη δυνηθέντες κοιμηθώμεν, μένομεν όρθιοι επειδή είμεθα πολλοί.
27η πρωίαν εξεκινήσαμε διάβημεν τινά ποταμόν μετά δυσκολίας μεγάλης, παρ΄ολίγο να παρασύρη τα οχήματα καθώς και τους ίππους , περνούμεν με τρόμον τον ποταμόν εγώ δε μετά άλλων πολλών μην έχοντες ζώα εισήλθομεν δια μέσου του ποταμού γυμνοί όντες και αναχείρας επιάστημεν ο εις του άλλουν  και μετά μεγάλον φόβον ,παρ΄ολίγον να μας παρασύρη αλλ΄εξήλθομεν. Εκεί δε μας έδωσαν (5) ημερών κρέας βραστό το οποίον το εφάγαμεν με πολλήν όρεξιν χωρίς άρτον, εγώ δε μετά άλλους πολλούς ήλθομεν μετά του ποταμού εις τίνα χωρίον Τουρκικόν εύρομεν πολλάς όρνιθας και χήνας και επήρα πέντε και επορεύθην προς την πυροβολαρχίαν.
Εκείθεν δι΄ανωφερούς οδούς και λασπώδους διέβημεν βουνά και ρεύματα τρέχοντες όπως φθάσωμεν εις Μπάλτσα αλλά τα ζώα πάσχουσι εκ της πείνης και αδυνατούν να τραβήξουν, μας κατέλαβε η νυξ και το σκότος και ραγδαία βροχή πίπτει αλύπητος εγώ δε σπεύδω μετά μεγάλων δυνάμεων και έρχομαι δια μέσου ποταμού και λάσπες και βροχής ραγδαίας .
Μπάλτσα, η νυξ αυτή κατέστη φοβερωτάτη και ισχυρά μεγάλη ραγδαία βροχή και σκότος επεκράτη καθόλην την νύκτα. Πάντες οι άνδρες βραχμένοι μέχρι ποδών ο καθείς φροντίζει δια τον εαυτόν του οι αρχηγοί φεύγουν εγκαταλήποντες το οχήματα δια να σωθούν διευθυνόμενοι ο καθένας μόνος του μη δυνηθέντες να περάσουν ένεκα του σκότους ένα τουσμέρνη …. άλλο εκείθε μετά μεγάλης δυσκολίας έφθασαν έξωθεν εις χωρίον Μπάλτα. Και η σωτηρία μας ήτον ταύτην την νύκτα έξωθεν του χωρίου ήσαν πολλές αχυργιώντες και εσώθημεν αλλά τα δυστυχή ζώα έξω μένοντες ταύτην την νύκτα εψόφησαν 50 άλογα.
Ο δε Σιαπκαράς μετά του Μακρυγιάννη απομείναντες έξωθεν του χωρίου μίαν  ώραν τους ηύρε η νυξ χάνοντες τον δρόμον μη γνωρίζουν που ευρίσκοντο έμειναν εκεί έως την πρωίαν τα άλογά τους εψόφησαν η νυξ κατέστη ψηχρά ανυπόφερτος παρ΄ολίγον δε ο Μακρ. και ο Σιαπκαράς να γελάσουν τον θάνατον.
Εμείναμεν δε εκεί εις χωρίον Μπάλτου επί 8 ημέρας τα μεταγωγικά μάχης ένεκα έλλείψει αλόγων. Εξεκουράστημεν και περνώντες καλώς πλουσίως εις πάντα μένομεν μετά του Π.Σιαπκαρά και Κ. Κρότση εις τίνα οικίαν.
Περί την 3ην Νοεμβρίου εξεκινήσαμεν δια Θεσσαλονίκην εκεί εμείναμεν επί 8 ημέρας εις αυτό το διάστημα ησθένησαν πολλοί και ένεκα της βρώμας της ατάκτου πόλεως ησθενήσας δε και εγώ μετά μεγάλου πυρετού πνευμονία ελαφρά παρ΄ολίγον να γελάσω τον θάνατον.
18ην Νοεμβρίου διαταγής αναχώρησα μετά ατμόπλοίου εμπορικό και μετά διήμερον πλούν εφθάσαμεν Πειραιά εγώ δε ήμουν τόσον αδύνατος και εξαντλημένος εκ της ασθενείας δια μεγάλη φουρτούνα της θαλάσσης με έπιασε η θάλασσα εμετούς ημέραν και νύκτα κάτω εις το αμπάρι μαζί με τα άλογα χωρίς να σηκωθώ καθόλου επί 48 ώρας έως τον Πειραιά.
Εμείναμεν εκεί 2 ημέρας χωρίς να έλθωμεν εις την πόλιν , αναχωρήσαμεν και ήλθομεν δια του γύρου εκείθεν δια μέσου Καβομαλιάς δια σφοδροτάτης τρικυμίας επροσαράξαμεν εις Γύθειον δια μεγάλης τρικυμίας και εμείνομεν εκεί επί μίαν νύκτα και απεβιβάστημεν εις Πρέβεζαν εγώ δε έμενα νεκρός εντός του πλοίου αποφασιστείς από τους εμετούς μη δυνηθείς ούτε όρθιος να σηκωθώ ούτε το νερό μου να κάμω ούτε και ήθελα να φάγω τίποτις, εξανλήθην τελείως, αλλ΄ η σωτηρία μου ήτον ο Π. Σιαπκαράς με εδικονούσε.
Την 26ην επιβιβάστημεν εις Πρέβεζαν εμείναμεν εκεί επί 2 ημέρας, 28ην αναχωρήσαμε και εφοδιασθέντες από όλα και φθάσαμε το εσπέρας εις χωρίον Καντζιά. 29ην ξεκινήσαμεν δια μέσου Λιμνών και παρά το άκρον του Λούρου ποταμού διαβήκαμεν την Φιλιππιάδα εφθάσαμεν εις χάνι Κρυκλένι Κλεισούρας ,το μέρος πολύ ανώμαλον όρη μεγάλα και πολύ υψηλά στολισμένα με δάση και με φόβον προχωρούμεν από τους αντάρτες όπου ήσαν μέσα εις τα δάση.
1η Δεκεμβρίου εφθάσαμεν εις χάνι Τεφίκ εξετόπισις των τούρκων από τα πέντε πηγάδια και από τα Πιστά τους έδιωξαν δε οι εύζωνοι και τα πεζικά το δε πυροβολικόν μη λαβόντες μέρος ένεκα του ανωμάλου τόπου . 2αν Δεκεμβρίου εφθάσαμεν εις χάνι Εμίν Αγά έμπροστεν των φρουρίων των Ιωαννίνων 5 ώρας απέχον από τα Ιωάννινα οι δε τούρκοι εισήλθον εις τα οχυρά μέρη του Μπιζανίου και μας επερίμεναν.
Αρχή πολιορκίας Ιωαννίνων 4η Δεκεμβρίου 912
Της Αγίας Βαρβάρας εκκλησιάστημεν εις το ύπαιθρον και προσφώνησης Ιεροκύρηξ υπέρ Ελληνικού Στρατού. 5η τρ. Λαβόντες μέρος εις όλην την γραμμήν τα πεζικά τα δε πυροβολικά δεν έλαβον μέρος ένεκα που δεν είχαν μέρος να παραταχθούν, από 5η τρ. έως 10ην του μηνός εμάχοντο τα πεζικά και χωρίς να βοηθούνται παρά του Πυροβολικού, κατεστράφησαν πολλοί εξ αυτών και μη φέροντες καμίαν νίκην κατά του τούρκου και ως εκ τούτου σπάζει η γραμμή μας από το αριστερόν και τρέπονται τα πεζικά εις άτακτον φυγήν και οπισθοχωρήσαμε και τα πυροβολικά επί μίαν ώραν ,προς τα οπίσω.
Καθ΄όλην την αυτήν νύκτα εμείναμεν επί ποδός την δε πρωίαν αναχωρήσαμεν πάλιν δια εμπρός προς το Εμίν Αγά, ο δε εχθρός μη δυνηθείς να μας καταδιώξη έμεινεν επί του υψηλού όρους Μανολιάσια και δια επιθέσεων απειλών του ημετέρου στρατού μας , την αυτήν νύκτα 12ην ώραν διατάχθημεν και επήγαμε 2 πυροβόλα εις χάνι Φτελιάς πλησίον του εχθρού υποφέροντες του ψύχους και του πάγους ,ήταν τόσον δριμύ, την πρωϊαν αρχίζουν τα πυροβόλα μας δια πυκνού πυρός προς το όρος Μανολιάσα όπου υπήρχον οι τούρκοι , αποδεκατίζουν αυτούς εκ του όρους Μανολιάσα.
Και ήλθον προς τα οχυρώματα του Μπιζανίου και του Αγ. Νικολάου και τα πέριξ αυτού όρια όπου είχαν τα οχυρώματα, το δε φοβερόν Μπιζάνι με όλας του τας δυνάμεις βάζει ολοταχώς με τα πυροβόλα τοπομαχικά αλλά μη γνωρίζον που υπήρχον τα ημέτερα  πυροβόλα κτυπούν εις διαφόρους τόπους χωρίς να παύσουν καθόλου ημέραν και νύκτα έσκαφαν λάκκους εις όλα τα όρη καθώς και εις τους βράχους εκρήγυντο και πολλούς νεκρούς εύρισκον.
Τα δε ημέτερα πυροβόλα μας υποστήριζον το πεζικόν από 6 χιλιάδες μέτρα προς το όρος Μανολιάσα μη έχοντος μέρος να πλησιάσουν την ημέρα τα πηγαίναμε εις τα ακριανά  του δρόμου και την νύκτα τα πηγαίναμε μιάν ώρα οπίσω προς το χάνι Εμί-Αγά, το αυτό εγένετο επί 15 ημέρας μη πλησιάζοντες ένεκα των τοπομαχικών του εχθρού έως ότου ανεβήβασαν όλα τα πεδινά πυροβόλα μας επάνω εις τα όρη Κανέτας καθώς και 12 τοπομαχικά εις την Σούδαν της Κανέτας τα ετοποθέτησαν.
Άπαντα τα πυροβόλα ανέβασαν με σχοινιά και με τας χείρας επάνω εις τα όρη ,τότε τα αφήσαμεν διαρκώς έως το τέλος της πολιορκίας των Ιωαννίνων κατά Ιανουάριον ετοποθετήσαμεν όλα τα πυροβόλα επί πολλάς ημέρας προετιμάζοντο διά επίθεσιν.
Εγώ δε μετά Π. Σιαπκαρά επήγαμεν εις Πρέβεζαν να γεμίσωμεν τα βλητοφόρα οβίδας απέχον από χάνι Εμίν-Αγά 17 ώρας ,υποφέραμεν τα πάντα από βροχή επανήλθομεν την 6ην Ιανουαρίου το εσπέρας μη ευρόντες μέρος να κοιμηθώμεν εμείναμεν επί ποδός όλην την νύκτα .
Την επομένην 7ην τρεχ. μηνός ελθούσης 4ης και 6ης μοιραρχίας ήρχισε σφοδροτάτη επιθέσις κατά του φρουρίου, η επίθεσις διαρκεί τρία ημερόνυκτα χωρίς να παύσουν καθόλου , εξετόπισις εκ του δεξιού εκ των χωρίων Κορτότση και Λουζέτση και Μπέραν της αϊτοράχης φθάσαντες τα πεζικά μας πλησίον του Μπιζανίου και εις το μέσον επί του λόφου αυγού και μέχρι σιρματοπλέγματος επί τας πρόποδας Μπιζανίου εμποδισθέντες από τα σίρματα μη έχουν τι να τα κόψουν και έμειναν αμυνόμενοι και δεν ήταν πεπρωμένον το Μπιζάνι ακόμη να κυριευθή διότι ήρχισε να πίπτη βροχή ραγδαία και ο στρατός εμποδίζετο και το πλείστον εκατασυντρίβησαν εκ των τουρκικών οβίδων και μένουν εις τας θέσεις των και αμυνόμενοι βαστούν ανδρείως την γραμμήν ών και εξαντλημένοι και εάν ήσαν εκ της πείνης και του ψύχους στέκουν ανδρείως μέσα εις τα προχώματα νύκτα ημέρα .Το δε αριστερόν μέρος κατά του όρους Τίτσικα και Μανολιάσια δεν κάνει επίθεση μένει εις την θέσιν του.
Την 10ην τ.χ. μηνός έπαυσε η επίθεσις και μετά άρχεψαν μικροεπιθέσεις και αψιμαχίες τα πυροβόλα μας θαυματουργούν πολλές φορές κατά του Μπιζανίου και ιδίως την νύκτα εγίνοντο αι επιθέσεις , εκρήγνυντο αι οβίδες και αστραπιαίως από κορυφήν εις κορυφήν των βουνών πανταχόθεν πίπτουν οβίδας.
Εις τας 20 τ.χ. μηνός ανεβάσαμε τα πυροβόλα της πυροβολαρχίας επί της υψηλοτέρας κορυφής του όρους Κανέτας απέναντι του Μπιζανίου, επί 10 ημέρες εκουβαλούσαμε οβίδας επί του όμου μας μίαν περίπου ώραν επί ανωφέρους όρους και ήρχισε κατ΄εκείνας τα ημέρας χειμώνας βαρύς χιών άφθονος ήρχισε να καλύπτη τα όρη ψυχρός βόριος άνεμος επί πολλάς ημέρας , πείνα μας μαστίζει φοβερά από μία γαλέτα την ημέραν και μερικές ημέρες καθόλου.
Ο χειμών εξακολουθεί το όρος χιονοσκεπάζεται οι άνθρωποι κινδυνεύουν εκ του ψύχους επάνω εις τα όρη μη επιτρέπουν ούτε φωτιά να ανάψουν ούτε να κατέβουν από το βουνό να εύρουν στέγην, αλλά μένουν εις τα ίδια θέλοντες και μη θέλοντες ευρίσκουν κάθε ημέραν νεκρούς μέσα στα αντίσκηνα εκ του ψύχους χιλιάδες κορμάκια έμειναν εις την έρημη Μανολιάσια και αητοράχη από το βόλι και από τα χιόνια και το ψύχος εις αυτόν τον βαρύν χειμώνα. Τα ξακουσμένα Γιάννενα το έρημο Μπιζάνι έκαψε όλον τον κόσμο 10 χιλιάδες ζώα έμειναν για το έρημο Μπιζάνι και τα άλογα του πυροβολικού χιλιάδες ανεμείνανε στο Εμίν-Αγά το χάνι. Άπαν το στράτευμα εφοδιασθέντες από πολεμοφόδια.
30 Ιανουαρίου Διαταγή του Βασιλέως και του Υποστρατήγου να έχουν έκαστον πυροβόλον εφοδιασθή από 2.000 οβίδας και φουσίγγια άφθονα δηλαδή δια την επίθεσιν επί 10 ημέρας εγέμισαν όλα τα βουνά και τα ρεύματα, εμείς μένομεν μέσα εις αντίσκηνα απελπισμένοι μη γνωρίζων ποίον είναι το τέλος βράζομεν τσάϊ και φασκόμηλον και τρίβομεν και καμμιά γαλέτα και ζεστενόμεθα , τέλος μετά πολλάς ημέρας τα πάντα υποφέραμεν πείνα ανυπόφερτη δεν εύρισκε ούτε να φάη κανείς ούτε να αγοράση τίποτις μόνον χιόνι και δάση βλέπαμε.
Τέλος με όλας τας κακουχίας ήλθε η 2η Φεβρουαρίου της Παπαντής όπου έγινε η μεγάλη τρικυμία του χειμώνα, μας επλάκωσε το χιόνι έπεσαν τα αντίσκηνα επάνω μας εκ του βάρους και απελπίστημεν , αλλ΄ο θεός ελυπήθη τον κόσμον ειρήνευσε ο καιρός και το έλυωσε το χιόνι.
Εις την 6ην Φεβρουαρίου ήλθε διαταγή και κατεβηβάσαμεν τα πυροβόλα μας και της 4ης Πυροβολαρχίας και δύο τοπομαχικά από τα όρη

Κανέτας και έμπροστεν του Μπιζανίου προφυλακτικώς εβαδίζαμεν και μετά κόπους λασπώδους οδού μέσα εις τα χωράφια τα επήγαμε πλησίον αητοράχη και πλησίον εις προφυλακάς ,αι σφαίρες εσφύριζον πανταχόθεν και εκείθεν αφήνοντες τα πυροβόλα ένεκα το ανώμαλον μέρος και διά βραχιόνων.
Τα πεζικά τα επήγαν εις το δεξιόν ανατολικά των Ιωαννίνων 8 ώρας απέχον από Εμίν-Αγά και 4 από Ιωάννινα πλησίον Καστρίτσας εις θέσιν παρά το χωρίον Λουζέτσι, εμείς δε οι ελλάτες επιστρέψαμεν οπίσω δια Εμίν-Αγά και εφθάσαμεν την πρωϊαν εις την 4ην ώραν, υποφέραμεν τα πάντα αυτήν την νύκτα εκ του ψύχους, εμείναμεν 10 ημέρας ακόμη εις Εμίν-Αγά μη έχοντες ανάγκη ελλατών.
Ότε την νύκτα της 18ης τρ. ήλθε διαταγή να πάνε τα απομείναντα άλογα πλησίον της πυροβολαρχίας εις χωρίον Λουζέτσι=Λάχενα , η νύξ αυτή κατέστη φοβερά ο βοριάς σφυρίζει η χιών πίπτει ασπλάχνως επί της γης συσσωρεύεται επάνω εις τα αντίσκηνα απειλεί καταστρέφει κρημνίζει τα αντίσκηνα να μας καταπλακώνουν αγρυπνούντες μέχρι πρωϊαν και ημιθανείς ηγέρθημεν και μετά μεγάλης δυσκολίας επισκευάσαμε τα ρούχα μας και επήρα με τα ζεύγη μας και αναχωρήσαμε διά ανωφέρους οδού και δια μέσον Πιστών, άλλως τον δρόμον ένεκα του πάγου και των βράχων πολλά άλογα ετσακίστησαν και εψόφησαν εισήλθομεν εις Πιστά και συναντώμεν την 6ην Μεραρχία .Πάω προς το αριστερόν εκεί δε είχον αφήσει πολλά βλητοφόρα οι Τούρκοι και οχυρώματα δυνατά ένθα μεσημβρινώς κείνται τα πέντε πηγάδια ματά των Πιστών επί ανωμάλου οδού εις υψηλόν όρος και χιονοσκεπούς οδού εφθάσαμεν κακουχιών πολλών εις τας 5 μ.μ. εις χωρίον Κορτότσι ένεκα της κατοφερείας και πάγου τα ζώα πίπτουν και παραπίπτουν αγωνιζόμεθα να τα σηκώσωμε.
Το ψύχος είναι πλέον ανυπόφορον ένεκα του χιόνος ο Αθ. Ηλιόπουλος και λοχίας τρέπονται εις τας οικίας διότι τους ηύρε η νύκτα οι ελλάτες διεσκορπίζοντο εις χωρίον Λουζέτσι και Λεζάνα μη γνωρίζων αυτούς, εγώ δε μετά Π.Σιαπκαρά και Θεοδ. Βαρβέρη και Βασιλ. Τράγου και άλλων ελλατών επήγαμε κατά ιδίαν εις άλλο χωρίον Λουζάτσι ονόματι φθάνοντες την νύκτα μετά ψύχους και σκότους μη γνωρίζομεν πούθε να γύρομεν επειδή που μας ηύρε η νύκτα ήλθομεν εις πολλάς οικίας αλλ΄δεν ηύρομεν ούτε άνθρωπον ούτε σκεπασμένος να ήτον τας είχον κάψει όλες οι τούρκοι, εισήλθαμεν εις μίαν μισοσκεπασμένην και εμείναμεν αλλ΄εκεί μας επισκέφτηκαν ψείρες αναρίθμητες .
19η φεβρουαρίου την πρωϊαν έξαφνα ακούομεν τους Μεγαλ. Πυροβολισμούς του πυροβόλου ,άρχεψε η επίθεσις κατά του Μπιζανίου βλέπομεν δε να πανταχόθεν εις τα όρη να εκρηγνύωνται οβίδες εν τω άμα
δε μας επισκέφτηκαν μερικές φεύγομεν δε προς φύλαξιν των αλόγων εις χωρίον Καρτότσι και από εκεί αγγαρεία εις χωρίον Πιστά διά τροφή των ανδρών και των ίππων, ώρα η μάχη εξακολουθεί αγρία καθ΄όλα τα πυροβόλα ιδίως η 1η μοίρα πυροβολικό 1η  4η και 9η πυροβολαρχία και 2 βαρέα πυροβόλα αυτά όπου επήγαμε δεξιόθεν του Μπιζανίου και Καδρίτσας αυτά ήφεραν τον πανικόν εις τον Τούρκον διότι τους έβλεπαν τους καταβισμούς ,καθόλην την αυτήν ημέρα εμάχετο τα πυροβολικά .
20τρ. Άρχισε σφοδρότρον το πύρ απαντούν όλα τα πυροβόλα ομού τα των οχυρωμάτων παντού οβίδες πίπτουν μία ομοβροντία ηκούγεται όλη την ημέρα την
Φεβρουάριος
21ην θα εγίνετο η μεγάλη επίθεσις κατά του Μπιζανίου αλλ΄επαραδόθησαν .Τα πυροβόλα μας δε έβαλον κατά της Καστρίτσας του αυγού Κωστελιό Αγία Παρασκευή και ανατολικά των Ιωαννίνων αιχμαλωτίσαμε άνω των 30 χιλιάδων.
Διαταγής φεύγομεν να κατεβάσουμε τα πυροβόλα εις τον κάμπον Ιωαννίνων υποφέρομεν 4 ημέρες έως ότου να φθάσωμεν εις Ιωάννινα ένεκα του ανωμάλου μέρους όπου τα κατεβάσαμεν εις τας 25 φεβρ. εις Ιωάννινα εμείναμεν 5 ημέρας ήλθε διαταγή να πάμε να κατεβάσωμεν και τα τοπομαχικά και επήγαμε μετά κόπους μεγάλους υποφέραμεν τα πάντα έως ότου να τα πάμε εις Ιωάννινα.
Εις τας 6 Μαρτίου ήλθε διαταγή και φεύγομεν δια Πρέβεζα πόλις οχυρωμένη με τοίχη δυνατά και με πυροβόλα γύρωθεν όλη η πόλις έχει δε  …. χιλιάδας κατοίκους ,εκεί δε εμείναμεν επί 20 ημέρας διετάχθη δε Βα Μεραρχία μας να έλθη εις Αθήνα ίνα κηδεύση τον Βασιλέα αλλ΄επειδή ήτον διασκορπιμένη εμείναμεν εις Πρέβεζαν περνώντες καλώς υποφέροντες από γυμνάσια.
Δια διαταγής την 27 Μαρτίου φεύγομεν δια Θεσσαλονίκη περνόντες του ιστμού και δια μέσου Πειραιώς χωρίς να πιάση το πλοίο φθάσαμε εις Χαλκίδα μένομεν (4) ημέρας εντός του πλοίου.
(5) Απριλίου φθάσαμεν εις Θεσσαλονίκην εκ του πλοίου Ελπίς μένομεν εντός αυτής μέχρι 9 τρ.μ. και εκείθεν αναχωρήσαμεν δια Ασβεστοχώριον (2) ώρας έξωθεν Θεσσαλονίκης ένθα εκάμαμε και το Πάσχα με 12 αμνούς ψητούς και περάσαμε καλά κρασιά μπύρα και διάφορα φρούτα μας έδωσαν επήγαμε δε εις την εκκλησίαν όλοι οι στρατιώτες ,με τας σάλπιγκας του Πάσχα ευφράνθημεν από όλα διασκεδάσαμεν με τας ωραίας γυναίκας όπου ήσαν εκεί περνώντες καλώς αλλά τα ξένα είναι άσχημα μένοντες εκεί επί ένα μήνα .
10 Μαϊου διαταγή φεύγομεν του Ασβεστοχωρίου φθάσαμεν επί (3) ώρας εις χωρίον Γκιβέρνα μένομεν εκεί μαζί μετά 7ου Πεζικού και μία μοίρα πυροβολικού περνώντες καλώς σισιτούντες καλώς υποφέρομεν της μεγάλης ζέστης και τα πολλά γυμνάσια μένοντες εκεί ένα μήνα εις την 31 του αυτού μηνός διαταγή φεύγοντες εκ του αυτού μέρους και ήλθομεν εις Ασβεστοχώριον και προσκολλήθημεν εις την 6ην μεραρχίαν και τας (2) Μαϊου (Ιουνίου!) άλλη διαταγή φεύγομεν πάλιν δια Γκιβέζα ήλθομεν προς ενίσχυσιν του πεζικού πλησίον εις τα Βουλγαρικά σύνορα και ετιμαζόμεθα δια τους Βουλγάρους , εμείναμεν εκεί 17 ημέρας περνώντες καλώς εις πάντα.
Ελληνοβουλγαρικός πόλεμος
16 Ιουνίου μενθάνομεν εντός της Θεσσαλονίκης ότι άρχεψε ο πόλεμος 17ην έγινε η αιφνίδιος επίθεσις εις τας προφυλακάς μας καθώς ημείς μένομεν επί ποδός επί 48 ώρας . 18ην τρ. ήλθε όλη η Μεραρχία μας και εσυνήχθημεν όλοι εις ένα μέρος την αυτήν ημέραν άρχεψε η τρομερή μάχη του Πελκισιού . 19η ξεκινήσαμε εμπρός.. !


Προς χάριν της πατρίδος μας
όλοι να σκοτωθούμε αντί νεράκι
ιδρώτα αγκοητοι νά πιούμε
για να ελευθερώσουμε τους Αδελφούς
που βαριαναστενάζουν και άδικα
ολομερής οι βάρβαροι τους σφάζουν
με τι καρδιά να ακούη η Ελλάς
η ένδοξος Μητέρα να σφάζονται
καθημερινώς τα τέκνα της δω πέρα
να βλαστημούν την πίστη μας
να βρίζουν τους παπάδες αυτοί
τα άπιστα σκυλιά  οι γουρουνοχοντζάδες
όπου δεν είναι ικανοί το στόμα τους
να ανοίξουν και θέλουνε οι άχρηστοι
οι άπιστοι την πίστην μας να βρίσουν
αλλά τώρα ήλθεν ο καιρός ο ευλογημένος
χρόνος να κελαηδεί στην
ήπειρο το Ελληνικό κανόνι
να παίρνουν ηχώ οι λαγκαδιές
να μολογούν τα δάση το ταχυβόλο
του Ναϊδερ ποτέ να μη γεράση
εν πρώτης εκυμάτισεν εις την
Μακεδονία και τώρα δω εις την
Ήπειρον λαλή με αρμονίαν
τη΄ ακούν οι τούρκοι τη βροντή
το αίμα τους παγώνη λένε φευγάτε
γιατί έφθασεν το Ελληνικό κανόνι   

 Βάσανα Ντέρτια του πολέμου του 1912=1913=

Η ξενιτιά με έκαμε να πάρω ΄
το κοντίλη αλλά παράπονο
τρανό με επήρε από τα α χήλοι
να περιγράψω βάσανα που
έχω περασμένα την κάνανε
την καρδούλα μου να κλέη νύκτα…
……………………………………………….
εξ μήνες που άρχισεν η επιστράτευση
υποφέραμεν πολλά στα χιόνια και τα κρύα
να πάρουμε την Ήπειρον και την
Μακεδονίαν τότε και εμέ με επήρε
το παράπονο να πάω να πολεμήσω
αργότερα τα πάθη μου θα σας το μολογήσω
τέλος εκεί εις τον Πηνειόν πήγαν
αι μεραρχίες όλες εκεί
περίμεναν δια της εχθροπραξίες
σαν ήλθεν τηλεγράφημα ο πόλεμος
κηρύχθη αμέσως όλος ο στρατός
στα σύνορα ερίχθη
εξ οκτωβρίου φθάσαμε πρωϊ
στην Ελλασώνα εμπρός η μάχη ΄
άρχισεν του Ιερού Αγώνα
παρά μικρά αντίστασις εκεί
παρουσιάσθη αλλά στο Σαραντάπορο
εκεί τριπλασιάσθη
ομοβροντίες πέφταμε απ΄ όπλα και
πυροβόλα την ………… και τον
προφέρνουν τα πυροβόλα
έγεινε μάχη τρομερή με πείσμα
πολεμούμε τους σκληρούς τους
νικήσαμε θα του εκδικηθούμε
πιάνη τους τούρκους πανικός
Αλαχ Αλάχ φωνάζουν όλες
πόρτες της κλίκλόνουμε σαν
πρόβατα τους σφάζουν
τ΄φθάνουμε στα Σέρβια μείναμε
μέρες λίγες η κουραμάνα
σώθηκε και αρχίσανε οι ψείρες
τέλος αναχωρήσαμε και πάμε
δια Κοζάνη αλλά τον δρόμον
χάνουμε και σταματούμε σε στάνη
τουρκική στάνη ήταν
και στο μαντρί τα βάζουν
και κάθε άνδρας άρπαξε
από ένα αρνί και σφάζει
και σύντομα τα ψήσαμε
καθίσαμε να φάμε
η κουραμάνα σώθηκε
σαν το σκυλί τραβάμε
μα τέλος εξημέρωσε δια Βέροια
προχωράμε είναι μέγα μυστήριον
εκεί το τη τραβάμε
εις έναν κάμπον πέσαμε μα
είχαμε μια πείνα αρπάζαμε
και τρώγαμε ξερά αρκουνίλιές
εφθάσαμεν στη Βέρρια όλον
Α……….. και από την πείναν
την πολύ ήμασταν ζαλισμένοι=
μα βρίσκε… αραβόσιτα

όσον ξερά και εάν είναι
μα ζάχαρη μας φαίνεται
και παντεσπάνι ότι είναι
στα Γιαννιτσά βαδίσαμε
τροχάδην για να πάμε
εκεί εσηναχθήκαμε αι Μεραρχίες
όλες εχθρόν για να κυκλώσουμε
να κλύσουμε ταις πόρτες
εχθρός μας αντιστάθηκεν και
άρχισεν η μάχη και εκεί τους
ενικήσαμε εμπρός
τους ενικήσαμεν πάλιν
περάσαμε πολλά χωργιά μα
τούρκος δεν εφάνη στη γέφυρα
του Αξιού εκεί το τι είχαν κάνη
χαλάσανε την γέφυρα εμείς
να μην περάσουμε Διάδοχος
εδιέταξε αμέσως να την φτιάξουμε
περάσαμε όλα τα παιδιά
αμέσως βαδίζουμε πάλιν εχθρός
αμέσως το μαθεν δεν ξεύρη τι να κάνη


 =========================================== 

23 Αυγούστου 1913 ημέρα Παρασκευή
ενιπνιάσθην της Φανερωμένης την νύκτα την πρωϊαν είδον εις τον ύπνον ότι είμουν εις το χωριό μου εις την εκκλησίαν του Αγ. Νικολάου Και είδα ότι είχα δύο μουλάρια καλά  και τα έζεψα ……και την ε………… ίνα κάμω χωράφι και τα έβγαλα έξω ζεμένα και έκαμα 2=3 4 βόλ…. έξω από την εκκλησίαν και εξύπνησα


30 Μαϊου 1913 ημέραν Πέμπτη
ονειρέφθειν ότι ήμουν εις το σπίτι μου μέσα λοιπόν ησθένησα και με άρχεψε μοραγία και έβγαλα αίμα πολύ εκ φύσεως διέρρεεν το αίμα και με έσωσεν η μητέρα μου  την πρωϊαν εσηκώθην και είδον το αίμα όλο το πάτωμα αλειμμένο το είχον σαρώση την νύκτα.

………………………………………………………………………………………………………………………………………..
:::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::

*  O Παναγιώτης Γεωργίου Ριζόγιαννης  γεννήθηκε το 1881 και έζησε στο ΣΤΕΦΑΝΙ ΚΟΡΙΝΘΙΑΣ Απεβίωσε-«Γέλασε τον θάνατο» σχετικά νέος περί των 45 ετών λόγω της πνευμονίας που απέκτησε από τις κακουχίες ,στους Βαλκανικούς πολέμους, τον έλεγαν δε «Δεσπότη» λόγω της Σοφίας του.
(Ο Αναστάσιος Ευαγγέλου Ριζόγιαννης ,πολεμιστής του 40΄ ήταν ανιψιός του και τον εθαύμαζε).
                      
================================================== 
Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι ήταν δύο πόλεμοι που έγιναν στα Βαλκάνια το 1912-1913 στους οποίους η Βαλκανική Συμμαχία (Σερβία, Μαυροβούνιο, Ελλάδα, και Βουλγαρία) επιτέθηκε και απέσπασε από την Οθωμανική Αυτοκρατορία την Μακεδονία και το μεγαλύτερο μέρος της Θράκης ενώ στη συνέχεια, μετά τις διαφωνίες μεταξύ των νικητών για τον τελικό διαμοιρασμό των εδαφών, ξέσπασε δεύτερος πόλεμος (συμμετείχε και η Ρουμανία) από τον οποίο εξήλθε ηττημένη η Βουλγαρία, χάνοντας το μεγαλύτερο μέρος των εδαφών που είχε αρχικά κατακτήσει

 
ΑΠΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΕΠΟΧΗΣ



ΜΑΧΗ ΣΑΡΑΝΤΑΠΟΡΟΥ




                                                                     

===============================================

** Στεφανιώτης Νεκρός: Μιχαλούρος Γεώργιος του Δημ. Πέθανε απο τραύματα 11/10/1912 στο Βλαχολείβαδο μετά την μάχη του Σαραντάπορου (09-10-1912)
================
Τιμής Ένεκεν

Παππούς ο "Δεσπότης" Παππούς και ο Όμηρος
20/07/11
Σωτήρης Ριζόγιαννης
================

Διεύθυνση αυτής της "ανάρτησης":   http://rozosotiris.blogspot.gr/2011/10/1881-192-1912-1913.html