Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011

ΣΤΕΦΑΝΙ ΄΄ΚΟΡΙΝΘΙΑΣ''- Η ΜΙΚΡΗ ΕΛΛΑΣ Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΑΔΑ

======================================================

        " Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους προγόνους. " Νίκος Καζαντζάκης

ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΑ ΠΑΘΗ ΙΘΑΓΕΝΩΝ ΣΤΕΦΑΝΙΩΤΩΝ

 
(Στεφανιώπουλα περί το 1930 δελεασμένα (από τις σειρήνες!) και τρομαγμένα από τον εκσυγχρονισμό της φωτογραφικής μηχανής)

Ο Στεφανιώτης:
Σκαρφάλωνε στη μεγάλη αιχμή του Μυκηναϊκού  δόρατος (Το βουνό του ΑΪ –Λιά του χαρβατιώτικου με τις αϊτοφωλιές) και ενοχλούσε το σπίτι του μετεμψυχωμένου σε αετό Αγαμέμνονα *(*Ψυχή του Αγαμέμνονος, και αυτή δε από έχθραν του ανθρωπίνου γένους, δι΄ όσα είχε πάθη , επροτίμησε βίον αετού. – Πλάτωνος Πολιτεία) που εστιαζόταν από πάνω του απειλητικά γιατί μόνο αυτός ήθελε να βλέπει στους πρόποδες του βουνού τα ανάκτορα της Μυκήνης, γιατί από κει πάνω ο χώρος φαντάζει - σχηματοποιείται  σαν ξαπλωμένη Κλυταιμνήστρα.

Περπάταγε στα Μυκηναϊκά μονοπάτια του Ομήρου σκόνταφτε στις αποτυπωμένες χαρακιές στο ξαπλωμένο βράχο, από τους τροχούς της Μυκηναϊκής  άμαξας του φευγάτου από την βόρεια πύλη των Ανακτόρων, μητροκτόνου Ορέστη.
             

(Το άλλο μισό του σώματος του βράχου,η άλλη παράλληλη χαρακιά -πορεία σκυλεύτηκε από οδηγούμενη μπουλντόζα)

Ξεδιψούσε από την πηγή του Αστερίωνα που τροφοδοτούσε ύδωρ άφθονο τα ανάκτορα  των Μυκηνών (Για να λούζεται η Ευστέφανος Μυκήνη). και διαισθανόταν  ότι δίπλα υπήρχε γιά αιώνες θαμμένο ανάγλυφο με τον ΣΜΙΝΘΕΑ ΑΠΟΛΛΩΝΑ που το έφεραν  οι αιχμάλωτοι Τενεάτες από την Τένεδο, όταν τους έφερε ο Αγαμέμνων, φέρνοντας και τις λατρευτικές τους συνήθειες του «πολιούχου» τους Σμινθέα Απόλλωνα  *(*το οποίο σήμερα δεν το βρίσκουν στα μουσεία της Κορίνθου ή του Ναυπλίου και Άργους όπου έπρεπε να είναι!)
«ξήκοντα δ πέχει μάλιστα στάδια καλουμένη Τενέα. ο δ νθρωποί φασιν ο ταύτη Τρες εναι, αχμάλωτοι δ π λλήνων κ Τενέδου γενόμενοι νταθα γαμέμνονος δόντος οκσαι: κα δι τοτο θεν μάλιστα πόλλωνα τιμσιν».(Παυσανίας).
Ξεγελιόταν ο Γέρων (αποθανών) πριν 30 -ετίας και έδινε σε αρχαιοκάπηλους άγαλμα από ελεφαντοστούν από τον ίδιο ιερό χώρο (γυναικεία μορφή με ολόσωμο φόρεμα ύψος 50-60 cm , πλάτος 15-20 cm ,οι επάνω βραχίωνες των χεριών κολλητοί στο σώμα ,ο κάτω αριστερός βραχίωνας λείπει, ο δεξιός δε βραχίωνας κάθετος του άνω βραχίωνα με τη παλάμη ανοικτή σαν κάτι να κρατάει,  το δεξιό πόδι κάθετο, το δε αριστερό λίγο προτεταμένο προς τα εμπρός, χωρίς να ξεχωρίζουν μεταξύ τους ως σύνολο Το οποίο σήμερα ως χρέος ιερό το ζητάμε, από όπου της γης τους κολασμένους, ιερόσυλους -μουσεία,-συλλογές, να μας στείλουν τουλάχιστον μια αποτύπωση του -φωτογραφία. *(*Επί ευκαιρίας δηλώνω ευθαρσώς και σοβαρώς ανευ υπερβολής,  στους κρατούντες επειδή ¨για αυτά πολεμάμε΄΄ μπορούμε να γνωρίσουμε ένα ασύλητο απτό ιστορικό αρχαιολογικό εύρημα παγκοσμίου ενδιαφέροντος , σπουδαιότητας ,βαρύτητας που μόνο εάν θα βρεθούν τα παραπάνω ιερά και σταματήσει η ''σφαγή΄΄ των βουνών μας θα αξιολογήσω αν " θα ταραχθούν οι κύκλοι"- ¨αλλά σιγά μην ταραχθούν οι παρακυκλοί τους¨!).
      
 Δεν ήξερε ότι ο Ιερέας του Απόλλωνα, Χρύσης είχε ξεστομίσει σχετικά την φοβερή παράκληση:
      «Ακουσέ με αργυρότοξε ,της χρύσης και της θείας
      Κίλλας προστάτη, κύριε στην Τένεδο,Σμινθέα,
      εάν σου έκτισα ναόν να χαίρεται η καρδιά σου
      Εάν ποτέ σου έκαψα μεριά καλοθρεμένα
      Ταύρων κι΄ερίφων , τούτον μου τον πόθον τελειωσέ μου.
      Τα βέλη σου στους Δαναούς τα δακρυά μου ας πλερώσουν»      Ιλιάς Α 37-42

Τα "παιδιά του "οι αρχαιολόγοι ούτε καν εξέτασαν το ότι στην ηπειρωτική Ελλάδα δεν υπήρχε "πολιούχος¨ Σμινθέας Απόλλωνας, απλώς συνέτασσαν το παρακάτω :
Αρχαιολογικόν Δελτίον 28 1973
Στεφάνι Χρονικά Β, 1
Σελίδα 83

Στεφάνι.
Εντός μεγάλου ρέματος της περιοχής επεσημάνθη αποθέτης αρχαϊκών αγγείων.  Η επισήμανσις εγένετο κατόπιν της συλλήψεως αρχαιοκαπήλων από την χωροφυλακής Αγίου Βασιλείου και Νεμέας.
Κατά την γενομένην αυτοψίαν διεπιστώθη η ύπαρξις ακροπόλεως πλησίον ρέματος με ίχνη οικοδομημάτων.
Περισυνελέγησαν δύο τεμάχια γλυπτών και αρκετά αγγεία.
Εκ της επί του ενός γλυπτού παραστάσεως φαίνεται πιθανόν ότι εις την περιοχήν υπήρχεν ιερόν του Απόλλωνος Σμινθέως. Τούτο ευρίσκετο επί της αναφερομένης υπό του Παυσανίου επιτόμου οδού εκ κλεωνών εις Άργος (Παυσανία ΙΙ 15.2)

«Μαστούρωνε» περπατώντας μέσα στα αυτοφυή ανθισμένα λούπινα που από τα «πόα» αυτά έφτιαχναν στεφάνια για την θεά Ήρα στο Ηραίο.
« δ στερίων οτος έων πρ τ ραον ς φάραγγα σπίπτων φανίζεται. φύεται δ ατο πόα πρς τας χθαις: στερίωνα νομάζουσι κα τν πόαν: ταύτην τ ρ κα ατν φέρουσι κα π τν φύλλων ατς στεφάνους πλέκουσιν». (Παυσανίας) .
Έδενε τα ζώα (άλογα, μουλάρια, γαϊδουράκια) μπροστά στη Πύλη των Λεόντων για να ξεκουραστούν και δροσιζόταν και αυτός από την σκιά των.
Φορτωνόταν με πολλούς σαν τσαμπιά στη καρότσα του φορτηγού ''Ψαροπούλα"  *(*Το φορτηγό που έπαιξε το ρόλο "Ταχί" στα μεταβατικά λίθινα χρόνια "ξεγεννώντας" -βοηθώντας να γεννήσουν στο ωραίο περί 40 Σταφανιωτισών)    και πήγαινε στο θέατρο της Επιδαύρου.Όταν δε έβλεπε τις "'Ορνιθες του Αριστοφάνη" 'ελεγε σπουδαιοφανώς: "Τρίχες έργο".)
Ήθελε (ο πατήρ μου) άλλα κορίτσια να βαπτιστούν με το όνομα Ιφιγένεια η εγγόνα του όμως με το όνομα της γυναίκας του ΣΟΦΙΑΣ.
Δεν ενέπνεε να  βρίσουν την φυλή του και τον πολιτισμό του οι νεοβάρβαροι Ευρωπαίοι  και τον προσκυνούσαν και φιλούσαν το χέρι του *(*Αυτό έκανε ο Σουηδός αρχαιολόγος Alex Person  επί κατοχής ως στέλεχος του Ερυθρού Σταυρού όταν συναντήθηκαν με τον Πάτερ μου-με διαφορά ηλικίας όντας- και ενθυμήθηκαν την προπολεμική γνωριμία τους εκεί στον ποταμό Αστερίωνα στο νερόμυλο των Ριζογιαννέων) και του έστελναν γράμματα ξέχυνα θαυμασμού.
           



                                                                Ο Alex Person με τον Γ. Σεφέρη το 1950
     






Ένιωθε ως βαρύ χρέος και τιμή το στεφάνι αγριελιάς στο κεφάλι του γιατί είχε κοπεί από τη αγριελιά που έδεσε ο Περσέας το τέρας στο βουνό Τρητός(Τρίκορφο) και από τον κορμό της οποίας έφτιαξε ο Ηρακλής το ρόπαλο του για να σκοτώσει το λιοντάρι  εκεί στη υπάρχουσα σπηλιά.
  
(Στεφανιώπουλα στεφανωμένα με στεφάνι αγρι-ελιάς μετά από αγώνες σε πετροσπαρμένο στίβο)
 
Αγνάντευε από το χωργιό και από όλα τα μέρη της  οροσειράς Τρίκορφο(Τρητός) -Νυμφαίο(Νυφίτσα) τη χιονισμένη κορυφή του Ταϋγέτου που καθρέπτιζε από τις αχτίνες του ηλίου στέλνοντας του μηνύματα προγόνων περί του δικαίου «ΓΗΝ και ΥΔΩΡ».
Έβλεπε λόγω της θέσεως του χωργιού, τον έναστρο ουρανό *(* την αποτύπωση των σπουδαίων προγόνων του στον ουρανό) εμπρός του και όχι σηκώνοντας το κεφάλι σαν την κότα που πίνει νερό.
Ξάπλωνε-οριζοντιονότανε-εφαπτότανε μετά τον κάματο του οργώματους της θήλυς Γης και από το μυροβόλισμα της ήθελε δεν ήθελε διαλογιζόταν περί του "Νευτώνιου νόμου" , αυτός ήταν βάρος της Γης ή η Γη βάρος σ΄αυτόν; «Άχθος αρούρης»;
Ξάπλωνε στο προσήλιο στη πατουλιά βοσκώντας τα ποιμνιά του και αγνάντευε τον Αργείτικο κάμπο και έβλεπε στο Αργολικό κόλπο-καθρέπτη  τις Αργείες της Ήρας και επιθυμούσε να τiς κλέψει,  να τις φέρει στο βουνό ,ποιο κοντά στον ουρανό ,μιμούμενος τον ΔΙΑ.( ¨Οπως έκανε ο Παππούς Γεωργιος Αν. Καραντούνιας κλέβοντας από τον χαμηλά την γιαγιά Σοφία με το άσπρο αλογό του).
Έπαιζε φάλτσα φλογέρα και οι γεννεσιουργές πέτρες ελάφραιναν και αγαλλιάζονταν ερωτικά  έχοντας στις σχισμάδες τους τα λυγερά κυκλάμινα Οι ίδιες πέτρες γινόντουσαν όπλα όταν καταπλάκωναν και δημιουργούσαν πανικό στα λεφούσια των Τούρκων στη Κλεισσούρα  κυλιόμενες  από τις Στεφανιώτισες γυναίκες και τις γυναίκες του Αγιονορίου *(*μιμούμενες το φαινόμενο του κατρακυλίσματος βράχων από το Παρνασσό στους Δελφούς κατά των βαρβάρων Περσών.)
Έτρωγε κατά παράδοση ελιές τηγανητές και μαζί με τον Κολοκοτρώνη και έβλεπε τον στρατιώτη του να παθαίνει καρδιακή προσβολή  από ντροπή όταν ζητούσε συγνώμη μπροστά σε όλους τους στρατιώτες γιατί περιέπαιξε την νοικοκυρά που τις ετοίμασε.*(*Το εξιστορούσε  ο Γέρο-Σιαμούρης Σπ.) -*(*Τις ελιές τηγανητές τις ζητάγανε οι    Ρουμελιώτες κατά τον εμφύλιο ,όπως και γάλα από τις κότες – Βιβλίο Τα ψιλά γράμματα της Ιστορίας, Θεόδ. Δ.Παναγόπουλος).
Πολεμούσε μαζί με τον Νικηταρά και τιμούσε τους  περί, 50 νεκρούς αγωνιστές στο Μεγαμνό στη μάχη του «Αγιονορίου». Μοιραζότανε τα λάφυρα από τη μάχη και ευγνωμονούσε τον Νικηταρά που δεν ήθελε λάφυρα για να γίνει μετά ζητιάνος. Άφησε να στηθεί το άγαλμα του Νικηταρά στο Χιλιομόδι για να επαίρονται οι δούλοι του Αγαμέμνονα  από την Τένεδο.
          
(Πρόταση του Καθηγητού  παππού Αναστάσιου Γεωρ. Καραντούνια γιά τοποθέτηση ευνθυμιτικής πλάκας στο κέντρο του χωριού)

  Άφησε και συγχώρεσε  τον παπά που πρόδιδε από το φόβο του θεού τη θέση της ομάδος  Νικηταρά με την άστοχη ντουφεκιά του στη μάχη του Αγιονορίου (Απομνημονεύματα Νικηταρά).*(*Ευτυχώς ο τωρινός δευτεροξάδελφος παπάς  μαίνεται οργίλος στο καφενείο του χωριού , όταν του λες γνωρίζεις ότι ο Γεννάδιος έγραψε «Εφ΄ όσον είμαι χριστιανός δεν μπορεί να είμαι Έλληνας» ! )
Δεν ήθελε να επιστρέψει τα κοπάδια με τα γίδια που τους έστειλε προσωρινά για να ερημώσει τον  Αργείτικο κάμπο ο Κολοκοτρώνης κατά την εισβολή του Δράμαλη *(*Τα ψιλά Γράμματα της Ιστορίας- Βιβλίο Θεόδ. Δ. Παναγόπουλου) και αδελφό-σκοτώθηκε. Δεν μπόρεσε να ξεφύγει και υποτροπίασε στη κακιά μίμηση - μοίρα του πελοποννησιακού πολέμου- και συνέχισε και στο πρόσφατο εμφύλιο.
Πότιζε συνεχώς την γλάστρα της Μεγάλης Ελλάδας μας σε όλους τους πολέμους, με μπόλικο αίμα.
Άφησε τον ναό του άγιου «Νίκου» - «Νίκων» να έλθη ΄΄εις έδαφος΄΄ εκεί στα «αμπέλια» Τι του έκανε; (Εκτίμηση των Καθηγητών Ερευνητών ,Ιωνν. Παπαχρήστου και Μιχ. Κορδώση  ότι ο Νίκων ο Μετανοείτε έδρασε στην περιοχή τον 9ο αιώνα μ.χ.)
Βλαστημούσε κατά παράδοση υπερβολικώς χωρίς να ξέρει και να ξέρουμε γιατί !    

ΤΩΡΙΝΑ ΠΑΘΗ ΣΤΕΦΑΝΙΩΤΩΝ.
Άφήνει να ξανάρθουν οι Γεμανοί γιατί τον ομίχλιασαν- θόλωσαν και δεν ήρθαν όπως στη κατοχή ανδρίκια, κάνοντας παγανιά στα βουνά μας για να εκκαθαρίσουν πατριώτες. Αφήνει να εγκατασταθούν τα φοβερά τέρατα τους  στην οροσειρά κονιορτοποιώντας τις γεννεσιουργές πέτρες μας που είναι αραδιασμένες εκεί από τον Δευκαλίωνα και την Πήρρα και  σηκώνει το κεφάλι τρομάζει , το χαμηλώνει και τα προσκυνά.
Άφήνει τα τέρατα – ανεμογεννήτριες και διώχνουν τις νύμφες από το Νυμφαίο θα αφήσει να ισοπεδώσουν και τις σπηλιές στο Τρητό  για να μη κρύβεται  ούτε η εναπομείναντα  αύρα του Λιονταριού της Νεμέας , να χαθεί και η αύρα του Ηρακλή. και να ξεριζωθεί ο άγριο- ελαιώνας από τον οποίο  φτιάχνονταν Ηράκλεια ρόπαλα.
« κ Κλεωνν δέ εσιν ς ργος δο δύο, μν νδράσιν εζώνοις κα στιν πίτομος, δ π το καλουμένου Τρητο, στεν μν κα ατ περιεχόντων ρν, χήμασι δέ στιν μως πιτηδειοτέρα. ν τούτοις τος ρεσι τ σπήλαιον τι δείκνυται το λέοντος» (Παυσανίας)
Τα αιγοπρόβατα του βελάζουν τρομαγμένα βλέποντας τους τεράστιους «λύκους» στο μαντρί τους  η τροφή τους δεν θα υπάρχη πιά στο σφαγμένο τοπίο και στα περιφραγμένα γήπεδα και τις οδούς των τεράτων. Βελάζουν γιατί κινδυνεύουν να γίνουν «στέρφα» όπως οι Ελληνίδες μας και που θα βρεθεί γάλα γιά να μεγαλώσουν τα Ελληνόπουλα (Το γάλα της Γκιόσας Μέρκελ είναι ξινό και απεχθές). Βελάζουν και γιατί οι ποιμένες τους θα γίνουν ΄΄επιχειρηματίες'' εκτροφείς  και φύλακες τεράτων ανεμογεννητριών  και φωτοβολταϊκών!
Άφήνει και του καταπατούν την Γήν ανόμως- αντισυνταγματικώς . Καταπατητής-Βέβηλος κατά πρώτα αυτός, καταστρέφει -βεβηλώνει πηγές αρπάζει τους ογκόδεις λίθους-γούρνες από τις πηγές και πηγάδια του χωριού και! (Παρεπιπτόντως διά της παρούσης αποτύπωσης διαγράφομαι από τον πολιτιστικό σύλλογο του Στεφανίου γιατί  κατάντησαν ΄΄πούδρα΄΄ για συγκάματα βεβήλων).

Μοιρολογεί στο καφενείο-βουλή τι έφταιξε και του πήραν την ΓΗΝ και την βιάσανε,  δεν μπορεί πιά να βρίζει  στη «βουλή των Στεφανιωτών». *(*Όπως ο Αχιλλέας τον Αγαμέμνονα – «Οινοβαρές , κυνός όμματ΄ έχων, κραδίην δ΄ελαφοιο». Ιλιάς Α225) για να ντραπεί και να συνετιστεί ο κάθε υπεύθυνος γιά τα του χωριού.  Τώρα ή εξουσία ανακάλυψε τον «τερατώδη κυλιόμενο τροχό της τον " Καλλικράτης"» .Πάρεδρος (Σήμερα αργυρώνητος φύλακας των Τεράτων) -Δήμαρχος –Περιφερειάρχης- Καλένδες  και τανάπαλιν και αυτός γελά και χειροκροτεί κάθε μέρα  « το τέρας σύστημα». Το τυρί το είδε τη φάκα δεν την είδε; δεν την βλέπει;*(* παροιμία που έλεγε συνέχεια ο Γέρο-Γάζος).
        

(Ζωγραφιά από τον ΖΩΓΡΑΦΟ του Μακρυγιάννη με τα βουνά του Στεφανίου και τους αγωνιστές ως στολίδια επί αυτών . Σήμερα «τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι» δεν παρουσιάζονται δολοφονίες επί σκηνής εννοώντας . φωτογραφίες τερατοπεπραγμένων – ανεμογεννητριών)

       Συνεργάζεται (ο εαυτός μου) επί δεκαετιών με το φίλον του Σπύρο Μαγκουρίλο  και"πέφτει από τα ουράνια"όταν τελευταίως του λέει ότι είναι απόγονος του Κολοκοτρώνη όταν χαρακτήρησα κάποιον άλλο συνεργάτη Νενέκο.  

----------------------
ΣΤΕΦΑΝΙΩΤΗ
        Μιμούσουν με τους χορούς το γυρισμό της γής τώρα θα μιμηθείς το χορό των Τεράτων – Ανεμογεννητριών  με ήχους μουσικής από το στροβίλισμα των πτερυγίων των;
        Βλέπεις τα βέλη του αργυρότοξου Απόλλωνα ότι άρχισαν να βγαίνουν από την φαρέτρα του γιά να ξαναεκδικηθούν τα δάκρυα του Ιερέως Χρύση ;  
ΑΙΔΩΣ...
    

(Καλλιτεχνιμένη και Καλλιτεχνοπαρουσιασμένη Στεφανιώτικη πέτρα  που γλύτωσε από την πλήρη κονιοποίηση από τις ορδές των Βεβηλο- βαρβαρο-τεράτων)


Οι λύκοι
“Βοσκοί, στη μάντρα της Πολιτείας οι λύκοι!
Οι λύκοι! Στα όπλα, Ακρίτες!
Μακριά και οι φαύλοι και οι περιττοί,
καλαμαράδες και δημοκόποι και μπολσεβίκοι,
για λόγους άδειους
ή για του ολέθρου τα έργα βαλτοί.”
Κωστής Παλαμάς

17-12-11
Σωτήριος Ριζόγιαννης
====================================

           Παρατίθεται η αξιόλογος μελέτη του αρβανίτη «κουκουναρά» Διδασκάλου Μιχ. Ιατρού περί του Στεφανίου και των Στεφανιωτών .(Διδάσκων- Διδασκόμενος)


ΜΙΧΑΗΛ.  ΜΙΧ. ΙΑΤΡΟΥ
        ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ
        ΣΤΕΦΑΝΙ 1965

Π Α Τ Ρ Ι Δ Ο Γ Ν Ω Σ Τ Ι Κ Ο  Κ Α Ι  Λ Α Ο Γ Ρ ΑΦ Ι Κ Ο
Υ Λ Ι Κ Ο
Χ Ω Ρ Ι Ο Υ  Σ Τ Ε Φ Α Ν Ι Ο Υ

Ι.  Γ Ε Ν Ι Κ Α
       Γ Ε Ω Γ Ρ ΑΦ Ι Κ Η  Θ Ε Σ Η:  Σκαρφαλωμένο στο λόφο ΄΄Τραχώνι΄΄ στη νότια πλαγιά της “Ψηλής ράχης” (υψ. 1068 μ.) , ψηλότερης κορυφής του ορεινού συγκροτήματος “ Νυφίτσα ” που απλώνεται σαν ράχη αλόγου από Ανατολάς προς Δυσμάς βρίσκεται το χωριό ΣΤΕΦΑΝΙ (υψ. 800 μ.) και μοιάζει καθώς απαγγιάζεται ράθυμα στη απαλόγερτη πλαγιά σαν μπαλκόνι, καρφωμένο από θεϊκό χέρι, στο φρύδι του βουνού.
       Είναι στα νότια του Νομού Κορινθίας, 35 χιλιόμετρα από την Κόρινθο και το πλησιέστερο προς την Αργολίδα χωριό. Από το χωριό, ως είναι ψηλά και μ΄ολάνοιχτο τον ορίζοντα προς τον Νότο και τη Δύση αγναντεύεις το Αραχναίο ,τη θάλασσα και τον κάμπο του Άργους εις Ναύπλιον , το Αρτεμίσιον και πιο βαθιά το Μαίναλον και τον Πάρνωνα , βορειοδυτικά την περήφανη Ζήρεια και τον Χελμό.
       Για να φθάση κανείς μέχρι το χωριό θα πρέπη αφού φθάση στο Χιλιομόδι, να πάρη τον αυτοκινητόδρομο που ξεκινά από εκεί. Ο δρόμος με κατεύθυνση Νότια και ανατολικά περνά από το χωριό Κλένια, που βρίσκεται στα ορεινά ριζά της Νυφίτσας και από το ιστορικό στενό της Κλεισούρας όπου ο αθάνατος Νικηταράς ταπείνωσε τον αυτοδύναμο Δράμαλη, φθάνει , στους πρόποδες του λόφου που είναι το χωριό Αγιονόρι. Από κεί ο δρόμος χωρίζει στα δύο ο ένας πηγαίνει στο χωριό διά του νομού Αργολίδος και ο άλλος με κατεύθυνση προς τη Δύση ανεβαίνει , περνόντας μέσα από ένα μικρό κάμπο κατάφυτο από αμπέλια και φθάνει μέχρι το χωριό.
       Από το Στεφάνι μπορεί να πάη κανείς με τον αγροτικό δρόμο στις αρχαίες Μυκήνες που βρίσκονται νοτιοδυτικά του χωριού και απέχουσα 10 χιλιόμετρα περίπου, ακόμη με ημιονικούς δρόμους το χωριό έρχεται σε επικοινωνία με τα χωριά Κλένια, άγιο Βασίλη και Αγιονόρι και προς το νομό Αργολίδος με την Προσύμνη (Μπερμπάτι) και Λίμνες.
       Κ Λ Ι Μ Α :  Το μεγάλο υψόμετρο που βρίσκεται το χωριό, ο προσανατολισμός του και το γυμνό του εδάφους διαμορφώνουν ένα κλίμα που μπορούμε να χαρακτηρίσουμε ορεινό. Το χειμώνα καθώς το χωριό προσβάλεται περίεργα,μ΄ όλο που είναι μεσημβρινό, απ΄ το βοριά τη ΄΄Χατζαρούλα΄΄ όπως τον αποκαλούν οι χωρικοί και τον Βορειοδυτικό ΄΄Ζηριώτη΄΄ η θερμοκρασία πέφτει χαμηλά και είναι άφθονα τα χιόνια και οι παγετοί. Τους φθινωπωρινούς και Ανοιξιάτικους μήνες η θερμοκρασία διατηρείται σε φυσικά ‘ορια, οι μεταβολές του καιρού είναι φυσιολογικές, ενώ οι βροχές χωρίς να είναι πολλές επαρκούν για καλλιέργειες και παράλληλα υποβοηθούν την αυτοφυή βλάστηση, απαραίτητη για την κτηνοτροφία. Το καλοκαίρι οι βροχές είναι σπάνιες και η θερμοκρασία την ημέρα ανεβαίνει σε μεγάλο ύψος, ενώ αντίθετα τη νύχτα πέφτει χαμηλά.
       Ε Δ Α Φ Ο Σ :  Το έδαφος είναι περισσότερο ορεινό και πετρώδες με λοφίσκους κατάφυτους από πουρνάρια, σχίνα, κουμαριές, ασφάκες και θυμάρια , μοναδική βλάστηση στο γκρίζο τοπίο, προσφέρεται για κτηνοτροφία. Διακόπτεται κάπου – κάπου από μικρούς κάμπους τις ΄΄λάκκες΄΄ με τα ανηφορικά χωράφια που προστατεύονται από χαμηλούς τοίχους ξερολιθιάς που κεντάνε τις πλαγιές με τη γκρίζα επίμονη βελονιά τους. Σ΄αυτά οι χωρικοί καλλιεργούν τους λίγους δημητριακούς καρπούς για το ψωμί τους και για τροφή των ζώων τους.
      Στα ριζά του λόφου που ξαπλώνει απολόγερια το χωριό απλώνεται σαν ποδιά μια κάπως μεγάλη πεδινή έκταση τα ΄΄γιούρτια΄΄ τα πιο κατάλληλα χωράφια για καπνοκαλλιέργεια που μαζί με την κτηνοτροφία είναι οι πιο βασικοί πόροι της ζωής του χωριού.
ΙΙ.  Υ Λ Ι Κ Η   Ζ Ω Η
       Κ Α Τ Ο Ι Κ Ι Α:  Αν και ο ρυθμός της σύγχρονης θα μπορούσαμε να πούμε αρχιτεκτονικής προσπαθεί δειλά κάπως να επιβάλη τις γραμμές της στο χτίσιμο των καινούργιων σπιτιών, μ΄ όλο τούτο, ακόμα παραμένει έντονη η παλιά γραμμή. Τα σπίτια χουφτιές-χουφτιές σταχτόχρωμα βράχια σκορπισμένα ασύμμετρα στη κακοστράχαλη πλαγιά είναι όλα χτισμένα σε σχήμα ορθογωνίου παραλληλογράμμου με ντόπια πέτρα, ξυλοδεσιές, με μικρά παράθυρα και πόρτες από ξύλο, σκεπασμένα με κοινά κεραμύδια και μ΄ ένα συνήθως όροφο, αν εξαιρέσουμε δύο τρία αρχοντικά. Ταπιό πολλά έχουν χτιστή ταράτσα θολωτή που ανεβαίνεις σ΄ αυτή με πέτρινες σκάλες και που στολίζονται με γλάστρες με βασιλικό, με γαρυφαλιές, με μολόχες και άλλα λουλούδια που περιποιούνται στοργικά οι κοπέλες του χωριού. Οι βοηθητικοί χώροι ανεξάρτητα τις πιο πολλές φορές χτίσματα στην αυλή που περιβάλλεται από την πέτρινη μάνδρα, είναι το αποχωρητήριο, ο φούρνος, το πλυσταριό, ο λινός, η αποθήκη του καπνού, ο στάβλος (κατώϊ) , ο αχερώνας, ΄΄μλέχτης΄΄ , ο κουνελιώνας, το κοτέτσι και πολύ συχνά το μαντρί.
       Εσωτερικά το σπίτι είναι διαρρυθμισμένο ως εξής: Από την πόρτα ερχόμαστε στην είσοδο ή ΄΄Εμπαδόν΄΄ ευρύχωρο κάπως διάδρομο, από εκεί με ξυριστές  πόρτες στο ΄΄χειμωνιάτικο΄΄ απλόχωρο δωμάτιο που είναι κουζίνα κρεβατοκάμαρα και τραπεζαρία, στη σάλα νυφοστολιδωμάτιο για την υποδοχή ξένων, για τις γιορτές και όλες τις χαρούμενες και λυπητερές εκδηλώσεις της οικογενειακής ζωής και στην ΄΄καμαρούλα΄΄ μικρό δωμάτιο που συνήθως το εργαστήρι της γυναίκας του σπιτιού και που χρησιμοποιείται σε μεγάλες σοδειές σαν προσωρινή αποθήκη.
       Ε Π Ι Π Λ Α   Σ Κ Ε Υ Η  Δ Ι Α Κ Ο Σ Μ Ο Σ : Σε κάθε ένα απ΄ τα δωμάτια που αναφέραμε πάρα πάνω υπάρχουν τα ανάλογα έπιπλα και σκεύη και ο σχετικός διάκοσμος. Στο χειμωνιάτικο το εικονοστάσι, στην ανατολική γωνιά , μπρός απ΄ τις εικόνες κρεμασμένο το καντήλι και στα πλάγια η αποθήκη , το μπουκάλι με τον αγιασμό των φώτων και ένα σταρένιο κουλουροζυμωμένο απ΄ από το πρώτο αλεύρι της καινούργιας σοδειάς και το λιβάνι. Το εικονοστάσι σκεπάζεται με το                    ΄΄ Εικονόπανο΄΄ , άσπρο συνήθως ύφασμα με κεντημένο σταυρό. Το ΄΄ντουλάπι΄΄ ξύλινο ερμάριο μέσα στο οποίο τοποθετούνται το γουδί, το χαβάνι, οι χάλκινες χύτρες (τετζερέδες), οι κατσαρόλες, τα τσουκάλια ΄΄κακάβια΄΄, το μπρίκι, οι κούπες, τα ποτήρια του νερού και του κρασιού, το κιούπι ή κανάτι με το πελτέ και το αλάτι, προζυμολόγος δοχείο πήλινο με την ζύμη(μαγιά) το λαδικό και το μπουκάλι με το κρασί. Η πιατοθήκη με τα πιάτα και το δίσκο, η κουταλοθήκη και η ΄΄σανίδα΄΄ με τα καρβέλια. ….. ο νεροχύτης με τον νιπτήρα ΄΄βρύση δίπλα οι πετσέτες του προσώπου συνήθως υφαντές και χτενοθήκη. Το τραπέζι στρωμένο με υφαντό ή ΄΄αγοραστό΄΄ τραπεζομάντηλο και επάνω κανάτα του νερού ξύλινη ή πήλινη ή γυάλινη και γύρω καρέκλες ή πάγκοι. Το τζάκι το μεγάλο ωρολόγι, το ημερολόγιο, η λάμπα του πετρελαίου, το κουτί με τα λουμίνια και κάποτε ένα ανθοδοχείο κάτω στα πλάγια κρεμασμένο το λυχνάρι, η σιδεδωστιά ή ΄΄πυρροστασιά΄΄ και κάτω ή μάσσια, η τσιμπίδα και η μικρή σκούπα από φτερά κόττας και γύρω χαμηλά καθίσματα τα καρέκλια και τα σκαμνιά. Τα κρεβάτια συνήθως ξύλινα ή σιδερένια απλά και γεροδεμένα, στρωμένα με κουβέρτα καραμελωτή ή σεντόνι. Το μαξιλάρι ΄΄ προσκέφαλο΄΄ υφαντό πάντα , λινό ή μάλλινο γεμισμένο, με μαλλιά ή καλαμιά κριθαριού τη ΄΄σάλμη΄΄ με την οποία είναι γεμισμένο και το στρώμα. Ο γιούκος με τα πρόχειρα σκεπάσματα τις κουβέρτες, τις προκόβες, κουβέρτες τρίχινες από τρίχα γίδας. Το χειμωνιάτικο είναι στρωμένο με κουρελούδες ή λιοπάνες τρίχινες. Στην είσοδο βρίσκεται η στάμνα ή τα βαρέλια με το πόσιμο νερό, μεγάλη απλή κρεμάστρα ρούχων, ένας καθρέπτης σε κορνίζα ή ΄΄καλημέρα΄΄ η ραπτομηχανή και στον τοίχο κρεμασμένη η ΄΄μπελότα΄΄  μικρό μαξιλαράκι με τις καρφίτσες και τις βελόνες. Στην καμαρούλα ο αργαλειός, το μαγγάνι, η ανέμη, μαλλιά , νήματα, η ρόκα, χρώματα και τάλλα σύνεργα της υφαντικής. Ράφι επάνω στ΄οποίο βρίσκονται σακούλες με χυλοπίτες γλυκό και ξυνό τραχανά, χαμομήλι, τσάϊ, άνιθο, ρήγανι, ….. κ.λ.π. Ακόμα ένα μεγάλο πανέρι γεμάτο με  επιπλέον ρούχα.
       Στη σάλα το τραπέζι ΄΄ της νύφης΄΄ , οι καρέκλες , ένας καναπές , επάνω στο τραπέζι φρουτιέρα ή ανθοδοχείο, σταχτοθήκες, και μικρές φωτογραφίες σε κορνίζα. Η ντουλάπα στην οποία φυλάσσονται τα γιορτινά ρούχα , αν δεν υπάρχη ντουλάπα τα γιορτινά φυλάσσονται σε κρεμάστρα και σκεπάζονται με άσπρο σεντόνι. Ένα μικρό κρεβάτι που προορίζεται και για ύπνους. Δίπλα στο κρεβάτι στον τοίχο η ΄΄πάντα΄΄ , ύφασμα λινό ή βελούδινο με κάποια παράσταση, το ΄΄Μπαούλο΄΄ ή η ΄΄κασέλα΄΄  βαρύ τις πιο πολλές φορές από διαλεκτό ξύλο και μέσα τα ασπόρουχα, σεντόνια, μαξιλάρια, χιράμια, τραπεζομάνδηλα, ακόμα οι παληές στολές των προγόνων οι φουστανέλλες, τα βλάχικα που φυλάσσονται με θρησκευτική ευλάβεια, τα στολίδια της νοικοκυράς, το βάζο με το γλυκό κυδώνι , σύκο, σταφύλι ή αχλάδι και τα εποχικά γλυκά κουραμπιέδες, δίπλες και κουλουράκια της Λαμπρής, σακούλες με μύγδαλα και καρύδια. Το ΄΄αρχείο΄΄  του σπιτιού με τους τίτλους, τα συμβόλαια, τα συμφωνητικά και όλα τ΄άλλα  χαρτιά των διαφώρων συναλλαγών. Ο γιούκος με τα καλά ρούχα, πρικιά της νύφης που ήρθε στο σπίτι ή προικιά της ανύπ;αντης κόρης. Στο τοίχο ο μεγάλος καθρέπτης και φωτογραφίες των προσώπων του σπιτιού ,αναμνήσεις των πιο σημαντικών γεγονότων της ζωής. Τα περισσότερα σπίτια έχουν υπόγειο που χρησιμοποιείται σαν αποθήκη. Κατεβαίνοντας σ΄αυτό με τις πέτρινες σκάλες θα δούμε τα βαρέλια με το κρασί και το αμπάρι με τους δημητριακούς καρπούς τη λίμπη ή το κιούπι με το λάδι, το τουλούμι με τις ελιές, την κάδη με το αλεύρι, τα κανάτια με το χειρινό κρέας, σακκιά με φασόλια, φακές και πατάτες και από το ……   κρεμασμένα , πλεξίδες σκόρδα και κρεμμύδια, ρόδια, κυδώνια, λιαστές μελιτζάνες ,μεγάλα χειμωνιάτικα κολοκύθια και μυζήθρες. Ακόμα την πινακοτή και το σκαφίδι για το ζύμωμα κάσες με σπιτικό σαπούνι, τη μικρ..έλα, τον ΄΄ντάλκο΄΄ μικρό ασκί από δέρμα κατσικιού που βάζουν και παίρνουν τις ελιές στο χωράφι, το ασκόπουλο για το νερό, νταμιζάνες, το καντάρι ,ωρισμένα απ΄ τα γεωργικά εργαλεία.
       Κ Η Π Ο Σ: Μ΄ όλο που το έδαφος είναι πλαγιαστό και πετρώδες σε κάθε σπίτι υπάρχει κήπος που τα χωματά του συγκροτούνται με ψηλούς τοίχους ξερολιθιάς και που καλιεργούν σε αυτούς σκόρδα,κρεμμύδια,σινάπια,σέλινα,μαρούλια κι΄ άλλα χορταρικά, ένα του τμήμα είναι ανθόκηπος ενώ γύρο γύρο στο φράχτη είναι φυτευμένες αγγινάρες. Ο κήπος είναι το μικρό βασίλειο της νοικοκυράς ή της κόρης.
       Π Ο Ι Μ Ε Ν Ι Κ Ε Σ   Κ Α Λ Υ Β Ε Σ: Στα στανοτόπια εκεί που παραχειμάζουν οι τσοπάνηδες με τα κοπάδια τους μακριά κάπως από το χωριό υπάρχουν ξεχωριστές οι καλύβες ΄΄Σωμάτρια΄΄ κτισμένες με ξερολιθιά ή στιαγμένες από στύλους και κλαριά σκεπασμένες με τσίγκους, που είναι και σπίτι και αποθήκη, δίπλα είναι το μαντρί και η στρούγκα. Στη καλύβα εκτός απ΄ τά απαραίτητα για τη διαβίωση ,σκεύη θα βρούμε τις καρδάρες για γάλα, τις κορύτες ή γούρνες (ταγίστρες και ποτίστρες των ζώων), το ράσο και την κάπα του τσοπάνι, αγκλίτσες και μαγκούρες, τα μαγικά σύνεργα που κατευθύνουν το κοπάδι στη βοσκή ή το πότισμα. Παλιότερα υπήρχαν εκεί όλα τα απαραίτητα για το πήξιμο του τυριού σκεύη. Σήμερα το γάλα το πηγαίνουν στο τυροκομείο ΄΄μπακάλικο΄΄ του χωριού ή το στέλνουν στα τυροκομεία που υπάρχουν στα μεγάλα γειτονικά χωριά.
       Ε Ν Δ Υ Μ Α Τ Α   Υ Π Ο Δ Ε Σ Ι Σ:   Συνηθισμένα τα ενδύματα της παλιάς πλέον γενιάς  α) για τις γυναίκες: το μεσοφόρι μάλλινο εσώρουχο, το ζωτό φουστάνι μακρύ και φαρδύ φόρεμα ή φούστα από υφαντό λινό ή μάλλινο ύφασμα, το πολκάκι είδος παλτού χωρίς μανίκια από ράσο, ή μπελερίνα πλεχτή που φέρεται ριχτή στους ώμους και δένεται στη μέση. Απαραίτητο για τις γυναίκες είναι το μπαρέζι, μαντήλι με συνηθισμένα χρώματα το μαύρο και το καφέ για τις γριές και το άσπρο (τσεμπέρι) ή κλαρωτό κίτρινο (μεγατίτικο) για τις πιο νέες , πολλές φορές το μαντήλι δένεται διαφορετικά για να βολεύη σε ορισμένες ασχολίες (στο ζύμωμα) και λέγεται (φακιόλι)  β)  για τους άνδρες : η καζάσκα ή ποκαμίσα μακρύ πουκάμισο που μένει έξω από το παντελώνι και καταλήγει σε μονόφυλλη φουστανέλλα, από λινό υφαντό ύφασμα, το σταυρωτό χοντρό γιλέκο από ράσο, το ράσο ή πανοφόρι βαρύ και μακρύ παλτό από χοντρό ύφασμα με κάλυμμα για το κεφάλι ΄΄κατσούλα΄΄ το κοντογούνι το ίδιο βαρύ αλλά κοντό παλτό, ή κάπα ή καπότα πολύ βαρύ και μακρύ πανωφόρι χωρίς μανίκια από ύφασμ;α ειδικά υφασμένο στον αργαλειό με μαλλί και τρίχα γίδας με ΄΄κατσούλα΄΄ απαραίτητο για τους τσοπάνηδες, τα σκαλτσούνια χοντρές μάλλινες πλεχτές κάλτσες χωρίς πέλματα μακρυές από τους αστραγάλους μέχρι τους μηρούς ή τα γόνατα(μακρυά ή κοντά σκαλτσούνια) που δενονται με πλεχτό σχοινί στο ζωστήρα. Οι γέροι του χωριού φορούν μαντήλι χρώματος καφέ που δένεται κατά τον κλέφτικο τύπο ΄΄τσίφτικο΄΄.
       Χ Τ Ε Ν Ι Σ Μ Α    Κ Α Λ Λ Ω Π Ι Σ Μ Ο Σ : Οι νέες του χωριού χτενίζονται και καλλωπίζονται κατά το νέο ΄΄Ευρωπαϊκό΄΄ θα μπορούσαμε να πούμε τύπο, οι μεσόκοπες έχουν σαν συνηθισμένο χτένισμα τις πλεξίδες ή κοτσίδες ριχτές στους ώμους ή σε κότσο στο πίσω μέρος του κεφαλιού και για καλλωπισμό σε πολύ ειδικές περιπτώσεις λίγο ΄΄φτιασίδι΄΄ και το μαύρισμα με μολύβι των ελιών του προσώπου, οι γριές χτενίζονται συνήθως με χωρίστρα στη μέση και τις φτωχικές πλεξίδες γύρω στο κεφάλι.
      Οι νέοι άνδρες πλούσια μαλλιά και μουστάκι, οι γέροι κόβουν πολύ κοντά τα μαλλιά τους, γι΄ αυτό προστατεύουν με μαντήλι το καφάλι τους, αφήνουν παχύ μουστάκι που το τρίβουν χαρακτηριστικά ΄΄τσιγκέλι΄΄ και αργούν πολύ να ξυριστούν.
       Τ Ρ Ο Φ Ε Σ: Αναφέρουμε τα πιο ιδιότυπα φαγητά και γλυκίσματα που συνηθίζονται στο χωριό. Τριφτάδες, είδος τραχανά που φτιάχνεται πρόχειρα στο σκαφίδι από αλεύρι, νερό και λάδι, αφού βραστούν τρώγονται με κρασί σαν πρωϊνό ρόφημα το χειμώνα, αστειευόμενοι οι ντόπιοι το λένε ΄΄κολοκοτρωνέϊκο καφέ΄΄ Βόλες, σπιτικά μακαρόνια που φτειάχνονται πρόχειρα από αλεύρι και που αφού βραστούν τους βάζουν μεζήθρα και τα περιχύνουν (ζοματίζουν) με βραστό ή χοιρινό λίπος. Η παπάρα, βραστό νερό με λάδι ξύδι μέσα στο οποίο ρίχνουν κομάτια ψωμί, παλιά ήταν το βασικό φαγητό της λεχώνας. Ελιές τηγανητές με λάδι και κρεμμύδια. Βραστογαλιά, ξεχωριστός τύπος βραστού γάλακτος πολύ συνηθισμένος στους τσοπάνηδες που μένουν στις καλύβες. Γρεμέζι, ξεχωριστό είδος τυριού με υπόξινη γεύση. Μπομπότα, γλύκισμα από αραποσίτινο αλεύρι και μαύρες σταφίδες που ποτίζεται με ΄΄πετιμέζι΄΄ γλυκό σιρόπι από βρασμένο μούστο που διατηρείται ολόκληρο το χρόνο και αναπληρώνει το μέλι. Τραχανόπιτα και κολοκυθόπιτα, πίτες με φύλλα από ζυμάρι που περιβάλλουν τραχανά ή χειμωνιάτικο κολοκύθι ποτισμένες με άφθονο λάδι.
       Ε Π Α Γ Γ Ε Λ Μ Α Τ Ι Κ Η    Ζ Ω Η : Η κυρία απασχόληση των κατοίκων του χωριού είναι η γεωργία ενοούμε με την πλατιά της έννοια που σημαίνει οποιαδήποτε καλλιέργεια της γής από τον άνθρωπο με σκοπό την απόκτηση αγαθών και που περιλαμβάνει όλους τους κλάδους της γεωπονικής, την καλλιέργειαν μονοετών φυτών, την δενδροκομία, την κηπουρική, την αμπελουργία, την ανθοκομία και την καπνοκαλλιέργεια ακόμα θα μπορούσαμε να συμπεριλάβουμε και την κτηνοτροφία, γιατί αφού έχει σχέση με τη γεωργία γιατί απ΄αυτήν προμηθεύεται τ΄ απαραίτητα για την τροφή των ζώων φυτά και ανταποδίδει την χρήσιμη για την λίπανση κοπριά. Οι διάφορες κληματολογικές συνθήκες και ιδιαίτερα η φύση του εδάφους δεν αφήνουν μεγάλα περιθώρια για την ανάπτυξη ωρισμένων από τα παραπάνω είδη, έτσι δεν ασχολούνται καθόλου με την δενδροκομία (εκτώς από ελαιοκομία) και με την ανθοκομία. Υποτυπώδης είναι η κηπουρική και η αμπελουργία, ασχολίες δευτερεύουσες από τις οποίες οι χωρικοί εξασφαλίζουν τα πιο απαραίτητα ΄΄περιβολικά΄΄ και το εξ ίσου απαραίτητο κρασί για το σπίτι τους . Το κύριο βάρος έχουν η γεωργία με την …………σημασία και η καπνοκαλλιέργεια.
       Γ Ε Ω Ρ Γ Ι Α: Λέγοντες γεωργία εννοούμε τώρα την καλλιέργεια των μονοετών κυρίως φυτών (δημητριακών και ψυχανθών), τα οποία αποτελούν τροφήν των κατοίκων και των ζώων τους. Όλοι σχεδών οι κάτοικοι είναι μέσοι γεωργοί που καλλιεργούν μόνοι τους την μικρή τους περιουσία χωρίς την καθημερινήν βοήθεια ξένης δυνάμεως και από την οποία ζη ολόκληρη οικογένεια. Δεν υπάρχουν καθόλου μεγάλοι γεωργοκτηματίες με τεράστιες περιουσίας που καλλιεργούν πάντα με ξένους μισθωτούς καλλιεργητές και είναι ελάχιστοι οι μικροεπαγγελματίες που εργάζονται στο χωράφι για να συμπληρώσουν τις ανάγκες της ζωής. Η οικονομία κάθε κατοίκου του χωριού είναι ΄΄κλειστή οικιακή οικονομία΄΄ όλα τα μέλη της οικογένειας εργάζονται μαζί και ενδιαφέρονται για την προκοπή τους. Η επιτυχία της προσπάθειας εξαρτάται απόλυτα από την εργατικότητα , την επιτηδειότητα , το επιχειρηματικό πνεύμα, την δύναμη και την αντίληψη ολόκληρης της οικογενείας και ιδιαίτερα του πατέρα. Αυτός διευθύνει όλη την εργασία, αποφασίζει για την καλλιέργεια και προετιμασία των χωραφιών, την πώληση των προϊόντων και κατανέμει σκόπιμα διάφορες δουλειές στα μέλη της οικογενείας, μέσα κι΄ έξω απ΄ το σπίτι στην αυλή στο σταύλο, στο μαντρί, στα χωράφια, στ΄ αμπέλια και στις ελιές. Ειδική μόρφωση γι΄ αυτά δεν έλαβε ποτέ. Εργάζεται πάντα σύμφωνα με την παράδοση καιι την πείρα του πατρικού σπιτιού που είναι γι΄ αυτόν νόμος , γιατί ο δικός του κόσμος είναι μικρός και οι κοινωνικοί δεσμοί ριζώνουν σε χρονικό βάθος, δεν απλώνονται στο πλατύ χώρο. Κρατιέται γερά από την παράδοση και τα έθιμα και είναι ακόμα σκεφτικός και δύσπιστος μπροστά σε κάθε νεωτερισμό. Ο αργοκίνητος αυτός τρόπος επιβραδύνει φυσικά πολύ την παραγωγή του και επειρεάζει την γενικότερη εξελιξή του. Με φτωχικά και καθυστερημένα ρφόδια προσπαθεί να παραγάγη όλα όσα χρειάζεται για τις ανάγκες του, να επισκευάση τα εργαλεία και τα σκεύη του και να μπαλώση τα χαλάσματα του σπιτιού και της αυλής , ο ίδιος είναι και γεωργός και εργάτης και τεχνίτης και μπαλωματής. Δεν έχει ακόμα καλά αντιληφθεί ότι και αυτός και η οικογενειά του εξαρτάται από ένα συναγωνισμό που τώρα τελευταία μάλλον μπορεί να φθάνη σε Πανευρωπαϊκή ή παγκόσμια κλίμακα και ότι για να μπορέση να συγκρατηθή θα πρέπει ν΄ αρχίση  να καλλιεργή συστηματικά να παράγη όσο μπορεί περισσότερα και εκλεκτότερα και να τ΄ αξιοποιή με τον καλύτερο οικονομικό τρόπο. Αλλά για την επιτυχία τέτοιων νεοτερισμών και αρκετά δύσπιστος είναι και διάθεση και ικανότητα μεγάλη δεν έχει για να δοκιμάση κάτι το καινούργιο και γιατί δεν έχει και την δική του προσωπική εμπειρία. Ούτε το σπίτι, ούτε το σχολείο, ούτε η πολιτεία δεν τον εφωδίασαν με ανάλογες φυσιογνωστικές, επαγγελματικές και οικονομικές γνώσεις, γι΄ αυτό εξακολουθεί να είναι δεμένος στο άρμα της παραδόσεως, αιώνιος μοιρολάτρης δεχόμενος κάθε κακό και αποτυχία σαν χτύπημα της αναπόφευκτης μοίρας του, γιατί δεν έχει μόρφωσει δική του ολοκληρωμένη προσωπικότητα με ξεκαθαρισμένους σκοπούς και μόνο τώρα τελευταία που η γενική αλλαγή του άνοιξε καινούργιους ορίζοντες γιατί ήλθε με τη συγκοινωνία σ΄ επαφή με πιο προηγμένο κόσμο γιατί είδε με τα ίδια του τα μάτια τα χειροπιαστά αποτελέσματα που φέρνει η χρησιμοποίησι της μηχανής, ο διαλεγμένος σπόρος , η συστηματική λίπανσι και οι οι άλλοι νεωτερισμοί, αρχίζει να σβύνη λίγο η δυσπιστία του, να προσαρμόζεται πιο εύκολα και αργά βέβαια και δύσκολα ακόμα οι παλιές οικονομικές μορφές και οι ξεπερασμένοι τρόποι εργασίας παραχωρούν τη θέση τους σε νέους και καλύτερους. Η αλήθεια βέβαια είναι ότι ο αγώνας της ζωής για το μικρό γεωργό του χωρικού είναι βαρύς και δύσκολος. Θα εξακολουθή να σηκώνη το βάρος του με σκληρή εργασία και όχι πολύ ανθρώπινη διαβίωση μέχρις ότου καταλάβει την μεγάλη αξία της αλλαγής που παρατηρείται σήμερα σε πανανθρώπινη κλίμακα – και γι΄ αυτό θα πρέπη να βοηθήσουν όπως μπορούν όλοι οι παιδευτικοί παράγοντες – για να μπορέση να λυτρωθή από τον εφιάλτη της σημερινής βαριάς και επιπόνης εργασίας που εκτός ότι τον καθηλώνει σε οικονομικό μαρασμό του εμποδίζει την καλλιέργεια κάθε πνευματικού ενδιαφέροντος.
        Για τους λόγους που πάρα πάνω εκτενώς αναφέραμε και κυρίως για το ότι το έδαφος δεν προσφέρεται για μηχανική ή άλλου είδους εντατικκή καλλιέργεια αυτή γίνεται με τα ζώα και τα ανάλογα εργαλεία και με προσφορά αρκετής, κοπιαστικής, προσωπικής εργασίας των χωρικών, μιάς εργασίας που τον δένει ιδιαίτερα με τη γή που καλλιεργεί κι΄ έχει σαν αποτέλεσμα να τον πλουτίζει μ’  ένα πλήθος εποπτικών γνώσεων για τη ζωή και τις ιδιότητες των ζώων και των φυτών και να τον κάνει να μπορεί να προσέχη τις αλλαγές του καιρού απ΄ όπου εξαρτάται η επιτυχία του και να κανονίζη τη δουλειάτου ανάλογα. Οι κύριες καλλιέργειες είναι . Το σιτάρι της σηνηθισμένης ποικιλίας ντόπιο που κάνει πολύ γλυκό και νόστιμο ψωμί , το κριθάρι , η βρώμη, ο βίκος , τα λαθούρια, τα κουκιά , τα ρεβύθια απαραίτητα για την διατροφή των ζώων ή αποθηκευμένα ή νωπά στα λειβάδια για τη βοσκή γιδοπροβάτων σε ειδικές ιδίως περιπτώσεις (βαρυχειμωνιές κ.λ.π.) . Η παραγωγή ικανοποιεί τις ανάγκες των χωρικών και ωρισμένες ποσότητες διοχετεύονται στο εμπόριο για συμπλήρωμα της οικονομίας του σπιτιού αφού τα βασικώτερα έσοδα μιάς οικογενείας προέρχονται από την κτηνοτροφία και την καπνοκαλλιέργεια.
       Νέα μηχανικά εργαλεία δεν χρησιμοποιούνται ακόμα, σε λίγες περιπτώσεις μόνο τα τρακτέρ και οι αλωνιστικές μηχανές που αντικατόστησαν του ΄΄ντουγένι΄΄ τα ΄΄ καρπολόγια΄΄ κ.λ.π. Τα συνηθισμένα εργαλεία είναι το σιδερένιο αλέτρι (μονόφτερο και δίφτερο ) οι λαιμαργιές , τα τραβηχτά, το ξύνι , ή σβάρνα , η τσάπα, το Ξυνάρι, ο κασμάς, τα δικριάνια, οι κόσες και το δρεπάνι.
       Κ Α Π Ν Ο Κ Α Λ Λ Ι Ε Ρ Γ Ε Ι Α: Η πιο βασική γεωργική ασχολία είναι η καπνοκαλλιέργεια. Οι περισσότερες οικογένειες του χωριού έχοντας τη σχετική άδεια του Υπουργείου των Οικνομικών καταγίνονται στην καλλιέργεια του καπνού που είναι ο πιο σοβαρός πόρος στον προϋπολογισμό του σπιτιού. Η καπνοκαλλιέργεια απαιτεί πολύ επιμελημένη εργασία και είναι γεγονός πως οι χωρικοί και διότι η αρμοδία υπηρεσία προσέχει πολύ σ΄ αυτό τον τομέα και διότι οι ίδιοι κατάλαβαν πως η παραγωγή τους θα πρέπει νάναι εκλεκτή για να μπορή να συναγωνίζεται τις άλλες και για να πουλιέται με καλή τιμή προσπαθούν να είναι όσο μπορούν πιο επιμελείς και τόχουν πετύχει σε ικανοποιητικό βαθμό. Το γενάρη ετοιμάζουν τα σπορεία ΄΄Τζάκια΄΄ στα οποία ετοιμάζουν τα καπνόφυτα , τα οποία τη  Άνοιξη θα φυτέψουν στα καπνοχώραφα που έχουν καλλιεργήσει πολύ καλά το Χειμώνα (όργωμα – διβόλιμα).
        Αφού φυτρώσουν τα σκαλίζουν τακτικά και τα ραντίζουν προληπτικά για το περονόσπορο, τη μελίγκρα, το μπασαρά και τις άλλες αρρώστειες, μέχρι την εποχή που αναπτυχθούν τα καπνόφυτα, οπότε αρχίζει το μάζεμα των φύλλων. Για το μάζεμα ξεσηκώνονται μικροί και μεγάλοι από τις πρώτες ώρες μετά τα μεσάνυχτα μέχρι την ανατολή του ηλίου. Ύστερα το περνούν στις βέργες και το απλώνουν στα κρεβάτια πρώτα και μετά στις λιάστρες για να ξεραθή. Ύστερα το συσκευάζουν σε δέματα ΄΄τέγκια΄΄ και το αποθηκεύουν πολύ προσεκτικά σε ειδικές αποθήκες . Η διάθεσή του στο επόριο γίνεται την επομένη σε ειδικέ απόθήκες. Η διάθεση του στο εμπόριο γίνεται την επομένη χρονιά. Για την καλλιέργεια του καπνού εκτός από το αλέτρι και τα σχετικά χρησιμοποούνται και άλλα ακόμα εργαλεία όπως το ΄΄καζίκι ή καζίλι΄΄ μικρός σιδερένιος πάσαλος που διευκολύνει το φύτευμα, η ΄΄σάρα΄΄ μικρό σκαλιστήρι για σκάλισμα, οι ΄΄ποδιές΄΄ για το μάζεμα οι ΄΄κόφες΄΄ μεγάλα καλάθια για τη μεταφορά των φύλλων , οι ΄΄βελόνες΄΄ για το πέρασμα στις ΄΄βέργες΄΄ η ΄΄ψυχαστήρα΄΄ και η ΄΄στρίβλα΄΄ για τη συσκευασία ΄΄τέγκισμα΄΄.
       Σ Υ Ν Ε Ρ Γ Α Σ Ι Α   Γ Ε Ω Ρ Γ Ω Ν   Α Λ Λ Η Λ Ο Β Ο Η Θ Ε Ι Α:  
       Η πιο συνηθισμένη μορφή συνεργασίας είναι η ΄΄κολληγιά΄΄ ή ΄΄σεμπριά΄΄ . Δύο γεωργοί (κολλήγοι ή σέμπροι) εκτελούν από κοινού τις διάφορες ασχολίες (σπαρτό, θερισμό, βοτάνισμα, φύτεμμα καπνού, μάζεμα ελιών ή καπνού) και όσον αφορά την εργασία των ζώων τους. Άλλη μορφή συνεργασίας είναι η ακόλουθη, ένας γεωργός είτε διότι δεν έχει πολλές ασχολίες , δίνει για καλλιέργεια ένα χωράφι σε κάποιον που έχει συνήθως μικρό κλήρο και ο οποίος διαθέτει την εργασία του. Διαθέτοντας από κοινού και οι δύο τ΄ άλλα έξοδα (σπόροι ,λίπασμα, φάρμακα κ.λ.π.) μοιράζουν στη μέση τη σοδειά. Όσοι συνεργάζονται έτσι λέγονται ΄΄μισακάτορες΄΄ .
       Οι γεωργοί συνηθίζουν ν΄ αλληλοβοηθούνται στις διάφορες αγροτικές τους ασχολίες και με παροχή προσωπικής εργασίας σε μια κακοκαιρία ή σε μια δύσκολη και με δανεισμό ζώων και εργαλείων. Χαρακτηριστικά ιδιότυπη μορφή αλληλοβοήθειας είναι η ΄΄φασινάδα΄΄  όταν από κάποιο λόγο (θάνατο, αρρώστεια, στράτευση) μια οικογένεια στερηθή των υπηρεσιών του αρχηγού της οι συγγενείς και οι φίλοι συντρέχουν οικογένεια και την βοηθούν να τελειώση ωρισμένες αγροτικές δουλειές και άνετα και έγκαιρα.
       Κ Τ Η Ν Ο Τ Ρ Ο Φ Ι Α : Οι περισσότερες οικογένειες του χωριού παράλληλα με τις άλλες δουλειές ασχολούνται και με την κτηνοτροφία. Μερικά από τα μέλη μιάς οικογενείας έχουν μόνη δουλειά ή κατά καιρούς ή και μόνιμα τη φροντίδα των κοπαδιών. Όσοι ΄΄κρατούν΄΄ μεγάλα κοπάδια γιδιών ή προβάτων ζούνε στις καλύβες που περιγράψαμε σε προηγούμενο κεφάλαιο, οι ΄΄λιγαταρέοι΄΄  (με τα λίγα) παραμένουν συνήθως μέσα στο χωριό. Ενδιαφέρουσα και γραφική είναι η ζωή των τσοπάνηδων που έχουν σαν ιδανικό την αύξηση του κοπαδιού – που σημαίνει και αύξηση του αυτού συναισθήματος- και γενικά την προκοπή του, αλλά και κουραστική αφού είναι υποχρεωμένοι να ζούν στο ύπαιθρο παλεύοντας μ΄ όλες τις αντιξωότητες της φύσεως και να διαβιούν σε στενόχωρες και ανθυγιεινές καλύβες. Μ΄ όλα τούτα όμως δεν τους λείπει ποτέ το κέφι και η αισιοδοξία πάντα καλόκαρδοι και γελαστοί αντιμετωπίζουν με ψυχραιμία ίσως και μ΄ ελαφρότητα και τα πιο δύσκολα προβλήματα τηςζωής , τους βλέπεις ξαπλωμένους στα προσήλια να παίζουν αμέριμνοι παράφωνα τη φλογέρα, ν΄ αστειεύονται και να πειράζωνται μεταξύ τους και άλλες φορές να κατευθύνουν , με μυστηριώδη σφυρίγματα και παράξενες φωνές τα κοπάδια τους στη βοσκή ή στο πότισμα. Δε  υπάρχουν γι΄ αυτούς ανησυχίες θεωρητικά προβλήματα, η φύση της δουλειάς τους κάνει τύπους βαρείς και δυσκίνητους πνευματικά , η ζωή του είναι γεμάτη σκοπιμότητα και υπολογισμό σε τέτοιο βαθμό που είναι αμφίβολο αν μπορή να την νοιώση ένας αν η βιοθεωρία τους είναι απλή, ανησυχίες που βασανίζουν ένα πνευματικό άνθρωπο δεν έχουν καθόλου, νοιάζονται πιο πολύ για τον καιρό, για την βροχή, για το χορτάρι, για την άνοιξη για ό ΄ τι σχετικό είναι με την προκοπή τους και για το πώς θα ψυχαγωγηθούν τις ημέρες της σχόλης. Προτού έλθει ο χειμώνας ο τσοπάνης θα επισκευάση την καλύβα του και τη στάνη του. Ετοιμάζει το μαντί που το περιφράζει με κλαδιά και θάμνους τις ΄΄μπάτες΄΄ και το μικρό μαντρί για τα νεογέννητα ζώα τον ΄΄τσάρκο΄΄ που τον στρώνει κάτω με θυμάρια, και την ΄στρούγκα΄΄ για την περίοδο του αρμέματος. Ακόμα αποθηκεύει ξιρούς καρπούς για διατροφή των ζώων του στην περίοδο του χειμώνα. Για το καλοκαίρι ετοιμάζει τον ΄΄ ίσκιο΄΄ για να σκιάζεται το κοπάδι τις ώρες της ζέστης.
          Η  Ζ Ω Η   Τ Ο Υ   Τ Σ Ο Π Α Ν Η:  Λίγο προτού ξημερώσει θα σηκωθή θα ετοιμασθή και θα φάη, θ΄ αφήση τα μικρά να θηλάσουν και θα τα κλείση πάλι στο ΄΄τσάρκο΄΄. Ύστερα θα γεμίση τις γούρνες (ταγίστρες) να φάνε τα ζώα και θα τα βλάλη στη βοσκή για να τα φέρη πάλι στο μαντρί μετά το ηλιοβασίλεμα και αφού θηλάση πάλι τα μικρά θα καθήση να φάη και να πλαγιάση. Λίγο μετά τα μεσάνυχτα θα σηκωθή πάλι για να βγάλη το κοπάδι στο ΄΄σκάρο΄΄ και θα γυρίση να κοιμηθή πάλι για να σηκωθή πάλι πρωϊ – πρωϊ  ΄΄ Γλυκό το γάλα, το τυρί πικρό το νυχτοβόσκι΄΄ λένε χαρακτηριστικά οι ντόπιοι, εκφράζοντας λακωνικά τη μεγάλη ταλαιπωρία του τσοπάνη. Όταν ΄΄αποκόψη΄΄  ή πουλήση τα μικρά αρχίζει η περίοδος του αρμέγματος που γίνεται πρωϊ και βράδυ στη στρούγκα και που διαρκεί από το Γενάρη μέχρι και τον Ιούνιο. Το άρμεγμα συνεχίζεται μέχρι τον Αύγουστο, αλλά επειδή η παραγωγή μειώνεται και δεν λειτουργούν τα τυροκομεία, το γάλα το πήζουν μόνοι τους τυρί και μυζήθρες ή φτιάχνουν τις χυλοπίτες και το ξυνό και γλυκό τραχανά για το σπίτι. Ο τρόπος της εργασίας τους διαφέρει κάπως το καλοκαίρι, γιατί την περίοδο μετά το θερισμό και μέχρι την εποχή του σπαρτού μετά την δύση του ηλίου τα κοπάδια τα ΄΄γέρνουν΄΄ τα΄ αφήνουν ελεύθερα να βόσκουν όλη τη νύχτα στις πλαγιές των γύρω λόφων. Έτσι δίνεται η ευκαιρία στους τσοπάνηδες ν΄ ανέβουν στο χωριό, να διαβάσουν την εφημερίδα , να δούν τους φίλους, να κανονίσουν τις άλλες τους δουλειές και ψυχαγωγηθούν στο καφενεδάκι ή στη ταβέρνα του χωριού. Άλλη εποχιακή ασχολία του τσοπάνη είναι το κούρεμα των προβάτων. Όταν αρχίζουν οι ζέστες τον Μάϊο μήνα ο τσοπάνης με τη βοήθεια και άλλων μελών της οικογενείας κουρεύει τα πρόβατα. Μια ποσότητα απ΄ το μαλλί το κρατούν για δικές τους ανάγκες το υπόλοιπο ή το πωλούν ή τον ανταλλάσουν με προϊόντα από άλλα χωριά (π.χ. φασόλια,ελιές, λάδι κ.λ.π.) διενεργώντας έτσι ένα πρωτόγονο εμπόριο.
        Β Ι Ο Τ Ε Χ Ν Ι Α   Λ Α Ϊ Κ Ε Σ   Τ Ε Χ Ν Ε Σ : Οι λαϊκές τέχνες μ΄ όλο πού καλλιεργούνται – ωρισμένες κυρίως απ΄αυτές – σε μεγάλη έκταση δεν αποτελούν κάτι ξεχωριστό και πολύ ιδιόμορφο και δεν έχουν καθαρά τοπικό χαρακτήρα , ακόμα δεν αποτελούν επάγγελμα και δεν είναι μέσον με μοναδικό σκοπό τον προσπορισμό χρημάτων. Η θεραπεία τους σκοπό έχει την ικανοποίηση διαφόρων αναγκών του σπιτιού και είναι μέσον για να γίνεται οικονομία. Οι πιο διαδεδομένες τέχνες είναι η βαφική, η πλεκτική και η υφαντική καθαρά γυναικείες. Καθώς υπάρχει άφθονη η πρώτη ύλη, το μαλλί ο ρουχισμός του σπιτιού και η ενδυμασία των κατοίκων αποτελεί κατά μεγάλο ποσοστό από μάλλινα , πλεκτά ή υφαντά. Σεκάθε σπίτι όπως γράψαμε και αλλού υπάρχει το εργαστήρι της γυναίκας, με τη ρόκα, την ανέμη και τον αργαλειό απαραίτητα σύνεργα για πλέξιμο ή την ύφανση ενδυμάτων, κλινοσκεπασμάτων και άλλων απαραιτήτων για το σπίτι. Ακόμα οι γυναίκες ασχολούνται με την κεντική. Τα κεντήματα τους με απλά σχέδια ή παραστάσεις δεν μπορεί να θεωρηθούν σαν έργα τέχνης με τοπικό χρώμα και ιδιαίτερο γούστο. Οι άνδρες γνωρίζουν ,χωρίς να μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι θεραπεύουν τέχνη, τη χτιστική, την ξυλοτεχνία και τη ξυλογλυπτική. Κτίζουν μόνοι τους τα μαντριά και τις καλύβες τους, ετοιμάζουν τις σκεπές και τις πόρτες και φτιάχνουν διάφορα αντικείμενα από ξύλο όπως αγκλίτσες, πίπες, αδράχτια, ρόκες , γουδιά, κουτάλες ξύλινες κ. α. ελάχιστοι μπορούν να φιλοτεχνήσουν τέτοια αντικείμενα που να θεωρούνται έργα καλής ξυλογλυπτικής τέχνης κανένας όμως δεν εξασκεί αποκλειστικά τέτοιο επάγγελμα.
ΙΙΙ.  Κ Ο Ι Ν Ω Ν Ι Κ Η  Ζ Ω Η
       Είναι ιστορικώς αποδεδειγμένον και λογικώς αναμφισβήτητο πως οι μορφές της κοινωνικής ζωής έχουν απόλυτη σχέση με το είδος και τη θέση του χωριού, την ιδιοτυπία των κατοίκων και την ιστορία τους, τον τρόπο της εργασίας , τη φύση του εδάφους, το κλίμα και άλλους ειδικούς παράγοντες και μ΄ όλο που είναι κοινές στις βασικές τους γραμμές παρουσιάζουν κάποιες διαφορές με αποτέλεσμα να γίνωνται κατά τόπους ιδιότυπες και χαρακτηριστικές. Οι μορφές της κοινωνικής ζωής για το χωριό Στεφάνι είναι η οικογένεια, οι συγγενείς, οι γείτονες, η κοινότητα και ο συνεταιρισμός. Την πρώτη θέση ανάμεσα σ΄ αυτές κατέχει η οικογένεια που αποτελεί το κύταρο της κοινότητος και το κέντρο απ΄ όπου ξεκινούν όλες οι ζωντανές κοινωνικές σχέσεις προς κατεύθυνση. Μέσα στην οικογένεια κυριαρχεί η γνωστή πατριαρχική τάξη. Στον πατέρα οφείλουν υποταγή η γυναίκα και τα παιδιά , πράγμα που θεωρούν σαν κάτι αυτόνομο. Η οικογένεια έχει και οικονομικό χαρακτήρα. Ο Στεφανιώτης είναι πολύ ρεαλιστής παντρεύεται την κοπέλα που του διαλέγουν οι γονείς του. Η εκλογή συνήθως στηρίζεται πάνω στη χρηματική και κτηματικά περιουσία και ο γάμος πολύ λίγες φορές είναι η στενή ένωση καρδιών. Πρέπει το νέο σπίτι να στεριώνεται σε γερά οικονομικά θεμέλια να πληρωθούν τα τυχόν υπάρχοντα χρέη και ν΄ αγορασθούν τ΄ απαραίτητα για το νοικοκυριό αντικείμενα. Οι γάμοι γίνονται τις πιο πολλές φορές μεταξύ όχι πολύ ‘’γνωστών΄΄ προσώπων άλλοτε με αιτία μια ευκαιριακή συμπάθεια ή με την παρακίνηση και την μεσιτεία τρίτου έχουν μεγάλη στερεότητα και διάρκεια δεν φτάνουν εύκολα σε φιλινικίες και πότε ή πάρα πολύ σπάνια τα διαζύγια. Στη στερεότητα των σχέσεων αυτών συντελεί από το ένα μέρος ο απλός τρόπος ζωής, η αμοιβαία θέληση των συζύγων να προσαρμοσθούν ο ένας στον άλλο και με υπομονή να βαστούν το βάρος και τις απαιτήσεις της κοινής μοίρας και από το άλλο οι καθημερινές φροντίδες της ζωής, οι ανάγκες του νοικοκυριού και ο κοινός πόθος να διτηρήσουν και ν΄ αυξήσουν την περιουσία για τα πολλά παιδιά τους. Η γυναίκα μέσα στην οικογένεια δεν είναι μόνον νοικοκυρά, μητέρα και παιδαγωγός αλλά και απαραίτητος συνεργάτης σ΄ όλες σχεδόν τις ανδρικές δουλειές. Από τη δραστηριότητα, την επιμέλεια και την οικονομία του νοικοκυριού, γι΄ αυτό και τα΄ ασθενικά και αδύνατα κορίτσια δεν παντρεύονται εύκολα. Γιατί η γυναίκα σύσυγος στην εποχή του θερισμού και της συλλογής του καπνού αλλά και σ΄ όλες γενικά τις αγροτικές ασχολίες θα πρέπει να εργασθή σκληρά μαζί με τον άνδρα και παράλληλα ασχολείται με το νοικοκυριό, τη περιποίηση των παιδιών και των ζώων . Εργάζεται όλες τις ώρες της ημέρας φροντίζει για όλους και για όλα με πολύ λίγη άνεση και λιγότερο ύπνο και όταν οι άλλοι κοιμούνται αυτή επιδιορθώνει τα σχισμένα ρούχα του ανδρός και των παιδιών της ή πλέχει καινούργια ωσότου κλείσουν τα μάτια της από κούραση. Δεν φροντίζει καθόλου για την υγεία της και την κομψοτητά της. Όμως πολλές και βαρειές δουλειές και οι αλλεπάλληλοι τοκετοί την τσακίζουν και την γερνούν γρήγορα. Πρίν ακόμα αναλάβει από τον προηγούμενο τοκετό αρχίζει μέσα στα σπλάχνα της η ζωή ενός νέου παιδιού πράγμα που κατατρώγει το σώμα και μαραίνει το πρόσωπο. Και σ΄ αυτή την κατάσταση εξακολουθεί να εργάζεται σκληρά ως την προχωρημένη της εγκυμοσύνης για να αρχίση πάλι να κουράζεται με τις φροντίδες του νοικοκυριού λίγες μέρες μετά τη γέννα. Η βρεφοκομία στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στη παράδοση και στην εμπειρία της γιαγιάς ή της θείας και λείπει ακόμα η πραγματική κατανόηση και τα ιδιαίτερα μέτρα που χρειάζονται με την μεγάλη υγιεινή και παιδαγωγική τους σπουδαιότητα. Άντίθετα με τη γυναίκα ο άνδρας έχει μερικά διαλείμματα ελεύθερου χρόνου για να ψυχαγωγείται και να ξεκουράζεται. Και ο άνδρας η γυναίκα παίρνουν την ίδια θέση στα αγροτικά και οικογενειακά τους ζητήματα και αποφασίζουν μαζί για όλα. Η εργασία τους με τη γνωστή σκληρή και βαρειά της μορφή αποτελεί το ουσιαστικό περιεχόμενο της ζωής τους . Ο χωρικός δίνεται ολόκληρος σ΄αυτήν και αυτή του δίνει τον τύπο και τη σφραγίδα της και τον διαμορφώνει πνευματικά και συστηματικά του ρυθμίζει τη ζωή σύμφωνα με το ρυθμό και την τάξη που υπάρχει στη φύση, του πλουτίζει τον συναισθηματικό κόσμο, τον παιδαγωγεί, γεμίζει την ζωή του ψυχισμό και του δίνει αξία, του απορροφά όμως όλο τον καιρό και τη δύναμη και τον κάνει αποκλειστικό, συντηρητικό και αδιάφορο σε άλλα πράγματα και με τις υπερβολές της υποτάσσει το πρόσωπο στο πράγμα, του συμπιέζει και του μαραίνει την πνευματική του οντότητα. Οι ανάγκες της ζωής η τραχύτητα της σωματικής εργασίας δεν αφήνουν περιθώρια για πνευματικά διαφέροντα και αυτή ακόμα η περιποίηση του σώματος γίνεται με τέτοιο πρωτογονισμό που μαζί με τη μεγάλη μονομέρεια της διατροφής έχει επιπτώσεις σοβαρές στην υγεία μ΄ όλο που ζούμε σε καθαρό αέρα. Μ΄ολη όμως την σκληρότητα της εργασίας και την τραχύτητα της συμπεριφοράς του χωρικού δεν είναι εντελώς κρύα και άδεια από συναίσθημα. Ο σεβασμός προς τους ηλικιωμένους και τους ξένους (παπάς, δάσκαλος, γιατρός, αστυνόμος), η σιωπηλή συνήθεια στα ήθη και έθιμα της οικογενείας, η μεταξύ τους σχέση, η άφωτη αμοιβαία βοήθεια και εξυπηρέτηση και άλλα σχετικά έχουν πολύ συναισθηματισμό και εξυπηρέτηση και άλλα σχετικά έχουν πολύ συναισθηματισμό και αρκετό μορφωτικό περιεχόμενο. Η γενική εικόνα της κοινωνικής και οικογενειακής ζωής που δώσαμε πάρα πάνω αρχίζει σιγά-σιγά ν΄αλοιώνεται και να γίνεται έκδηλη η αλλαγή και η χαλάρωση των αυστηρών δεσμών της οικογνείας και τούτο γιατί αυτοί που έφυγαν και ξαναγύρισαν στο χωριό ή από εξωτερικό ή από τις πόλεις εισάγουν αστική νοοτροπία στο αγροτικό περιβάλον του χωριού και τους μιμείται πρόθυμα η νεολαία. Μεταδίδεται έτσι η μόδα και το φέρσιμο της πόλεως, η αβίαστη και ελεύθερη εμφάνιση, αφυπνίζεται η τάση για διασκέδαση και χαλαρώνονται τα δεσμά της παραδόσεως. Πολλές φορές από τέτοιες αφορμές δημιουργούνται πολλών ειδών συγκρούσεις ανάμεσα στους γέρους και στους νέους που επηρεάζουν τις οικογενειακές σχέσεις και δημιουργούν δυσάρεστες οικογενειακές καταστάσεις. Η επαφή όμως με τον άλλο κόσμο εκτός από τους νεωτερισμούς που αποτελούν δίκοπο μαχαίρι έχει σαν αποτέλεσμα την ανύψωση του πολιτιστικού επιπέδου όσον αφορά την μόρφωση την καθαριότητα την υγιεινή και γενικά τον πολιτισμό για να μπορέση το  χωριό με χρόνο, προσπάθεια και καθοδήγηση απ΄ όλους τους μορφωτικούς παράγοντες να φθάση σε πολιτιστικό σημείο που να θεωρήται ικανοποιητικό. Σε στενότατη σχέση με την οικογένεια βρίσκονται οι συγγενείς οι γείτονες, με τους οποίους πολύ συχνά, αλληλοβοηθούνται στις διάφορες ασχολίες τους και παραστέκονται στις μεγάλες στιγμές της χαράς ή της λύπης. Σ΄ αυτούς και περισσότερο στους γείτονες στηρίζεται ο χωρικός στις καθημερινές του ανάγκες. Στα διάφορα οικογενειακά, στην αρρώστια στη γέννα, στη βάφτιση, στο γάμο, στο θάνατο οι γυναίκες τρέχουν και με τις επισκέψεις, τις συμβουλές τους και την έμπρακτη βοήθεια δείχνουν τη γειτονική συμμετοχή και αλληλεγγύη. Στις γεωργικές και οικονομικές ανάγκες βοηθούν οι άνδρες και στις γιορταστικές  εκδηλώσεις της γειτονιάς μαζεύεται και δίνει τόνο η νεολαία. Οι γειτονικές σχέσεις δεν είναι βέβαια βαθιά εσωτερικές, ο γείτονας αποκρύπτει αν το θεωρεί ανάγκη από τον άλλον εκείνο που δεν μπορεί να δη με τα μάτια του. Αλλά οι τέτοιες  περιστάσεις είναι σπάνιες γιατί η ζωή του χωρικού φανερώνεται στην εργασία του, στην περιουσία του και στις συναλλαγές του και έτσι τίποτα δεν μπορεί ξεφύγη την προσοχή του γείτονα που παρακολουθεί άγρυπνα. Η γειτονιά και γενικώτερα το χωριό αποτελεί την κοινή γνώμη που πρέπει ο καθένας να σέβεται σε κάθε του ενέργεια για να μη χάνει την υποληψή του εκτίθεται ανεπανόρθωτα στα μάτια των συγχωριανών του . Άλλη μορφή της κοινωνικής ζωής είναι η κοινότητα. Ο χωρικός βλέπει καθαρά ολόκληρο το χωριό του σε κάθε στιγμή μπροστά του, γνωρίζει όλους τους κατοίκους , την γενική τους κατάσταση και τις μεταξύ τους σχέσεις. Παίρνει ενεργό μέρος στα κοινά ζητήματα και σχολιάζει κάτι που ξεπερνά κανονικά τα όρια και τις συνήθειες του τόπου. Οι κοινοτικές εκλογές τους προκαλούν ζωηρό ενδιαφέρον γιατί πρόκειται να ξεχωρίσουν γνωστά τους πρόσωπα που θα διαχειρισθούν κοινά ζητήματα που έχουν άμεση σχέση μ΄ αυτούς ενώ οι βουλευτικές αποτελούν κατά κάποιο τρόπο αναγκαίο κακό αφού είναι υποχρεωμένοι να διαλέξουν μεταξύ προσώπων που ούτε γνωστά ούτε πολύ συμπαθητικά τους είναι και τα οποία ασχολούνται με θεωρητικά μακρυνά  και ακατανόητα προγράμματα. Το αίσθημα της στενής σχέσεως που ενώνει τους χωρικούς φαίνεται καθαρά στην εκτέλεσι των αναγκαίων κοινοτικών και γενικώτερα κοινοφελών έργων, στις κοινές εκδηλώσεις και ιδιαίτερα στο πανηγύρι και στις σχέσεις με τα γειτονικά χωριά και ιδιαίτερα με ορισμένα από αυτά ή βρίσκονται σε εχθρότητα που ξεκινά από ασήμαντες διαφορές ή τα περιγελούν καταφρονητικά. Για τους κατοίκους ξέρουν πολλά ανέκδοτα και τους κολούν εύκολα κάθε λογής ΄΄παρανόματα΄΄ ΄΄παρατσούκλια΄΄  .Στις μεταξύ τους σχέσεις υπάρχουν ασήμαντες και ακίνδυνες διακρίσεις με βάση συνήθως την οικονομική κατάσταση χωρίς να υπάρχουν διαχωριστένες τάξεις. Λογίζονται όλοι ως μέσοι με εξαίρεση λίγους νοικοκυραίους χωρίς βέβαια η διάκριση, αν θεωρήται τέτοια , να έχη σοβαρές επιπτώσεις στις κοινωνικές σχέσεις (στασίδια της εκκλησίας , στις γιορτές, στις επιγαμίες κ.λ.π.) Στις σχέσεις με τους διαφόρους υπαλλήλους οι Στεφανιώτες είναι ιδιόρρυθμοι και ενώ τους αναγνωρίζουν πνευματική υπεροχή τους θεωρούν σαν όχι τόσο απαραίτητους και νομίζουν πως πληρώνονται πάρα πάνω από καλά και τρέφουν έτσι υποσυνείδητα ένα αίσθημα εχθρότητος, ζήλιας και παθητικής αντιστάσεως. Εξαίρεση αποτελούν ο παπάς και ο δάσκαλος. Η επιρροή και των δύο επάνω τους είναι μεγάλη. Τους βλέπουν φορείς του πνεύματος και της ιεράς παραδόσεως. Από τους δύο απαιτούν πνευματική , ηθική και ψυχική ανωτερότητα και μιλούν γι΄ αυτούς με υπερηφάνεια. Επειδή τους λογαριάζουν σαν μέλη της κοινότητος ζητούν απ΄ αυτούς να μετέχουν ενεργώς στη ζωή του χωριού και να προάγουν και να υπεραπίζουν τα κοινά συμφέροντα.
      Άλλη μορφή κοινωνικής ζωής είναι ο συνεταιρισμός του οποίου όλοι σχεδόν οι κάτοικοι είναι μέλη. Αν και δεν έχουν κάνει συνείδηση την μεγάλη αξία των συνεταιριστικών οργανώσεων ή ίσως δεν ξέρουν ή γιατί δεν μπορούν να καταλάβουν την μεγάλη του σημασία είναι συνεπείς στις υποχρεώσεις τους προς τον συνεταιρισμό γιατί αναγνωρίζουν πως εξυπηρετούνται δι΄ αυτού ή για την διάθεση προϊόντων ή για την προμήθεια με ευκολίες σπόρων , λιπασμάτων, φάρμακων, γεωργικών εργαλείων κ.λ.π. μέσω της Α.Τ.Ε. θέματα τα οποία μεμονωμένοι θα αντιμετώπιζαν με μεγαλύτερη δυσκολία.
    Γέννηση: Όπως τονίστηκε και σ΄ άλλο κεφάλαιο η γυναίκα κατά την περίοδο της εγκυμοσύνης δεν ακολουθεί τους κανόνες της υγιεινής ούτε παίρνει τις ανάλογες προφυλάξεις . Εργάζεται σκληρά μέχρι τις τελευταίες ημέρες και προφυλάσσεται μόνο από πολύ βαρειές δουλειές (ζύμωμα, φόρτωμα ζώων κ.λ.π. ). Έτσι μέχρι την ώρα του τοκετού αντιμετωπίζει σοβαρούς κινδύνους. Οι περισσότερες γυναίκες σήμερα γεννούν στα νοσοκομεία εκτός από λίγες που παραμένουν στο χωριό. Μόις γεννηθή το παιδί η μαμμή αποκόβει το ΄΄αφάλι΄΄ και το σημείο αυτό το επαλε΄΄ιφει με στάχτη και το δένει. Ύστερα αλατίζει ολόκληρο το σώμα του παιδιού εκτός απ΄ το πρόσωπο (για να μη γίνη άνθρωπος ανάλατος όπως λένε αστειευόμενοι), δένουν το κεφάλι του κανονίζοντας το σχήμα και το ΄΄φασκιώνουν΄΄ με φαρδιά λουρίδα υφάσματος τη ΄΄φασκιά΄΄ και το δένουν με τη λιτάρα (πολύχρωμο μάλλινο σχοινί στο οποίο είναι πλεγμένα κέρματα χάνδρες και διάφορα ασημικά). Η λιτάρα είναι πλουμισμένη έτσι κυρίως στο πρώτο παιδί. Αφού τελειώσει η ετοιμασία του παιδιού η μαμμή φροντίζει τη λεχώνα εις ότι αφορά την καθαριότητα και με το ΄΄πεσκέρι΄΄ πολύ φαρδιά υφαντή ζώνη που χρησιμοποιείται και για την τοποθέτησι της ζύμης στη πινακοτή , της περιτυλίγει την κοιλιά και την σκεπάζει καλά. Ύστερα έρχεται ο παπάς που διαβάζει την λεχώνα, το σπίτι και όσους παρευρέθηκαν στο τοκετό. Ο πατέρας  και οι άλλοι συγγενείς και φίλοι του σπιτιού ασημώνουν το παιδί και με την ευχή ΄΄Να ζήση΄΄ το παιδί και ΄΄καλά σαράντα΄΄ γιά τη λεχώνα ενώ ο μέλλων νουνός το καπαρώνει ΄΄το κερνά΄΄ ασημωνοντάς το γιά να εξασφαλίση το κουμπαριό, μετά το καπάρωμα θεωρείται νουνός του παιδιού και είναι πολύ δύσκολο ν΄ αθετήση κάποιος απ΄ τους δύο, κάτι τέτοιο θεωρείται ανήθικη ενέργεια γι΄αυτό δεν γίνεται σχεδόν ποτέ. Το πρώτο παιδί το βαπτίζει συνήθως αυτός που στεφάνωσε τους γονείς του παιδιού συνεχίζοντας έτσι τη παράδοση του κουμπαριού γιά αρκετές γενεές. Η λεχώνα μέχρι τις 40 ημέρες δεν επιτρέπεται να πηγαίνη ούτε στην εκκλησία ούτε σε ξένο σπίτι. Επίσης αποφεύγουν να μπαίνουν στο δωμάτιο της λεχώνας ασθενείς. Μετά τις 40 ημέρες πηγαίνει στην εκκλησία γιά τα συνηθισμένα.
       Β Α Φ Τ Ι Σ Η: Το παιδί παίρνει συνήθως το όνομα του παππού ή της γιαγιάς εκτός εάν το ρίξουν στην εκκλησία (όταν δεν έχουν νουνό ή όταν το έχουν τάξει ) οπότε πέρνει το όνομα του Αγίου της εκκλησίας. Η βάπτιση που δίνει αφορμή γιά οικογενειακή διασκέδαση γίνεται στην εκκλησία του χωριού ή στο πανηγύρι του Αγίου Δημητρίου ή Αγίου Αθανασίου (2 Μαϊου) ή σε εορτάσιμη ημέρα (εορτή του πατέρα, παππού κ.λ.π.). Παλιότερα γίνονταν στο σπίτι. Την ημέρα της βαφτίσεως ο κουμπάρος με τους γονείς ,τους καλεσμένους και τη μαμμή πηγένουν στην εκκλησία με τα δώρα του νουνού, τη λαμπάδα κ.λ.π.  Όταν αρχίζει το μυστήριο ο πατέρας βγαίνει έξω από την εκκλησία και την ώρα που νουνός λέει τ΄ όνομα τα παιδιά τρέχουν να πάρουν τα ΄΄σιχαρήκια΄΄ , ο πρώτος ππου θα πή το όνομα στο πατέρα ασημώνεται. Στη βάπτιση η μαμμή βαστά το παιδί γιά να το λαδώσουν και στο τέλος μοιράζεται με το παπά το σαπούνι που θα πλυθούν. Αφού τελειώσει το μυστήριο ο νουνός παραδίδει το παιδί στη μητέρα λέγοντας ΄΄Σου παραδίδω κουμπάρα το παιδί βαπτισμένο μυρωμένο του θεού παραδομένο, να το φυλάγης από φωτιά , από νερό, από γκρεμό και από κάθε κακό ,Δευτέρα μέρα κρίσεως να μου το παραδώσης .Η μητέρα γονατίζει πρό του νονού ασπάζεται το χέρι του πέρνει το παιδί και του εύχεται ΄΄πάντα ψυχικά΄΄ ενώ αυτός ασημώνει τους γονείς τη μαμμή και τους άλλους καλεσμένους. Μετά στο σπίτι γίνεται τραπέζι και επακολουθεί γλέντι.
       Π Α Ι Δ Ι Κ Η  Ζ Ω Η : Το παιδί από πολύ μικρό βρίσκεται ελεύθερο έξω από το σπίτι χωρίς την επίβλεψη της μητέρας η οποία τον περισσότερο καιρό πηγαίνει στη δουλειά. Έτσι παίζει με τα άλλα μικρά της γειτονιάς σχεδόν όλη την ημέρα. Παιγνίδια με την ιδιαίτερη σημασία της λέξεως δεν χρησιμοποιεί εκτός από αυτά που έτυχε να φέρει κανένας θείος ή νουνός από την πόλη τα χριστούγεννα , το Πάσχα και τις άλλες μεγάλες γιορτές και που τα φροντίζει ιδιαίτερα και έτσι τα διατηρεί επί πολύ χρόνο, και τα πρόχειρα που φτιάχνει το ίδιο ή οι γονείς του. Συνήθως επειδή είναι γέννημα και θρέμμα της αγνής φύσεως παίζει μόνο με τα γύρω του φυσικά αντικείμενα. Το παιγνίδι του εναλάσεται με την εργασία , γιατί και ο κόσμος του παιγνιδιού και ο κόσμος της εργασίας βρίσκονται στον ίδιο φυσικό κύκλο. Παίζει με την τσάπα και την τσουγκράνα , σκάβει και φυτεύει μικρά χωραφάκια, μιμείται τη ζωή των μεγάλων , τρέχει και χλιμιτρά σαν άλογο, παίζει και μείται όλους και όλα μέσα στον ατέλειωτο πλούτο των αντικειμένων που του προσφέρει ο δρόμος του χωριού, η αυλή, το το ανακάτεμα της λάσπης ή του χώματος και της πέτρας. Το κορίτσι επίσης δίνει στο παιγνίδι του πολύ χρώμα από τις οικοκυρικές ασχολίες. Όλα του τα παιγνίδια έχουν ένα δυνατό εποχεικό χαρακτήρα . Είναι σε θέση να μένη παίζοντας όλη την ημέρα χωρίς να το ενδιαφέρει καθόλου το φαγητό , ο μεσημερινός ύπνος, το σπίτι κ.λ.π.  Το βράδυ κοιμάται πολύ ενωρίς και μόνο το χειμώνα που είναι αναγκασμένο να μένει στο σπίτι κάθεται δίπλα στο παππού ή στη γιαγιά από τους οποίους ζητάει να του λένε παραμύθια και να του διηγούνται διάφορες ιστορίες. Ορισμένοι γονείς κουβαλούν κοντά στις δουλειές τα παιδιά τους τοποθετώντας τα όταν είναι πολύ μικρά στο αναποδογυρισμένο σαμάρι ή στη μικρή κούνια από ξύλο τη ΄΄σαμαρίτα΄΄ .Δεν φροντίζουν καθόλου γιά την ιατρική παρακολούθηση του παιδιού και ΄΄έτρσι τούτο το βλέπει ο παιδίατρος παρά μόνο όταν αρωσταίνει σοβαρά. Στις μικροαδιαθεσίες χρησιμοποιούνται τα πρακτικά ΄΄γιατροσόγια΄΄ της γιαγιάς ή της θείας. Η ενδυμασία του είναι πολύ απλή. Φορεί ένα φουστάνι υφαντό (αγόρια-κορίτρια) και συνήθως τους καλοκαιρινούς μήνες κυκλοφορεί ξυπόλυτο.
        Ε Ρ Ω Σ  Α Ρ Ρ Α Β Ω Ν  Γ Α Μ Ο Σ (Γενικά): Ο γάμος τις πιό πολλές φορές γίνεται με  συνοικέσιο (προξενιό). Η νύφη πρέπει ν΄ άναι γερή , εργατικιά από καλή οικογένεια με ηθικές αρχές και από ΄΄σειριά΄΄ ή  ΄΄σόϊ΄΄ όπως είναι η τοπική έκφραση. Οι προξενητές που πολλές φορές παίρνουν και μεσιτεία αρχίζουν το παζάρεμα και όταν κανονισθούν όλες οι λεπτομέρειες έρχονται σε φανερή συνενόηση στα ΄΄φτιαξίματα΄΄ που κανονίζουν την προίκα και τους άλλους όρους της συζεύξεως . Όταν πλέον όλα είναι έτοιμα κοινοποιούν στο χωριό που έχει στο μεταξύ πληροφορηθεί ήδη το γεγονός με μιά τουφεκιά και το ξεφάντωμα που ακολουθεί με καλεσμένους τους στενούς συγγενείς. Οι επίσημοι αρραβώνες αναγγέλονται γιά την επόμένη Κυριακή.
        Άλλες φορές ,αφού επέλθει συνεννόηση μεταξύ των ενδιαφερομένων και των οικογενειών των γίνεται κάποιο βράδυ μιά απαγωγή που δεν ξαφνιάζει παρά μόνο όσους δεν είχαν πληροφορηθεί από τον τύπο της γειτονιάς το γεγονός. Η απαγωγή γίνεται κυρίως γιά δύο λόγους . Είτε διότι και οι δύο οικογένειες θάλουν ν΄ αποφύγουν τα έξοδα και τις φασαρίες του αρραβώνος και του γάμου είτε γιά ν΄ αφοπλίσουν κατά κάποιο τρόπο την κοινή γνώμη που μπορεί να μην θεωρούσε φυσιολογικόι το γάμο ή γιά να αποφύγουν τις πιέσεις συγγενών που μπορεί γιά διάφορους λόγους να είχαν αντιρρίσεις.
        Οι γάμοι από έρωτα  χωρίς να είναι πολλοί δεν είναι σπάνιοι, η τελική λύση δίνεται ή με συνενόηση των οικογενειών και με ανάλογες υποχωρήσεις από κάθε μέρος ή με φυσική απαγωγή της νύφης χωρίς να έχη γνώμη το άμεσο περιβάλλον της άν και γιά να γίνη κάτι τέτοιο θα υπάρχουν οι μεσολαβητές που διευκολύνουν  την κατάσταση και που αναλαμβάνουν να συβιβάσουν αργότερα τους αντιμαχομένους . Οι βίαιες απαγωγές είναι πολύ σπάνιες και ανήκουν στο παρελθόν που υπήρχε χαλάρωση και των ηθών και του κράτους από τους πολέμους και την ανταρτοκροτία.
        Α Ρ Ρ Α Β Ω Ν: Μετά τα ΄΄φτιαξίματα ή ΄΄τελειώματα΄΄ αρχίζουν οι προετοιμασίες για τους επίσημους ανοικτούς αρραβώνες που δίνουν την ευκαιρία για διασκέδαση και ξεφάντωμα, γιατί οι συνθήκες της ζωής του χωριού είναι τέτοιες ώστε αναμφισβήτητα μόνο παρόμοιες γιορταστικές εκδηλώσεις δίνουν την ευκαιρία στους χωρικούς και ιδιαίτερα στη νεολαία να διασκεδάση και να ψυχαγωγηθή. Την ορισμένη για τους αρραβώνες ημέρα Σάββατο συνήθως ή Κυριακή οι προετοιμασίες εντείνονται και το βράδυ όλα είναι έτοιμα για το σπουδαίο γεγονός. Ο γαμπρός πηγαίνει στο σπίτι της νύφης που τόχει στο μεταξύ ετοιμάσει και διακοσμήσει κατάλληλα .Εκεί ο γαμπρός και οι δικοί του προσφέρουν τα δώρα στη νύφη (ρούχα ,χρυσαφικά καλλυντικά κ.λ.π.) και η νύφη αντιπροσφέρει με τη σειρά της τα δικά της. Οι κοπέλλες που εξυπηρετούν τους καλεσμένους προσφέρουν στους συμπεθέρους ΄΄φιλέματα΄΄ γλυκό ,πιοτό κ.λ.π. και αρχίζουν οι προπόσεις μεταξύ μεζέ κρασί και στραγάλια μέχρι την ώρα που θ΄ αλλάξουν τα δακτυλίδια . Τα δακτυλίδια (αρραβώνος) βρίσκονται επάνω σε εικόνα , σημάδι ότι το γεγονός τελεί υπό θεία ευλογία. Ο πατέρας της νύφης ή κάποιος άλλος δικός της (αδελφός, μητέρα, θείος) αλλάζει τα δακτυλίδια των μελλονύμφων που στέκονται εμπρός στην εικόνα όρθιοι μέσα σε μια συγκινητική ατμόσφαιρα που δημιουργούν οι ολόθερμες ευχές των παρευρισκομένων και το τσούγκρισμα των γεμάτων κοκκινέλι ποτηριών. Η νύφη και ο γαμπρός με τη χαρά ζωγραφισμένη στα προσωπά τους μα και με φανερή την συγκίνηση ασπάζονται το χέρι των γονέων των δέχονται τα συγχαρητήρια και τις ευχές όλων.
      ΄΄Να ζήση΄΄  ΄΄η ώρα η καλή΄΄  ΄΄καλά στέφανα΄΄ είναι οι συνηθισμένες ευχές ενώ κάποιο κρυφό δάκρυ κυλά από τα μάτια της νύφης και των στενών συγγενών των μελλονύμφων. Είναι πράγματι συγκινητικές οι στιγμές . Η σοβαρότητα με την οποία αντιμετωπίζουν το γάμο οι χωρικοί και τα συναισθήματα που διακατέχουν όλους σε τέτοιες περιπτώσεις δείχνουν όλο το ψυχικό τους μεγαλείο, το μέγεθος του ψυχισμού τους και το βάθος και το πλάτος της καλοσύνης, της αγάπης και της ανθρωπιάς που ξεπηδούν απηλλαγμένα από μικρότητες, από μίση και πάθη. Μέσα από τις λιτές και απέρριτες ευχές τους φαίνεται καθαρά πως ευχόμενοι δίνουν όλο τους το είναι γιατί πιστεύουν πως οι ευχές τους θ΄ αποτελέσουν τα θεμέλια που θα στηριχθή η ευτυχία του καινούργιου ζευγαριού. Τέτοια γεγονότα είναι λίγες αφορμές που παρουσιάζονται στους χωρικούς για να νιώσουν ξέγνοιαστοι μακριά από από τη ρουτίνα της βαρειάς και επίπονης εργασίας τους και να πετάξουν ανάλαφρα σ΄ άλλους κόσμους εκδηλώνοντας έτσι τον μεγάλο συναισθηματικό τους και τον πηγαίον αυθορμητισμό τους. Όταν αλλάξουν τα δακτυλίδια και αφού ευχηθούν όλοι αρχίζουν το γλέντι με τραγούδι και χορό. Πολλές φορές πηγαίνουν στο σπίτι του γαμπρού και συνεχίζουν εκεί γλέντι. Η περίοδος που μένει το ζευγάρι αρραβωνιασμένο είναι μικρή. Ο γαμπρός επισκέπτεται με τους φίλους του τη μνηστή του για να τους φιλέψη κοτόπουλο ή ΄΄καγιανά΄΄ (αυγά τηγανιτά) και να διασκεδάσουν. Η νύφη επισκέπτεται το σπίτι του γαμπρού και βοηθά την πεθερά στις διάφορες οικιακές εργασίες . Το ζεύγος μπορεί να πηγαίνη σε διασκεδάσεις μέσα στο χωριό ή στο πανηγύρι του γειτονικού, θεωρείται όμως σκάνδαλο να διανυχτερεύσουν σε ξένο μέρος ή να λείψουν στην Αθήνα ή στην Κόρινθο ή τρείς μέρες. Γ΄ αυτό αποφεύγουν τέτοιες ενέργειες που μπορεί να δώσουν λαβή για κριτική στη κοινή γνώμη και να εξερεθίσουν τους συντηρητικούς της οικογενείας.
       Γ Α Μ Ο Σ: Ο γάμος θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα  της ζωής των χωρικών και γίνεται με όλη τη μεγαλοπρέπεια που αρμόζει. Είναι μια σειρά από γιορταστικές εκδηλώσεις που διαρκούν περίπου μια εβδομάδα. Οι εκδηλώσεις αυτές γίνονται με την ευκαιρία ορισμένων απαραιτήτων προετοιμασιών στις οποίες δίνεται εορταστικός τόνος. Από τότε που θα ορισθή ο γάμος δεν λείπουν τα μικρά γλέντια που οργανώνουν οι φίλοι των μελλονύμφων στα σπίτια τους. Οι επίσημες προετοιμασίες και κατά συνέπεια οι εορταστικές εκδηλώσεις αρχίζουν από το πλύσιμο των ρούχων της νύφης. Την Πέμπτη προ της εβδομάδος του γάμου οι ξαδελφάδες , οι γειτόνισσες και οι φίλες της νύφης πηγαίνουν να πλύνουν τα προικιά ( ασπρόρρουχα κ.λ.π.) στο ΄΄Ρυάκι΄΄ , βρύση που βρίσκεται λίγο έξω του χωριού. Προτού αρχίσει το πλύσιμο ο γαμπρός και η μητέρα του προσφέρουν γλυκά στις κοπέλλες που θα πλύνουν τα ρούχα και ασημώνουν τις γούρνες που βρίσκονται τα ρούχα. Το πλύσιμο γίνεται μέσα σε ένα ξεφάντωμα με τα τραγούδια και τα αστεία των κοριτσιών. Τις άλλες μέρες σιδερώνονται και ετοιμάζονται τα φρεσκοπλυμένα ρούχα. Την Πέμπτη προ της κυριακής του γάμου γίνεται το γέμισμα των πρικιών. Τοποθετούν δηλαδή τα ρούχα , τα ΄΄γιουκώνουν΄΄  οι ίδιες κοπέλλες έτσι ώστε να φαίνονται και απλώνουν σε κρεμασμένα σχοινιά τα κεντητά και τ΄ ασπρόρουχα . Μέσα στο νυφικό στρώμα βάζουν δεμένα σε μαντηλάκι κέρματα και γλυκά που θα πάουν οι κοπέλλες όταν στρώσουν το νυφικό κρεβάτι την ημέρα που θα πάνε τα προικιά στο σπίτι του γαμπρού. Πρώτος κερνά το γιούκο ο γαμπρός και μετά όλοι οι άλλοι οι συγγενείς που παραβρίσκονται εκεί ή προέρχονται ειδικά για τούτο και ραίνουν τα ρούχα με ρύζι και μύγδαλα ευχόμενοι καλορίζικα καλά στέφανα. Το βράδυ της Πέμπτης πιάνουν το προζύμια (μαγιά) με τα οποία θα ζυμωθούν οι κουλούρες του γάμου αυτό γίνεται κατά τον ίδιο τρόπο στο σπίτι και της νύφης και του γαμπρού . Στα προζύμια πηγαίνουν οι στενοί συγγενείς και οι φίλοι που καλούνται προφορικά ή με κάλεσμα (γαρύφαλλα και κουφέτα). Αφού μαζευτούν οι καλεσμένοι βάζουν στη φωτιά το ΄΄κακάβι΄΄ μια χύτρα δηλ. για να ζεσταθή το νερό και παράλληλα στο ΄΄σκαφίδι΄΄ που θα πιάσουν προζύμι ένας νέος και μια κοπέλλα (με μάνα και πατέρα) κοσκινίζουν συμβολικά το αλεύρι ενώ οι καλεσμένοι τραγουδούν αντικριστά το τραγούδι του προζυμιού.

1. Κακάβι αργυροκάκαβο νερό μου κρυσταλλένιο
    να μην μου κάψης το νερό να μη μου τα΄ αναβράσης
   γιατ΄ είναι τα΄ αλεύρι  σιμιγδό και το προζύμι αφράτο.

2. Καλέ μου ποιος ανάπιανε της νύφης τα προζύμια
   με τα χρυσά του χέρια με μάνα με πατέρα.
   Η μανούλα της (του) ανάπιανε με τα χρυσά της χέρια
   ο (τάδε) τ΄ ανάπιανε με μάνα και πατέρα.

3. Ευχήσουμε μανούλα μου (πατέρα μου ή αδελφούλι μου)
   στο πρώτο μου προζύμι
  σ΄ εύχομαι παιδάκι μου (κόρη μου ή αδελφούλα μου)
  να ζήσης χρόνους εκατό κ΄ εξάμηνα διακόσια
  ν΄ ασπρίσης σαν το πρόβατο, σαν τα΄ άγριο περιστέρι.

Ακόμη τραγουδούν το τραγούδι:

1.Καλέμ΄ και ποιος τον κάνει
   τούτο των νιών το γάμο
   με τα΄ άνθη με το ροϊδο
  με την μηλίτσα π΄ όχω.

2.Ο πατέρα της (του) τον κάνει
   τούτο των νιών το γάμο
   με τ΄ άνθη με το ρόϊδο
   με τη μηλίτσα πόχω

3. Η μανούλα της (του) τον κάνει
   τούτο των νιών το γάμο
   με σταφύλι με κεράσι
  να ζήση να γεράση

4. Σταφύλι κι΄ αητονύχι να
   να ζήση ο γαμπρός και η νύφη
  σταφύλι και κεράσι
  να ζήση να γεράση

    Ενώ τραγουδούν μια κοπέλλα ξαδέλφη πιάνει το προζύμι (προτού ετοιμάζει τη μαγιά) και όταν τελειώσει , παίρνουν με το νέο το σκαφίδι και το πετούν τρείς φορές ψηλά (το χορεύουν κατά την τοπική έκφραση) ενώ οι συμπεθέροι κερνούν (πετούν μέσα χρήματα που παίρνει αυτή που έπιασε το προζύμι) . Εύχονται ΄΄καλά στέφανα΄΄ την ώρα που χορεύουν το σκαφίδι οι συμπεθέροι τραγουδούν το τραγούδι:
Πουλάκι είχα στο κλουβί και τόχα μυρωμένο
πουλί μου αγαπημένο
Το τάϊζα την ζάχαρι το πότιζα τον μόσχο
με την αγάπη πόχω
Και από μόσχο το πολύ και από την μυρουδιά του
που να καεί η καρδιά του
Μου σκανδαλίσθη το κλουβί και μούφυγε τα΄ αηδόνι
θεός δεν το γλυτώνει
Παίρνω τα όρη σκούζοντας και τα βουνά ρωτιώντας
θεό παρακαλιώντας
Μην είδαν την αγάπη μου την αγαπητικιά μου
που να εκαη  κ΄ να καή η καρδιά μου

(Το ίδιο τραγούδι λέγεται και όταν το συμπεθεριό του γαμπρού πηγαίνει να πάρη τη νύφη).

Άλλο τραγούδι που τραγουδιέται απαραιτήτως στα προζύμια είναι το:
1.Νερατσούλα φουντωμένη
  και βιολέττα μ΄ ανθισμένη
  πούνε τα΄ άνθη σου
   πούν΄ η πρώτη σου ομορφάδα
   πούν τα κάλλη σου

2. Φύσιξε βοριάς και αέρας
    και τα τίναξε
  
3. Σε παρακαλώ βοριά μου φύσα ταπεινά
   ν΄ αρμενίσουν τα καράβια τα σπετσιώτικα
   πούχουν μέσα παλληκάρια κι΄ όμορφα παιδιά


Αφού τελειώση το ΄΄ πιάσιμο΄΄ του προζυμιού ετοιμάζουν ΄΄βόλες΄΄ (μακαρόνια φτιαχτά που περιγράψαμε αλλού), τρώνε και αρχίζουν το γλέντι, το οποίο δεν διαρκεί πολύ γιατί το πρωί έχουν να ζυμώσουν τις κουλούρες του γάμου. Μ΄ αυτές ο μεν γαμπρός καλεί, τη νύφη τον κουμπάρο, η δε νύφη το γαμπρό, ακόμα ζυμώνουν τις πίττες και τις μικρές κουλούρες που καλούν τους συγγενείς και την κουλούρα που κόβουν τη ώρα που γίνεται η στέψη. Οι ΄΄φτιασίστες΄΄ (γυναίκες που ζυμώνουν) μαζεύονται πρωϊ-πρωϊ κι΄ αρχίζουν τη δουλειά .Άλλες ανάβουν το φούρνο, άλλες κοσκινίζουν τα΄ αλεύρι, άλλες ζυμώνουν κ΄ άλλες κεντούν τις κουλούρες πάνω σε χαμηλά τραπεζάκια (σουφράδες) και παράλληλα τραγουδούν. Όταν βγάλουν τις κουλούρες τις στολίζουν με γαρίφαλα, κουφέτα και λουλούδια. Επίσης την ίδια ημέρα ετοιμάζουν κόλλυβα και πρόσφορα για να καλέσουν μ΄ αυτά και τις ψυχές στη μεγάλη χαρά του σπιτιού. Το απόγευμα οι κοπέλλες που τις συνοδεύουν ένας ή δύο νέοι βγαίνουν για να καλέσουν τους συμπεθέρους .Οι μικρές κουλούρες που τις βάζουν σε πιττοτάγαρο, πλουμισμένο ταγάρι και υφασμένο ειδικά γι΄ αυτό το σκοπό, είναι το κάλεσμα που σημαίνει πρόσκληση για το γάμο. Οι καλέστρες πηγαίνουν τραγουδώντας στα σπίτια που θέλουν να καλέσουν και προσφέρουν μια κουλούρα . Τώρα το κάλεσμα γίνεται με κουφέτα και γαρίφαλα τυλιγμένα σε χαρτί ή με τις συνηθισμένες προσκλήσεις. Το Σάββατο πρίν το μεσημέρι παίρνουν τα προικιά. Αν η νύφη είναι από ξένο χωριό τα προικιά μεταφέρονται με ζώα από το συμπεθεριό του γαμπρού. Όταν είναι από το χωριό μεταφέρονται στα χέρια. Το συμπεθεριό του γαμπρού αφού πάρη από το σπίτι τον κουμπάρο ξεκινά για το σπίτι της νύφης. Στη πομπή προηγούνται τα όργανα και ακολουθούν οι συμπέθεροι τραγουδώντας . Μαζί τους έχουν την κουλούρα με την οποία καλούν τη νύφη και μια γίδα στολισμένη με κέρματα στα κέρατα και φούντες με χρωματιστό νήμα, προσφορά του γαμπρού για το τραπέζι της νύφης. Όταν φθάσουν στο σπίτι της νύφης οι δικοί της προσφέρουν μήλα και κρασί και αρχίζουν το χορό για λίγη ώρα. Ύστερα στρώνουν μια ΄΄λιοπάνα΄΄ πάνω στην οποία οι συμπεθέροι της νύφης με πρώτο τον αδελφό της ή άλλο δικό της ,πετούν από μακριά τα προικιά. Από εκεί οι συμπεθέροι του γαμπρού τα παίρνουν και τα πηγαίνουν στο σπίτι του γαμπρού. Στο δρόμο οι χωριανοί ραίνουν τα προικιά με ρύζι, μύγδαλα και εύχονται ΄΄καλά στέφανα΄΄  κ.λ.π.
       Το απαραίτητο τραγούδι είναι το εξής:   
1.Από βραδυού κινήσαμε
στη νύφη εφωτίσαμε
πάμε στης νύφης την αυλή
και εκεί καθήσαμε ορθοί

2.Νυφούλα φέρε μας κρασιά
να σ΄ευχηθούμε τα προικιά
μα εμείς κρασί δεν θέλουμε
εσένανε γυρεύουμε.

3. Σας τα πήραμε και πάμε
στη γειτονιά μας σκαπετάμε.

4.  Ρούχα μας παλιά μας ρούχα
σε γελάσαμε με τούτα.

5.  Ρούχα μου παλιά μου μου ρούχα
πούν τα μαύρα μάτια πούχα

6.  Νάτα που έρχονται από πέρα
με την πέρδικα στα χέρια

7.  Κάν την πέρδικα να πιάσω
καν την κόρη ν΄ αγκαλιάσω

8. Δεν σας τόπανε συμπεθέροι
από χθές το μεσημέρι.
σας επήραμε τα πρικιά σας
και τη σπιτονοικοκυρά σας

      Στο σπίτι του γαμπρού οι κοπέλλες τα γιουκώνουν (στρώνουν τα κρεβάτια κ.λ.π. ετοιμάοντας πρόχειρα το καινούργιο νοικοκυριό).
       Το Σάββατο το βράδυ γίνεται και στο σπίτι του γαμπρού και στης νύφης τραπέζι. Στο τραπέζι του γαμπρού παρευρίσκεται κι΄ ο κουμπάρος τον οποίον έχουν πάρει με τα όργανα όπως και όταν πήγαν για τα ρούχα. Στο τραπέζι της νύφης ο πατέρας της υποδέχεται τους καλεσμένους με πρόποση και με το συγκινητικό τραγούδι:

Φίλοι καλώς ορίσατε, φίλοι κι΄ αγαπημένοι
καθήσετε συχάσετε να φάμε και να πιούμε
τούτο τον χρόνο τον καλό τον άλλο ποιος το ξέρει
για ζούμε για πεθαίνουμε για πάμε σι΄ άλλα μέρη

       Η νύφη αποχαιρετά τους δικούς της τη γειτονιά και τις φίλες με το τραγούδι:

Αφήνω γειά στις όμορφες και για στις μαυρομάτες
Έχετε γειά ψηλά βουνά και σεις κοντοραχούλες
Έχετε γειά γειτόνισσες και σεις γειτονοπούλες.
αφήνω γειά στη γειτονιά σας φεύγω τώρα από κοντά σας
αφήνω τη μανούλα μου σαν μαραμένο φύλλο
αφήνω τον πατέρα μου κι΄ αυτόνε μαραμένο
αφήνω και τα΄ αδέλφια μου πολύ μαραζωμένα
Έχετε γειά γειτόνισσες μα ελάτε να με δήτε
κι΄ όσοι έχετε παράπονο θάλω να μου το πήτε.

       Άλλο τραγούδι που λέει η νύφη το ίδιο βράδυ:

Μια Παρασκευή κι΄ ένα Σάββατο βράδυ
και μια Κυριακή κοντά το μεσημέρι
η μάνα μ΄ έδιωξε από την αγκαλιά της
κι΄ ο πατέρας μου και αυτός μου λέει φύγε.
φεύγω κλαίγοντας φεύγω παραπονιώντας
πιάνω ένα στρατί, πιάνω να μονοπάτι
Το μονοπάτι μ΄ έβγαλε σ΄ ενού δενδρού τη ρίζα
δέξε με δενδρί καλοκαρτερεψέ με
Πώς να σε δεχτώ πώς να σε καρτερέψω
να ο ίσκιος μου και δέσε τα΄ αλογό σου
να η βρύση μου πάρε νερό και νίψου
και τα φύλλα μου πετσέτα και σκουπίσου

      Μετά το φαγητό επακολουθεί γλέντι μέχρι αργά. Την Κυριακή λίγο μετά το μεσημέρι γίνεται το ΄΄ξύρισμα και το λούσιμο΄΄ του γαμπρού. Ο γαμπρός καθισμένος στη σάλα του σπιτιού ή στην αυλή πρέπει να ξυρισθή και λουσθή και να χτενισθή παρουσία των συμπεθέρων. Τον ξυρίζει κάποιος με μάνα και πατέρα και όταν τελειώση περνούν όλοι οι συμπεθέροι ρίχνουν χρήματα σε μια λεκάνη με νερά , χτενίζουν το γαμπρό και τον ραπίζουν ελαφρά ευχόμενοι τις συνηθισμένες ευχές. Κατά την ώρα που γίνεται το ξύρισμα τραγουδιέται το εξής τραγούδι σε πολλές παραλλαγές από τις οποίες γράφουμε την ακόλουθη:

Ευχήσουμε πατέρα μου (μητέρα μου ή αδέλφια)
τώρα στα λουσματά μου (ή στο πρώτο μου συράφι)
Σ΄ ευχιέμαι εγώ παιδάκι μου (αδελφούλη μου)
να ζήσης να γεράσσης να ζήσης χρόνια εκατό
και εξάμηνα διακόσια
ν΄ ασπρόσης σαν το πρόβατο σαν τα΄ άγριο περιστέρι.
Σ΄ευχιέμαι εγώ παιδάκι μου να ζήσης να γεράσης
και τις καλές γειτόνισσες να τε μη τις ξεχάσης
Γαμπρέ μου ποιος σε ξούρισε με τα χρυσά του χέρια
ο τάδε με ξούρισε με μάνα με πατέρα.

Και συνέχεια

ψηλό μου κυπαρίσσι γέρνει η κορφάδα σου
και ποιος θα στη γλεντήση την ομορφάδα σου
ψηλό μου κυπαρίσσι στην άμμο θρέφεσαι
καημό και λάβρα τόχω γιατί παντρεύεσαι
Εσένανε κι΄ άν είσαι του άρχοντα παιδί
εγώ θα σε φιλήσω κι΄ ας μπώ στη φυλακή
Κόρη καλή αγάπησες μην την απαρατήσης
καλύτερα το αίμα σου στη θάλασσα να χύσης
να το βαρή το πέλαγος να το βαρή το κύμα
και τότε θα συλλογισθή τσ΄ αγάπης σου το κρίμα.

      Την ώρα που ξυρίζεται ο γαμπρός στολίζεται και η νύφη στο σπίτι της στην ίδια ατμόσφαιρα και ανάλογες εκδηλώσεις. Όταν τελειώση το ξύρισμα και αφού μαζευτούν όλοι οι καλεσμένοι γίνεται τραπέζι και μετά από αυτό ξεκινούν να πάρουν τη νύφη, που έχει στο μεταξύ στολισθή και περιμένει. Στο συμπεθεριό του γαμπρού προηγείται ένα αγόρι (με μάνα και πατέρα) που κρατά τον δίσκο με τα στεφανα τις νυφικές λαμπάδες και τα παπούτσια που θα φορέση στη νύφη το παιδί που κρατά το δίσκο.Ακολουθούν τα όργανα (κλαρίνο βιολί λαγούτο και πιο παλιά πίπιζα και νταβούλι), ο γαμπρός που τον κρατούν ο αδελφός του ή άλλος συγγενής και ο κουμπάρος και το συμπεθεριό τραγουδώντας. Τα πιο συνηθισμένα τραγούδια είναι τα παρακάτω:
1.Ας πάν να ιδούν τα μάτια μου
πως τα περνά η αγάπη μου
μην ηύρε αλλού κ΄ αγάπησε
και μένα μ΄ απαράτησε
ποιός τόπε δενδρουλάκι μου
πως δεν σε αγαπά πουλάκι μου
Σαν τόπε ο ήλιος να μη βγή
Τα΄ αστέρι να μη ξημερωθή
Σαν τόπε το ρηγόπουλο
στη Μπαρπαριά σκλαβόπουλο
σαν τόπανε στην αγορά
να μη ξαναπεράσω πιά
σαν τόπανε στην εκκλησιά
κερί να μην ανάψω πιά
2.  Σήμερα λάμπει ο ουρανός σήμερα λάμπει η ημέρα
σήμερα στεφανώνεται αητός και περιστέρα
Έρχομαι τρεις ώρες δρόμο για τον ιδικό σου πόνο
Έρχομαι τρείς ώρες στράτα για τα δυό σου μαύρα μάτια
Έρχομαι και εσύ κοιμάσαι δεν ξυπνάς π΄ αναθεμάσε
Στις σκάλες π΄ ανεβαίνεις ν΄ανέβαινα κι΄εγώ σε
κάθε σκαλοπάτι να σε γλυκοφιλώ
Στις σκάλες π΄ αναβαίνεις να μείνη η γόβα σου
και στο κατεβασμά σου η αραβώνα σου
Διαμάντι δακτυλίδι φοράς στο χέρι σου
κι΄ η πέτρα γράφει απάνω θα γίνω ταίρι σου
Μωρή καταραμένη τζαναμπέτισσα
κρασί ρακί δεν ήπια σι΄ είδα και μέθυσα
Έβγα στο παραθύρι κρυφά απ΄ τη μάνα σου
και κάνε πως ποτίζεις την μαντζουράνα σου
Έλα να σε φιλήσω και φίλαμε και συ
κι΄ αν θα το μαρτυρήσω μαρτύρατα και συ
Εσύ κι΄ άλλη μία σε τούτη γειτονιά
π΄ έχεις τα μαύρα μάτια και τα σγουρά μαλλιά.
3.  Μάναμ΄ χθές το βράδυ χτές το δειλινό
πέρασε ένας λεβέντης σαν τον αυγερινό
όταν τον είδα μάναμ΄τον ελυμπίστηκα
μέσα στην καμαρά μου πήγα και κλείστηκα
Και τι του τάζεις μάννα να τον στεφανωθώ
τα δύο σου μαύρα μάτια τον άσπρο σου λαιμό
-
Γαμπρέ μ΄ γιατί είσαι ροϊνος και τ΄ άτιμον ιδρωμένο
τ΄ άτιμου είναι απ΄ τη ταή και γώ είμαι από το δρόμο
Γαμπρέ μου τίθελες εδώ εδώ γαμπρέ μου τι γυρεύεις
το τάμα που μου τάξανε ήρθα για να το πάρω
Γαμπρέ μου καλώς ώρισες γαμπρέ μου καλώς ήρθες
κάτσε να φάς κάτσε να πιής κάτσε να τραγουδήσης
να πης τραγούδια του σεβντά τραγούδια παινεμένα
Γαμπρέ μια χάρη σου ζητώ και θα με υποχρεώσης
τη νύφη που σού δίνουμε να μη τήνε μαλλώσης
-
       Από κει τα δύο συμπεθεριά με προηγούμενο του γαμπρού ξεκινούν για την εκκλησία που γίνεται η στέψη. Όταν τελειώση το μυστήριο οι καλεσμένοι χαιρετούν και ασπάζονται το ζεύγος ευχόμενοι ΄΄να ζήσετε΄΄  ΄΄πολλά παιδιά΄΄
       Ενώ το ζεύγος αντεύχεται ΄΄και στα δικά σας΄΄ ή ΄΄στις χαρές σας΄΄ για τους ανύπαντρους και ανάλογες ευχές στους άλλους. Ύστερα στο προαύλιο της εκκλησίας γίνεται χορός. Πρώτος χορεύει ο κουμπάρος μετά το ανδρόγυνο και το συμπεθεριό της νύφης που τους ΄΄κρατά΄΄ η ίδια. Από κει οι συμπεθέροι του γαμπρού και πολλοί λίγοι της νύφης ξεκινούν τραγουδώντας για το σπίτι του γαμπρού.
       Λίγο προτού φθάσουν στο σπίτι τραγουδούν το παρακάτω τραγούδι:

Για έβγα μάννα του γαμπρού και πεθερά της νύφης
να ιδής τον ακριβό σου γυιό και τη χρυσή σου νύφη
να δής το πώς αϊντήσανε(ταιριάξανε) στην ομορφιά στο μπόϊ
σαν τα κυπαρισσόπουλα που είναι στο περιβόλι.
Έβγα μάννα πάρα πέρα φέρνουνε μια περιστέρα
Έβγα στο παραθύρι να δης τι γίνεται
το αίμα της καρδιάς μου για σένα χύνεται
Νύφη καλορίζικη καλό είν΄ το ριζικό σου
καλό είν΄το τριαντάφυλλο που έχεις στο πλευρό σου
Νύφη μου το φουστάνι σου άγγελοι σού το ράψαν
και στη δεξιά σου τη μεριά το γαμπρό σ΄εγράψαν
Ω Παναγιά μου Δέσποινα με το μονογενή σου
στ΄ αντρόγυνο που γίνηκε να δώσης την ευχή σου

       Όταν το συμπεθεριό φθάσει στην αυλή δίνουν στη νύφη ένα αγόρι (για να κάνη ασερνικά παιδιά) ενώ αυτή του δίνει γλυκά. Ϋστερα ραίνει με μύγδαλα, κουφέτα, ρύζι και λουλούδια (τα αριέματα) δεξιά,αριστερά,μπρος,πίσω και μετά κτυπά το ρόϊδο δηλαδή μ΄ ένα ρόϊδο κτυπά τρείς φορές σταυρωτά το πρεβάζι της πόρτας και τελειώνοντας προσφέρει το ρόϊδο στο πεθερό της και ασπάζεται το χέρι του. Ο πεθερός μελώνει με μέλι και ξεφλουδισμένα μύγδαλα το γαμπρό τον κουμπάρο και τους λίγους συγγενείς της νύφης και μ΄ ένα μεταξωτό μαντήλι τραβά μέσα τη νύφη. (Το ίδιο γίνεται και όταν ο γαμπρός πηγαίνει να πάρη την νύφη).
       Αφού μπή μέσα η νύφη, την παίρνει η πεθερά και μαζί με άλλες γυναίκες πηγαίνουν στο τζάκι και χορεύουν ΄΄τη γωνίτσα΄΄ πατώντας σε κάθε στροφή τη βάση του τζακιού.
Το τραγούδι της ΄΄γωνίτσας΄΄

Δώ σε τούτη τη γωνίτσα, φύτρωσε μια λεμονίτσα
λεμονιά με τα λεμόνια και με τα χρυσά σου κλώνια
Κι΄ άπλωσε κλωνούς και κλώνια και σκέπασε μια γειτονιά
και σκέπασε και μέναμε που μ΄ έχει η μάνναμ΄ ένανε
και σκέπασε και μας τα δύο τ΄ άστρα και τον αυγερινό.

       Όταν τελειώση ο χορός της ΄΄γωνίτσας΄΄ η νύφη βγάζει το νυφικό και φορά το φόρεμα που της έχει κάνει δώρο ο γαμπρός και ΄΄ρίχνει΄΄ τις  ΄΄χάρες΄΄ στους συγγενείς του ανδρός της και στο κουμπάρο , τους κρεμά δηλαδή διάφορα δώρα (πουκάμισα – μαντήλια – φορέματα κ.λ.π.) και βγαίνουν στην αυλή για χορό. Το βράδυ στο σούρουπο το ανδρόγυνο με το κουμπάρο και λίγους συγγενείς πηγαίνουν στο σπίτι της νύφης (στα γνωρίσματα) τους πειμένουν οι συμπεθέροι της νύφης Εκεί τους φιλεύουν καγιανά . Πολλές φορές μέσα στο τιγάνι που ετιμάστηκε ο καγιανάς φυσούν (σαν να φτύνουν) οι συμπεθέροι της νύφης (χωρίς να μπορούμε να εξηγήσουμε τι συμβολίζει η συνήθεια) ευχόμενοι γνωστές ευχές. Αν η νύφη δεν πάη στα γνωρίσματα στο πατρικό της μπορεί να πάη μόνον μετά από οκτώ ημέρες. Από κει γυρίζουν στο σπίτι του γαμπρού για το τραπέζι. Στο τραπέζι γίνεται μεγάλο γλέντι που διαρκεί μέχρι το πρωϊ της Δευτέρας, το ανδρόγυνο δεν επιτρέπεται να κοιμηθή το πρώτο βράδυ. Μετά το φαγητό αρχίζουν το τραγούδι με πρώτο τον πατέρα του γαμπρού που χαιρετά και καλωσορίζει τους καλεσμένους, με το τραγούδι που γράψαμε για το τραπέζι της νύφης ΄΄Φίλοι καλωσορίσατε κ.λ. π.)
      Μετά έπιναν τα ΄΄κουμπάρια΄΄ τώρα το έθιμο έχει καταργηθή . Κατ΄ αυτό με τη σειρά όλοι οι καλεσμένοι έπιναν τρείς κούπες κρασί και εύχοντουσαν τα νιογάμπρια που στέκονταν όρθιοι και ευχαριστούσαν με υπόκλιση εκείνον που έδιδε τις ευχές με τα λόγια.

Πίνω τρία κουπάρια κρασί
Το πρώτο το πίνω στην υγεία του σπιτονοικοκύρη
Γειά του και χαρά του να ζήσουν τα παιδιά του
Το δεύτερο το πίνω στην υγεία των νεονύμφων
Γειά τους και χαρά τους να ζήσουν να γεράσουν
Το τρίτο στην υγεία του κουμπάρου
Γειά του και χαρά του να ζήσουν τα κουμπαριά του
όποιος το πιεί και δεν το ειπή
Μπάτσους κλώτσους και ραβδί
κι΄ έξω από του γαμπού την αυλή

       Και συνεχίζεται το γλέντι με διάφορα τραγούδια μεταξύ των οποίων:

Στην τάβλα που καθώμαστε πρέπει να τραγουδάμε
να τρώμε και να πίνουμε και να γλυκογλεντάμε
Κι΄ ακούτε σεις ανύπανδρες και σεις οι μαυρομάτες
Το Μάη κρασί μη πίνετε κι΄ έξω να κοιμηθήτε
το μάθανε τρία παιδιά και περπατούν τις νύχτες
Σέρνουν ψωμί για τα σκυλιά ,κρέας για τα λιοντάρια
Σέρνουν το Μαγιοβότανο μαγεύουν τα κορίτσια

       Άλλο τραγούδι:
Σ΄ όσους γάμους κιάν επήγα τέτοιο ανδρόγυνο δεν είδα
Είναι η νύφη τρυγονάκι κι΄ ο γαμπρός περιστεράκι
και στης νύφης τη τσεμπέρα άσπρα γράμματα γραμμένα
και στης νύφης τα μαλλιά λαλούν αηδόνια και πουλιά.

       Την επομένη του γάμου επισκέπτονται το ζεύγος στην κρεβατοκάμαρα φίλοι και στενοί συγγενείς με γλυκά (κυρίως τηγανίτες) για να τους ευχηθούν. Την Κυριακή μετά το γάμο το ανδρόγυνο βγαίνει στα ΄΄επιστρόφια΄΄ δηλαδή επισκέπτεται τους συγγενείς οι οποίοι τους χαρίζουν από ένα ζευγάρι κόττες βοηθώντας τους έτσι να δημιουργήσουν το νοικοκυριό τους.
         Θ Α Ν Α Τ Ο Σ,  Π Ε Ν Θ Η,  Μ Ν Η Μ Ο Σ Υ Ν Α: Όταν το λυπητερό κτύπημα της καμπάνας σκορπίσει την θλιβερή είδηση πως κάποιος απ΄ το χωριό πέθανε κάθε κίνηση και κάθε εργασία σταματά. Όλοι τρέχουν να ΄΄συντράμουν΄΄ το σπίτι που εκτύπησε η συμφορά να συλληπηθούν δηλαδή να παρηγορήσουν τους συγγενείς και να βοηθήσουν στις απαραίτητες προετοιμασίες εκδηλώνοντας έτσι την αγάπη τους για τους λυπημένους και αποδίδοντας τιμή στη μνήμη εκείνου που έφυγε.
         Προετοιμασία,νεκρού μοιρολόϊ,εκφορά,ταφή: Πλένουν το πτώμα με κρασί και του φορούν τα ρούχα (νεκρικά) που έχουν από πρίν έτοιμα (όταν πρόκειται για γέρο ή σοβαρά άρρωστο) του βάζουν το σάβανο του δένουν τα πόδια και τα χέρια και το τοποθετούν επάνω σε πόρτα, (έως ότου ετοιμαστή το φέρετρο) βάζουν στα χέρια μία εικόνα και ανάβουν κερί στα πόδια και λυχνάρι στο κεφάλι και το σκεπάζουν με λουλούδια .Το λείψανο ταποθετείται στη σάλα ή σε άλλο ευρύχωρο δωμάτιο και οι γυναίκες παίρνουν θέση γύρω του. Οι στενοί συγγενείς προς το μέρος του κεφαλιού οι χωριανοί συγκεντρώνονται οι άνδρες έρχονται ασπάζονται την εικόνα και ξαναβγαίνουν έξω, οι γυναίκες που φέρνουν μαζί τους λουλούδια κεριά και διάφορα ΄΄δώρα΄΄ (μήλα, μύγδαλα, πορτοκάλια, ρόϊδα) για να στείλουν μ΄ αυτά χαιρετίσματα στους δικούς τους πεθαμένους, τα΄ αφήνουν επάνω στο λείψανο και παίρνουν θάση γύρω του για το μοιρολόϊ. Στο μεταξύ έχει γίνει και η ανάλογη πένθιμη διακόσμηση του σπιτιού. Γυρίζουν τους καθρέπτες ή τους σκεπάζουν με ύφασματα βάζουν μαύρες κορδέλες στο τζακόπανο στο ραφόπανο στο εικονόπανο κ.λ.π. Βράζουν κόλλυβα και ζυμώνουν πρόσφορα και ψωμιά ΄΄τα καρβελάκια΄΄ που μοιράζουν στο νεκροταφείο μετά τον ενταφιασμό τα μοιρολόγια, τα πένθιμα θρηνητικά τραγούδια που αναφέρονται στη κακή μοίρα του πεθαμένου εκφράζουν τον πόνο των συγγενών για το χαμό του αγαπημένου τους την αγωνία για την τύχη της ψυχής του Άδη και την θλίψη για τις συνέπειες του θανάτου είναι ή κλασσικά (συνηθισμένα δηλ. που λέγονται γενικά) ή αυτοσχέδια. Μ΄αυτά τραγουδιούνται οι αρετές ή και τα ελαττώματα του πεθαμένου οι σχέσεις με τα συγγενικά πρόσωπα η ζωή του η εξέλιξη του η κατάντια του, υποβάλονται ερωτήσεις για το τι θα γίνουν τα παιδιά, η γυναίκα , οι γονείς η περιουσία η τέχνη, το κοπάδι και παρέχονται διαβεβαιώσεις ότι θα μείνη εξέχαστος ότι θα βοηθούν τα παιδιά , το σπίτι κ.λ.π. ακόμη ζητιέται συγνώμη για κάποιο μάλλωμα ή δίνεται συγχώρεση για κάποιο φταίξιμο. Το μοιρολόγισμα γίνεται την ημέρα αρχίζοντας απ΄ τα χαράματα τη νύχτα οι γυναίκες δεν μοιρολογούν παραστέκουν το νεκρό με συζήτηση γύρω από τη ζωή του.
        Γράφουμε μερικά μοιρολόγια που λέγονται στο χωριό:
Ώρα καλή στο μπόϊ σου ας είναι ξαπλωμένο
Ώρα καλή στα μάτια σου ας είναι και κλεισμένα
Ώρα καλή στα χέρια σου ας είναι σταυρωμένα
Ξύπνα του μόσχου η μυρωδιά του βαμπακιού ή ασπράδα
Ακόμη δεν εχόρτασες του ύπνου την γλυκάδα
Ξύπνα και μην έραψες το στόμα σου με τέλι
Πρώτα η καρδιά σου μας ήθελε και τώρα δεν μας θέλει
Ξύπνα λυγερό (γεροντικό) κορμί και γνωστικό κεφάλι
Ξύπνα δύο λόγια να μας πής κι΄ αποκοιμήσου πάλι
Στο δρόμο π΄ έπιασες να πας φίδι να συναντήσης
Το σπίτι σου να θυμηθής και πίσω να γυρίσης
Τέσσεροι τοίχοι του σπιτιού σεις π΄ έχετε το θάρρος
Να πήτε (στη γυναίκα μου ή στα παιδάκια μου ) μένα με πήρε ο χάρος
Σε βραγιές βασιλικό θα κόψω ένα δεμάτι
Για να σου στρώσω(όνομα) το βράδυ το κρεβάτι.
Σαν θέλης να ξενιτευτής σήκω δύο ώρες νύχτα
Να μη σε δούνε τα παιδιά και κλαίνε μέρα νύχτα
Για κλάψε με σιγά-σιγά-σιγά-σιγά με πόνον
Και να με κλαίς παντοτεινά όχι τον πρώτο χρόνο
Χρυσή βαρκούλα του γυαλού και που θα πας ν΄ αράξης
Για να σου φέρω τα σκουτιά την Κυριακή να αλλάξης
Βασανισμένο μου κορμί βασανισμένο σώμα
Που σ΄ έφαγε η μαύρη γη τα΄ αραχλιασμένο χώμα
Σήκω τα μάτια τα γλαρά ρίχτα στο μαξιλάρι
Και κοίτα τα κορίτσια σου που τρέμουν σαν το ψάρι
Άνοιξε μπαούλο μου πάρε δύο οκάδες ρόϊδα
Και δώστα στα κορίτσια μου να πούνε μοιλολόγια
Και δώσατε στα ανήψια μου ν΄ ανοίξουνε το μνήμα
Τ΄ ασήμι και το μάλαμα το λυώνουν στο κανάτι
Και το δικό σου τα΄ όνομα έσβησε πιά και εχάθη
Της μοίρας μας της έλεγες ψηλά να σ΄ ανεβάση
Και κείνη ξύλα μάζευε φωτιά για να κάψη
Σαράντα βρύσες με νερό κι΄ εξήντα δυό πηγάδια
Δεν σου την σβήνουν τη φωτιά πούχεις στα φυλλοκάρδια
Άει στο καλό και στη καλή την ώρα
Και ο δρόμος σου να γεμιστή τριαντάφυλλα και ρόδα
Θα σου σαρώσω την αυλή να ρθής να σεργιανίσης
Και τους καλούς γειτόνους μας να γλυκοχαιρετήσης
Στο περιβόλι που θα μπής δεξιά να προσκυνήσης
Να σου χαρίσουν τα κλειδιά να βγής να σεργιανίσης
Στο περιβόλι που θα μπής βιολέτες θα πατήσης
Μη κόψης και τις μυριστής τι θα μας λησμονήσης
Ο χάρος σ΄ αποκοίμησε μεστ΄ άνθη μες΄ τα ρόϊδα
Κι΄ ούτε τα δάκρυα σε ξυπνούν ούτε τα μοιρολόγια
Μια βρυσούλα κινδυνεύει και κοντεύει να πνιγή
Μα δεν κλαίει το πινηγμά της δεν κλαίει που θα πνιγή
Μόνο κλαίει το χωρισμό της που θα μπή στη μαύρη γη
(μόνο κλαίει για τα παιδιά του που δεν θα τα ξαναδή)
Θέλω να πάω στον ουρανό να κάτσω μια βδομάδα
Να βλέπω τα μικρά παιδιά πως κάνουν δίχως μάνα
Να μη με πάρης ουρανέ μη με πλακώσης χώμα
Τον κόσμο δεν το γνώρισα είμαι μικρός ακόμα
Το δρόμο που έπιασες να πας καλό ταξίδι νάχης
Να μη καθήσης σε βουνό ούτε και σε λαγκάδι
Παρά να πας στη δημοσιά εκεί που θάναι κι΄ άλλοι.
--
Βρυσούλα είχα στην πόρτα μου
Κι΄ αυλή μαρμαρωμένη
Είχα κι΄ ενα χρυσό δεντρί
 κι΄ ήμουνα ακουμπισμένη
-
Τώρα η βρύση στέρεψε
Η αυλή ξεμαρμαρώθη
Και κείνο το χρυσό δενδρί
Στη ρίζα ξεριζώθη
-
Στο δρόμο π΄επιασες να πάς
Και κει που πας να κάτσης
Δδεν είναι γλέντι να χαρής
Και χάζι να ξεσκάσης
Εκεί δεν ταξειδεύουνε
Δεν πάνε ταξειδιώτες
Εκεί το λένε μαύρη γη
Αραχλιασμένο χώμα
Που τρώει νιούς που τρώει νιές
Κορμιά βασανισμένα
Κι΄ αρνιούνται οι μάννες τα παιδιά
Και τα παιδιά τις μάννες
Αρνιούνται και τ΄ ανδρόγυνα
Τα πολυαγαπημένα
-
Έξω σελώνουν τ΄ άλογο έξω το πεταλώνουν
Βάζουν τα πέταλα χρυσά και τα καρφιά ασημένια
Και τα καληγοστήρια τους χρυσά μαλαματένια
Κράτει μαννούλα τ΄ άλογο κράτει να καβαλλήσω
Και φέρε τα παιδάκια μου να τ΄ αποχαιρετήσω
(ή δώσμου το χεράκι σου να σ΄ αποχαιρετήσω)
-
Εγώ το βουνό ετρύπησα με της ελιάς το φύλλο
Γιά να βρώ άνθρωπο πιστό τα δώρα να σου στείλω
Να στείλω μήλω σέπεται κυδώνι μαραχιάζει
Να στείλω χρυσομάντηλο με δάκρυα γεμισμένο
Είναι τα δάκρυα καφτερά και θα σου ρθή καϋμένο
-
Μαστόροι καλομάστοροι και μαρμαροχτιστάδες
Φέρτε να φτιάστε μνήματα μιάς νέας το κυβούρι
Είτε στενό είτε πλατύ είτε πολύ μεγάλο
Να συκώνεται να νύβεται να πέφτη να κοιμάται
Και στη δεξιά της τη μεριά ν΄ αφήστε παραθύρι
 να μπαινοβγαίνη το πουλί να πάη το χαμπέρι
Γιατί είναι η κόρη νιόπαντρη
Κι΄ έχει λεβέντη ταίρι.
-
Σήμερα είναι τα βουνά θολά και στέκουν μαραμένα
Μήπως αγέρας τα κτύπά μήπως βροχή τα δέρνει
Μήτε αγέρας τα κτυπά μήτε βροχή τα δέρνει
Ο χάρος εξαγνάντησε από ψηλά ραχούλα
Φέρνει και τα μικρά παιδιά στο άλογο καβάλλα
Οι γέροι τον παρακαλούν οι νέοι του μιλάνε
Να σταματήσης σε χωριό να σταματάς σε βρύση
Να ποιούν οι γέροντες νερό οι νέοι να λιθαρίσουν
Και κείνα τα μικρά παιδιά λουλούδια να μαζέψουν
Δεν σταματάω σε χωριό δεν σταματώ σε βρύση
Γνωρίζουν οι μάννες τα παιδιά και τα παιδιά τις μάννες
Γνωρίζονται τ΄ αντρόγυνα τα πολυαγαπημένα
-
Ανάθεμα ποιός φύτευε φωλιά στον κάτω  κόσμο
Κρεμάει ο χάρος τα σπαθιά και τα χρυσά μαντήλια
Με τα σπαθιά γελάει ο χάρος τα παιδιά με τα μαντήλια τα κορίτσια
Γελάει τους γεροντότερος με της μηλιάς τα μήλα
-
Ο χάρος τ΄ αποφάσισε να φτιάξη περιβόλι
Απ΄ τη δική μας τη σειριά απ΄ το δικό μας σόϊ
Το όργωσε το μάντρωσε και θέλει να φυτέψη
Παίρνει τις νιές γιά λεμονιές τους νιούς γιά κυπαρίσσια
Παίρνει και τα μικρά παιδιά βασιλικό στη γλάστρα
-
Όσα φτερά και πούπουλα σούρνει η μαύρη κόττα
Τόσες φορές θακαρτερώ απ΄ έξω από την πόρτα
Όσα φτερά και πούπουλα σούρνει το περιστέρι
Τόσες φορές θα καρτερώ γιά νάρθη στο τραπέζι
Όσα φτερά και πούπουλα σούρνει το σπουργίτι
Τόσες φορές θα καρτερώ να ξαναρθής στο σπίτι
Όσα φτερά και πούπουλα σούρνει το χελιδόνι
Τόσες φορές θα καρτερώ απ΄έξω στο μπαλκόνι
-
Όπου δεις δύο κυπαρίσσια και στη μέση δύο σμυρτιές
Εκεί μέσα είμαι θαμμένος νάρθης μάννα μ΄ να με κλαις
Πρόσεξε τα δακρυά σου μη μου κάψεις τις συρτιές
Είμαι νέος ο καϋμένος και τις θέλω δροσερές
-
Σ΄ όλο τον κόσμο ξαστεριά σ΄ όλο τον κόσμο ήλιος
Και στη δική σου την αυλή πολλοί είναι μαζεμένοι
Μήπως βαφτίσια κάνουνε μήπως πατρολογάνε
Μήτε βαπτίσια κάνουνε μήτε παντρολογάνε
Ο (τάδε) πέθανε και τον μοιρολογάνε

      Οι άνδρες ετοιμάζουν το φέρετρο και ανοίγουν τον τάφο τα παλιά κόκκαλα τα πλένουν με κρασί και τα βάζουν σε άσπρη σακκούλα που τοποθετούνε επάνω στο φέρετρο όταν γίνεται ο ενταφιασμός. Η εκφορά και ταφή του νεκρού: το φέρετρο το σηκώνουν οι συγγενείς και όταν όταν βγαίνουν απ΄ το σπίτι σπάζουν ένα κεραμύδι που είχαν τοποθετήσει κάτω από το φέρετρο, αυτό γίνεται γιά να σπάση το κακό δηλαδή να μη συμβεί παρόμοιο κακό στο σπίτι. Το φέρετρο οδηγείται στην εκκλησία και από κεί στο νεκροταφείο γιά ενταφιασμό. Κοντά στο νεκρό βάζουν ωρισμένα αντικείμενα ανάλογα με τις ιδιοτητές του και τις αδυναμίες του. Όπως εάν ήταν μπεκρής ένα μπουκάλι με κρασί που θα πιούν αυτοί που θ΄ ανοίξουν το μνήμα όταν χρειαστή γιά να ταφή άλλος απ΄ την ίδια  οικογένεια) . Αν ήταν εργατικός πολύ , ένα εργαλείο γεωργικό, αν ήταν φυλάργυρος χρήματα και σε άλλες περιπτώσεις βιβλίο, εργόχειρο κ.λ.π. Εάν ο νεκρός είναι ξένος (σώγαμπρος από ξένο χωριό ή νύφη) βάζουν χρήματα γιά να αγοράση τον τόπο.
       Μετά τον ενταφιασμό στο σπίτι σερβίρουν ζεστή σούπα , καφέ κ.λ.π. Γιά λίγες μέρες μετά το θάνατο επισκέπτονται το λυπημένο σπίτι οι συγγενείς οι φίλοι  οι γείτονες με φαγητό και κρασί στην ΄΄παρηγοριά΄΄. Η παρηγοριά έχει σκοπό να μη μένουν μόνοι οι λυπημένοι να ξεχνούν με τη συζήτηση το πόνο τους και να τρώνε με την παρέα των δικών τους. Στη παρηγοριά πηγένουν συνήθως δύο μόνον από κάθε σπιτι.
       Π Ε Ν Θ Η: Το σπίτι μένει πένθιμα διακοσμημένο γιά αρκετό καιρό, επάνω απ΄την εξώπορτα βάζουν ένα μαύρο ύφασμα με τα αρχικά του πεθαμένου. Δεν ψήνουν αρνί το πάσχα και δεν φτιάχνουν γλυκά. Οι γυναίκες μαυροφορούν επί ένα χρόνο ή και περισσότερο (οι χείρες δεν βγάζουν ποτέ τα μαύρα ) οι κοπέλλες φορούν μόνο μαύρο μαντήλι γιά σαράντα ημέρες ανάλογα βέβαια με τη συγγένεια και την ηλικία του αποθανόντος. Οι άνδρες (παιδιά ή γονείς ή αδέλφια) μένουν αξύριστοι και φορούν πένθος στο πέτο, στο μανίκι και οι γέροι επάνω στο καπέλλο (τργιάσκα ή σκούφο) όσοι φορούν. Τα παιδιά δεν λένε τα κάλαντα και δεν ντύνονται μασκαράδες τις απόκριες . Μνημόσυνα γίνονται τα κοινά τριήμερα , εννιάμερα ,σαρανταήμερα στο εξάμηνο και στο χρόνο από την ημέρα του θανάτου. Ακόμα ετοιμάζουν κόλλυβα και πρόσφορο το ψυχοσάββατα, κάθε επέτειο του θανάτου και την ημέρα της εορτής του. Κατά την ίδια ημ΄ρα δέχονται τους φίλους γιά το συγχώριο.

ΕΘΙΜΑ   ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ   ΖΩΗΣ
        Ο Ι Κ Ι Α Κ Α: Κατά την θεμελίωση του σπιτιού σφάζουν έναν κόκκορα ή άλλο ζώο που ματώνουν το θεμέλιο και την πρώτη πέτρα. Ακόμα τοποθετούν στις τέσσερες γωνιές του σπιτιού μπουκαλάκι με ΄΄μικρό αγιασμό΄΄ που έγινε ειδικά γιά την θεμελίωση. Παλιότερα έθαβαν ένα νεογέννητο σκυλάκι ΄΄κουτάβι΄΄ στη γωνιά του σπιτιού γιά να μην ΄΄κολλά κακό στο σπίτι΄΄ . Όταν τελειώνη το κτίσιμο βάζουν επάνω στο  τοίχο ένα ξύλινο σταυρό και ένα στεφάνι από λουλούδια της εποχής και κρεμούν μαντήλια, τοποία πέρνουν σαν δώρο οι κτίστες . Όταν το σπίτι είναι έτοιμο γιά να κατηκήσουν μετά τον αγιασμό γράφουν με κατράμι (πίσσα) πίσω στη πόρτα ένα σταυρό και κρεμούν ένα πέταλο ζώου.
       Την Πρωτοχρονιά μιά γυναίκα από κάθε σπίτι σηκώνεται πολύ πρωϊ πηγαίνει στο πηγάδι να πάρη ΄΄το αμίλητο νερό΄΄ πηγαίνει χωρίς να μιλήση να χαιρετήση κανένα, νύβεται μ΄ αυτό και γυρίζει στο σπίτι, ραντίζει μ΄ενα κλαράκι από κυπαρίσσι όλους τους άλλους του σπιτιού και εύχεται τα χρόνια πολλά με υγεία και ευτυχία να περάσουμε το νέο έτος. Ακόμα μαζεύει χορτάρια που ρίχνει στις κόττες . Το μεσημέρι προτού φάνε κυλούν στο πάτωμα την βασιλόπιττα τρείς φορές και άν πέση ίσια σημαίνει πως θα πάη καλά η χρονιά ή αντίθετα. Η βασιλ΄΄οπιττα έχει επάνω σημάδια που συμβολίζουν, το σπίτι και την οικογ΄ρνεια, τα ζώα ,το κοπάδι, τις κόττες, τον καρπό, τ΄ αμπέλια και τα χωράφια. Σ΄όποιο κομμάτι απ΄ αυτά πέσει ο παράς σημαίνει πως θάχη ευτυχία την καινούργια χρονιά. Την Κυριακή της Τυρυνής μετά το φαγητό παίρνουν όλοι θέση γύρο από το τζάκι ΄΄τη γωνιά΄΄ που καίει πλούσια φωτιά κάθε μέλος της οικογενείας βάζει μέσα στην ΄΄χόβολη΄΄ (αθρακιά και στάχτη) ένα αυγό έτσι ώστε το μισό να είναι έξω και να φαίνεται, ο πατέρας βάζει και ένα του σπιτιού. Παρακολουθούν τ΄ αυγά που ψήνονται. Εκείνου που θα ιδρώση θα πάη γιά όλη τη χρονιά η υγεία και όλες οι άλλες δουλειές του καλά , το αντίθετο συμβαίνει γιά τους άλλους. Εάν το το αυγό του σπιτιού ΄΄ιδρώση΄΄ σημαίνει ότι το σπίτι θα πάη καλά και παρηγοριούνται, όσοι απογοητεύτηκαν από το δικό τους. Μετά τρώγουν καθ΄ ένας το δικό του και πετούν τα τσόφλια στο δρόμο ήστην αυλή της γειτόννισας. Την Καθαρά Δευτέρας καθαρίζουν το τζάκι και πετούν συμβολικά (διότι έφυγε ο χειμώνας και ήρθε η άνοιξη) την στάχτη σττο δρόμο.
         Στο σερβίρισμα του φαγητού πρώτος και την καλύτερη μερίδα θα πάρη ο πατέρας και θ΄αρχίση πρώτος κάνοντας το σημείο του σταυρού. Την πλάτη από το σφαχτό του πάσχα την τρώγει ο αρχηγός της οικογενείας (πατέρας ή παππούς).
         Η νύφη που έρχεται από ξένο χωριό την πρώτη ημέρα που θα πάη στο πηγάδι συνοδευομένη από την πεθερά της ρίχνουν τον ΄΄παρά΄΄ δηλαδή ασημώνει το πηγάδι ρίχνοντας μέσα ένα κέρμα.
         Τα παιδιά το βράδυ όταν πρόκειται να πάνε να κοιμηθούν μετά την προσευχή ασπάζονται το χέρι των μεγάλων του σπιτιού , το ίδιο γίνεται και όταν θα πάνε να κοινωνήσουν.
         Ε Θ Ι Μ Α   Α Γ Ρ Ο Τ Ι Κ Η Σ  Ζ Ω Η Σ: Όταν αρχίζη η σπορά την πρώτη ημέρα που θα βγούν στο σπόρο σηκόνονται πολύ πρωϊ (για να αποφύγουν τη συνάντηση με ‘αλλο χωρικό) φορτώνουν το σπόρο και τα εργαλεία και πηγαίνουν στο χωράφι. Μαζί τους πέρνουν δύο ρόϊδα , σταφίδες, μύγδαλα και καρύδια με τα οποία θα φιλέψουν τον πρώτο που θα τους καλημερίση στο χωράφι. Τα κουλουράκια ζυμωμένα από το πρώτο αλεύρι της προηγούμενης σοδιάς που τάχα κρεμασμένα στο εικονοστάσι τα δίνουν στα ζώα μόλις τα ζέψουν γιά να αρχίσουν το όργωμα.Μέσα στο σπόρο που θα σπείρουν ρίχνουν ρίχνουν και το ΄΄διαβασμένο΄΄ αυτόν δηλαδή που είχαν πάει του Σταυρού (14 Σεπτεμβρίου)στην εκκλησία γιά να διαβαστή.Σταυροκοπούνται και αρχίζουν τη δουλειά . Ο χαιρετισμός της ημέρας του σπαρτού αντικαθίσταται με τις ευχές ΄΄καλά μρερικέτια΄΄  ΄΄καλή σοδιά΄΄  ΄΄και με κουλούρες΄΄ δηλ. Με γάμο στο σπίτι. Παλιότερα έμεναν αξύριστοι κατά την διάρκεια του σπαρτού γιά να μη κόψη ο σπόρος στο χωράφι γιά να φυτρώση σαν τα γένια. Ο θερισμός και λόγω της φύσεως της δουλειάς και γιατί είναι μεγάλη ημέρα και κάνει ζέστη θωρείται πολύ κοπιαστική εργασία. Ο θεριστής πρέπει να βρίσκεται σε υπερένταση για να έχη απόδοση. Γι΄ αυτό τον λόγο και γιά να μη νυστάζουν αστειέυονται πειράζοντας ο ένας τον άλλο μέχρι εκνευρισμούκαι πίνουν πολύ κρασί.
Παλιότερα όποιος δεν έσπερνε γύριζε τις εργατιές και κερνούσε διάφορα ποτά (μαστίχα ούζο)και μάζευε με αυτό τον τρόπο σιτάρι εξασφαλίζοντας έτσι το ψωμί της χρονιάς του. Ο αλωνισμός γίνεται με αλωνιστικές μηχανές. Πρίν λίγα χρόνια γινόταν στ΄αλώνια με τα ζώα και τα ντουγένια. Τα ζώα άρχιζαν και τελείωναν το αλώνισμα ερχόμενα γύρο από δεξιά. Όταν τελείωνε το αλώνισμα εγύριζαν τα ντουγένια ανάποδα με τα λεπίδια προς τα πάνω και έφερναν έτσι τα ζώα τρεις γύρους. Ύστερα έκαναν στο ΄΄ λιώμα΄΄ ένα σταυρό και το μάζευαν σωρό γιά να λιχνίσουν . Στο σωρό με το λιχνισμένο καρπό έκαναν πάλι σταυρό και έχωναν στη κορφή ένα καρπολόγι. Ανάλογα με το ύψος του σωρού προσπαθούσαν να υπολογίσουν το βάρος του. Ύστερα το μετρούσαν με τα κουβέλια (δοχεία ειδικά) και το μετέφεραν στο σπίτι . Οι συνηθισμένες ευχές στον αλωνισμό: ΄΄χίλια μόδια΄΄  ΄΄χίλια κουβέλια΄΄ ΄΄καλοφαγωμένο΄΄ ΄΄με κουλούρες΄΄.
        Ε Θ Ι Μ Α   Π Ο Ι Μ Ε Ν Ι Κ Η Σ   Ζ Ω Η Σ: Την πρωτοχρονιά πριν καλά ξημερώσει ξεκινά από το σπίτι στο χωριό κάποιος άνδρας ή γυναίκα (συχνότερα γυναίκα ,γιά να γεννούν ζώα θηλυκά) με τη βασιλόπιττα , τα γλυκά, το φαγητό, το κρασί ,πορτοκάλια, σύκα ,μήλα, ρόίδια κι΄ ένα κανάτι με αμίλητο νερό και πηγαίνει στο εξωμάντρι(πομενική καλύβα) . Εκεί ραντίζει με τ΄ αμίλητο νερό τα μαντριά τα ζώα και σκορπά μέσα φρούτα και ασημώνει τσοπάνηδες και τους εύχεται χρόνια πολλά.
       Το σημάδεμα των ζώων:  γιά να διακρίνωνται τα ζώα του ενός από του άλλου τσοπάνη τα σημαδεύουν, αφαιρούν δηλ. Ένα κομμάτι απ΄ αυτί κατά χαρακτηριστικό και ιδιόμορφο τρόπο ο καθένας και τα αποκόματα τα πετούν ή σε ποτάμι με την ευχή ωσάν το ποτάμι να τρέχη η στάνη ή μυρμηγκοφωλιά με την ευχή ν΄ αυξάνουν σαν τα μυρμήγκια.
        Κατά το κούρεμα των προβάτων την άνοιξη γίνεται γλέντι. Όσοι δεν έχουν πρόβατα επισκέπτονται τη στάνη, βοηθούν τον τσοπάνη και μετά τρώνε το σφαχτό που έχει ετοιμάσει.
       Το πάσχα οι τσοπάνηδες κρατούν όλο το γάλα το πήζουν γιαούρτι και το στέλνουν σε οικογένειες που δεν έχουν πρόβατα. Αυτοί τους ευχαριστούν και τους προσφέρουν ένα αυγό και κουλούρι.
       Χαρακτηριστικό στιγμιότυπο της ποιμενικής ζωής του χωριού είναι το κυνήγι του λύκου. Όταν σε μιά περιοχή εμφανίζονταν λύκος ή τσακάλι (ενεφανίσθη και προ τριετίας) και έκανε ζημιά σε κάποιο κοπάδι ξεσηκώνονταν όλο το χωριό με κωδωνοκρουσίες και συναγερμό γιά νασκωτώση το λύκο. Οι άνδρες χωρίζονταν σε δύο ομάδες η μιά αποτελείτο από αυτους που είχαν τουφέκι και οι οποίοι έστηναν στα περάσματα ενέδρα ή το καρτέρι. Οι άλλοι έβγαιναν ΄΄Παγάνα΄΄ κύκλωναν όλο το βουνό και με τροκάδια, φωνές, τραγούδια και πυροβολισμούς αραιούς προσπαθούν να φοβήσουν τον λύκο να εγκαταλείψη την κρυψώνα του και να πέση επάνω στην ενέδρα. Όταν τον σκότωναν γινόταν σωστό παηγύρι. Εγύριζαν το πτώμα του ζώου στις γειτονιές και σι΄ εκείνον που τον σκότωσε έδιναν αυγά ή χρήματα. Το βράδυ γλεντούσαν στην αγορά με νταούλια και πίπιζες μέχρι το πρωϊ πανηγυρίζοντας την μεγάλη επιτυχία.
            Ε Θ Ι Μ Α   Θ Ρ Η Σ Κ Ε Υ Τ Ι Κ Η Σ   Ζ Ω Η Σ: Μετο μεγάλο αγιασμό των ζώων γεμίζουν ένα μπουκαλάκι, το οποίο κρεμούν στο εικονοστάσι και ραντίζουν μ΄ ένα κλαράκι το στάβλο, το μαντρί , τα αμπάρια με τους καρπούς , τα χωράφια και τ΄ αμπέλια. Κατά την εορτή του ευαγγελισμού που γίνεται σε εξωκλήσι που βρίσκεται Ν.Δ. του χωριού οι τσοπάνηδες  της περιοχής αφιερώνουν ένα ζώο το δένουν στην πόρτα της εκκλησίας από πολύ πρωϊ . Το μεγάλο Σάββατο το βράδυ πριν τα μεσάνυχτα ανάβουν στην αυλή της εκκλησίας φωτιά που τη λένε ΄΄καλολόγο΄΄  Το απόγευμα της Κυριακής του πάσχα όλο το χωριό συγκετρώνεται στ΄ αλώνια (πλατεία προ του Σχολείου) γιά την αγάπη. Εκεί όταν φθάση η εικόνα στα αλώνια όλοι ψέλνουν το Χριστός Ανέστη και καίνε τον Ιούδα (ομοίωμα ανθρώπου που ανατινάσσεται με δυναμίτη), μεταφέρουν δε την εικόνα της Παναγιάς με λιτανεία. Την εικόνα την μεταφέρει όποιος καταβάλλει ένα ορισμένο χρηματικό ποσό στην εκκλησιαστική επιτροπή. Μετά την λειτουργία της αγάπης σχηματίζουν δύο κύκλους ένα κάθε φύλο και χαιρετιούνται ευχόμενοι ΄΄Χριστός Ανέστη΄΄ και ανταλάσουν το φιλί της αγάπης.
         Ύστερα γίνεται χορός που αρχίζει πάντα με το παρακάτω τραγούδι ΄΄Σήμερα Χριστός Ανέστη κ.λ.π.΄΄ Μετά το χωρό γίνονται πρόχειροι αγώνες που πέρνουν μέρος οι νέοι του χωριού με αγωνίσματα λιθάρι,πήδημα, και πολλές φορές και πάλεμα.
         Την νύχτα της παραμονής των Χριστουγένων αφήνουν στο τζάκι να καίη όλη τη νύχτα ένα μεγάλο ξύλο γιατί περιμένουν πως θάρθη η Παναγιά να γεννήση. Τα ψυχος΄σββατα μαζί με τα κόλλυβα πηγαίνουν στην εκκλησία ένα ταγάρι με καρβελάκια (προσκομίδια) ένα ταψί με φάβα και ένα μπουκάλι με κρασί και τρώνε καθισμένοι στο πεζούλι της εκκλησίας και συγχωρούν τις ψυχές . Ταδέρματα των σφαχτών του πάσχα προσφέρονται στην εκκλησία. Την Κυριακή των βαϊων τα βάγια τα πηγαίνουν στην εκκλησία όσοι παντρεύτηκαν αυτή τη χρονιά.
           Α Λ Λ Α   Ε Θ Ι Μ Α:  Το βράδυ της τελευταίας ημέρας του Φλεβάρη παιδιά με τσοκάνια στα χέρια χωρισμένα σε ομάδες γυρίζουν στους δρόμους του χωριού κτυπώντας τα τσοκάνια και φωνάζοντας ομαδικά: ΄΄Έξω ψύλλοι ποντικοί, μέσα μάρτης και χαρά ΄΄  Με αυτό εκδηλώνουν τη χαρά τους γιά την αποχώρηση του χειμώνα που είναι αρκετά βαρύς στο χωριό και υποδέχονται την άνοιξη που θάρθη χαρούμενη με τον Μάρτη. Οι γρηούλες που περιμένουν στις αυλές να δούν τα παιδιά τα προσκαλούν να χτυπήσουν τα τροκάνια και να φωνάξουν και μέσα στην αυλή και το σπίτι γιατί έτσι πιστεύουν πως θα φύγουν οι ψύλλοι και οι ποντικοί. Του Αγιανιού του Ρηγανά (24 Ιουνίου0 οι κοπέλλες πηγαίνουν στο πηγάδι και ρίχνουν τον καθρέπτη ελπίζοντας πως θα δούν τον άνδρα που θα παντευτούν, την ίδια ημέρα βγάζουν έξω γιά να τα δή ο ήλιος τα ρούχα της προίκας.
         Την καθαρά Δευτέρα πολλοί δεν τρώνε τίποτε την ημέρα και τρώνε το βράδυ το αλμυρό κουλούρι (που το έχουν ζυμώσει ειδικά με πολύ αλάτι ) το βράδυ πιστεύουν πως θα δούν σε όνειρο αυτόν ή αυτή που θα παντευτούν.
           Π Α Ι Χ Ν Ι Δ Ι Α   Κ Α Ι   Α Γ Ω Ν Ι Σ Μ Α Τ Α: Αναφέρουμε ονομαστικώς τα παιχνίδια και τα αγωνίσματα του χωριού. Κρυφτό, Τσάρα είδος κυνηγητού, Εφτάπετρο, Μπρυκάκι, Ντόκα, Κορπανιά, Ζύμη, Τριανταένα, Κυρά Μαρία, Ένα λεπτό κρεμμύδι, τυφλόμυγα ή κουκουβάγια, πούσαι πουλάκι εδώ είναι γεράκι, τα κουλούρια, φούρνος, λαγουδάκια, κολοκυθιά, κουτσό, βότσαλα τα κουκιά, μέλισσα, Λιά χαρχαλιά, Πινακωτή, Μαξιλάρι, ο παπάς ο ηγούμενος, το πριόνι, ο λύκος και τ΄αρνί, Μλέξιμο, ο Μανώλης. Αγωνίσματα, τρέξιμο, Πήδημα, Λιθάρι, Πάλεμα.

ΙΙΙ.    Π Ν Ε Υ Μ Α Τ Ι Κ Η    Ζ Ω Η
Θ Ρ Η Σ Κ Ε Ι Α: Στη ζωή των κατοίκων του Στεφανίου που είναι καθαρά αγροτική και ποιμενική βρίσκομε ότι η θρησκευτικότητα είναι στοιχείο της ζωής τους. Κρατιούνται στέρεα μαζί της και την θεωρούν πολύτιμη πλευρά της ζώής τους. Η τέτοια θρησκευτικότητα γεννιέται από το συναίσθημα ότι εξαρτούνται από μια ανώτερη δύναμη και βρίσκονται στη διαδεσή τους μ΄ όσους κόπους και φροντίδες κι΄ αν καταβάλουν. Είναι το συναίσθημα της παντοδυναμίας που φανερώνεται στα φυσικά φαινόμενα που μπροστά της νοιώθει κανείς τη μικρότητα και την αδυναμία του. Αυτό το συναίσθημα φέρνει στους χωρικούς , μ΄ όλες τις ανθρώπινες αδυναμίες που τους επηρεάζουν την ιδέα του μεγάλου του μεγαλείου του θεού. Ευκολότερα νοιώθουμε την θρησκευτικότητα των χωρικών αν την δούμε κάτω από το πρίσμα της σχέσεως του χωρικού με το χωράφι. Στο χωράφι και τις άλλες ασχολίες του ζεί ολόκληρη την την εξαρτησή του  από δυνάμεις που είναι στη δική του εξουσία και που μπορούν να καταστρέψουν ολόκληρη την επιτυχία της εργασίας του. Νοιώθει στην εξάρτηση αυτή έντονα την ύπαρξη του θεού που δημιούργησε τον ουρανό και τη γή που διευθύνη τον καιρό, τις βροχές, τους ανέμους. Νοιώθει τον θεό παντοδύναμο, Μπροστά του μικραίνει και φοβάται είναι αναμφισβήτητο πως ο φόβος αποτελεί σημαντικό μέρος της θρησκευτικοτητάς του. Γι΄ αυτό πιστεύει πως ο θεός πρέπει να εξευμενίται με προσευχάς και εκκλησιασμούς. Η προσευχή του κάθε φορά είναι παράκληση στο θεό να στείλη καλό καιρό, να προφυλάξη, τη περιουσία του και να τον σώση από αρρώστιες και αφορίες . Παρ΄ όλα όμως αυτά είναι καθόλου συνεπείς προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το θεϊκό της χριστιανικής θρησκείας , γιατί η θρησκευτικότητά του δεν έχει βαθύ περιεχόμενο και μέσα τους δεν καίει η φλόγα της αληθινής πίστης. Στην εκκλησία ιδιαίτερα οι άνδρες πλήν εξαιρέσεων πηγαίνουν παρά μόνον στις πολύ μεγάλες γιορτές και τότε για να εκπληρώσουν κοινωνικές και όχι θρησκευτικές υποχρεώσεις. Ακατανόητη τους είναι ακόμη η χριστιανική ιδιότητα της αγάπης και της εξυπηρετήσεως του άλλου και του συνόλου. Τη θρησκευτική ζωή τους τη χαρακτηρίζουν ρηχές μόνον εξωτερικές συνήθειες ,σταυροκόπημα πρωί και βράδυ, πριν και το φαγητό, στο χτύπημα της καμπάνας , στο πέρασμα από την εκκλησία ,στην αρχή της σποράς του θερισμού ή άλλης εργασίας ,μετάληψη των αχράντων μυστηρίων και αργία τις μεγάλες γιορτές.
      Π Ρ Ο Λ Η Ψ Ε Ι Σ   Δ Ε Ι Σ Ι Δ Α Ι Μ Ο Ν Ι Ε Σ  Σ Υ Ν Η Θ Ε Ι Ε Σ:
      Οι δεισιδαιμονίες που άλλοτε είσαν συνυφασμένες με όλη τους ζωντάνια με τη ζωή των χωρικών σ΄ όλες τις εκδηλώσεις τους στη δουλειά στις γιορτές , στο φαγητό, στη φιλοξενία και στη θρησκεία αρχίζουν σιγά-σιγά να σβύνουν και οι παλιές συνήθειες να παραμελούνται γιατί θεωρούνται ΄΄κατάλοιπα΄΄ παλιών ειδωλολοτρικών δοξασιών. Τις συναντάμε ακόμα στους συντηρητικούς ή σ΄ αυτούς που χωρίς να πιστεύουν στη μαγεία τους τις τηρούν γιατί έτσι τις βρήκαν από τους πατεράδες τους. Την πρώτη ημέρα που θα βγούν στο σπόρο σηκώνονται πολύ πρωί για να αποφύγουν τη συνάντηση. Αν συναντήσουν κάποιον που θεωρείται ΄΄γρουσούζης΄΄ ή που δεν έχει καλό ΄΄ποδαρικό΄΄ γυρίζουν πίσω αναβάλλοντας την άλλη μέρα.
        Οι κυνηγοί αποδίδουν πολλές φορές την ατυχία τους στο ότι συνάντησαν ΄΄γρουσούζι΄΄.
        Κατά την περίοδο του σπαρτού δεν ζεσταίνουν στη φωτιά (καψαλίζουν) το ψωμί για να μην κόψη ο σπόρος.
       Ο ξένος δεν επιτρέπεται να μαζέψη την πετσέτα του μετά το φαγητό γιατί πιστεύουν δεν θ΄ αξιωθή πάλι της φιλοξενίας τους. Τα ψίχουλα από το τραπέζι δεν πρέπει να τα πατούν ούτε να τα σκορπίζουν γιατί σκορπίζει το νοικοκυριό. Ο ξένος ή ο γείτονας πρέπει να μπή στο σπίτι και να βγή από την ίδια πόρτα για να μη χαλάση το προξενιό ή για να έχη καλό τέλος μια τρέχουσα υπόθεση. Εάν βρούν φίδι στο σπίτι δεν το σκοτώνουν γιατί πιστεύουν πως είναι η τύχη του σπιτιού.
       Τη νύχτα ή αν λείπη σε ταξίδι ο πατέρας δεν σκουπίζουν το σπίτι. Την νύχτα δεν δανείζουν τίποτα απ΄ από το σπίτι. Κυρίως ψωμί, λάδι, κρασί, αλεύρι, προζύμι, και την κλεισάρα. Αν κατ΄ ανάγκη δανείσουν το τυλίγουν σε πετσέτα για να η το δούν τα΄ αστέρια. Το πρώτο καρβέλι της ζυμωσιάς δεν το  δανείζουν και γι΄ αυτό και το σημαδεύουν. Από το κομμάτι του ψωμιού που δανείζουν κρατούν ένα κομμάτι μικρό. Όταν ουρλίση σκύλος πιστεύουν πως στη γειτονιά κάποιος θα πεθάνει. Στο κρεβάτι της λεχώνας βάζουν ένα ψαλλίδι ένα μαχαίρι και μυτάρια για να μη πάθη κακό. Η λεχώνα δεν πρέπει να μιλά την νύχτα γι΄ αυτό ειδοποιεί τους άλλους σκουτώντας τους μ΄ ένα ξύλο. Στο νεογέννητο παιδί για ν΄ μη το κάψουν οι μοίρες βάζουν στο στρώμα του κλειδιά και όταν το πλένουν τρείς μέρες μετά τη γέννηση ρίχνουν στο νερό ένα αυγό γι΄ να ασπρίση το παιδι. Την πρώτη μέρα μετά το γάμο η πεθερά δίνει της νύφης να γνέση  ,άσπρο μαλλί για να ζήση τ΄ ανδρόγυνο και να γεράση. Κατά την ταφή αν ο νεκρός δεν έχει βαπτίσει παιδί σ΄ όλη του τη ζωή αδειάζουν μέσα στο μνήμα το λάδι ενός καντηλιού.
         Π Ρ Ο Γ Ν Ω Σ Η  Κ Α Ι Ρ Ο Υ : (Αστρολογία-μετεωρογία-σημάδια). Ο χωρικός μέσα στη φύση προσέχει τις καιρικές μεταβολές γιατί από εκεί εξαρτάται η επιτυχία της εργασίας του. Από τη φορά και τη μορφή των νεφών ,από τον αέρα, από τις εκδηλώσεις και τις κινήσεις των ζώων και από άλλα σημάδια μαθαίνει να γνωρίζη και να προβλέπη τον καιρό και να κανονίζη τη δουλειά του. Γ΄ αυτά οι χωρικοί συχνά μιλούν μεταξύ και έχουν διατυπώσει τις παρατηρήσεις τους σ΄ ένα πλήθος από κανόνες και αξιώματα που μεταδίδονται από γενιά σε γενιά. Ειδικώτεροι θεωρούνται οι τσοπάνηδες γιατί ζουν συνέχεια στο ύπαιθρο.
      Εάν ΄΄ανταρώση΄΄ (συνεφιάσει) και πάσει ομίχλη στο ΄΄χελιώτικο βουνό΄΄ Αραχναίο νότια του χωριού ή αν αστράψη στη ΄΄Ραχοκαρυά΄΄ ύψωμα που βρίσκεται Β.Δ. του χωριού θα βράξη. Το ίδιο θα γίνη αν η γάτα πλένεται και κοιτά προς νότον.
      Εάν τρεμοσβύνουν τ΄ αστέρια και αν κόβεται κανένα (διάττων) ή αν κατά την δύση του ηλίου ο ουρανός ψωτισθή με χαρακτηριστικά κόκκινα χρώματα θα έχει αέρα. Εάν τσογκρίονται (κτυπιούνται τα πρόβατα μεταξύ τους ή αν τρώνε λαίμαργα στο λειβάδι επακολουθήση βαρυχειμονιά.
          Μ Α Ν Τ Ι Κ Η: Πιστεύουν ιδιαίτερα οι γέροντες πως μπορούν από ωρισμένα σημάδια να μαντέψουν γεγονότα που θα συμβούν. Πολύ διαδεδομένη είναι η οστεομαντεία. Πολλοί ξέρουν και διαβάζουν τα γραμμένα στο κόκκαλο της πλάτης και αναφέρουν πως παλιότερα μάντεψαν διαβάζοντας την πλάτη ορισμένα γεγονότα.
Χαρακτηριστικά κάποιος μάντεψε την πτώση του Μπιζανίου και το είπε στους χωρικούς πριν ακόμα έλθει η επίσημη είδηση. Υπάρχει και μια μορφή σπλαχνομαντείας.Πιστεύουν πως μπορούν να μαντεψουν, εξτάοντες τη σλήνα του γουρουνιού, τι παιδί θα γεννήση μια γυναίκα για τη οποία εδιαφέονται. Για να προβλέψουν το ίδιο κάνουν το εξής: Όταν τελειώση η ύφανση του πανιού στον αργαλειό το σίδερο που συγκρατείται το νήμα στο ΄΄αντί΄΄ και που το λένε ΄΄γκάρδιο΄΄  πεύτει κάτω αφού τελεώνει το νήμα. Τότε η υφάντα τα παίρνει και με κλεισμένα τα μάτια βγαίνει έξω το πετά κάτω και ανοίγει τα μάτια. Αν δη άντρα σημαίνει πως η γυναίκα για την οποία (μελετά) θα γεννήση αγόρι ή αντιθέτως.
          Λ Α Ι Κ Η    Ι Α Τ Ρ Ι Κ Η: Διαδεδομένη και σε χρήση ήταν η Λαϊκή ιατρική πριν λίγα χρόνια στο χωριό και σε τούτο συνέβαλλε ΄έλλειψη επιστήμονα γιατρού και η έλλειψη συγκοινωνίας. Έτσι οι πάσχοντες και οι τραυματίες εύρισκαν ανακούφιση από τις πρακτικές γνώσεις των ειδικών και από τα γιατροσόφια τους (συνταγές όχι πάντοτε ανόητες και επιβλαβείς) που συνοδεύονταν συχνά από ξόρκια. Σήμερα η κατάσταση έχει αλλάξει, η δωρεάν ιατρική περίθαλψη από τον αγροτικό γιατρό η συγκοινωνία με την Κόρινθο και η άνοδος της πολιτιστικής στάθμης του λαού έχουν δημιουργήσει διαφορετικές συνθήκες και ο χωρικός δεν εμπιστεύται πλέον άροστο παιδί του ή των δικών του στα χέρια των αμαθών αλλά αισθάνεται την ανάγκη να επισκευασθή τον γιατρό να ζητάση την συμβολή του και να πάρη τα φάρμακα που θα υποδείξη αυτός. Σε πολλές όμως περιπτώσεις και όταν γνωρίζουν πως δεν διατρέχουν άμεσον κίνδυνο κάνουν χρήση των πρακτικών γνώσεων και των πρακτικών φαρμάκων. Το σπασμένο χέρι ή πόδι το έφτιαχνε ο ειδικός και τόδενε με καλάμια και έμπλαστρο από βαμπάκι ούζο, μαστίχα και αυγό. Στο κτύπημα (μολλωπισμό) έβαζαν κρεμμύδι βρασμένο με ζάχαρι. Τις αμυγδαλές τις έσπαζαν αφαιρώντας το πύον με το δάκτυλο που είχαν βρέξη σε νερό και είχαν αλείψη με στάχτη. Στον αφαλό νεογέννητου για να θρέψη η πληγή έβαζαν ΄΄σκρούμπο΄΄ κάφτρα από καμένο μάλλινο ύφασμα . Εάν τους δάγκονε φίδι έσφαζαν ένα μαύρο σφαχτό και βύθιζαν το δαγκωμένο μέλος στο στομάχι του ζώου μ΄ όλες τις ακαθαρσίες. Μετά το δάγκωμα του σκορπιού που είναι πολύ οδυνηρό πίστευαν πως ανακουφίζονταν από τον πόνο αν σκότωναν τον σκορπιό και με το πτώμα του έτριβαν τη δαγκωματιά ή βουτούσαν το δαγκωμένο μέλος μέσα σε γάλα. Το τραύμα το έκαιγαν με άπλυτο μαλί που βουτούσαν με λάδι λέγοντας τρείς φορές το ΄΄Ξόρκι΄΄

Τρία αδέλφια καλαδέλφια πάνε σ΄ ένα δρόμο καλοδρόμο
Κι΄ ανταμώσουν το Χριστό τη Παναγία Παρθένα
-         Που πάτε ρε καλά παιδιά κ΄ αδέλφια καλαδέλφια
-         Πάμε στα πέρα τα βουνά να βρούμε τα΄ βοτάνι για τη λαβοματιά
-         Γυρίστε πίσω ρε παιδιά κι΄ αδέλφια καλαδέλφια
και τώρα άπλυτο μαλλί και της ελιάς το λάδι
και καυτερό να γιατρευτή.

         Τις λειχήνες τις επαλείφουν με υγρό από ένα χορτάρι που το λένε ΄΄σφερδούκλι΄΄ Για να σταματήση το αίμα από λαβωματιά βάζουν κομμένο καπνό ή κρασόψωμο, ψύχα ψωμιού βουτηγμένη στο κρασί. Ποτίζουν τα μικρά παιδιά που έχουν κοιλιακούς πόνους με ΄΄ρεβέντι΄΄ ένα χορτάρι που μοιάζει με ράπανο και που έχουν λιάσει στον ήλιο και το διατηρούν. Αντί πούνδρας χρησιμοποιούσαν σκόνη από σάπιο ξύλο ή χρώμα που έξυναν από τα χείλια του φούρνου. Για παθήσεις των νεφρούν πίνουν αφέψημα από ένα χορτάρι που λέγεται ΄΄Βέγκι΄΄ Για την αλλαγή πληγής από κάψιμο χρησιμοποιούν ασβεστόνερο με λάδι με το οποίο επαλείφουν την πληγή, βάζοντας επάνω κι΄ χορτάρι που το λένε ΄΄αυτιά του παπά΄΄ .Γιά την δερματική πάθηση των νεφρών (κυοφίτις) χρησιμοποιούν το μαπόφυλλο που βάζουν επάνω στο πάσχον σημείο.

Δ Η Μ Ο Τ Ι Κ Α   Τ Ρ Α Γ Ο Υ Δ Ι Α
         Το τραγούδι αυτό το τραγουδούν και χορεύουν το απόγευμα της Λαμπρής στην αγάπη.
Σήμερα Χριστός Ανέστη - μες τους ουρανούς ευρέθη
Σήμερα και οι παπάδες -με κεριά και με λαμπάδες
Σήμερα και οι παντρεμένες -στέκονται καμαρωμένες
Σήμερα και τα κορίτσια –στέκονται σαν κυπαρίσσια
Σήμερα τα παλληκάρια-στέκονται σαν λιοντάρια
Σήμαρα κι΄ οι καλογέροι- με τη σκούφια τους στο χέρι

       Το τραγούδι το τραγουδούν του Άη-Γιωργιού στο εξωκκλήσι που πηγαίνουν και λειτουργούν.
Τουρκόπουλο αγάπησε μια κόρη Ρωμιοπούλα
Κι΄ εκείνη δεν τον ήθελε άντρα να τονε πάρη
Στο Άγιο Γιώργη έτρεξε στον Άγιο Γιώργη πάει
-Βρ΄ Άγιε μου Γιώργη συριανέ μεγάλο είν΄ το  ονομά σου
Να με γλυτώσης σήμερα απ΄ των Τουρκών τα χέρια
Τάζω οκάδες το κερί και μπούρδες το λιβάνι
Και δύο βουβαλοτόμαρα κι΄ αυτά γεμάτα λάδι
Κι΄ ανοίξανα τα μάρμαρα και η κόρη μπήκε μέσα
Φτάνει και το τουρκόπουλο μπροστά στο Άγιο Γιώργη
-Βρ΄ Άγιε μου Γιώργη Συριανέ χρυσέ μου καβαλλάρη
Τη κόρη που μου έκρυψες να μου την φανερώσης
Σ΄ αβάπφτιστο στη χάρη σου θα βάνω τονομά σου
Κι΄ ανοίξανε τα μάρμαρα κι΄ η κόρη βγήκε έξω
Την πήρε το τουρκόπουλο και χίλια μίλια πάνε

      Άλλα τραγούδια που μας είπαν γερόντισσες του χωριού και που τα γράφουμε με κάθε επιφύλαξη για ότι αφορά τον ποιητή τους και την εντοπιότητα .
(Γεωργία χήρα Βασιλείου Γκρούτση-Γεβέντενα ή γριά Γαλ….(!) . Σοφία χήρα Γεωργίου Καραντούνια – γριά Μπέλμπο . Βασίλειος Α. Σελιώτης – Φέκας ή Κουτς..(!). Κων/να Γεωρ. Παρασκευά – Κώτσιο)

Ξημέρωσε η ανατολή-και φώτισε η φύση
Παν τα πουλάκια στη βοσκή- κι΄ όμορφες στη βρύση
Παίρνω και γω το άτι μου – και πά να το ποτίσω
Βρίσκω μια κόρη κ΄ έπλενε και μοσχοσαπουνούσε
Λίγο νερό της γύρεψα να πιώ και γώ και τα΄ άτι
Σαράντα τάσια μούδωσε και στα σαρανταπέντε
Βλέπω την κόρη να δρακρή να βαρυαναστενάζη
-Τι έχεις κόρη που δακρείς και βαρυαναστενάζεις
-Άντρα έχω στη ξεητειά άντρα έχω στα ξένα
Άλλοι μου λέν πως πέθανε και άλλοι μου λεν πως θάρθη
-Αλήθεια κόρη πέθανε αλήθεια κόρη εχάθη
Εγώ τα μάτια τούκλεισα του δάνεισα πανί
-Σαν του εδάνεισες πανί θα σου το ξεπληρώσω
Και σαν τοι δάνεισες φιλί εγώ θα σου το δώσω
-----------------
Το βλέπεις κείνο το βουνό το πέρα και το δώθε
Στο πέρα βόσκουν πρόβατα και κείθε βάσκουν γίδια
Κι΄ ανάμεσα στα δύο βουνά κλίμα έχω φυτεμένα
Κάνει σταφύλια ροζακιά και το κρασί μοσχάτο
Όποιος το κόψει κόβεται όποιος το πιή πεθαίνει
Να τότρωγε η μανούλα μου να μη με είχε εμένα
Κι΄ αν μ΄ έκανε τι με θελε που μ΄έχει τι με θέλει
Εγώ στα ξένα περπατώ στα ξένα παραδέρνω
Ξένοι μου πλένουν τα σκουτιά ξένοι μου τα μπαλώνουν
Τα πλένουν  μια τα πλένουν δυό τη Τρίτη τα πετάνε
Πάρε ξένε τα ρούχα σου πάρε και τα σκουτιά σου
Εδώ νερό δεν βρίσκεται σαπούνι δε πουλιέται
Βάζω το δάκρυ μου νερό το φτύσμα μου σαπούνι
Κι΄ η άχνα της καρδούλας μου ήλιος να τα στεγνώση.
------------------
1.Πολλές νυχτιές περπάτησα
Μ΄ ένα όμορφο κορίτσι
Να τη φιλήσω ντρέπομαι
Να της το πω φοβάμαι
2.Φιλώ την κόρη μια φορά
Φιλώ τη κόρη δύο
Πάνω στο τρίτο φίλημα
Ελήθη τα΄ αλογό μου
3.Σύρε κόρη μ΄ για τα΄΄λογο
Σύρε για το τουφέκι
Λύκος να φάη τα΄ άλογο
Να σπάση το τουφέκι
---------------
Μες΄ τον Άγιο Λιά στη ράχη κάθεται ο Μαντάς και γράφει
Με φανάρια με λυχνάρια με σαράντα παλληκάρια
Πάει η Θανάσω να περάση βρίσκει το Μαντά που γράφει
-Πέρασε και μη φοβάσαι και δικό μου ταίρι θάσαι
Ότι μούχεις καμωμένα στο χαρτί τόχω γραμμένο
Στο χαρτι και στο δεφτέρι και στο παχουλό σου χέρι
----------------
Παπαδοπούλα του παπά πές μας ποιόν αγαπάς καλά ποιόν αγαπάς καλύτερα
Τον άντρα μ΄ αγαπώ καλά τον φίλο μου καλύτερα
Βράζω τ΄ ανδρός μου τραχανά του φίλου μου φτιάχνω παγιανά
Ο άνδρας να γίνη μάρμαρο ο φίλος μου τριαντάφυλλο
Για να πατώ το μάρμαρο να φθάνω το τριαντάφυλλο
-----------------
Εγώ είμαι η βλάχα η παινεμένη
Εγώ είμαι η βλάχα η ξακουστή
Που γυρίζω στα βουνά ξενητεμένη
Σαν τη τρυγώνα που δεν θάλει να πιαστή
-----------------
Έχω Βασίλειο το ερημολαγκάδι
Και για πατερά μου τα΄ αρνάκια τα γλυκά
Και γυρίζω απ΄το  βουνό το βράδυ
Και κοιμάμαι στ΄ καλύβα μου γλυκά – γλυκά
----------------------
Τσοπάνης εροβόλαγε από ψηλή ραχούλα
Φέρνει τα΄ πρόβατα μπροστά και τά βετούλια πίσω
Τσελιγκοπούλα έπλενε σε κρυσταλλένια βρύση
Τσοπάνη κράτει τα πρόβατα κράτησε και τα γίδια
Μη μου θολώσουν το νερό μη μου το κουρνιαχτίσουν
Κ΄ είναι λευκά τα ρούχα μου λευκά και τα πανιά μου
---------------------
Τρείς καλές γειτόνισσες κι΄ άλλες τρείς αρχόντισσες
Ψαροκόκκαλο βαστούνε στη ταβέρνα πα΄να πιούνε
Ταβερνιάρη-Ταβερνιάρη ρίξε μας ένα κατοστάρι
Μη το ρίχνεις στο γυαλί γιατί είν΄η δίψα μας πολλή
Παρά ρίχτο στο λαγήνι,όσο πιώ και τα΄ άλλο άς μείνη.

Σ Τ Ι Χ Α Κ Ι Α (στιχιά κατά την τοπική έκφραση)

Θαυμάζω με τον ουρανό
Πως στ΄ςκει δίχως στύλο
Θαυμάζω με τις έμορφες
Που δεν με πιάνουν φίλο
-------------------
Μ΄ αρνήθηκες που ν΄ αρνηθής
Μα συ θα μετανοιώσης
Σ΄ άλλα χεράκια θα με δής
Σαν κερί θα λιώσης
---------------------
Ανάθεμα στη μάννα σου
Που σ΄ έστειλε στο γάμο
Και σ΄ είδανε τα μάτια μου
Και ζάπι δεν τα κάνω
--------------------------
Άνοιχτη φουστανέλλα σου
Και μέτρα τα λοξάρια
Εγώ καλά σε διάλεξα
Μες΄στ΄ άλλα παλληκάρια
----------------------------
Γυρίζω τριγυρίζω-Γυρίζω τριγυρίζω
στη χαμοκέλα σου  μες΄τα χαλάσματα
Για τά ματα
  μεσ----------------ν δ  να καλέσω θέλω- για να χαλάσω θέλω
Τη θυγατέρα σου- τ΄αρραβωνιάσματα
----------------------------
Πέρα μεριά τη θάλασσα
Αμπέλι θα φυτέψω
Και καβαλλάρης θα γενώ
Να μπώ να το κλαδέψω
-----------------------
Πες της τα λόγια πες της τα
Που να καή η καρδιά της
Πέστης π΄ αρραβωνιάστηκα
Κοντά στη γειτονιά της
-----------------------
Ανάθεμα τη μάννα σου
Τη γρηά τη ζαρωμένη
Που δεν σ΄ αφήνει να σε δώ
Μια ώρα στολισμένη
------------------------
Άνοιχτη τη φουστανέλλα σου
Και κάντηνε μια τέντα
Να μαζευτούν οι όμορφες
Να κάνουνε κουβέντα
------------------------
      Γ Λ Ω Σ Α: (ιδιωματισμοί – τρόποι εκφράσεως – συνηθισμένες φράσεις και λέξεις): Οι Στεφανιώτες ομιλούν την Ελληνικήν γλώσσα, απηλλαγμένη από άμεσες επιδράσεις ξένων γλωσσών και της Αρβανίτικης.
       Στη προφορά τους διακρίνεται το εξής: μετατρέπουν το (κ) σε (τσ) είτε βρίσκεται στην αρχή της λέξεως είτε στην κατάληξη. Όπως λ.χ. και=τσε  παιδάκι=παιδάτσι, Μπρίκι=Μπίτσι, σκυλί=στσυλί, καιρός=τσαιρός, κεριά=τσεριά, κει πέρα = τσει πέρα, κυπαρίσσι = τσιπαρίσι.
         Την κατάληξη (σθη) ή (σθ΄κα) ή (στηκα) την προφέρουν αφαιρώντας το (σ)  π.χ. χαλάθηκα, ετοιμάθηκε, γελαθήκαμε, σκεπαθήκατε. Όταν χρησιμοποιούν την πρόθεση εις με άρθρο (εις την ή εις το στην ή προφέρουν μόνο το άρθρο π.χ. θα πάω την ΄΄Αθήνα΄΄ . Ήμουνα το Άργος , πήγα τη(ν) Κόρινθο,  ήταν τη(ν) Κλένια.
        Σαν ιδιωματισμός διακρίνονται και η μετατροπή πολλών ουδετέρων σε αρσενικά ιδίως στην αιτιατική πτώση. Π.χ. τον ούζο, τον (πιστεύω),  τον υπόγειο. Τον αίμα, τον στόμα κ.λ.π.
       Ομιλούν για αρσενικά σε τρίτο πρόσωπο χρησιμοποιώντας αντωνυμίες αντί του αρσενικού χρησιμοποιούν τα ουδέτερα των αντωνυμιών ,εκείνος, αυτός π.χ. εκείνο ήρθε, αυτά έσκαβαν, τούτο φώναζε,  βοηθησέτο κ.λ.π. Παραθέτουμε συνηθισμένες τοπικές λέξεις και φράσεις.
Αράχλα = μούχλα,  αράχλιασσε = μούχλιασε
Γέρνω = αφήνω τα ζώα ελεύθερα να βοσκήσουν στις πλαγιές
Τσαγκαδεύω = θηλάζω τα μικρά αρνιά
Ψαχνίζουν = αρχίζουν να στεγνώνουν
Θα καπνίση = θα τις φάς
Όγοιος = όποιος
Μποδάω = προφυλάσσω το λειβάδι
Κολώνω = αλλάζω κατεύθυνση στο κοπάδι
Κατσαφάρα = ομίχλι
Κατσικάρης = ο ανατολικός άνεμος
Θα τον μλέξω = κάπου θα τον  πετύχω ή κάπου θα τον βρώ 
Θα σε μελάξω = κάπου θα συναντηθούμε
Πηγαίνω σκουτέλια μαγκάνια = τρέχω πολύ γρήγορα με κίνδυνο να πιαστώ
Ερχόταν βελάνι = ερχόταν πολύ γρήγορα
Αντζειά = σκεύη, κατσαρόλες, καρδάρες
Σκουτέλα = Σκουτιέρα  , πιατέλα

          Ο Ν Ο Μ Α Τ Α: (επίθετα): Παραθέτουμε τα επίθετα των πιο παλιών οικογενειών του χωριού. Βλάχος – Γκρούτσης – Ζούζας – Καραντούνιας – Κατσίγιαννης – Καφαντάρης – Μαντζαγρής – Μιχαλούρος – Μπαλάφας – Μπινιάρης- Μπούρας – Παπαντωνίου – Παρασκευάς – Πάστρας – Πούλος – Σελιώτης – Ριζόγιαννης – Ρούτσιος.
Ά λ λ α   ε π ί θ ε τ α: Γιαννημάρας – Παπαδόπουλος – Παπαϊωάννου – Σιαμούρης.
Ονοματοθεσίες: Στραγγολίμνα, Μάρθα, Κανατάς, Κεραμυδούλι, Κρανιδάς, Λουπουνιά, Κολόντερος, Λαγκάδα, Βόλες, Φούρνος, Μάθι, Ζέρβα, Παγώνα, Κούτρουλος, Μεγαμνός, Μπούρα ράχη, Μαράλη, Καρούμπαλος, Βασιλάκου πέταλο, Αϊτόβουνο, Πεντάλωνα, Ραχοκαριά, λιθαρόστρουγκα, Καμάρι, Δαφνιάς, Φοραδιά.
           Παροιμίες – παροιμιώδεις φράσεις: Το φαί κάνει φαρί και το ντύμα παλληκάρι. Φύσα γριά το μονοδαύλι, και δεν ανάβει. Γριά μεσοχείμωνο ξυλάγκουρο γυρεύει. Ο μαύρος μας εχάθηκε η σεμπριά πάει. Του ζουρλού η φωτιά ανάβει στη κορφιά (κορυφή). Για τη κ…. ψάξε για γαμπρό για την άσχημη είναι πίσω από την πόρτα. Όποιος κλαίει χωριό ή μοναστήρι τα μάτια του χαλάει. Είναι νόμος ,είναι νόμος. Τέτζερη καπακωμένη ξέρεις τι φαί έχει μέσα; Άς λείψουν τα πιπέρια σου να δω τα μαγεριά σου. Κεφάλια και από φέσια στο παζάρι όσα θέλεις. Θέλει κι΄ ό μουρλός μας καφέ και τόρνιο γλέντι.
          Α Ι Ν Ι Γ Μ Α ΤΑ: Έχω μια ψηλή αδελφή έχει δόντι στην κορφή (αδράχτι). Ανάμεσα σε διό βουνά μια κόρη σιάζεται (η ψείρα). Ένα δεμάτι κάψαλα στο βράχο φυτρωμένο (τα γένια). Ψηλός – ψηλός καλόγερος και μ΄ ένα μάτι βλέπει (ο φουγάρος) . Από κάτω σαν πεσκήρι, από πάνω σαν σκαφίδι και στη μέση σαν προζύμι (η χελώνα). Χίλιοι – μίλιοι πάνε , ένας τους αιχμαλώτισε τονομά τους άλλαξε και πίσω τους γύρισε (το σιτάρι στο μύλο). Ο μπάρμπας μου ο ζωναράς σαράντα ζώνες ζώνεται κι΄ απ΄έξω την κάπα του (το κρεμμύδι). Άσπρο άλογο κόκκινος καβαλάρης (το ποτήρι με το κρασί). Ομικρός δεν μεγαλώνει και ο μεγάλος δεν γερνά (ο βράχος). Πέφτη κάτω ο τρίποδας καβαλά ο μαύρος (η σιδεροστιά με το τσουκάλι). Εκκλησίτσα θολωτή ένας στύλος την κρατεί (το μανητάρι) . Τραβούν την αντερούλα μου σκούζι η δημητρούλα μου (η καμπάνα) Το κεφάλι του χτυπιέται το κορμί του θάβεται (το καρφί).
           Ε Υ Χ Ε Σ: Χώμα να πιάσης, μάλαμα να γίνεται. Του Αβραάμ τα καλά ν΄ αποκτήσης. Στο καλό να πάς, γαλήνη στα νερά σου. Ο θεός μαζί σου. Τα χρόνια μου να πάρης. Να τη χαίρεσε (τη γιορτή). Να ζήσης σαν τα ψηλά βουνά. Καλώς το δέχτης, Καλορίζικο, να ζήση να το χαίρεσαι.
          Κ Α Τ Α Ρ Ε Σ:  Κακόγλωσσε, το κακό σπυρί να βγάλης στη γλώσσα. Στο ξυλοκρέβατο να λιώσης. Μάλαμα να πιάνης στάχτη να γίνεται. Σκουλήκια να πιάσης στο σώμα σου. Το γάλα που σε βύζενα, λικόπια (πληγές) στο σώμα σου. Μαύρη βολιά να σε βαρήση. Θεοκατάρατο, κουρμπάνι να σε φέρουνε. Στάχτη και μπαρούτι να γίνης. Στ…..να ακούσω. Να μη σώσης να γυρίσης.
           Χ Α Ι Ρ Ε Τ Ι Σ Μ Ο Ι – Π Ρ Ο Π Ο Σ Ε Ι Σ: Καλό βράδυ. Καλό ξημέρωμα, καλή αντάμωση. Αύριο με το καλό. Βοηθειά η σημερινή. Κι΄ από Χρόνου. Καλά μπερικέτια. Καλό φαγωμένο. Καλά κρασιά. Να ζήση τόνομα. Στις χαρές σας. Χαρούμενα. Γειά του που κερνάει. Ο Ρ Κ Ο Ι:  Να μου βγάλη ο θεός τα μάτια. Στο γάλα της μητέρας μου. Στο λόγο της τιμής μου. Στα κόκκαλα της μητέρας μου. Να γυρίσης στρίγκλα. Να μου κόψη ο θεός τη γλώσσα . Στο κρασί που πίνω. Να μην σώσω. Να μη με βρή η γιορτή μου.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ
      Οι πρώτοι κάτοικοι του χωριού ήσαν Τσοπάνηδες που εγκαταστάθηκαν στο σημείο που βρίσκεται σήμερα για δυό κυρίως λόγους  α) γιατί είναι το έδαφος στεγανό (αστράγγιο) και θέση υπήνεμη.  Β) για να αποφεύγουν τις επιδρομές των Τούρκων από τα κοντινά χωριά του κάμπου της Αργολίδος. Η εγκατάσταση πρέπει να έγινε κατά τον 17ον αιώνα και τούτο το συμπεραίνουμε από το γεγονός ότι οι κάτοικοι δεν μιλούσαν και δεν μιλούν ποτέ τα Αρβανίτικα που μιλούν όλα τα χωριά που βρίσκονται στο κάμπο του Άργους πράγμα που σημαίνει ότι στο Στεφάνι δεν εγκαταστάθηκαν Τουρκαλβανοί.
       Ακόμα από την εκκλησία του χωριού αφιερωμένη στην κοίμηση της θεοτόκου και η οποία ακτίσθη επί Μητροπολίτου Κορινθίας Νοταρά γύρω στον 18ον αιώνα. Από παραδόσεις πιστεύεται ότι οι πρώτες οικογένειες που εγκαταστάθηκαν εδώ είναι οι Πάστρας , Πούλος και Καραντούνιας και τούτο φαίνεται από την τάξη των χωραφιών και των βοσκοτόπων (θέση, έκταση, μοίρασμα) Στη θέση Δαφνιάς υπάρχει παλαιά εκκλησία η Αγία Τριάδα που είναι ιδιοκτησία της οικογένειας Καραντούνια. Από την επίσημη ιστορία δεν είναι εξακριβωμένο αν το χωριό έλαβε ενεργό μέρος στην Επανάσταση του 1821 πιστεύουμε δε πως παρά το γεγονός ότι οι κάτοικοι πιστεύουν πως οι προγονοί τους έλαβαν μέρος στη Μάχη του Αγιονοριού (κλεισούρα) 28 Ιουλίου 1822 ότι μόνο ελάχιστοι μπορεί να πολέμησαν και εβοήθησαν εις τον αγώνα μόνο υλικώς με προσφορές τροφών και άλλων ειδών.
       Μετά το 1821 κάτοικοι του Στεφανιού κατέβηκαν και εγκαταστάθηκαν στο χωριό Άγιο Βασίλι και Κοντόσταβλο (Αρχαία Κλεωναί) γι΄ αυτό στα χωριά υπάρχουν ίδια επίθετα. Νοτιοδυτικά του χωριού στη θέση Κρανιδάς που απέχει 2,5 χιλιόμετρα από το χωριό διασώζονται ερείπεια παλιάς μεγάλης πόλεως (ναοί , μνήματα, βάσεις οικιών, υδραγωγεία, βρύσες) που μαρτυρούν ότι η περιοχή κατοικείτο πριν από 3 έως 6 αιώνες και η οποία άγνωστο για ποιους λόγους κατεστράφη και εγκαταλείφθη. Κατά παράδοση πολλοί κάτοικοι του Κρανιδά ………………………………………………………………………………………….Β.Δ. του χωριού στο δρόμο προς το Χαρβάτι (αρβανίτικο όνομα του χωριού που βρίσκεται κοντά στις Μυκήνες και κοντά στην εκκλησία Ευαγγελίστρια είναι το Κεφαλάρι (ονομάζεται έτσι και η πηγή και το ρέμα) που πιθανόν να είναι το ρέμα ΄΄Αστερίων΄΄ ! Εκεί υπάρχουν ερείπεια κάστρου που φαίνεται να είναι Μυκηναϊκό και είχε σκοπό να φυλάσση τη πηγή από την οποία υδρεύετο η πόλη των Μυκηνών τα πανάρχαια χρόνια. Ακόμα διασώζονται τμήματα αρχαίου υδραγωγείου. Εκεί κοντά υπάρχουν ίχνη που μαρτυρούν ότι ήταν παλιά λατομείο και υπάρχει εκδοχή να είχαν πάρει από κει τις πέτρες που είναι χτισμένα τα Μυκηναϊκά τείχη και χτίρια ακόμη σε πολλά σημεία φαίνεται δρόμος που διακρίνονται καθαρά ίχνη διαβάσεως σιδερένιων τροχών αμαξών πάνω στις πέτρες. Από το γεγονός αυτό υποστηρίζουμε με πολλή επιφυλακτικότητα όπως διαλύθηκε το κράτος των Μυκηνών ή πολλοί κάτοικοι ήλθαν προς το Στεφάνι και ίδρυσαν την πόλη της οποίας τα ίχνη υπάρχουν στη θέση Κρανιδά με την ίδια επιφυλακτικότητα μπορούμε να υποστηρίξουμε πως οι μερικοί κάτοικοι του χωριού είναι απόγονοι των Αρχαίων Μυκηναίων.
       Νότια του χωριού σώζονται τα ερείπεια μοναστηρίου και εκκλησία Άγιος Ταξιάρχης η οποία κατά τους κατοίκους είναι χτισμένη προ χιλίων περίπου ετών με σπάνιες Αγιογραφίες , πολύ κοντά υπάρχει η σπηλιά του Μακαρίου στην οποία κατά την παράδοση ασκήτευψε κάποιος μοναχός Μακάριος . Λίγο πιο πάνω βρίσκεται το μοναστήρι που πριν περίπου μισό αιώνα ευρίσκετο σε μεγάλη ακμή και που σήμερα είναι μετόχι της μονής Οσίου Παταπίου στα γεράνεια (Μακρυπλάγι)

Η ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ
       Για την προέλευση της ονομασίας του χωριού υπάρχουν πολλές εκδοχές. Παραθέτουμε μερικές με πρώτη την επικρατέστερη και πλέον πιθανή. Η ονομασία Στεφάνι προήλθε από την λέξη ΄΄στεφανάκια΄΄ που σημαίνει στην ονοματολογία των τσοπάνηδων πλαγιά που συγκρατείται στη βάση της με βράχια σε ημικυκλική διάταξη. Σ΄ αυτά μένουν τα κοπάδια τις ώρες που δεν βόσκουν όταν είναι λάσπες. Στεφανάκια υπάρχουν σε πολλές τοποθεσίες με τα τρία χαρακτηριστικά στα ριζά του λόφου που βρίσκεται το χωριό. Απ΄ αυτό λοιπόν και από τις καθημερινές εκφράσεις πήγα στα στεφανάκια μένω στα στεφανάκια κ.λ.π. ονομάστηκε το χωριό Στεφάνι. Άλλες εκδοχές  α) Τα όρια της περιφερείας του χωριού είναι κορφές λόφων που σχηματίζουν ένα μεγάλο κύκλο (στεφάνι)  β) Στα παλιά χρόνια εγίνονταν αγώνες με τα γειτονικά χωριά . Επειδή σ΄ αυτούς Στεφανιώτες εκέρδιζαν τις περισσότερες πρώτες νίκες έπερνα το στεφάνι δηλαδή ονομάστηκε το χωριό Στεφάνι. γ) Επειδή το χωριό βρίσκεται σε τέτοιο σημείο στο λόφο και μειάζει σαν Στεφάνι στο βουνό.
            Π Α Ρ Α Δ Ο Σ Η: Ο Αναστάσιος Κατσαφάρας επειδή οι Τούρκοι είχαν αρπάξει 2.000 περίπου γιδοπρόβατα από τη Μονή της Φανερωμένης και τα είχαν πάει στα ριζώματα του Ακροκορίνθου για να φάνε πήρε απόφαση να τα φέρη πίσω. Κατέβηκε λοιπόν στο χωριό Σολωμό καλύφθηκε με αγκάθια και έρποντας έφθασε μέχρι τα ριζά του κάστρου. Με τέχνη ξέκοψε γύρω στα 700 ζώα και τα αγρίεψε με μαντήλι του κεφαλιού που το κουνούσε γρήγορα και τάφερε πάλι στη μονή ο ίδιος ονομάστηκε αργότερα Μπαλάφας (λένε ότι άλλαξαν το όνομα οι γύφτοι και οι απόγονοι της οικογενείας ονομάζονται Μπαλφαίοι και Γυφτομπαλαφαίοι. Μετά την απελευθέρωση από τους τους Τούρκους γέρος πιά επήγε στο Ναύπλιο και παρακάλεσε τον Βασιλιά Όθωνα να ανακαλέσει το διάταγμα για την διάλυση της μονής του Αγίου Δημητρίου και χάρις στις παρακλήσεις του η μονή διεσώθη. Γι΄ το κατορθωμά του αυτό μνημονεύεται στο δίπτυχο και των δύο μαναστηρίων.
       2. Κατά την Επανάσταση πάνω στη Νυφίτσα ήσαν μερικοί Στεφανιώτες βοσκοί. Επ΄ κεί πέρασαν 2-3 Τούρκοι στρατιώτες που είχαν ξεφύγει από το τουρκικό σώμα. Οι βοσκοί τους επιτέθηκαν με τα χοντρά ραβδιά τους και αρπάζοντας τις μαχαίρες τους καθάρισαν . Από τότε οι οικογένεια των βοσκών ονομάστηκε Μαχαίρα  και μένει σήμερα στον Άγιο Βασίλη.
      3. Γνωστός καπετάνιος κατά τους χρόνους της επαναστάσεως ήταν ο Χρήστος Πάστρας. Αυτός μαζύ με άλλους Στεφανιώτες έκλεψαν γίδες από του Πασσιά που τα έκρυψε στη θέση Τζέρο στις Λίμνες. Οι άλλοι συνένοχοι πήγαν να τα πάρουν και βρήκαν εκεί τη Μάννα του Πάστρα που δεν δέκτηκε κουβέντα για διανομή των γιδιών. Ο Πάστρας που έλειπε εξαγνάντησε σε μια ράχη και μόλις τους είδε τους φώναξε ΄΄Τι γυρεύτε ορέ: Σαλιγκάρια μαζεύετε και στη προσπαθειά του να τους φέρει αντίσταση τον εσκότωσαν. Αργότερα από τη Διοίκηση εδόθη το Δίπλωμα του καπετάνιου για το νεκρό πλέον Πάστρα ενώ απόσπασμα ετιμώρισε τους φονιάδες.
      4. Άξιο μνείας το εξής χαρακτηριστικό που δίχνει το θάρρος και την αποφασιστικότητα των κατοίκων. Κατά τη διάρκεια της Γερμανο-ιταλικής κατοχής μια ομάδα ιταλών πήγε στο χωριό για πλιάτσικο. Οι κάτοικοι εξαγριώθηκαν και αφού συνενοήθηκαν επετέθηκαν αιφνιδιαστικά  άοπλοι στους έκπληκτους ιταλούς τους οποίους αφόπλισαν και δεν επέτρεψαν να λεηλατήσουν το χωριό.
----------------------------------------------
                                                               ΜΙΧΑΗΛ  ΜΙΧ.  ΙΑΤΡΟΥ
                                                               ΔΑΣΚΑΛΟΣ
                                                              2/Θ  ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ
                                                              ΣΤΕΦΑΝΙΟΥ – ΚΟΡΙΝΘΙΑΣ
                                                        1965 

--------------------------------------------------------------------------------------------------------

“Καί χορό τριγύρω σου θα στήσουν
Με βιολιά καί με ζουρνάδες
γύφτοι, Εβραίοι, αράπηδες, πασάδες
καί τα γόνατά τους θα λυγίσουν οι τρανοί σου
καί θα γίνουν των ραγιάδων οι ραγιάδες”
Κωστής Παλαμάς

===========================================
Φωτογραγία Γ. Σεφέρη από την Μακρινή μας (!) Κύπρο

(Στεφανιώτες νομίζετε ότι δεν θα φάμε πέτρες τουλάχιστον σεβάστε τις)

22/12/11
Σωτήρης Ριζόγιαννης
========================
*Διευθυνση αυτής της "ανάρτησης":   http://rozosotiris.blogspot.gr/2011/12/blog-post_18.html