Πέμπτη, 9 Οκτωβρίου 2014

(073)"ΠΟΛΕΜΟΣ-ΠΟΛΕΜΟΣ !" 1940 και..!!! Μαρτυρία του αιωνόβιου ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Κων. ΚΩΣΤΑΚΗ.

Παρατίθεται  η  μαρτυρία-αυτοβιογραφία γιά τα χρόνια του απτού πολέμου (1940-50), του αιωνόβιου Βασιλείου Κων. Κωστάκη (101 ετών), από τα Δερβενάκια Αργολιδοκορινθίας!*(*Φωτογραφία του 18-10-14)


Κατά την εξιστορισή του εξεπλάγην και δεν το περίμενα να συναντήσω τέτοια οντότητα Έλληνος!Ήταν εκτός των άλλων σαν να άκουγα καθ΄ όλα ένα συνομήλικό μου και δεν φανέρωνε τίποτα ότι ο παππούς είχε κάνει 101 ηλιογυρίσματα και συλογίστηκα για ποιό λόγο μερικοί γράφουν μυθιστοριογραφία - παραμύθια, όταν η ιστορία είναι ζώσα!
«Να είσαι καλά "παππού" και να χαίρεσαι, οι θεοί να σου δίνουν ευτυχία»!
("Ούλε τε και μάλα χαίρε,θεοί δε τοι όλβια δοίεν" -Ομηρ. Ο,ω,402)


"Το παρελθόν και το μέλλον το γεφυρώνει το παρόν"
Φωτογραφία: Ενός αιώνος και... γεφύρι στα Δερβενάκια, στο "Χάνι του Ανέστη ή Μπούρλου" εκεί που φυλάττει ....και κατοικεί ο παππούς!

Κατωτέρω!
(Η επιμέλεια -σημειώσεις ,εμού του ιδίου!)
----------------------------------------------------------------------------------------------------
 (05-06-1914)
Βασίλειος  Κωστάκης λέγομαι τον πατέρα μου Κωνσταντίνο έχω γεννηθεί το ΄13 ο (1913)  101 χρονών είμαι! Ο πατέρας μου ήρθε εδώ στα Δερβενάκια από το Κεφαλόβρυσο Αργολίδας και έφτιαξε το νερόμυλο.
Έχω πάει στο πόλεμο στην Αλβανία. Στο 6ο Σύνταγμα Κορίνθου ήμουνα στο 2ο Τάγμα ,στο 2ο Λόχο. Στον 3ο Λόχο ήτανε ο άλλος αδερφός μου. Δυό αδέρφια ήμαστε και ζήτησα να πάμε μαζί και λέει ο Λοχαγός:
 -«Όχι».
-«Γιατί» του λέω;
-Μου λέει: «άκουσε μπορεί να πέσει ο Λόχος πάνω σε μάχη και να διαλυθεί ο Λόχος και να σκοτωθείτε και οι δύο».
Είχε δίκαιο ο Λοχαγός. Ενώ εάν είσαι σε άλλο Λόχο μπορεί να γλυτώσει ο ένας και όπως είπε έτσι έγινε ο 2ος πέσαμε σε μάχη ο 3ος δεν έπεσε!
Στην Κόρινθο μας ντύσανε στου “Τρύπου” και μας πήγανε πέρα στις Κεχριές, καθίσαμε καμιά βδομάδα εκεί και απ' εκεί μας παίρνε και μας φέρνε στην Κόρινθο .Στην Κόρινθο που μας φέρανε, ήρθε το καράβι απ' την Πάτρα, ο “Κολοκοτρώνης” μεγάλο ήτανε. Λοιπόν ζύγωσε δίπλα, εγώ την φοβόμουνα την θάλασσα, εκεί που ήρθε μας βάζουνε στις βάρκες γιά να πάμε και εγώ βουτήχτηκα απ' ένα παλαμάρι του πλοίου.
-«Μη- μη!» μου φωνάζουν .
-«Τι μη και μη» τους λέω !
Γαντζώθηκα εγώ φοβόμουνα σου λέω τι θάλασσα!
Μετά μας πήραν και μας βγαίνε στην Ναύπακτο, μας βαίνε στα αυτοκίνητα και προχωράμε και πάμε απάνω στη Πρέβεζα απ' εκεί πήγαμε στο “Μπουτάρι”(!!!) ένα χωριό στην Ηγουμενίτσα ήτανε.
Τον Λοχία τον ελέγανε Αγγουράκη, Κρητικός ήτανε είχε σκοτώσει κάποιον στη Κρήτη και είχε ζητήσει να βγή να πολεμήσει  να του χαρίσουν την ποινή! Και ο Λοχαγός Κρητικός ήτανε. Εγώ διοικούσα τους όλμους ήμουνα δεκανέας !Εκεί στο «Μπουτάρι»(!!!)έγινε η μάχη κόψανε την γέφυρα οι Ιταλοί! Πάμε να περάσουμε πέρα, τέρμα κομμένη η γέφυρα! Παρακάλαμος ήτανε το ποτάμι (;) ! Αμέσως τακ -τακ στήνουμε την γέφυρα, περάσαμε την άλλη μέρα εμείς και πήγαμε απάνω προς τα Τρία Αυγά στο βουνό, μετά εκεί δεν θυμάμαι πως λεγότανε δώσαμε τις πρώτες μάχες.
Εκεί  ήρθανε τα αεροπλάνα αλλά πέσαμε εμείς πρηνηδόν κάτου στις άκρες του δρόμου κάναμε παραλλαγή ,κάτι με χορτάρια και...,  κάνανε τρεις τέσσερες φορές από πάνω και δεν μας είδανε! Θα μας σκοτώνανε όλους ! Τώρα μας βλέπανε και δεν μας ρίξανε τι να σου πω;
Έδώσαμε την πρώτη μάχη, εκεί ήτανε ορφανοτροφείο τόχανε αδειάσει, τά ΄χανε πάρει τα παιδιά και το κάνανε Ορεινό χειρουργείο !
Εμείς βγήκαμε απ' εδώ, από τους Γεωργουτσάδες από την άλλη πάντα και βγήκαμε Αργυρόκαστρο .
Αφού πήγαμε στο Αργυρόκαστρο μας δώσανε μιά κατεύθυνση να πάμε στου «Βασιλιά το Παλάτι»! Του «Βασιλιά το παλάτι !!!» ήτανε σε ένα ύψωμα είχε μιά βρύση και πιάνει ένα χιόνι και λέμε “Παναγία βόηθα”  και ξημερωθήκαμε με χιόνια το πρωί, κόβαμε ξύλα ....!
Μετά μας εστείλανε δεξιά -αριστερά εγώ πήγα στη “Μπέσταλη”(!!!) εκεί ήσανε σκοτωμένοι Ιταλοί πολλοί και δεν τους είχανε θάψει και εξαναγκαστήκαμε να τους θάψουμε, ήτανε φουσκωμένοι οι άνθρωποι! Ήσανε και κάτι τραυματίες και λέγανε:
-“Ακουα-Άκουα”
Το νερό το λένε “Άκουα” οι Ιταλοί , και τους λέγανε:
-Τι “Ακουα”; και τους λέω:
-« Νερό ζητούνε γαμώ τον αντιχρηστό σας»
Εκαθήσαμε εκεί κάνα τριάρη μήνες στη “Μπέσταλη”(!!!), άμυνα κρατάγαμε δεν ήμαστε σε πόλεμο, απέναντι ήτανε το Τεμπελένι!!! Δεν πήγα εγώ στη Χιμάρα. Στην Χιμάρα άμα πάγενα είχα ένα ξάδερφο που ήτανε από την Χιμάρα είχε πάρει μιά πρώτη μου ξαδέρφη θα  ζήταγα αυτόνε!
Είχα το συνεργείο τους όλμους και τον ασύρματο ,είμαστε τρείς και άλους τρείς έξη και τους διοικούσα εγώ και έναν ανθυπολοχαγό από τους Αγ, Θεοδώρους. Αυτός είχε αφήσει το «Γελιό» του σε μένα. Του λέου:
-«Έϊ άμα λάχει (γίνει) τίποτα εγώ θα το βάλω  στο πόδι, γιελιούς δεν κουβαλάω δεν πέρνω ρούχα εγώ , γιατί δεν μπορώ να φύγω»!
-Λοιπόν, «όχι» μου λέει «απαράτησε και τα δικά μου» !
- «Α εντάξει» του λέω!
Τώρα εκεί λύκος πέρασε; τίποτ' άλλο πέρασε; και έφυγε μια σάρα χαλίκια και κάνει βρουουουου! Εκεί φωνάξανε:
-«Στα όπλα» οι σκοποί.
Ανάβει το τουφεκίδι, έγινε το “sos”! Η πρώτη «βόμπα» έρχεται επάνω σε μας! Πατ ..! ο Λοχαγός πετάει κόκκινη φωτοβολίδα! Επιμήκυνση του μήκους!
Την «βόμπα» από το πυροβολικό την έριξαν οι δικοί μας δεν περιμένανε να πέσει πάνω σε μας! Σκοτωθήκανε κάνα δεκαριά, ένας Χαντζής λεγότανε, και ένας αμαξάς από τον Πειραιά !
Αλλά εκείνη την βραδιά που έγινε το μακελειό, που είχε βρεθεί  το γυναικόπαιδο και φωνάζανε;
-“Παραδοθείτε-Παραδοθείτε-Φασίστες”!
Πω πω !Τι διάβολο ήσανε ! Ήταν από κάτου πεύκα και από πάνου έρχόντουσαν αυτοί και φώναζε ο Αξιωματικός, ακούγαμε: 
- «Τι ήσαστε αξιωματικοί; Παραδοθείτε δεν σας πειράζουμε!»
- «Τι ήσαστε Στρατιώτες ; Λοχίοι; Δεκανείς;» ξερω εγώ τι;
Τίποτα δεν απαντάγανε. Όποτε βγαίνανε στο ξάγναντο τους πλακώναμε  γκακ..-γκακ..-γκακ.. το πολυβόλο , οπότε μπαίνανε μέσα πάλι..(στο δάσος;;;) !
Εκεί σκοτώθηκε ένας αλλά τον πήρανε, με πολλά αίματα. Βρήκαμε την άλλη μέρα είχε κυλήσει το αίμα απ' εδώ και είχε πάει κει κάτου.....(!).  Φαίνεται ήταν καπετάνιος, για μένανε και τον πήρανε !
Απ' δω μεριά ήτανε ο Λοχαγός ο «Μπουτσαράς»(!!!) ο δικός μας και είχε πιάσει ένα λιθάρι! Ερχότανε απού κάτου ο αντάρτης !
-“Άλτ  εσύ” του λέει !
Καπετάν Κώστας ,μια μπαταριά του αμολάει, τούμπα ο Καπετάνιος Κώστας !Αντάρτης ήτανε !Αλβανοί ήσανε αυτοί !
Λοιπόν τον σκότωσε! Αυτός είχε φυλλάδια στην τσάντα που κρατούσε απάνω του με όλα τα στοιχεία , τα πήρε ο Λοχαγός , και την άλλη μέρα διώχνει τον υποκόμο του στην Αθήνα να πάει τα χαρτιά! *(* Το γεγονός του λάθους του πυροβολικού μας, αναφέρεται στα βιβλία της Δ.Ι.Σ./ΓΕΣ ,δεν αναφέρεται το γεγονός με τους αλβανούς «αντάρτες!!!», οι οποίοι  κατά πάσα πιθανότητα, αυτοί δημιούργησαν την σύγχυση σύμφωνα με την σπουδαία αυτή παραπάνω αναφορά : “έφυγε μια σάρα χαλίκια και κάνει βρουουουου” και...! 
Φωτογραφία (Σπύρου Μαντά): Μια ΣΑΡΑ στην Βόρεια Ήπειρο στην περιοχή "Ζαγοριά" ανάμεσα Αργυρόκαστρο και Πρεμεντή)
Μετά ήρθαμε στα Γιάννενα μετά στην Φιλλιπιάδα(!) ,με τα πόδια κατεβαίναμε. Μετά  σε ένα χωριό πως διάβολο το λένε δεν το θυμάμαι, εκεί έχει πολλές καρυδιές και νερά πολλά , εκεί ήτανε  οι Γερμανοί και παραδώσαμε τα όπλα. Μιά τρακάδα όπλα “Παναγία Βόηθα”!
Εκεί τα παραδώσαμε και φύγαμε και ήρθαμε εκεί που βγαίνει το άλάτι στο Μεσολόγγι !
Είχαμε μουλάρια αλλά άκου να δεις τι πάθαμε; Τα μουλάρια, ανεβήκαμε  σε ένα βουνό για να πέσουμε από πίσω εκεί ήταν ένα ποτάμι Αωός ποταμός το λέγανε για να τραβήξουμε  πιό κοντά να πάμε στην φιλιππιάδα. Εκεί αυτός είχε σηκώσει τα όπλα...μόλις επάγαινες σούπερνε και τα όπλα δεν κόταγες και να μιλήσεις σε πλάκωνε αμέσως .Είχε καλύβα εκεί πέρα  και γιδοπρόβατα, συμμορία είχε ,μας τα πήρανε όλα που ήχαμε πάρει γιά κοντά, όπλα , ότι είχαμε ,καφέδες , αυτά .....!
Μόλις κατεβήκαμε κάτου στο ποτάμι ήτανε ένας Ταγματάρχης που έκανε κουμάντο και είχε δέση την ουρά του αλόγου κόμπο και δένανε πίσω τα μουλάρια  και ότι άλλο ήτανε .....και τα πέρναγε πέρα από το ποτάμι, σαν Ζυγαριά(!)... Αυτό το μέρος θα το θυμάμαι και θα μου μείνει αξέχαστο!
Την άλλη μέρα μας λέει ο Ταγματάρχης:
-«Σας πήρανε τίποτα;»,
-«Μας πήρανε τα όπλα μας πήρανε κείνο, κείνο ...!»
Τραβάει λοιπόν το όπλο ο Ταγματάρχης να σκοτώσει αυτόν που κατέβαινε κάτου , πέσανε οι άλλοι μπροστά ...ξέρω εγώ τι...δεν...!
Εμείς τώρα πεθαμένοι από πορεία, το πρώτο χωριό που πήγαμε ούτε και το θυμάμαι πως το λένε , πέφτουμε γιά ύπνο ,ψόφιοι κάτου! Τα μουλάρια μας τα πήρανε την νύχτα ! Τα παρατήσαμε ...!
Προς το Μεσολόγγι ήταν μιά αποθήκη εγώ τι να πάρω; τι να πάρω; Λέω:
-«Πρέπει να πάρω σπίρτα».
Γιομίζω λοιπόν το σακίδιο σπίρτα , μου λέγανε οι άλλοι :
-«Τι τα θες ρε μαλάκα τα σπίρτα; Ρε σπίρτα πέρνεις εδώ ψοφάμε από την πείνα» λέω:
-«Σωπάτε τα σπίρτα θα φέρουν ψωμί ρε μαλάκες ,τι ξερετ' εσείς;».
Μόλις πάγενα ....λέω:
-«Δώστε μια φέτα ψωμί» ...!
-«Δεν έχω»!
-«Ένα κουτί σπίρτα μιά φέτα ψωμί» τους έλεγα γω !
Μόλις τους έλεγα έτσι, αμέσως το ψωμί..!
-«Ρε μυαλό που το είχες» μου λέγανε
-«Δεν φορτωθήκαμε όλοι σπίρτα;»!
–«Ρε μαλάκες» τους λέω «αφού σπίρτα δεν έχουν αυτοί δω πάνου ενώ τα σπίρτα χρειάζονται αυτοί οι ανθρώποι γιατί αυτοί ζούνε σ' αυτό το έδαφος..!».
Μετά ήρθαμε στο Μεσολόγγι και περάσαμε απέναντι εκεί ήτανε τα τρένα στη Πάτρα! Καβαλήσαμε τα τρένα , σήραγγες δεν ήτανε να περάσεις από κάτου απο πάνου επ' έξω κρεμασμένος ο κόσμος.
Ήρθαμε στην Κόρινθο !Στην Κόρινθο μόλις ήρθαμε άλλοι  πήγανε προς την Καλαμάτα απ' τα δω που ήσανε και άλλοι μείνανε από δω που ήσανε και άλλοι πήγανε Αθήνα. Εγώ ήρθα με το τρένο της Καλαμάτας στο σταθμό Νεμέας εδώ από πάνου!
Λοιπόν είχε πεθάνει ο πατέρας μου ! Λέω:
-«Που είναι ο πατέρας;».
-«Δεν βλέπεις μου λένε;»! Εγώ δεν το είδα το πένθος που είχαν κωλύσει στο σπίτι  απ' εκεί και απ' εδώ απέναντι !
Από μένα πέθανε ο πατέρας μου, γιατί του λέγανε ότι τον έχουν αιχμάλωτο και τους έχουν χαλίκια χάμω, ότι τους έχουν βγάλει τα  παντελόνια και του έχουν χάμου και περπατάνε απάνω στα χαλίκια με τα γόνατα! Του τα λέγανε, “εσύ” “εγώ” ο “καθένας” και ο γέρος στενοχωρήθηκε μετά! Σου λέει:
-«το παιδί μου να το κάνουνε έτσι;”
Ε! στενοχωρήθηκε ο γέρος! Μέσα σε μιά βδομάδα πέθανε ο γέρος ,από την στενοχώρια του ! Πρέπει να ήτανε κάνα 80ριά χρονών!
Η μάνα μου ζούσε, ήτανε άρρωστη στο Νοσοκομείο !Μόλις μου λένε εμένα έτσι, πάω στ' Άργος ! Είχα συγγένεια εγώ στ' Άργος ! Πάω στο σπίτι του μπάρμπα μου -ήτανε από την Σύρο και είχε πάρει γυναίκα απ' εδώ και έμενε δώ ,- Συριανός-! Του λέω:
-«Μπάρμπα Βαγγέλη;».
-Μου λέει:-
«Είναι στο Νοσοκομείο» σηκωνόμαστε πάμε στο Νοσοκομείο. Βλέπω την γριά ! Την παίρνω απάνω ! Δεν καθότανε η γριά πιά άλλο! Ήρθε δω Ε........!
Ο μεγάλος αδερφός ήταν ο Νίκος δεύτερος ήμουνα εγώ , τρίτος ο Χρήστος και δύο αδερφάδες ! Η μία αδερφή ήταν η μεγαλύτερη μετά ο Νίκος μετά εγώ, τέταρτη η άλλη η αδερφή και τελευταίος ο Χρήστος! Ο Χρήστος ήρθε μετά από μένα από το μέτωπο ! Ο αδερφός μου, Χρήστος , πέθανε μετά εδώ τον εκτυπήσανε οι αντάρτες το '47, δεν θυμάμαι καλά, που είχε πάλι πάει φαντάρος ,ήτανε τραυματίας και ζητήσαμε να τον εβάλουμε στη Βούλα δεν μας επιτρέψανε γιατί ήτανε μεγάλος και όταν επέθανε φέρανε το χαρτί να μπεί στη Βούλα και με το βαθμό ανθυπασπιστού!
Είχα ένα Λοχαγό Βαζαίο στην Κόρινθο τον καιρό που ήμουνα κληρωτός , και μετά βγήκε στο βουνό γιά να σώσει την Ελλάδα στο αντάρτικο ο Βαζαίος . Επάνω (στην Αλβανία) δεν έσμιξα εγώ !Καλός ήτανε στο στρατό απ' ότι ξέρω εγώ, αλλά πως έφτασε κει πάνω ούτε και ξέρω!
Mε πήγανε…στρατιώτη!!! (Επί κατοχής) τότε με τα αντάρτικα με τα “κέρατα”, βρίσκω ένα δικόνε μου τον ΓΕΩΡΓΟΥΣΗ ΚΩΝ/ΝΟ του Παναγ. *(*Από την Αρχαία Νεμέα-Ηράκλειο. Γεν/τος το 1898. Εκτελέστηκε στις 22-6-1944) Δεν μ' άφηνε αυτός να πάω.
- «Που θα ντυθείς αντάρτης;»
- Του λέω :
-«Ή στο “χίτικο”, από τα δύο ,ένα».
-«Όχι να μην πας να μην κάνεις, θα μας σκοτώσουνε ...θα μας κάνε ...!»
Και τον πιάνε μετά από κάνα μήνα- δύο και τον πάνε στο Λουτράκι και τον εσκοτώνε ως αριστερώνε, γιατί ήτανε ο κουνιάδος του και η κουνιάδα του λέει αριστεροί και σκοτώσανε αυτόν!

Εδώ στην οδός Μπενάκη στην Αθήνα , γίνεται ένα μπλόκο!
Τί έκανα στην Αθήνα; Βόλτα !
Ρε ξέρεις τι ζωή έχω περάσει εγώ; Την ζωή που έχω περάσει εγώ δεν την έχει περάσει κανένας! Αλλά είχα τα πόδια! Τώρα τι κάνω;
Λοιπόν με πιάνε που λες, ένα... στην Γερμανία, στο «Φράντεμπουρκ» (!!!) με τρένο. Μόλις φτάσαμε στο Βελιγράδι γίνεται ένας βομβαρδισμός, που “χέστηκε το πελεκούδι”!  Ίπποι τέσσερεις ,άνδρες 18 γράφανε, είχανε και άλογα μπροστά και πίσω ομήρους (στα βαγόνια), πηγαίναμε γιά δουλειά. Είχαν πάρει πολλούς! Αμαξοστοιχία ολόκληρη γεμάτοι Έλληνες! Πηγαίναμε “αλπάνια”(!) για δουλειά. Από την Αθήνα ήσανε όχι όλοι από το μπλόκο, είχανε βάλει και άλλους μπροστά από τις φυλακές!
Το ΄45 γύρισα που είχανε βγάλει το καινούργιο νόμισμα χάρτινο δίφραγκο και φράγκο. Δεν είχε ξεκινήσει το αντάρτικο μετά....!

Στη Γερμανία με βάλανε αμέσως εμένα να σκάψουμε, να κάνουνε δεξαμενές, εάν γίνει βομβαρδισμός στις φυλακές να έχουνε νερό να σβήσουνε τις φυλακές .Και εκεί που σκάβαμε εβρέθηκε ένας όγκος μέσα αλλά αμουργιές, όχι βράχος! Δεν πάγαινε κανένας! Μου λέει ο «αχβ...ζερ»(!), το αφεντικό,
-«Εσύ;»
- «Να μου φέρεις μιά βαριά» του λέω.
Αφού ήταν άμμος. Μόλις τι είδα εγώ ανεβαίνω απάνω -σ' αυτό, στο λιθάρι,-πέρνω την βαργιά ,ξανήγουμε εγώ και κάνω :
-«Ουγουγουγουγουου»  και βόγκαγα …!
Μπαμ !Την δεύτερη, το διέλυσα , αφού ήταν άμμος! Διπλό συσσίτιο διπλό ψωμί ...διπλά τα πάντα! Τους λέω :
-«Φάτε τώρα»!
Είχαμε κάτι Γάλλους  και τους είχανε σ' ένα δωμάτιο “τσέλα” τα λέγανε τα δωμάτια. Σε μιά “τσέλα” εμένανε 10-15 μέσα. Τρία κρεβάτια το ένα πάνω στ' άλλο Οι πούστηδες οι Γάλλοι γδυνόσανε το βράδυ και πάγαινε ο πόρδος σύννεφο. Είχαμε πλακωθεί με τα μαξιλάρια εμείς, τα πετάγαμε γιά τους Γάλλους πρώτα…!Που στο διάβολο πάει και βαράει (ένα μαξιλάρι) απάνω σ΄ένα διακόπτη…! τι διάολο ήτανε νούμερο ; Πατ… πετάγεται το “νούμερο”, ότι στο 35 δωμάτιο, ότι σκοτώνονται μέσα! Πότε φτάσανε οι γαμημένοι οι Γερμανοί “Μπαμ” ...”χραπ” η πόρτα άνοιξε πότε πρόλαβε και μπήκε το κλειδί; Τι μηχανήματα είχαν; Ανοίγει η πόρτα τα χάσαμε!
-«Τι έγινε δω πέρα» λέει !
-Του λέμε:
-«Αυτό και αυτό με τους Γάλλους».Λένε:
-«Αύριο το πρωϊ “Παρτί” από δω θα τους πάρουμε».
Κοιμηθήκανε-πως κοιμηθήκανε εκείνο το βράδυ- την άλλη μέρα το πρωί τους πήραν απ' εκεί και φέρανε όλο Έλληνες! Και ήμαστε όλο Έλληνες! 12 ήμαστε!
Εκεί τρώγαμε καλά! Δεν πέρασα δυστυχία εγώ στην Γερμανία εγώ πέρασα καλύτερα από το σπίτι μου ! Εγώ έφερα και γυναίκα από κει πέρα , την γυναίκα μου από το Κεφαλόβρυσο Αργολίδας Παπαναστασίου λεγότανε .Την είχαν πιάσει στην Αθήνα ήτανε υπηρέτρια και είχε κατέβει κάτου να ψωνίσει και την πιάσανε. Έμενε απάνου στον Αγιάννη στον Καρέα! Εγώ είχα πάει κει πέρα και την φέρανε μετά! Δέκα χρόνια μικρότερη ήταν  το ΄22 γεννημένη!
Μιά μέρα μου γυάλισε το “πράμα”! Της λέω:
-«Εγώ σκέπτομαι να σε κάνω γυναίκα μου εάν εσύ το σκεφτείς και θέλεις καλώς έχε, δεν θέλεις να μου το πεις να ξέρω , εγώ φεύγω από κοντά σου , σκέψου ,θα  ξανασμίξουμε να μου πεις»! Μετά μου λέει αυτή :
-«Θα σε ακολουθήσω»!
Λοιπόν εκεί που μας είχανε βγάλει όξω .....είχα πομένα έτσι στη γυναίκα!
Όταν ήρθε η ώρα να φύγουμε μου λέει:
-«Να κάτσουμε εδώ, εδώ έχει πολύ δουλειά θα δουλέψουμε και εσύ και εγώ θα κονομήσουμε» , και εάν είχα ακούσει την γυναίκα μου θα είχα φτιαχτεί στην Γερμανία με πολλά λεφτά! Της λέω:
-«Όχι» και μπαίνουμε στο τρένο . Την γυναίκα την είχανε έξω σκάβανε χαντάκια πολεμίστρες –χαρακώματα- οχυρά! Δεν μέναμε μαζί αλλά έξω που πηγαίναμε (την γνώρισα)....είχε ότι ράτσα ήθελες (από ομήρους)!
Και λέγανε αυτοί οι Γάλλοι ότι δεν πέφτει το “ΡΟΥΛ” το “ΡΟΥΛ”  ....! σε 13 μέρες το είχανε κάνει οι Γερμανοί άρμα...Μπήκανε ....πάει και το “ΡΟΥΛ” χάσανε οι Γερμανοι.........!
Εν το μεταξύ όταν έφυγα ,”εδώ” μας είχανε ένα νούμερο, αφού μας απολύσανε  ήρθανε οι Ρώσοι και βαρέσανε και γκρεμίσανε τις πύλες και τις φυλακές  και ..........αυτά!
Οι Άγγλοι είχανε πάει πρώτα είχανε κάνει μπροστά ένα “φράγμα” εγώ καθόμουνα στο «Πιρτσερβάλ»(!) ένα  χωριό! Το «Πιτσερβάλι’(!) το χωριό ήτανε μακριά από τα οχυρά των Άγγλων 45 χιλιόμετρα!
-«Σηκωθείτε να φύγουμε» τους λέω.
-«Θα πάμε κει πέρα θα περάσουμε στους Αμερικάνους να φύγουμε για την Ελλάδα».
Πάμε κει πέρα «φράγμα» μπροστά, ρε αμάν να περάσουμε τίποτα, ρε εδώ ήμαστε.....γυρίζουμε ....την άλλη μέρα κοιμόμαστε κει πέρα, όξω καλοκαίρι ήτανε.
Γυρίζουμε πάλι στο «Πιτσερβάλ» βρήκα την γυναίκα και απ' εκεί γυρίσαμε μαζί !
Το 1991 πέθανε η γυναίκα! Δύο αγόρια έκανα δεν πρόλαβα να κάνω ......Ήρθαμε δω πέρα την παντρεύτηκα κάναμε δυό παιδιά Ήρθα το ΄45 δω πέρα !
Μετά την Αλβανία ξαναπήγα στρατιώτης .
Ξαναπήγα φαντάρος μετά στον ανταρτοπόλεμο το 48 ή 49 δεν θυμάμαι ακριβώς. Από εκεί μεριά προς Ηγουμενίτσα πήγα! Έκατσα κανά δυό μήνες τρεις τραυματίστηκα με φέρνε εδώ στο Μεσολόγγι με βάζουν στο βαπόρι και βγαίνε  στην Πάτρα! Από την Πάτρα  στο τρένο και με φέρνε στο Λουτράκι, στο “ΑΚΤΑΙΟ” το νοσοκομείο και ενοσηλεύτηκα εκεί.
Εγώ ανήκα στην 3η Μεραρχία Κορινθίας(!!!).Και μόλις ενοσηλεύτηκα έρχομαι στο Άργος, είχα γνωστό ένα πρώτο ξάδερφο είχε πάρει μιά πρώτη μου ξαδέρφη Τσάλας λεγότανε, αυτός είχε και θέατρα και κέρατα όλα αυτά... και τους είχε όλους τους αξιωματικούς........ μόλις του λέει για μένα - «να ρθή εδώ» του λέει !Μόλις πάω στο Ναύπλιο,
-«Πάρε δέκα μέρες και φύγε» μου λέει ο Διοικητής.
Παίρνω εγώ, ήρθα, με τα πόδια από το Ναύπλιο, μέσα τα χωριά, έρχομαι εδώ. Κάθομαι 10 μέρες ξανά πάω πάλι , μου δίνει άλλες 10 μέρες -«φύγε πάλι» ...και την τρίτη….!
Απολύθηκα.....΄49-΄50 !
Γι΄αυτό σου λέω.....!

=======================================================
10-10-14
Σωτήριος Ριζόγιαννης
=======================================================
Υ.Γ.(Βιντεοσκόπηση του παππού 18-10-14)   https://www.youtube.com/watch?v=TBXlxPs1DTg&list=UUAnQsfZS_HRfGFmXW_oszZg