Παρασκευή, 4 Μαΐου 2012


ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΧΡ. ΠΟΥΛΟΣ (1916-2004)-ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝΙΩΤΗ  ΠΕΡΙ ΚΑΤΟΧΗΣ – ΦΥΛΑΚΙΣΗΣ ΤΟΥ- ΚΑΙ ΟΜΗΡΙΑΣ ΤΟΥ ΣΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ
  
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Θα οψόμεθα εμείς που μαζέψαμε τους Εγγλέζους και τους εδώσαμε ψωμί. Καλά που είσανε οι Ιταλοί και δεν εχάθει κανείς.
Ταλαιπωρηθήκαμε πολύ. Εάν ήσαν Γερμανοί το Στεφάνι έπρεπε να είχε γίνει ερείπιο.
          Τον Ιανουάριο του 1941 στο κατινοτόπι, στο μαντρί μας ήλθαν δύο Εγγλέζοι. Τον έναν τον έλεγαν Τζίμη και τον άλλον Σωτήρη. Επίσης και ένας Κύπριος που τον έλεγαν Στέφανο. Ο Στέφανος μας ήρθε κατά τον Ιούνιο του 1942 στην Πλατάνα. Κάθισε εώς ότου έγινε η προδοσία, ότι είχαμε Εγγλέζους. Τον εδιώξαμε διότι οι ρουφιάνοι τριγύριζαν Χαρίλαος και Κωστάκης, Κωστάκης και Χαρίλαος επήγαιναν.* Στου Ντάκου την στρούγκα και από εκεί ελάβαιναν πληροφορίες. Μετά από λίγες ημέρες φανερώθηκε ότι ο Ντάκος ήταν ρουφιάνος.
Γιατί ο Ντάκος έγινε ρουφιάνος. *
Ο Ντάκος πήγε και έφτιαξε την στρούγκα του στην Ντράσσα, μπροστά στη ποτισιώνα στο Κεφαλάρι. Οι Παπαντωνέοι, που ήταν όλοι τους κολίγοι στον Μπαιλακτάρη, επήγαν στον Ντάκο και του είπαν. Μήτσο δεν κάνει εδώ που έριξες την στρούγκα. Οι Παπαντωνέοι επήγαν και του έκαψαν την στρούγκα. Ο Ντάκος επειδή δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα με τους Παπαντωνέους, πήγε και βρήκε τον ρουφιάνο τον Χαρίλαο. Ο Χαρίλαος τον Ντάκο τον  έφερε με τέτοιο τρόπο που δεν σεβάστηκε κανέναν, εώς και το σπαθί του Ιππικού που άνηκε στον Παπά-Βαγγέλη που τον είχε πρώτο ξάδελφο.

Για τον Κουβελάκη. *
Κάποτε που ερχόμουν από την Κόρινθο γνώρισα την αρραβωνιαστικιά του Κουβελάκη ο οποίος ήταν ενωμοτάρχης. Στην τοποθεσία Μάλα μας είδε μία από τις Ντακοπούλες που γνώριζε την γυναίκα. Αργότερα στην ανάκριση με ρώτησαν για αυτή την γυναίκα και τους είπα ότι δεν την ξέρω, γιατί ο Κουβελάκης όταν καταχτηθήκαμε από τους Ιταλούς έκαψε όλα τα αρχεία τις αστυνομίας και έγινε αντάρτης.
          Κάποτε τον Μάρτη μήνα πήγαινα μια μυζήθρα στο χωριό και στο πηγάδι στο κατινοτόπι συνάντησα έναν κύριο. Ήπιαμε μαζί νερό και με ρώτησε αν ήξερα τίποτα για τους Εγγλέζους καθώς και άλλα όπως που πάω, από πού είμαι κ.α. Επίσης μου ζήτησε την μυζήθρα. Εγώ τον θεώρησα ρουφιάνο, και απέφυγα να του απαντήσω.
          Κάποτε στην Πλατάνα που είχαμε τα ζωντανά ήρθε ο Κουβελάκης. Κάθησε μαζί με τον πατέρα μου και σφάξαμε ένα κατσίκι. Εγώ δεν τον γνώριζα τον Κουβελάκη. Μου τον σύστησε ο πατέρας μου και μου είπε ότι ήταν αστυνόμος στις Λίμνες. Τον χαιρέτησα και τον ρώτησα αν ήταν αυτός που είχε ζητήσει την μυζήθρα τότε στο πηγάδι. Μου απάντησε ότι ήταν αυτός και με συμβούλεψε, άνθρωπο που δεν γνωρίζεις να μην τον θαρρεύεσαι. Ακόμη ήξερε και για την αραβίδα που είχαμε πάρει από έναν φτωχό Μπερμπατιώτη που τον έλεγαν πρίγκιπα. Του είχαμε δώσει μία κατσίκα και μας είχε δώσει την αραβίδα και 50 σφαίρες.
          Το όπλο το χρησιμοποιούσε ο αδελφός μου ο Παναγιώτης για να μάθει σκοποβολή. Μια μέρα που είχα πάει και εγώ μαζί του για μου δείξει πως χρησιμοποιείτε , μας είδε μία από τις Ντακοπούλες και έτσι έμαθαν οι ρουφιάνοι για το όπλο. *

Η προδοσία γιά το όπλο
Μια μέρα ήρθαν ο Χαρίλαος και ο Κωστάκης, πήραν τον πατέρα μου και τον πήγαν στην Καραμπινερία στο Άργος. Εκεί τον χτύπησαν πολύ για να τους πει για το όπλο. Ο πατέρας μου τους είπε ότι δεν γνώριζε αν εμείς είχαμε το όπλο. Τον πήραν από εκεί και τον έφεραν στην Πλατάνα. Ρώτησαν εμένα για το όπλο και εγώ τους απάντησα ότι δεν ξέρω τίποτα. Τελικά τους το πήγα μαζί με τις 50 σφαίρες, αλλά αυτοί ζητούσαν 500 σφαίρες. Εν τέλει έφυγαν αφού υπήρχε νόμος του Μουσολίνι που έδινε χάρη σε όποιον παράδινε τα όπλα.


Η προδοσία για Εγγλέζους
Ο Ντάκος, σαν δεν τα κατάφερε με τους φίλους του τον Χαρίλαο και τον Κωστάκη, έφτιαξε στρούγκα στου Βάρι το διάσελο. Τότε είπε ότι εμείς είχαμε τους Εγγλέζους και  τον Στέφανο τον Κύπριο.
          Ο Στέφανος για ένα μήνα έμενε συνέχεια σε μας, ενώ οι Εγγλέζοι έρχονταν αραιά και που αλλά μέρα μεσημέρι χωρίς να φυλάγονται και έτσι έγιναν αντιληπτοί στον κόσμο. Μια μέρα λέω του Στέφανου. «Φύγε γιατί έγινε προδοσία». Αυτός ήθελε να με πάρει μαζί του και να πάμε στον αντάρτη τον Χανιά. Εγώ δεν τον ακολούθησα παρά το ότι μου ανέφερε ότι είχαμε πράξει. Από τότε δεν τον ξαναείδα.

Για τον Ιταλό
          Κάποτε κάποιος μου γνώρισε έναν Ιταλό λιποτάκτη που καλύτερα να μην γνώριζα ποτέ. Μια βραδιά στην Αγία Παρασκευή βλέπω τον Ιταλό μαζί με τους Εγγλέζους που πήγαιναν στην Πλατάνα. Τους χαιρέτησα και τους ρώτησα που πηγαίνουν. Αναρωτιόμουν πως έσμιξαν αυτοί οι τρεις. Τελικά οι Εγγλέζοι σκότωσαν τον Ιταλό στο ρέμα του Γκράβα.
Η γλώσσα κόκκαλα δεν έχει και κόκκαλα τσακίζει.
          Μια μέρα συνάντησα στο Βρυστό τον Νικόλα Γκρούτση και με ρώτησε αν ξέρω που χάθηκε ο Ιταλός. Εγώ μη ξέροντας τι έχει γίνει του απάντησα ότι τον είδα το προηγούμενο βράδυ στην Αγία Παρασκευή μαζί με τους Εγγλέζους. Τότε μου είπε ότι τον σκότωσαν.

Πως βρέθηκε ο Ιταλός σκοτωμένος
          Ο Βασίλης Γκρούτσης με τον γιό του Νικόλα (ή Καλαμπάκος) είχαν χάσει ένα τραγί και έψαχναν να το βρούν. Εκεί που έψαχναν στο ρέμα Γκράβα βρήκαν το Ιταλό σκοτωμένο. Αυτοί αντί να το κρατήσουν μυστικό το διέδωσαν σε όλο τον κόσμο και από στόμα σε στόμα έφτασε και στα δικά μου αυτιά. Το λέω στον Στέφανο και πήγαμε να τον δούμε. Όταν φτάσαμε εκεί του πήραμε τα παπούτσια με μεγάλη δυσκολία γιατί βρώμαγε. Καλά πήγα εώς εκεί και δεν του έριχνα ξύλα να τον κάψω; Άλλοι που πήγαν εκεί του πήραν διάφορα, όπως ο Χρήστος Παπαντώνης που του πήρε τα χρυσά δόντια. Τα παπούτσια τα πήραμε για τον Στέφανο που ήταν ξυπόλητος, αλλά τα κάψαμε επειδή ήταν ηλιοκαμένα και δεν μπορούσαν να φορεθούν.

Μεγάλη παρακολούθηση από τους ρουφιάνους
          Μια μέρα με βρήκαν ο Χαρίλαος και ο Κωστάκης και με ρωτούσαν περί ανέμων και υδάτων για να δουν τι θα τους απαντήσω. Ύστερα με ρώτησαν αν ξέρω πως φεύγουν οι Εγγλέζοι από την Ελλάδα. Τους απάντησα ότι δεν ήξερα. Αυτοί γνώριζαν ότι με έλεγαν Ναπολέων. Συνέχισαν να μου κάνουν ερωτήσεις.
«Ρε συ Ναπολέων, εσύ δεν έχεις έναν Εγγλέζο στη στρούγκα σου»
«Όχι δεν έχω κανέναν εγγλέζο τους απαντώ»
«Γιατί μας λες ψέματα»
«Δεν σας λέω ψέματα»
«Άκουσε εδώ, ξέρουμε ότι έχεις έναν Εγγλέζο που τον λένε Στέφανο»
«Ναι» τους λέω «Έχω έναν που τον λένε Στέφανο, αλλά είναι Κρητικός, Στέφανος Ζημπουλάκης λέγεται και είναι από τα Χανιά της Κρήτης. Μου έδειξε την ταυτότητα του».
          «Να πας στο χωριό να πεις στον πρόεδρο να έλθει εδώ στην Πλατάνα. Να μας φέρεις τσιγάρα αύριο το πρωί. Μην λάχει και δεν μας φέρεις τσιγάρα, αλίμονο σου.»
          Πήγα στο χωριό το βράδυ και βρήκα τον πρόεδρο τον Πιπιλιάρη, του λέω αυτό και αυτό. Μου λέει ότι θα πας και θα τους πεις ότι ο πρόεδρος είχε πάει στο Ναύπλιο για να πάρει σταφίδα. Ακόμη μου είπε να προσέχω επειδή στο χωριό υπάρχουν πολλοί ξένοι ρουφιάνοι και αν με ρωτήσει κανείς για αυτόν να πω ότι δεν τον είδα.
         
Ο Ιταλός
          Ο Ιταλός λεγόταν Θωμάς Ρούσης και έλεγαν ότι ήταν λιποτάκτης του Ιταλικού στρατού. Τον είχαν μαζέψει ο Βασίλης Γκρούτσης και ο Μιχάλης Μιχαλούρος και τον είχαν στις δουλείες τους. Έμενε πότε στον ένα πότε στον άλλον.

Πως έγινε η προδοσία του Ιταλού
          Οι Εγγλέζοι έψαχναν να τον βρούν διότι φοβόντουσαν μήπως τους προδώσει. Στην τοποθεσία “Κοράκι” βρήκαν την Αγγελική Θεοφάνη Καφαντάρη και την ρώτησαν αν ξέρει που είναι ο Ιταλός. Αυτή τους είπε ότι κοιμάται εκεί κάτω στην γκορτσιά. Πήγαν και τον έπιασαν. Έφυγαν από εκεί περνώντας τον δρόμο της “Τρούπας” Στον δρόμο τους είδε ο Παναγιώτης Μπαλάφας και στον “μύλο του Ριζόγιαννη” τους είδε ο Δημήτρης Μιχαλούρος. Στην Αγία Παρασκευή τους απάντησα και εγώ-όπως ανέφερα- που να μην έσωνα να τους έβλεπα.

Ήταν μέρα Σάββατο
          Το πρωί ήρθαν 30 άνδρες του Ιταλικού στρατού, μαζί με τους ρουφιάνους. Έψαξαν για μένα και όταν με βρήκαν με ρώτησαν:
«Εσύ εδώ έχεις Εγγλέζους»
«Δεν έχω»
«Ναπολέων εδώ κάτω στο ρέμα είναι ένας άνθρωπος σκοτωμένος. Ξέρεις ποιος τον σκότωσε;»
«Δεν ξέρω»
«Μα εδώ μας είπαν ότι εσύ ξέρεις»
«Δεν ξέρω»
«Εδώ στην στρούγκα σου εσύ μαζί με κάποιον Στέφανο, Εγγλέζο, πήγατε και του πήρατε τα παπούτσια»
«Δεν ξέρω»
«Τότε δεν ξέρεις τίποτα»
«Όχι»
«Ε λοιπόν αύριο το πρωί να είσαι εδώ»
          Οι ρουφιάνοι, που ήταν μαθημένοι στο φαί, είπαν στον πατέρα μου: «Γέρο τα παιδιά μας πεινάνε»
          Τους δώσαμε γάλα, σφάξαμε ένα κατσικάκι και το έφαγαν. Έπειτα πήγαν στο ρέμα ¨Γκράβα¨ και πήραν τον σκοτωμένο Ιταλό. Μου λέει ο πατέρας μου: «Ναπολέων φύγε για το χωριό»
          Έφυγα την άλλη μέρα, Που ήταν Κυριακή. Πήγα στην εκκλησία, μπήκα στο ιερό και είπα στον θείο μου τον παπά ότι συναίβει. Μου είπε ότι αν φύγεις θα είναι χειρότερα, θα πιάσουν τον πατέρα σου και την μάνα σου. Ακόμη μου είπε ότι θα σφάξουν όλα τα ζωντανά και είναι καλύτερα να υποφέρω εγώ παρά όλη η οικογένεια μου. Σχόλασε η εκκλησία, και να σου οι Ιταλοί. Είχαν ζώσει την εκκλησία και δεν άφησαν να βγει κανείς έξω από τη μάντρα της εκκλησίας. Άρχισαν να φωνάζουν τα ονόματα αυτών που ήταν να συλλάβουν. Φώναξαν τους: Ιωάννη Σελιώτη, Αντώνη Παπαντώνη, Βασίλειο Σελιώτη, Ναπολέων Πούλο, Νικόλαο Γκρούτση, και Μελέτη Δημήτριο. Έπειτα αφού δώσαμε το παρόν μας είπαν ότι θα μας πάνε στο Άργος. Οι αρχιφύλακες τους μάζεψαν τυρί και αυγά και κάθισαν να φάνε. Τότε μπορούσα να τους φύγω αλλά σκέφτηκα τι θα γινόταν πίσω.
          Το μεσημέρι φύγαμε και πήγαμε συνοδεία εώς το δημόσιο δρόμο των Φιχτίων όπου μας έβαλαν στα αυτοκίνητα τους και μας πήγαν στο Ελληνικό κρατητήριο του Ναυπλίου. Εκεί βρήκαμε τον Δημήτριο Μελέτη.
          Στο δρόμο που πηγαίναμε είπαμε όλοι μας να πούμε ότι ξέραμε τίποτα.

Η ανάκριση στη μυστική Αστυνομία
          Όποιος έμπαινε εκεί μέσα, έβγαινε μεταμφιεσμένος από το ξύλο. Εντέλει ήλθε και η σειρά μου.
          «Ναπολέων Πούλο έλα»
          «Εσύ Ναπολέων είχες Εγγλέζους στο μαντρί σου;»
          «Εσύ ξέρεις πολλά, λέγε μας την αλήθεια»
          «Μα αφού δεν ξέρω»
          «Ναπολέων εδώ μας είπαν ότι εκεί στη στρούγκα σου είχες έναν Εγγλέζο, που τον έλεγαν Στέφανο, * για πολύ καιρό»
          «Όχι δεν είχα Εγγλέζους όσο για τον Στέφανο μου είπε ότι ήταν Κρητικός από τα Χανιά. Μάλιστα μου έδειξε και την ταυτότητα του.»
          Εκεί μέσα στο δωμάτιο ήταν τέσσερεις. Με περίλαβαν στο ξύλο και ούτε που κατάλαβα το πώς έγινα εκείνη την ώρα. Με κτύπησαν έως όπου λιποθύμησα. Μετά μου έβαλαν κάτι στην μύτη για να συνέλθω. Όταν συνήλθα συνέχισαν την ανάκριση.
          «Λέγε»
          Δεν του απάντησα.
          «Λέγε»
          «Τι να σας πώ;»
          «Ρε συ Ναπολέων αφού ξέρεις. Λέγε μας για να μη σε κτυπάμε. Εδώ μας είπαν ότι εσύ ξέρεις πολλά. Κάτω στο ρέμα ήταν ένας άνθρωπος σκοτωμένος. Το ξέρεις αυτό;»
          «Ναι»
          «Ε! λοιπόν εσύ μαζί με τον Στέφανο πήγατε και του πήρατε τα παπούτσια»
          Τα ήξεραν όλα!
«Λέγε μας»
Εκεί μου ήρθαν και ζευγάρια ξύλο. Το μεσημέρι με κράτησαν εκεί. Μου έδωσαν φαγητό. Τους λέω: «Δεν θέλω». Τότε μου είπαν : «Φάτο για να μην σε κτυπήσουμε και για το φαί. Το έφαγα καθότι πεινούσα.
Το απόγευμα πάλι το ίδιο μάθημα. Εγώ έμεινα στο «Δεν ξέρω» και έτσι πέρασε και η δεύτερη ημέρα χωρίς να τους πώ τίποτα. Το ίδιο έγινε και με όλους όσους είχαν μέσα.
Την Τρίτη μέρα πάλι τα ίδια. Εκείνη την μέρα κάλεσαν μέσα τον Δημήτρη Μελέτη και αφού τον ξύρισαν άρχισε να τους λέει ότι γνώριζε τον Ιταλό και ότι ήταν από την Τεργέστη.

Αντιπαράθεση με τον Νικόλαο Γκρούτση
Την Τετάρτη ημέρα κάλεσαν τον Νικόλαο Γκρούτση. Ο Νικόλας στην ανάκριση άρχισε να με εκθέτει και να λέει ότι ξέρω τους Εγγλέζους και ότι του είδα στην Αγία Παρασκευή. Με καλούν και εμένα μέσα.
«Έλα εδώ Ναπολέων εσύ που δεν ξέρεις τίποτα. Άκουσε τι θα σου πει ο Νικόλας»
Άρχισε ο Νικόλας να λέει: «Εσύ Ναπολέων μου είπες ότι είδες τους Εγγλέζους μαζί με τον Ιταλό στην Αγία Παρασκευή να πηγαίνουν κάτω στην ‘Πλατάνα’
«Όχι»
«Ναι εσύ»
Επί μισή ώρα είχαμε λογομαχία. Αυτός επέμενε:  «Μου το είπες στο ΄΄Βρυστό΄΄ δεν το θυμάσαι;». Τελικά υπέκυψα και το δέχτηκα.

Το μεγάλο μαρτύριο
΄Εδιωξαν τον Νικόλα.
«Λέγε»
«Τι να σας πω»
«Πως και τι. Που είναι οι Εγγλέζοι;»
«Έφυγαν»
«Που πάνε»
«Δεν ξέρω»
Συνέχισαν το ξύλο έως ότου με έφεραν σε άθλια κατάσταση και δεν μπορούσα να δώσω κατάθεση.
Μου λένε: «Αύριο θα μας τα πεις όλα»
Με πήγαν στο κρατητήριο. Στο κρατητήριο το βράδυ με ζύγωσε ο Βασίλειος Σελιώτης και μου είπε; «Ναπολέων, ξέρεις ότι όλα τα βάρη έπεσαν επάνω σου. Πρόσεξε μην πεις ότι ήξερε κανείς από την οικογένεια σου». Ούτε με ξαναζύγωσε. Εκεί μέσα υπήρχαν και ρουφιάνοι. Την άλλη μέρα με πήραν πάλι για ανάκριση.
«Ναπολέων λέγε τι τους ήθελες τους Εγγλέζους»
«Διότι είναι σύμμαχοι»
Μου έβαλαν μέγγενη στο κεφάλι.
«Τώρα λέγε γιατί θα σου σπάσουμε το κεφάλι. Λέγε»
Όλο και έσφιγγε. Τα μάτια μου πετάχτηκαν έξω σαν του βάτραχου.
Μόλις που μπορούσα να τους ακούσω. Πόση ώρα με βασάνιζαν δεν ξέρω. Έπειτα τους αποκάλυψα ότι οι Εγγλέζοι σκότωσαν τον Ιταλό.
          «Και πως το βεβαιώνεις»
          Τον Τάσο Ριζόγιαννη τον είχαν σε άλλη Κομανταρία και τον ανέκριναν και αυτόν για τους Εγγλέζους. Εκεί άκουσε να λένε ότι ο Ναπολέων μας πρόδωσε. Ήταν νύχτα, χτύπησε την πόρτα και έδωσε κατάθεση ότι οι Εγγλέζοι σκότωσαν τον Ιταλό και έτσι σταμάτησε το μαρτύριο.
         
Και πάλι πίσω- Μικρές ελλείψεις
          Οι Γκρουτσέοι πήγαν και ανέφεραν ότι βρήκαμε ένα σκοτωμένο άνθρωπο σε ένα ρέμα που τον έλεγαν ΄΄Γκράβα΄΄. Και έπαιξαν το ρόλο τους καλά και έτσι βγήκαν αθώοι και γλίτωσαν την φυλακή με τυριά και βούτυρα.  ……στους Ιταλούς και βγήκαν αυτοί.

Μέσα στην ανάκριση
          Στο κρατητήριο βρισκόμασταν για δέκα ημέρες. Έως τότε με είχαν χτυπήσει δύο φορές. Είχα πιά απελπιστεί. Ο Αντώνης Παπαντώνης μου έλεγε: «Πέστους ρε παιδί μου και ψέματα μπας και γλιτώσουμε το ξύλο» Όλοι μας λέγαμε ότι οι Εγγλέζοι σκότωσαν τον Ιταλό, αλλά μας ζητούσαν να τους το αποδείξουμε.
          Μέσα σε 10 ημέρες έπιασαν τους εγγλέζους. Τους είχαν στο άλλο κρατητήριο μαζί με τον Τάσο Ριζόγιαννη. Μια μέρα τους έφεραν στο ανακριτήριο. Ένας από εμάς έμπαινε μέσα και τον ρωτούσαν αν τους γνωρίζει. Όποιος είπε ότι τους γνώριζε αργότερα τον δίκασαν.
          Κάλεσαν και μένα μέσα και άρχισαν τις ερωτήσεις.
          «Τους γνωρίζεις αυτούς;»
          «Ναι»
          «Πως τους λένε;»
          «Τον ψηλό τον λένε Τζίμη και τον άλλον Σωτήρη»
          Τότε είπαν στους Άγγλους: «Ο Ναπολέων λέει ότι εσείς σκοτώσατε τον Ιταλό στρατιώτη μας» *
          «Μα εσείς το είπατε ότι σας πρόδωσε ο Ναπολέων»
          «Μας το είπε ο Τάσος Ριζόγιαννης που ήμασταν μαζί»
          Μια μέρα που μας είχαν συγκεντρώσει σε ένα στενό διάδρομο. Ήμασταν κάπου 30 άνθρωποι και εκεί μας χτυπούσαν. Τότε ο Βασίλης Γκρούτσης είπε: «Ε ρε τι τους ήθελε τους Εγγλέζους αυτός ο ξαδελφός μου Χρήστος; Τώρα θα πάω μέσα και να δεις τι θα πώ»
Ο Βασίλης Σελιώτης του είπε: «Μη κουμπάρε Βασίλη, εσύ θα πεις για τον Χρήστο, εγώ για τον άλλο και έπειτα θα φέρουμε εδώ όλο το Στεφάνι. Καήκαμε εμείς ας μην κάψουμε και τους άλλους». Αν δεν ήταν ο Βασίλης Σελιώτης θα καιγόταν όλο το Στεφάνι.
          Οι Ιταλοί είχαν αμφιβολίες αν οι Εγγλέζοι σκότωσαν τον Ιταλό.
          «Ναπολέων λέγε τώρα ποιοι σκότωσαν τον Ιταλό. Οι Εγγλέζοι δεν τον σκότωσαν»
          Τους είπα ότι τους είδα στην Αγία Παρασκευή και που τον πήγαν. Αυτοί δεν το πίστευαν και συνέχισαν το ξύλο σε μένα και στους Ιωάννη Σελιώτη και Αντώνη Παπαντώνη, για να τους πούμε ποιοί τον σκότωσαν. Αυτό γινόταν κάθε μέρα επί δέκα ημέρες. Είχαμε απελπιστεί. Η απελπισία με έκανε να τους πω ψέματα ότι με πήραν μαζί τους στο τόπο της εκτέλεσης. Έτσι σταμάτησε το ξύλο.
          Μια μέρα μας συγκέντρωσαν όλους και μας μίλησε ένας Ιταλός. Μας είπε ότι οι Αρχαίοι Έλληνες έναν κακούργο τον άφηναν έτσι όπως εμείς αφήσαμε τον Ιταλό.
          Οι Εγγλέζοι εξέθεσαν εμένα και τον Τάσο Παπαντώνη. Είπαν ότι όταν ήρθαν στο Στεφάνι βρήκαν εμένα και τους πήγα στο σπίτι του Τάσου για να πάρουν σφαίρες. Εκεί είπαν ότι βρήκαν τον Ιωάννη Γκρούτση και άλλους πολλούς.
          «Λέγε Ναπολέων ποιος έδωσε σφαίρες;»
          «Δεν ξέρω»
          «Λέγε ποιος Γιάννης ήταν»
          «Δεν θυμάμαι γιατί υπάρχουν πολλοί Γιάννηδες και όποιον θα πω θα είναι ψέμα αφού δεν είμαι σίγουρος». Έτσι σταμάτησε το ξύλο. Τον έκρυψα τον Γιάννη Γκρούτση. Αλλά έγινε αχάριστος στη φυλακή στο Ναύπλιο στο επισκεπτήριο. Ήταν το ευχαριστώ που τον έκρυψα.
         
Και μία αναδρομή
          Όταν οι Ιταλοί ,μας πήραν από το Στεφάνι και θα μας πήγαιναν στο Ναύπλιο, με πλησίασε ο Ιωάννης Γκρούτσης και μου είπε: «Ξάδελφε μην πεις ότι ήμασταν με τους Εγγλέζους όταν πήγαμε στο σπίτι του Τάσου». Ο Ιωάννης Γκρούτσης για το ευχαριστώ δεν φώναξε τον Ναπολέων στην φυλακή του Ναυπλίου. Ήταν το ευχαριστώ του Ιωάννη στη φυλακή του Ναυπλίου.

Η δίκη
Στις 14 Σεπτεμβρίου μας πήραν – συνολικά 15 άνδρες – δεμένους και μας μετέφεραν στην φυλακή της Τρίπολης. Εκεί μας κράτησαν έως ότου να βγεί η απόφαση του δικαστηρίου που ορίστηκε στις 26 Οκτωβρίου του 1942.
          Εκεί μας πήγαν για ανώτερη ανάκριση. Όταν κάλεσαν και εμένα μου είπαν:
          «Ναπολέων είχες Εγγλέζους;»
          «Ναι»
          «Γιατί τους είχες στο μαντρί σου;»
          Δεν τους απάντησα.
          «Εσύ με τους Εγγλέζους σκοτώσατε τον Ιταλό. Γιατί σιωπάς; Ξέρεις ότι μπορεί να σε εκτελέσουν;»
          Τους είπα: «Έναν θάνατο μου το χρωστάτε»
          «Δεν είναι έτσι Ναπολέων, γιατί δεν λες τίποτα;»
          «Ε λοιπόν πείτε ότι ήμουν στην Αλβανία και σκοτώθηκα»
          Με κοιτούσαν με περιέργεια και παραλίγο να ξαναρχίσουν το ξύλο ,αλλά ευτυχώς δεν μας χτύπησαν.
          Δύο ημέρες πριν την δίκη με πήραν και με πήγαν στην καραμπινερία. Έμεινα στο κρατητήριο γιά 3 βράδια, έχοντας μόνο το σακάκι γιά σκέπασμα. Μέσα στο κρατητήριο ήταν και ρουφιάνοι που προσπάθησαν να μου πάρουν κουβέντες. Άλλος μου έλεγε ότι σκότωσα ιταλό, άλλος ότι πρόδωσα Άγγλους και καλά τους έκανα. Όλοι τους ήταν κύριοι καλοντυμένοι. Ήσαν ρουφιάνοι.
          Στις 26 Οκτωβρίου μας έδεσαν και τους τρείς με χειροπέδες και μας πήγαν στο Στρατοδικείο. Εκεί βρήκα τους :Ιωάννη Σελιώτη, Αντώνη Παπαντώνη, Τάσο Παπαντώνη, Χρήστο Παπαντώνη Παναγιώτη Μπαλάφα και Δημήτριο Μιχαλούρο


Στο Στρατοδικείο
          Όπως ανέφερα πιό πάνω, μπροστά μου καθόταν ο Παναγιώτης Μπαλάφας. Του είπα: «Μπάρμπα Παναγιώτη εμένα θα με σκοτώσουν. Μονάχα να εκδικηθείτε τον θανατό μου». Μου έδωσε θάρρος.
           Η συνεδρίαση άρχισε διαβάζοντας τα ονοματά μας. Ναπολέων Πούλος, Ιωάννης Σελιώτης, Αντώνης Παπαντώνης, Αναστάσιος Παπαντώνης, Χρήστος Παπαντώνης, Παναγιώτης Μπαλάφας και Δημήτριος Μιχαλούρος. Όλοι παρόντες. Υπήρχαν δύο δικηγόροι, υπερασπίσεως και κατηγορίας, οι οποίοι διάβαζαν τις καταθέσεις μας. Το μόνο που καταλάβαινα ήταν όταν έλεγαν «Άνα Ναπολέων μπιστόλε».

Το άκουσμα της καταδίκης.
          Η απόφαση του Δικαστηρίου ήταν 20 χρόνια φυλάκιση. Ο βασιλικός επίτροπος δεν ελάττωσε καθόλου την ποινή. Αντίθετα στους υπολοίπους την ελάττωσε. Έτσι οι ποινές των Ιωάννη Σελιώτη, Αντώνη Παπαντώνη και Τάσου Παπαντώνη ήταν φυλάκιση 7 χρόνια από 9.8 και 5 αντίστοιχα.
 Όταν τελείωσε το Δικαστήριο μας πέρασαν πάλι τους χειροπέδες και μας πήγαν μαζί με τους Εγγλέζους στο κρατητήριο. Την άλλη μέρα , πρωί-πρωί με φώναξαν σε ένα  γραφείο στο πάνω όροφο από όπου μπόρεσα να δώ όλη την πόλη και να πάρω καθαρό αέρα. Μέσα στο γραφείο ήταν δύο αξιωματικοί και μου διάβασαν την καταθεσή μου. Όταν τελείωσαν με ρώτησαν αν είχα καμιά αμφιβολία και αν θέλω να κάνω έφεση. Εγώ σκέφτηκα ότι αν έκανα έφεση θα είχα πάλι βασανιστήρια και τους απάντησα ότι δεν θέλω να κάνω έφεση. Αυτοί μου είπαν ότι φτηνά την γλίτωσα με 20 χρόνια φυλακή . Δόξασα τον θεό  και υπολόγισα ότι θα βγώ από την φυλακή το 1962.
«Τι σκέπτεσαι Ναπολέων;» με ρώτησαν.
«Δοξάζω τον θεό και τον Άγιο Δημήτρη» τους απάντησα «που δεν με δίκασαν σε θάνατο».
          Στο τέλος μου είπαν ότι θα με ξαναπάνε στο κρατητήριο, τους ρώτησα πότε θα πάω φυλακή και μου είπαν ότι το βράδυ θα με πήγαιναν φυλακή.
          Το βράδυ γύρω στις 8 με 9, μου πέρασαν τις χειροπέδες και ξεκινήσαμε γιά την φυλακή. Στο δρόμο είχα μεγάλη αγωνία γιατί δεν ήξερα αν θα με πάνε στη φυλακή ή θα με εκτελέσουν. Τελικά με πήγαν στη φυλακή και με παρέδωσαν στον αρχιφύλακα που τον έλεγαν Καίσαρη. Εκεί με ρώτησαν γιά τα γεγονότα και γιά τους Εγγλέζους και τους είπα ότι τους έχουν στο κρατητήριο και είναι σε κακή κατάσταση.
          Εκεί έμεινα εώς της 14 Νοεμβρίου. Από την Τρίπολη μας μετέφεραν στις φυλακές Ναυπλίου. Ήμασταν 12 κρατούμενοι και γιά συνοδεία είχαμε δύο χωροφύλακες. Στο Άργος σταματήσαμε γιά φαγητό. Εκεί μπορούσαμε να τους φύγουμε αλλά σκεφτήκαμε ότι θα μας κυνηγούσαν και αν μας έπιαναν θα μας εκτελούσαν. Στο Ναύπλιο μας πήγαν στη φυλακή Ακροναυπλίας. Εκεί βρήκαμε τον Βασίλη Πάστρα. Η κατάσταση στη φυλακή ήταν η ίδια με αυτή στην Τρίπολη. Βασίλευε και εκεί πείνα. Ευτυχώς κάθε οκτώ ημέρες γινόταν επισκεπτήριο και μπορούσαν να μας φέρουν απ΄έξω φαγητό.
          Στο πρώτο επισκεπτήριο μας έκλεψαν ένα καρβέλι ψωμί. Ο Πάστρας όταν έμαθε ότι μας έκλεψαν το ψωμί πήγε και βρήκε τους Τσάταλο και Κοτσίνα που ήξερε ότι ήταν κλέφτες. Τους βρήκε να τρώνε και αφού τους χτύπησε τους πήρε το ψωμί και μου το έδωσε.
          Μετά από αυτό τα τρόφιμα τα βάζαμε σε ένα κασόνι και το δέναμε με σύρμα. Όμως παρόλα αυτά κατάφεραν και μας τα έπερναν. Τελικά οι Ιταλοί μας χώρισαν σε άλλες φυλακές και έτσι ησυχάσαμε.
          Τις ημέρες των Αποκριών ο θείος μου παπάς μου έστειλε δύο πρόσφορα. Όταν τα είδε ένας παπάς κρατούμενος με παρακάλεσε να του δώσω το ένα γιά να κάνει την Κυριακή λειτουργία. Εγώ δέχτηκα να του το δώσω αλλά είχα απορία που θα βρεθεί ότι χρειάζεται γιά να γίνει η λειτουργία. Αυτός μου είπε να μην ανησυχώ. Την άλλη ημέρα η λειτουργία έγινε κανονικά. Μάλιστα όποιος ήθελε μπορούσε να κοινωνήσει παρά τις αντιρρήσεις μας γιατί δεν είχαμε νυστέψει και εξομολογηθεί. Ο παπάς μας είπε ότι δεν πειράζει γιατί στο μέρος που βρισκόμαστε ο θεός μας συγχωρεί. Εκεί μείναμε εώς τον Μάιο του 1943.   .
         
Στις φυλακές Αβέρωφ
          Μετά την Τρίπολη με πήγανε στις φυλακές Αβέρωφ σο τμήμα των ανηλίκων. Εκεί υπήρχε μία οργάνωση Άγγλων που έδινε δέματα στους κρατούμενους που είχαν βοηθήσει τους Άγγλους. Εγώ και ο Ιωάννης Σελιώτης δεν το ξέραμε αυτό και δεν είχαμε πάρει ποτέ, ενώ ο Αντώνης Παπαντώνης έπαιρνε τέτοια δέματα λέγοντάς μας ότι του τα στέλνει ο Πάστρας.

Η συνθηκολόγηση των ιταλών
          Τον Μάρτιο ήρθε μιά επιτροπή Ελλήνων που πρότεινε στους Ιταλούς να μπορούν οι κρατούμενοι να βγαίνουν από την φυλακή και να πηγαίνουν στα σπίτια τους όπου θα τους φιλοξενούν. Οι Ιταλοί δέχτηκαν αλλά τελικά αυτό έγινε μόνο γιά 5 ή 6 κρατούμενους που ήταν ευνοούμενοι τους.

Στα χέρια των Γερμανών
          Ένα πρωί είδαμε Γερμανούς αντί των Ιταλών . Μας κράτησαν οκτώ ημέρες κλεισμένους μέσα στους θαλάμους. Την ένατη ημέρα όταν μας άνοιξαν μας κατέβασαν με τροχάδιν στο προαύλιο. Εκεί μας κράτησαν μόνο μία ώρα ενώ οι Ιταλοί μας άφηναν 4 ώρες. Η ποσότητα του φαγητού λιγόστεψε πάρα πολύ επειδή το κρατούσαν γιά αυτούς.

Στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου.
          Μετά τις φυλακές Αβέρωφ με οδήγησαν στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου. Εκεί υπήρχαν και 400 περίπου κομμουνιστές από την εποχή του μεταξά. Υπήρχε ένα συνεργείο που έφτιαγνε συρματοπλέγματα. Σ΄ αυτό το συνεργείο υπήρχαν κυρίως κομμουνιστές και όποιος ήταν εκεί έπαιρνε διπλή μερίδα φαγητό. Ένα πρωί με πήρανε και εμένα στο συνεργείο. Εκεί με ρώτησαν σε ποιά οργάνωση ανήκα. Τους είπα ότι δεν ανήκα σε καμιά οργάνωση και ο λόγος που ήμουν φυλακή ήταν επειδή βοήθησα Άγγλους. Το απόγευμα δεν με ξαναπήραν στη δουλειά. Αυτή ήταν η δικαιοσύνη τους.

Ο τύραννος στρατοπεδάρχης
          Ο διοικητής του στρατοπέδου άλλαξε και ήρθε ένας ταγματάρχης, ο οποίος ήταν πραγματικό τέρας. Ένα πρωί στο χώρο συγκεντρώσεως μας έφερε ένα κρατούμενο που το προηγούμενο βράδυ είχε προσπαθήσει να δραπετεύσει. Μας ανακοίνωσε, μέσω του διερμηνέα που ήταν κρατούμενος και τον έλεγαν Ναπολέων, ότι θα τον εκτελέσει μπροστά μας γιά να παραδειγματιστούμε. Ακόμη μας είπε ότι όποιος προσπαθήσει να δραπετεύσει θα εκτελείται και μαζί με αυτόν θα εκτελούνται άλλοι πέντε κρατούμενοι, Πράγματι τον εκτέλεσε πυροβολώντας τον στο κεφάλι. Πραγματικότητα τέρας.
          Στο συσσίτιο επέβλεπε την διανομή. Όταν είδε αυτούς του συνεργείου να παίρνουν διπλή μερίδα ρώτησε γιατί γίνεται αυτό. Του είπαν το λόγο και μας είπε ότι από εκείνη την στιγμή και έπειτα θα δουλεύουν όλοι και δεν θα παίρνει κανένας διπλή μερίδα. Εμάς μας έβαλε να  κλείσουμε με τα χέρια κάτι λάκκους που προορίζονταν γιά βόθροι. Μας είπε, κουνώντας το μαστίγιο του, ότι αν μέχρι το μεσημέρι δεν θα τους είχαμε κλείσει δεν θα μας έδιναν φαγητό. Όμως οι λάκκοι ήταν αδύνατο να κλείσουν χωρίς εργαλεία μέχρι το μεσημέρι και έτσι εκείνο το μεσημέρι δεν φάγαμε.
          Μετά τους λάκκους μας διέταξε να μαζέψουμε όλα τα χαλίκια από το στρατόπεδο. Μιά ημέρα που είχε χιονίσει ήταν αδύνατον να μαζέψουμε χαλίκια. Είχαμε μαζευτεί όλοι κοντά στη μάντρα και καθόμασταν. Όταν μας είδε να καθόμαστε μας φώναξε να συγκεντρωθούμε και μας ρώτησε γιατί δεν δουλεύαμε. Όταν του είπαμε τον λόγο μας έβαλε να τρέξουμε και όταν κτυπούσε πέφταμε και κάναμε έρπην. Αν κάποιος δεν έπεφτε ή δεν σηκώνονταν αμέσως τον μαστίγωνε. Μαζί του είχε και μιά μαύρη σκύλα που δάγκωνε όποιον μαστίγωνε. Αυτό το ¨παιχνίδι¨ συνήθιζε να μας το κάνει συχνά.*


(*Ο Πάουλ Ραντόμσκι (Paul Otto Radomski) Γερμανός ταγματάρχης (γενν. 21 Σεπτεμβρίου 1902 - ?). Ήταν αξιωματικός των SS με βαθμό SS-Sturmbannführer.
Ο Πάουλ Ραντόμσκι το 1943-44
Είχε διατελέσει Διοικητής στο ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης Σύρετς (Syrets camp or Syretsky camp) που ιδρύθηκε την άνοιξη του 1942 στο Κίεβο. [1]
Στη συνέχεια διετέλεσε διοικητής του στρατοπέδου συγκέντρωσης του Χαϊδαρίου, όταν πέρασε η διοίκηση του στρατοπέδου το 1943 από τους Ιταλούς στους Γερμανούς, στις 10 Σεπτεμβρίου του 1943 με διοικητή αρχικά τον επιλοχία Ρούντι Τρέπτε (Roudi Trepte).
Μετά από την σύλληψη του Γερμανού Ρούντι Τρέπτε από την Γκεστάπο στις 21 Νοεμβρίου για λόγους αδιευκρίνιστους, στις 29 Νοεμβρίου η διοίκηση του στρατοπέδου Χαϊδαρίου πέρασε στα χέρια των SS και του διαβόητου Πάουλ Ραντόμσκι (Paul Radomski). Ο Πάουλ Ραντόμσκι είχε φήμη βαρβαρότατου και ανελέητου αγριάνθρωπου.
Η πρώτη εκτέλεση στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου έλαβε χώρα στις 7 Δεκεμβρίου 1943 το απόγευμα. To θύμα, το οποίο εκτελέστηκε από τον ίδιο τον Ραντόμσκι, έφτασε στο Χαϊδάρι με δωδεκαμελή ομάδα από τις φυλακές Αβέρωφ το μεσημέρι της ίδιας ημέρας. Πρόκειται για τον έφεδρο υπολοχαγού του ελληνικού στρατού, τον Ισραηλίτη Λευή εξ Ιωαννίνων.
Ο Πάουλ Ραντόμσκι απαλλάχθηκε από τα καθήκοντά του τον Φεβρουάριο του 1944, όταν απείλησε σε κατάσταση μέθης να πυροβολήσει τον υπασπιστή του και αντικαταστάθηκε από τον υπολοχαγό Καρλ Φίσερ (Karl Fischer).
Τα ίχνη του χάθηκαν μετά τον πόλεμο.
(ΑΠΟ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ)

Η εκτέλεση
          Μιά μέρα μας ανακοίνωσε ο διερμηνέας ότι όποιος θέλει να πάει με γυναίκα μπορεί να βγεί με άδεια από το στρατόπεδο, Βγήκαν 5 με 6 κρατούμενοι. Τους πήραν και αντί γιά να τους δώσουν άδεια τους πήγανε στο Νταμάρι και τους εκτέλεσαν.
          Μιά άλλη φορά πήρανε 15 κρατουμένους και τους πήγανε στο Νταμάρι γιά εκτέλεση, Εμείς μπορούσαμε να δούμε την εκτέλεση τους από τις ταράτσες των κτιρίων. Βλέπαμε που τους πήγαιναν πέντε – πέντε γιά εκτέλεση. Όμως οι Γερμανοί αντιλήφθηκαν ότι παρακολουθούσαμε και άρχισαν να πυροβολούν προς το μέρος μας . Εμείς καλυφθήκαμε και από τότε δεν ξαναεκτέλεσαν στο νταμάρι.

Οι Εβραίοι
          Στο στρατόπεδο υπήρχαν και 25 με 30 Εβραίοι κρατούμενοι. Αυτοί το συσσίτιο ερχόταν ξεχωριστά από εμάς. Όταν τους είδε ο ταγματάρχης ρώτησε τι ήταν αυτοί και όταν έμαθε ότι ήταν Εβραίοι διέταξε να πηγαίνουν τελευταίοι για συσσίτιο αν έχει περισσέψει για αυτούς. Όμως οι μάγειροι φρόντιζαν να μένει πάντα και γι΄ αυτούς φαγητό.
          Κάθε πρωί έτρεχαν γύρω από το στρατόπεδο με τα χέρια ψηλά και έχοντας δεμένο από το λαιμό τους μία πέτρα βάρους 10 οκάδων. Αυτό διαρκούσε εώς το μεσημέρι και συνέχιζε το απόγευμα. Αυτό επαναλαμβανόταν καθημερινά και σταμάτησε όταν έφεραν και άλλους Εβραίους και έγιναν πάρα πολλοί.
          Τα Χριστούγεννα ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός έστειλε δέματα σε όλους τους κρατούμενους. Πήγανε να πάρουν και οι Εβραίοι αλλά μόλις τους είδε ο διοικητής τους έδιωξε λέγοντας τους ότι αυτοί δεν θα πάρουν δέματα επειδή δεν πιστεύουν στον Χριστό.

Ο βομβαρδισμός
          Οι Άγγλοι βομβάρδισαν την Αθήνα. Έγιναν ζημιές στο λιμάνι του Πειραιά και στο αεροδρόμιο. Ο τύρρανος ταγματάρχης έδωσε διαταγή να πάμε στα κτήρια που είχαν καταστραφεί για να ξεπλακώσουμε τα χαλάσματα. Μας πήγανε στις αποθήκες του Γιαννουλάτου που είχαν καταστραφεί. Στα χαλάσματα βρίσκαμε σταφίδα, χαρούπια, σύκα και λάδι και ότι μπορούσαμε το παίρναμε στο στρατόπεδο ή το τρώγαμε.

Η μεγάλη απόδραση
          Υπήρχε ένα συνεργείο που ήταν σε κάποια πλατεία του Πειραιά και έφτιαγνε χαρακώματα. Αποτελούνταν από 13 κομμουνιστές και τους φύλαγε ένας στρατιώτης. Κάποια ημέρα όταν τους πήγανε το συσσίτιο δεν βρήκανε κανέναν εκεί. Γύρισαν στο στρατόπεδο και το είπαν στον διοικητή. Όταν το μάθαμε και εμείς, που βρισκόμασταν στα χαλάσματα, είπαμε ότι θα μας εκτελέσουν όλους.
          Το απόγευμα μας έβαλαν στα φορτηγά για να γυρίσουμε στο στρατόπεδο. Μας συνόδευε μεγάλη φρουρά και σε όλη την διαδρομή πυροβολούσαν στον αέρα. Το ηθικό μας είχε χαθεί γιατί περιμέναμε ότι θα μας πήγαιναν για εκτέλεση. Τελικά φτάσαμε στο στρατόπεδο και συγκεντρωθήκαμε για να μας μιλήσει ο διερμηνέας. Μας εξήγησε ότι δεν πρέπει να φοβόμαστε γιατί οι Γερμανοί στρατιώτες τους άφησαν να φύγουν και αυτοί φταίνε και όχι εμείς.

Για τον τύρρανο διοικητή
          Ο διοικητής είχε γίνει φόβητρο για όλους μας. Μετά από λίγο καιρό συνεννοηθήκαμε όλοι όταν κάποιος τον βλέπει να βγαίνει από το διοικητήριο να φωνάζει ΄΄σύρμα΄΄ και όποιος τον άκουγε έλεγε και αυτός ΄΄σύρμα΄΄ ώστε να ειδοποιούνται όλοι και να παίρνουν τα μέτρα τους. Όμως σε λίγο καιρό το έμαθε και αυτός ότι με το ΄΄σύρμα΄΄ ειδοποιεί ο ένας τον άλλον. Και όταν έβγαινε από το γραφείο του φώναζε και αυτός σύρμα.

Η μεγάλη εκτέλεση
          Το πρωί της 1η Μαΐου. Αφού μας έδωσαν πρωινό συσσίτιο, μας συγκέντρωσαν όλους και μας έβαλαν να καθίσουμε οκλαδόν. Οι στρατιώτες που ήταν στις σκοπιές , έστρεψαν τα πυροβόλα προς το μέρος μας ενώ γύρω μας είχαν έρθει στρατιώτες που μας σημάδευαν με τα  όπλα τους. Τότε ήρθε ο διερμηνέας και μας διάβασε μια ανακοίνωση. Μας είπε ότι όποιος θα ακούει το όνομα του θα πηγαίνει στο θάλαμο του, θα παίρνει τα πράγματα του, θα τα αφήνει στο μαγειρείο και θα πηγαίνει μπροστά από το μαγειρείο.

Όλους τους πέρασαν μέσα από την Αθήνα. Αυτοί σε όλη τη διαδρομή τραγουδούσαν πατριωτικά τραγούδια. Οι φρουροί τους κτυπούσαν με τις ξιφολόγχες και τα αίματα τρέχανε στους δρόμους της Αθήνας.

Η αλλαγή στρατοπεδάρχη
          Μετά από καιρό έγινε αλλαγή διοικητή. Ο καινούργιος ήταν πολύ ύπουλος και όταν σε καλούσε δεν ήξερες αν σε καλούσε για καλό ή για κακό. Όταν ήταν να αποφυλακισθεί κάποιος τότε φαινόταν ευδιάθετος ενώ όταν επρόκειτο να εκτελεστεί ήταν πολύ άγριος.
          Σε μία εκτέλεση πήραν και κρατούμενους που είχαν πιαστεί την εποχή της ιταλικής κατοχής. Όταν το έμαθαν αυτό οι ελεύθεροι Αθηναίοι έκαναν μια μεγάλη διαδήλωση και από τότε δεν ξαναπήραν άλλους για εκτέλεση.
          Μία ημέρα αποφυλακίσθηκαν πάρα πολλοί κρατούμενοι. Ανάμεσα τους ήταν και οι συγχωριανοί μου Ιωάννης Σελιώτης και Αντώνης Παπαντώνης. Εγώ έμεινα εκεί μέχρι την ημέρα που μας ανακοίνωσαν ποιοί θα πάνε στη Γερμανία.

Η αναχώρηση για την Γερμανία
          Το πρωινό της 25ης Μαΐου του 1944, αφού είχαμε πάρει μπουλουγούρι σαν πρωινό συσσίτιο, μας συγκέντρωσαν όλους στο προαύλιο για να μας μιλήσει ο στρατοπεδάρχης. Στον λόγο που έβγαλε μας είπε ότι κάποιοι από εμάς θα πάμε σε στρατόπεδο στη Γερμανία και εκεί θα περάσουμε καλά. Όποιος άκουσε το όνομα του πήγαινε στο θάλαμο του, έπαιρνε τα πράγματα του και πήγαινε μπροστά από το μαγειρείο. Αν κάποιος είχε δώσει χρήματα ή χρυσά αντικείμενα στον αποθηκάριο τα έπαιρνε πίσω. Από όσους ήμασταν εκεί από την εποχή των ιταλών πήραν στην Γερμανία 100 κρατούμενους ενώ τους υπόλοιπους τους αποφυλάκισαν.
          Όταν συγκεντρωθήκαμε όλοι μπροστά στο μαγειρείο ήρθαν φορτηγά και μας πήραν για τον σταθμό Λαρίσης. Εκεί μας έβαλαν ανά 50 άντρες σε βαγόνια. Τα βαγόνια ήταν εμπορικά και κάτι μικρά παράθυρα που είχαν κλεισμένα με αγκαθωτό σύρμα. Μέσα σε κάθε βαγόνι υπήρχε ένα βαρέλι πετρελαίου γεμάτο με νερό. Σε κάθε κρατούμενο έδιναν από 4 οκάδες ψωμί, σταφίδα, χαρουπόμελο και 4 λεμόνια.
          Μας έκλεισαν εκεί μέσα σαν τα ζώα και το απόγευμα ξεκινήσαμε. Όταν περνούσαμε μέσα από την Αθήνα ακουγόταν οι πυροβολισμοί των συνοδών- φρουρών. Μέσα στο βαγόνι γνώρισα έναν συμπατριώτη μου, τον Νικόλαο Μίχα από τον Άσσο Κορινθίας. Στην Λάρισα σταματήσαμε για τρεις ημέρες γιατί ήθελαν να ξεγελάσουν τον καπετάν- Ζέρβα ο οποίος έκανε πολλά σαμποτάζ. Μετά την Τρίτη ημέρα ξεκινήσαμε για την Θεσσαλονίκη. Εκεί πρόσθεσαν και άλλα βαγόνια και 100 γυναίκες κρατούμενες. Επόμενη στάση έγινε στο Βελιγράδι. Εκεί μείναμε 4 ημέρες επειδή ήθελαν να ξεγελάσουν τον Τίτο. Εκεί μας γέμισαν τα βαρέλια με νερό και ξεκινήσαμε την νύχτα της τετάρτης ημέρας της στάσης μας
          Όταν περάσαμε από την Βουδαπέστη μου έκανε εντύπωση το μέγεθος του ποταμού που περνούσε από εκεί και το ότι υπήρχαν βάρκες μέσα σε αυτό. Στην Αυστρία είδα απέραντους καταπράσινους κάμπους.
          Σε ένα μέρος είδαμε ένα μεγάλο χάλκινο αετό. Κάποιοι είπαν ότι εκεί άρχιζε η Γερμανία και ότι εώς εκεί είχαν φτάσει οι Τούρκοι. Αρχικά ήταν να σταματήσουμε σε μια πόλη που την ¨Βαημάρι¨. Όμως εκεί είχαν πάει ήδη άλλες αμαξοστοιχίες με ομήρους και έτσι φύγαμε αμέσως για το Αμβούργο αφού πρώτα έγινε αλλαγή στις μηχανές του τρένου.
          Τελικά μετά από ταξίδι συνολικά 14 ημερών φτάσαμε στο Αμβούργο. Σε όλη την διάρκεια του ταξιδιού οι συνθήκες ήταν άθλιες. Κατουρούσαμε στις χαραμάδες της πόρτας ενώ τα κόπρανά μας τα βάζαμε σε χαρτί ή σε κομμάτι πανί και τα πετούσαμε από τα παράθυρα. Οι ψείρες είχαν ¨πάρει φτερό¨.

Στο Αμβούργο
          Μας κατέβασαν από τα βαγόνια και μας οδήγησαν σε ένα στρατόπεδο. Εκεί μας άφησαν να κάτσουμε. Δίπλα μας και πίσω από το συρματόπλεγμα ήταν όμηροι και μεταξύ τους κάποιοι Έλληνες. Αυτοί μας είπαν να τους δώσουμε οτιδήποτε κρατάμε επάνω μας γιατί θα μας το κατασχέσουν. Και έτσι τους δώσαμε από τσιγάρα εώς χρυσά χρυσά αντικείμενα.
          Οι Γερμανοί, στη συνέχεια μας έκαναν απογραφή. Στον καθένα μας έδωσαν από ένα αριθμό. Ο δικός μου ήταν ο 32415 ενώ του Νικόλα Μίχα* ήταν ο 32416. Μετά την απογραφή μας πήγανε στα πλυντήρια. Εκεί αφού αφήσαμε απ΄ έξω τα πράγματα μας, μας έβαλαν στη γραμμή και μας πήγανε στους θαλάμους. Εκεί μας ξαναμέτρησαν και έπειτα από λίγο μας έδωσαν φαγητό. Το φαγητό ήταν τόσο απαίσιο που εδώ στην Ελλάδα δεν θα το δίναμε ούτε στα γουρούνια.
          Σε αυτό το στρατόπεδο καθίσαμε 5 ή 6 ημέρες. Μετά μας πήρανε και μας πήρανε και μας πήγανε σε ένα άλλο στρατόπεδο που ονομάζονταν ¨Φάργκεν¨. Εκεί τις πρώτες ημέρες μας έβαζαν να κάνουμε δουλειές μέσα στο στρατόπεδο. Οι θάλαμοι ήταν σε κάτι παράγκες που ήταν υπόγειες. Το στρατόπεδο ήταν περιφραγμένο με τρία συρματοπλέγματα εκ των οποίων το μεσαίο ήταν ηλεκτροφόρο.

Μια τυπική ημέρα στο στρατόπεδο
          Η δουλειά μας ήταν να χτίσουμε ένα εργοστάσιο που θα κατασκεύαζε υποβρύχια. Το εργοστάσιο ήταν δίπλα από ένα μεγάλο ποτάμι στο οποίο μπορούσαν να πλέουν καράβια. Δίπλα από το ποτάμι υπήρχε ένας γερανός που έπαιρνε άμμο από το ποτάμι και την έριχνε στις αποθήκες. Από τις αποθήκες την άμμο την έπαιρναν μικρά βαγόνια και μέσω του συρμού την πήγαιναν στο χώρο που χτίζαμε το εργοστάσιο. Εκεί την έριχναν σε αποθήκες. Σε μια μεγάλη στέρνα έπεφταν η άμμος και το τσιμέντο για να φτιαχτεί το χαρμάνι. Στη συνέχεια το χαρμάνι το οδηγούσαν στο μέρος που το ήθελαν μέσω μεγάλων σωλήνων.
          Το εργοστάσιο θα είχε μήκος 300 μέτρα και 150 μέτρα ύψος. Οι τοίχοι του είχαν πάχος 2.5 μέτρα. Το πάχος της πλάκας θα ήταν 10 μέτρα και μέσα σε αυτή έβαζαν πολύ μεγάλα σίδερα. Σε αυτό το έργο δούλευαν μέρα νύχτα δύο βάρδιες.
          Στο έργο αυτό με έστειλαν να δουλέψω στο συνεργείο που μετέφερε τις σιδεριές. Έδειξα από την αρχή καλή διαγωγή γιατί την πρώτη ημέρα πήρα μόνος μου μια τραβέρσα που κανονικά την σήκωναν δύο άτομα μαζί. Μόλις με είδε ο αρχιεργάτης, που τον έλεγαν Όττο με πήρε με καλό μάτι. Όμως μετά από αυτό μου άλλαξαν συνεργείο και με έβαλαν σε ένα συνεργείο που μετέφερε πολύ μακριά σίδερα που για να σηκωθούν χρειαζόντουσαν 15 άτομα. Εμένα με έβαλαν μαζί με ψηλούς αλλά δεν μπορούσα να φτάσω την σιδεριά ούτε με τα χέρια σηκωμένα. Έτσι πήρα από μόνος μου την πρωτοβουλία να αλλάξω ομάδα και να πάω σε αυτή που υπήρχαν κοντοί. Μόλις με είδε ο αρχιεργάτης άρχισε να φωνάζει και να με απειλεί ότι θα με μαστιγώσει. Ευτυχώς εκείνη την στιγμή σήμανε συναγερμός, αλλά εγώ έκανα την βλακεία να του πω στα γερμανικά ότι τελείωσε ο πόλεμος και θα πεθάνετε όλοι οι Γερμανοί. Μόλις το άκουσε αυτό άρχισε να με χτυπά και να μου ρίχνει κλωτσιές όταν ήμουν πεσμένος στο χιόνι. Μετά με πήρε και με πήγε στον μεγαλύτερο αρχιεργάτη που ευτυχώς ήταν ο Όττο. Ο Όττο μόλις άκουσε αυτά που του είπε ο άλλος αρχιεργάτης, ζήτησε και από εμένα να πώ την αποψή μου. Εγώ ζήτησα διερμηνέα για να μπορέσω να απολογηθώ. Πράγματι μετά από λίγο ήρθε ο διερμηνέας και μέσω αυτού με ρώτησε γιατί δεν δούλευα. Εγώ απάντησα: «Πες στο κύριο Όττο ότι ξέρει αν δουλεύω ή όχι. Ο κύριος αρχιεργάτης με έβαλε να σηκώσω ένα μεγάλο σίδερο μαζί με ψηλούς αλλά εγώ επειδή δεν έφτανα ούτε με τα χέρια σηκωμένα θέλησα να πάω από μόνος μου σε άλλη ομάδα που είχε κοντύτερους. Μόλις με είδε ο αρχιεργάτης άρχισε να με κτυπά και να με κλωτσά. Μόλις άκουσε αυτά που του είπα ο Όττο διέταξε τον άλλο αρχιεργάτη να φύγει. Όταν έφυγε ζήτησα να μου αλλάξει συνεργείο γιατί φοβόμουν ότι ο αρχιεργάτης θα με είχε βάλει στο μάτι. Πράγματι ο Όττο διέταξε να αλλάξω συνεργείο και από εκείνη την ημέρα και για δέκα ημέρες μου έδινε διπλή μερίδα φαγητού.
          Ήταν παραμονή Χριστουγέννων όταν μας είπαν ότι τα Χριστούγεννα θα μας δώσουν καλό φαγητό. Όμως τα Χριστούγεννα το φαγητό παρέμεινε το ίδιο και εμείς αρχίσαμε να τους ειρωνευόμαστε και να λέμε τι καλό ήταν το φαγητό και καλά που περάσαμε. Τελικά με αυτό πετύχαμε την επόμενη ημέρα να μας φτιάξουν καλό φαγητό.
          Το συνηθισμένο φαγητό ήταν λάχανο και πατάτες μαζί βρασμένα με ¨λάδι¨ από λίπος. Μερικές φορές έριχναν και κρέας. Αυτό το καταλαβαίναμε από τα κομμάτια κόκκαλων που βρίσκαμε. Από το πολύ βράσιμο το κρέας είχε λιώσει και έτσι δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε από τι ήταν το κρέας. Όμως είχαμε τέτοια πείνα που μπορούσαμε να τρώμε και τα κόκκαλα.
          Το φαγητό ήταν τόσο λίγο που μετά 2-3 ώρες ήσουν πάλι νηστικός. Το ψωμί που μας έδιναν ήταν 30 δράμια το πρωί και άλλα 30 το βράδυ. Από την πείνα υποφέραμε όλοι και πολλοί πρηζόταν και αργότερα πέθαινα.
          Στο στρατόπεδο υπήρχε και γιατρός που πηγαίναμε εφόσον δεν ήμασταν καλά. Ο γιατρός μπορούσε να σε βγάλει ελεύθερο υπηρεσίας ή να σε κάνει εισαγωγή στο αναρρωτήριο. Αν ήσουν πρησμένος σου έδινε μια αλοιφή και έφευγε το πρήξιμο. Στο αναρρωτήριο.
          Ένα μεσημέρι που ήμουν ελεύθερος υπηρεσίας είδα πολλούς έξω από το μαγειρείο να είναι στη σειρά για να πάρουν συσσίτιο. Πήγα και εγώ με την σουπιέρα μου για να πάρω φαγητό. Μόλις όμως κόντευε σειρά μου ήρθε ο στρατοπεδάρχης και με μαστίγωσε. Ο κόσμος έφυγε μακριά από εκεί και ξαναμαζευτήκαμε όταν είχε φύγει ο στρατοπεδάρχης.Όμως αυτή την φορά γύρισα γρήγορα πίσω στο μαγειρείο και με έπιασε ο στρατοπεδάρχης. Μου έριξε μία με το μαστίγιο και αντί να φοβηθώ του είπα να μου ρίξει και άλλη γιατί με ζέσταινε. Αυτός δεν το περίμενε αυτό και με κάλεσε να πάω κοντά του. Με πήρε και με πήγε μέσα στο μαγειρείο.
          Εκεί ήταν ένας παράδεισος από τις μυρωδιές. Με ρώτησαν τι εθνικότητας ήμουν. Τους απάντησα ότι ήμουν ¨Γκρέκε¨. Μετά με ρώτησαν αν ήμουν παρτιζάνος. Σκεφτόμουν ότι αν Έλληνας τους πω ότι ήμουν παρτιζάνος θα με έλεγαν ¨κουμουνίστα¨ και τους είπα ότι έδωσα ψωμί σε Εγγλέζους. Όμως με είπαν ¨καπιταλίστα¨ . Έλεγα από μέσα μου: «Γεμίστε μου την σουπιέρα με φαί και αφήστε τις ερωτήσεις γιατί εσείς δεν είσαστε ούτε με τον Χριστό ούτε με τον διάβολο».
          Εκείνη την ημέρα χόρτασα καλό φαγητό. Για μισή ώρα βρέθηκα στο παράδεισο της ζεστασιάς και του αρώματος. Ήταν Φεβρουάριος μήνας, μετά το φαγητό πήγα στο Ιατρείο. Ο γιατρός με έβαλε στο αναρρωτήριο. Εκεί βρήκα έναν σεβαστό γέροντα που τον έλεγαν Χρήστο Κατσέλη. Στο αναρρωτήριο ήταν πολύ καιρό επειδή είχε βρεί ένα κόλπο για να είναι τα πόδια του πάντα πρησμένα.
          Μια μέρα τον είδα να κάνει αυτό το κόλπο και όταν με είδε φοβήθηκε μήπως θα αποκάλυπτα το μυστικό του. «Ε! Μπάρμπα Χρήστο» του λέω «Τι κάνεις εκεί;» «Σςς, χτύπα και εσύ τα πόδια σου σαν και εμένα. Με αυτό τον τρόπο είμαι εδώ ένα μήνα. Πρόσεξε μην το πεις πουθενά».
          Με αυτό τον τρόπο έμεινα και εγώ πολλές ημέρες στο αναρρωτήριο. Το φαγητό ήταν το ίδιο αλλά υπήρχε ζέστη και δεν εργαζόμασταν. Μετά από λίγο καιρό όμως βαρέθηκα εκεί μέσα και άφησα να δράσει η αλοιφή. Έτσι τον Μάρτιο βγήκα πάλι έξω στην δουλειά.
          Εκείνη την εποχή έγινε αναγνωριστική πτήση από δύο αεροπλάνα των συμμάχων. Τα ραντάρ των Γερμανών δεν τα ¨έπιασαν¨ και αυτά κατέβηκαν πολύ χαμηλά και έριξαν με τα μυδράλια. Σκοτώθηκαν περίπου 50 από τους δικούς μας.
          Μερικές ημέρες μετά την αναγνωριστική πτήση έγινε ο μεγάλος βομβαρδισμός. Στην αρχή ακούστηκε η σειρήνα κινδύνου. Τρέξαμε όλοι να κρυφτούμε όπου σε ασφαλές μέρος. Εγώ πήγα στο εργοστάσιο που φτιάχναμε και κρύφτηκα σε μια τρύπα έτσι ώστε να μπορώ να βλέπω τι γίνεται έξω. Μαζί μου ήταν και ένας Ρώσος. Αφού γνωριστήκαμε τον ρώτησα αν είναι καλός ο κομμουνισμός. Αυτός μου απάντησε ότι δεν είναι καλός και όλοι το ίδιο είναι.
          Από εκεί παρακολουθούσαμε τον βομβαρδισμό. Οι βόμβες έπεφταν γύρο μας και ήταν τόσο δυνατές που η πλάκα τρύπησε σε δύο μεριές. Ακόμη από την μία μεριά το εργοστάσιο βυθίστηκε μισό μέτρο ενώ από την άλλη μεριά σηκώθηκε μισό μέτρο αντίστοιχα. Μετά τον βομβαρδισμό είχαμε πολλά θύματα επειδή είχαν πέσει πολλές ωρολογιακές βόμβες που έσκαζαν όταν ο βομβαρδισμός είχε σταματήσει και εμείς είχαμε βγεί έξω από τις κρυψώνες μας. Το βράδυ γυρίσαμε με τα πόδια στο στρατόπεδο αφού ο σιδηρόδρομος είχε καταστραφεί.
          Μετά τον βομβαρδισμό δεν ξαναπήγα στο εργοστάσιο αφού είχε καταστραφεί. Μας είχαν κλεισμένους όλη μέρα στους θαλάμους και έτσι δεν μπορούσα να έρθω σε επαφή με τους άλλους πατριώτες. Μία ημέρα μας είπαν ότι όποιος είναι καλά μπορεί έξω ενώ όποιος είναι ασθενής θα έμενε μέσα. Εγώ έμεινα με τους ασθενείς. Το μεσημέρι αφού μας έδωσαν καλό φαγητό, μας έβαλαν σαν τις σαρδέλες ανά 50-60 άτομα μέσα σε βαγόνια και ξεκινήσαμε με άγνωστο προορισμό. Κινούμασταν επί 8 ημέρες και κάθε μέρα κάναμε μια διαδρομή όσο περίπου είναι η διαδρομή Κόρινθος – Άργος. Σταματήσαμε σε έναν σταθμό γιατί μας βομβάρδισαν οι σύμμαχοι. Είχαμε πολλά θύματα από αυτόν τον βομβαρδισμό γιατί ο ένας πλάκωνε τον άλλον.
          Όταν τελείωσε ο βομβαρδισμός βάλαμε όλους τους νεκρούς σε ένα βαγόνι και ξαναξεκινήσαμε. Σε ένα μέρος σταματήσαμε και κατέβηκαν δύο Γερμανοί. Ο ένας από αυτούς ανέβηκε σε μια κολόνα και σύνδεσε τα σύρματα της κολόνας, που ήταν κομμένα, με τον ασύρματο και ο άλλος από κάτω μιλούσε στον ασύρματο. Έπειτα ξαναξεκινήσαμε και μετά από ώρα ξανασταματήσαμε και κατεβήκαμε για φαγητό.
          Το φαγητό ήταν 150 δράμια ψωμί, μαργαρίνη και σαλάμι. Εκεί βρήκα τον Νικόλα Μίχα και χαρήκαμε πολύ γιατί είχαμε πολύ καιρό να βρεθούμε. Δίπλα από το μέρος που είχαμε σταματήσει ήταν ένα αυλάκι που είχε βρώμικο νερό. Εμείς που ήμασταν πολύ διψασμένοι, πήγαμε στο αυλάκι για να πιούμε νερό. Οι Γερμανοί φώναζαν και μας μαστίγωναν για να πέσουμε μέσα στο αυλάκι και έτσι όλοι γίναμε μούσκεμα.
         
Το στρατόπεδο της ψειρούς
          Όταν μπήκαμε μέσα στο στρατόπεδο, οι κρατούμενοι που είχαν πολλές μέρες να φάνε, ορμούσαν σε όποιον κρατούσε ψωμί. Ακολουθούσε καβγάς μεταξύ των κρατούμενων και οι σκοποί πυροβολούσαν και έτσι σκοτώθηκαν αρκετοί.
          Εγώ είχα μάθει από πρίν ότι εκεί πεινούσαν πολύ και αν σε έβλεπαν να έχεις ψωμί σου ορμούσαν να στο πάρουν και το ψωμί μου το είχα κρύψει μέσα στο ποδόβρακο.
          Ρωτήσαμε που βρίσκονταν οι Έλληνες κρατούμενοι και μας είπαν ότι είναι στον θάλαμο 35. Μόλις μπήκαμε μέσα στον θάλαμο έβγαλα το ψωμί για να το φάμε μαζί με τον Νικόλα Μίχα. Αμέσως μου όρμησε ένας κρατούμενος για να μου το πάρει. Τότε είπα στον Νικόλα: «Ρε συ αυτός θα μου πάρει το ψωμί». Μόλις με άκουσε αυτός που έκανε την επίθεση για το ψωμί σταμάτησε και μας είπε: «Έλληνες είσαστε ρε παιδιά; Δώστε και σε μένα λίγο ψωμί». Του έδωσα λίγο ψωμί και δεν μπορώ να περιγράψω την συγκίνηση που νιώσαμε όλοι μας. Αυτός άρχισε να λέει ευχές για την πατρίδα. Ακόμη μας είπε: «Παιδιά ζύγωσε η λευτεριά, εδώ μέσα δεν υπάρχει καμιά τάξη, μόνο οι σκοποί φαίνονται στις σκοπιές».
          Το νερό πίνονταν με δυσκολία αφού μύριζε σαν να είχε χαλκό. Το συσσίτιο ήταν πατάτες βρασμένες. Την διανομή του συσσιτίου την είχε αναλάβει ένας τσιγγάνος, ο οποίος φρόντιζε τους δικούς του και εμάς μας άφηνε νηστικούς. Ήμασταν νηστικοί 4 ή 5 ημέρες αφού όταν έρχονταν η σειρά μας για να πάρουμε τις λιγοστές πατάτες που είχαν μείνει πέφταμε όλοι μαζί και τις λιώναμε. Έτσι τελικά δεν έτρωγε κανείς. Υπήρχε αναρχία. Συνεννοηθήκαμε με τους Ιταλούς κρατούμενους να πάμε να πάρουμε μόνοι μας τις πατάτες. Αυτοί θα αναλάμβαναν να μην μπεί κανείς από την μία πλευρά και εμείς από την άλλη. Η διανομή του συσσιτίου θα γινόταν ονομαστικά. Πήγαμε το πρωί και πήραμε τις πατάτες. Μετά από λίγο ήρθε ο τσιγγάνος να ζητήσει το λόγο που αναλάβαμε να κάνουμε μόνοι μας τη διανομή. Απ΄έξω ήταν μαζεμένοι οι δικοί του αλλά δεν μπορούσαν να μπούν μέσα αφού φυλάγαμε την είσοδο. Ο τσιγγάνος επέμενε να ξαναναλάβει αυτός την διανομή αλλά εμείς του λέγαμε ότι από εδώ και εμπρός θα την κάνουμε μόνοι μας και δεν τον χρειαζόμαστε. Του είπαμε να βγεί από τον θάλαμο αλλά αυτός δεν έφευγε και τότε τον βαρέσαμε και τον βγάλαμε έξω με την βία.
          Από τότε δεν μας ενόχλησε κανείς και έτσι ο θάλαμός μας είχε γίνει το ¨Χάνι της Γραβιάς¨ . Όμως μετά από λίγο καιρό τις πατάτες μας τις έδιναν άβραστες και τις ψήναμε μόνοι μας στη σόμπα. Περνούσαμε από μέσα τους σύρμα σαν τσαπέλα και τις βάζαμε στη σόμπα. Άλλες καιγόντουσαν και άλλες έμεναν άψητες. Από τις άψητες πατάτες πολλοί αποκτούσαν στομαχικά προβλήματα και πέθαιναν. Μια μέρα ήρθε ένας ελεύθερος Έλληνας εργάτης και έφερε φάρμακα για τους βαριά άρρωστους. Είπε ότι θα έρχονταν και την επομένη αλλά δεν ξαναήρθε άλλη φορά.
          Δίπλα από το δικό μας στρατόπεδο υπήρχε στρατόπεδο υπήρχε στρατιωτικό στρατόπεδο με Άγγλους κρατούμενους. Από αυτό το στρατόπεδο μας είχαν φέρει δύο φορές ψαρόσουπα για συσσίτιο. Τα ΕS-ES είχαν χαθεί και γι΄ αυτό έμπαιναν ξένοι τόσο εύκολα μέσα στο στρατόπεδό μας.
          Το στρατόπεδο το είχαμε ονομάσει ¨Στρατόπεδο της ψειρούς¨ επειδή οι ψείρες ήταν τόσες πολλές που περπατούσαν πάνω στα κρεβάτια μας όπως περπατάνε τα μυρμήγκια στα δέντρα. Ο Νικόλας Μίχας δεν άντεξε τις ψείρες και μια μέρα έβγαλε τα ρούχα για να τα τινάξει. Εγώ του είπα να μην βγάλει γιατί θα κρύωνε αλλά δεν με άκουσε και κρύωσε. Έτσι τον είχα βαριά άρρωστο και του έδινα βρασμένο νερό να πιεί επειδή οι Γερμανοί κάτι είχαν ρίξει μέσα στο νερό. Όσο μπορούσα του πρόσφερα την βοήθειά μου γιατί και εγώ ήμουν εξασθενημένος λόγω της ασιτίας.
         
Ζύγωσε η ώρα της λευτεριάς
          Εκείνη την εποχή οι σειρήνες δεν έλεγαν να σωπάσουν. Μέσα από το βάθος του κάμπου ακουγόταν η βοή των κανονιών. Ένα απόγευμα ακούστηκε ότι ήρθαν οι Άγγλοι. Όλοι έτρεξαν έξω από την πύλη για να πάνε να συναντήσουν τους ελευθερωτές μας. Προσπάθησα και εγώ να πάω αλλά όταν προχώρησα λίγο ένιωσα να κόβονται τα πόδια μου και γύρισα πίσω στο θάλαμο. Μέσα στο θάλαμο ήταν και ο Νικόλας ο οποίος είχε πέσει σε κώμα και δεν αντιδρούσε καθόλου σε ότι του έλεγα.
-----------------
          Να ήταν ο ουρανός χαρτί και η θάλασσα μελάνι δεν θα έφτανε να έγραφα την περιπέτεια μου λεπτομερώς(Ο Ναπολέων Χ. Πούλος)
------------------
Ήρθε η ποθητή λευτεριά
          Την άλλη μέρα το πρωί όταν βγήκα έξω κοίταξα στις σκοπιές και δεν είδα πουθενά τους σκοπούς. Στις σκοπιές κυμάτιζαν οι συμμαχικές σημαίες. Τις κοιτάω να! Άλλη και άλλη και άλλη! Νά και η Ελληνική. Η χαρά μου ήταν τόσο μεγάλη που έκανε τα πόδια μου να λυγίσουν. Ήμουν έτοιμος να πέσω κάτω και είπα: «Μωρέ τώρα θα πεθάνω που είμαι ελεύθερος» Σαν συνήλθα κάθισα και κοιτούσα τις σημαίες. Η καρδιά μου χόρευε από την χαρά μου.
          Στις 9 η ώρα ήρθαν στο θάλαμο οι Άγγλοι και όλοι είχαμε τρελαθεί από την χαρά μας. Βρέθηκε ένας πρώην όμηρος που ήξερε γαλλικά και καταφέραμε να συνεννοηθούμε μαζί τους. Μας είπαν ότι στις 10 η ώρα θα έρθουν να μας πάρουν με αυτοκίνητα.
          Έπειτα έφυγαν και επέστρεψα στο ψειριάρικο κρεβάτι μου. Αποκοιμήθηκα και ξύπνησα στα χέρια ενός στρατιώτη, σαν μικρό παιδί, που με μετέφερε στο αυτοκίνητο. Εγώ φώναξα στον επικεφαλή να πάρουν και το Μίχα.
          Όταν με έβγαλε έξω ο Εγγλέζος μου είπε να βγάλω τα ρούχα μου. Τα ρούχα μου – που ήταν συγχρόνως και τα σκεπάσματα- τα είχα ράψει με σύρμα. Επιχείρησα να τα βγάλω αλλά δεν μπορούσα να κόψω τα σύρματα. Ήρθε ένας άλλος Άγγλος με πένσα και μου τα έκοψε. Έτσι έμεινα τελείως γυμνός. Με έβαλαν σε ένα φορείο με έβαλαν μέσα στο αυτοκίνητο που βρίσκονταν άλλοι 5 άντρες.
          Φτάσαμε τελικά σε ένα μέρος όπου, αφού πρώτα μας έκοψαν τα μαλλιά με την ψιλή μηχανή, μας έβαλαν πάνω σε κάτι τσιμεντένια τραπέζια. Εκεί μας έπλυναν κάποιοι Γερμανοί που τους είχαν επιτάξει οι σύμμαχοι. Μας έπλεναν μία με κρύο νερό μία με ζεστό κάτω από τις οδηγίες των Άγγλων. Έπειτα μας οδήγησαν σε ένα μικρό δωμάτιο όπου μας είπαν να κλείσουμε τα μάτια γιατί θα πέρναγε κάποιος να μας ρίξει μια σκόνη.
          Στη συνέχεια με πήγανε στον γιατρό και μου κοίταξε την καρδιά, τα μάτια, την γλώσσα και τους πνεύμονες. Μετά τον γιατρό με ξαναέβαλαν στο φορείο και με πήγανε στο κρεβάτι. Εκεί με άφησαν γυμνό κάτω από το σεντόνι και την κουβέρτα, χωρίς φανέλα και σώβρακο. Μέσα στο θάλαμο ήμασταν 10 ασθενείς, Πολωνοί, Γάλλοι, Ρώσοι κ.α. , όλοι το ίδιο με μένα. Ο θάλαμος ήταν ζεστός χάρις στην σόμπα που έκαιγε στο φούλ. Αποκοιμήθηκα και δεν ξέρω πόσες ώρες αργότερα ξύπνησα. Όταν ξύπνησα είχε περάσει η ώρα του φαγητού και στεναχωρήθηκα πολύ που δεν με ξύπνησαν για να φάω.
          Το πρωί της άλλης μέρας μας έφεραν γάλα και φρυγανιά, αλλά η πείνα μου ήταν αγιάτρευτη. Το μεσημέρι μας έδωσαν τρείς κουταλιές ρυζόγαλο. Όλοι λέγαμε ότι μας κοροϊδεύουν με το φαγητό που μας δίνουν. Την άλλη ημέρα μας έδωσαν λίγη περισσότερη ποσότητα και κάθε μέρα αύξανε ώσπου έγινε κανονικό. Εκείνες τις ημέρες μας έδωσαν και ρούχα να ντυθούμε. Μια μέρα ήρθε μια νοσοκόμα στο κρεβάτι μου και μου είπε:
          «Του Ναπολέων, γκρέκε;»
          «Για» ,της απάντησα
          «Του παρτιζάνο;»
          «Νο, 1941έδωσα ψωμί Ίγκλις»
          Με διάφορα νοήματα και αφού της έγραψα: «1941 Ίγκλις Γκρέκε» , καταφέραμε να συνεννοηθούμε. Στη συνέχεια ήθελε να μάθει τι έγιναν οι Άγγλοι.
          «Ίγκλις μπουμ Τζέρμαν;»
          «Νο, Ίγκλις Παπανικολή Αλεξάνδρεια»
          Όταν κατάλαβε ότι της έλεγα μου έδωσε σοκολάτα και κάθε πρωί κάτω απ’ο το μαξιλάρι μου έβρισκα σοκολάτα. Αυτό γινόταν για 15 ημέρες. Πάντα όταν με έβλεπε αυτή η νοσοκόμα μου έλεγε: «Ναπολέων οράϊτ; Ίγκλις Παπανικολή» και μου χαμογελούσε.
          Στο θάλαμο δεν υπήρχε άλλος Έλληνας. Σε όλο το νοσοκομείο υπήρχε άλλος ένας Έλληνας. Όταν γνωριστήκαμε είτε πήγαινα εγώ στο θάλαμό του είτε έρχονταν αυτός στο δικό μου. Μια ημέρα με καλό καιρό βγήκαμε μαζί έξω στο προαύλιο. Εκεί μας είδε ένας γιατρός και κάτι είπε στα ξένα. Την άλλη μέρα μας έδωσαν ρούχα και μας πήγανε σε άλλο νοσοκομείο. Εκεί βρήκα πολλούς γνωστούς, μεταξύ των οποίων και τον Χρήστο Κατσέλη από το Νεοχώρι Θηβών.
          Με φώναξαν να πάω σε ένα γραφείο για με ρωτήσουν για τα στοιχεία μου. Εκεί με ρώτησαν για ποιο λόγο με έφεραν στην Γερμανία. Τους είπα ότι εκεί ήμουν επειδή με πρόδωσαν ότι έκρυβα δύο Άγγλους. Συνέχισαν τις ερωτήσεις: «Ποιος σε πρόδωσε;» «Ο Δημήτριος Μπαλάφας ή Ντάκος στο παρατσούκλι, αλλά γιατί με ρωτάτε;» «Πρέπει όταν επιστρέψεις στην Ελλάδα να του κάνεις μήνυση για να καταδικαστεί και να πληρώσει και αυτός για ότι τράβηξες εσύ 3 χρόνια στις φυλακές και τα στρατόπεδα»
          Μου έδωσαν ένα μικρό χαρτί που έγραφε το ονομά μου το οποίο θα ήταν η ταυτοτητά μου. Μου έδωσαν και δύο καρτέλες για να τρώω στο εστιατόριο. Όσο καιρό ήμασταν εκεί οι Άγγλοι ήταν πολύ ευγενικοί. Μας βοηθούσαν στις σκάλες και μας έλεγαν ευχαριστώ.
          Μια μέρα μας έβαλαν σε μια σκοτεινή αίθουσα και μας έδειξαν ένα φίλμ. Είδαμε στρατόπεδα συγκεντρώσεων, τον Χίτλερ με το επιτελείο του, τον Τσώρτσιλ, τους Αμερικάνους κλπ.
          Όταν αναρρώσαμε τελείως αρχίσαμε να βγαίνουμε εκτός στρατοπέδου στα διπλανά χωριά. Σε έναν περίπατο είδαμε κάτι χωρικούς να αρμέγουν τα πρόβατα τους. Τους ζητήσαμε γάλα και μας είπαν ότι δεν έχουν. «Μα τι είναι αυτό εκεί;» τους ρωτήσαμε δείχνοντας τους το γάλα που είχαν αρμέξει.
          Αυτοί απαντούσαν ότι δεν έχουν γάλα. Τότε κρυφά μια γυναίκα φεύγει και με ποδήλατο της πήγε στο στρατόπεδο, βρήκε τον διοικητή και του είπε ότι κινδύνευαν από μας. Εμείς στο μεταξύ αφού είδαμε ότι δεν μας έδιναν γάλα φύγαμε από εκεί.
          Συνεχίσαμε τον περίπατο μας και 300 μέτρα πιο κάτω σταματήσαμε στη σκιά ενός δέντρου για να ξεκουραστούμε. Σε λίγο ήρθε ένα τζιπ με Άγγλους στρατιώτες και την γυναίκα. Η γυναίκα μας έδειξε με το δάκτυλο της και είπε στον επικεφαλής να μας συλλάβει γιατί είμαστε κακούργοι.
          Όλοι μας είχαμε πάνω μας κάποιο όπλο ή κάποιο αντικείμενο που θα μπορούσε να γίνει (πχ κατσαβίδι). Εγώ είχα περασμένο στην ζώνη μου ένα τραπεζομάχαιρο, το οποίο φαινόταν. Με ζύγωσε ένας στρατιώτης και μου το πήρε λέγοντας μου : «Πίκουλο τι το θες αυτό;» Το μίσος που είχα για τους Γερμανούς μου έδωσε θάρρος και τους είπα δυνατά: «Όλλοι καπούτ. Γερμανοί μπαμπά, μαμά καπούτ» Οι στρατιώτες με κοίταζαν χωρίς να μπορούν να πουν τίποτα.
          Μετά μας έβαλαν στο τζιπ και μας πήγανε στο πειθαρχείο του στρατοπέδου. Οι σκοποί μας έδωσαν τσιγάρα και σοκολάτες. Μετά από δύο ώρες μας έβγαλαν από το πειθαρχείο και μας οδήγησαν στον διοικητή. Εκεί υπήρχε και ένας διερμηνέας που ήξερε ιταλικά και συνεννοούνταν με τους Άγγλους στα ιταλικά.
          Ο διερμηνέας με πήρε από το χέρι και με ρώτησε από πού είμαι.
          «Είμαι Έλληνας από το Στεφάνι Κορινθίας. Πες στον διοικητή ότι τον πατέρα μου και την μάνα μου τους σκότωσαν οι ιταλοί και οι Γερμανοί. Γι΄ αυτό έχω τόσο μίσος και φωνάζω να πεθάνουν οι Γερμανοί».
          Ο διοικητής μας είπε μέσω του διερμηνέα: «Δίκιο έχετε παιδιά, αλλά να ξέρετε ότι είμαστε Ευρωπαίοι και πρέπει να τους δείξουμε ότι είμαστε ανώτεροί τους και όχι βάρβαροι σαν και αυτούς».
          Την άλλη μέρα μας άλλαξαν στρατόπεδο και μας πήγανε σε ένα που οι μάγειροι ήταν Γερμανοί. Αυτοί έκλεβαν το φαγητό με αποτέλεσμα το συσσίτιο να είναι λιγοστό και βγαίναμε στα γύρω χωριά για πλιάτσικο.
          Μια μέρα που το φαγητό ήταν χάλια δεν πήγαμε να το πάρουμε αφού είχαμε φυλάξει κονσέρβες και αυγά. Τότε βγήκε ένας Γερμανός μάγειρας και άρχισε να φωνάζει κουνώντας το χέρι του. Ένας από εμάς που ήξερε γερμανικά του είπε να κατεβάσει το χέρι του και να μην μας φωνάζει γιατί πέρασε η εποχή που διέταζαν αυτοί. Του είπε ακόμη να φύγει γιατί θα τον χτυπούσαμε και αυτός έφυγε.
          Το μεσημέρι εκείνης της ημέρας ήρθε στο στρατόπεδο ένας Έλληνας λοχαγός. Μόλις τον είδαμε τρέξαμε όλοι οι Έλληνες (περίπου 35 άτομα) και τον κυκλώσαμε όπως τα κλωσόπουλα την κλώσα. Μας ρώτησε πως τα περνάμε και αν έχουμε κανένα παράπονο από τους Άγγλους. Στη συνέχεια έγραψε τα ονόματα μας και είπε ότι θα τα έδινε στην εφημερίδα ¨Καθημερινή¨ για να δούν οι δικοί μας στην Ελλάδα ότι είμαστε ζωντανοί. Τέλος μας είπε ότι σύντομα θα έρθουν αυτοκίνητα να μας πάρουν και να μας πάνε σε ένα στρατόπεδο που υπάρχουν μόνο Έλληνες και ότι τον Αύγουστο με Σεπτέμβριο θα φύγουμε για την Ελλάδα επειδή οι γραμμές του τρένου είναι κατεστραμμένες.
          Μεταξύ μας υπήρχαν και κάποιοι Καστοριανοί οι οποίοι μιλούσαν τα σέρβικα. Αυτοί έμαθαν από τους Σέρβους ότι αυτοί που είναι στο σέρβικο στρατόπεδο θα φύγουν την 1η Αυγούστου. Οι περισσότεροι από εμάς προτιμήσαμε να φύγουμε με τους Σέρβους και αυτό τελικά μας βγήκε σε κακό.
          Εκείνη κιόλας την νύχτα αλλάξαμε στρατόπεδο και πήγαμε στο σέρβικο. Οι Σέρβοι έκαναν πολλές κλεψιές στα γύρω χωριά. Στην κλεψιά τους συναγωνιζόμασταν και εμείς.
          Ένα πρωί είδαμε να βόσκουν μία κατσίκα με δύο κατσικάκια. Κανονίσαμε να κλέψουμε τα κατσίκια, αλλά εγώ είχα αντιρρήσεις μου επειδή θα βέλαζαν και θα γινόμασταν αντιληπτοί. Δεν με άκουσαν και όταν πήραμε το ένα κατσίκι άρχισαν να βελάζουν. Τότε παρατήσαμε το κατσίκι και αρχίσαμε να τρέχουμε για να μην μας πιάσουν. Εγώ όμως έμεινα πίσω και έτσι με έφτασε ο ιδιοκτήτης. Με ρώτησε που είναι οι υπόλοιποι και εγώ του έδειξα ότι ακολούθησαν την αντίθετη κατεύθυνση απ΄ αυτήν που πραγματικά ακολούθησαν.
          Μια άλλη ημέρα είδαμε σε ένα μέρος να βόσκουν ελεύθερα κάτι γελάδια. Είπαμε να πάμε να κλέψουμε και εμείς ένα όπως έκαναν οι Σέρβοι με επιτυχία. Όταν νύχτωσε πήγαμε να κλέψουμε ένα μικρό δαμάλι. Εδώ το έχεις εκεί το έχεις τελικά το στριμώξαμε και καταφέραμε να το πιάσουμε. Όταν το πιάσαμε όμως οι σύντροφοι μου με εγκατέλειψαν μόνο μου να προσπαθώ να περάσω το σχοινί από το λαιμό του μοσχαριού. Παρά τις προσπάθειες μου δεν κατάφερα και τελικά εγκατέλειψα την προσπάθεια. Από αυτό το γεγονός μου το παρατσούκλι: «Ο Ταυρομάχος». Το επόμενο βράδυ ξαναπήγαμε και καταφέραμε να το κλέψουμε. Ένα μέρος από το μοσχάρι το φάγαμε και το υπόλοιπο το πουλήσαμε. Από αυτή την κλεψιά μας πήραμε περίπου …δραχμές ο καθένας μας.
          Μια άλλη απόπειρα κλοπής έγινε σε κοτέτσι. Είχαμε δει σε αυτή την αυλή να κυκλοφορούν πολλές κότες. Φωνάξαμε μήπως ήταν κανείς αλλά δεν πήραμε απάντηση. Έτσι μπήκαμε μέσα στην αυλή και άρχισε το κανονικό πλιάτσικο. Εγώ μαζί με έναν σύντροφο μου θέλαμε και αυγά και έτσι μπήκαμε μέσα στο κοτέτσι. Εκεί εκτός από αυγά, σκοτώσαμε και 6 κότες και όλα τα κλοπιμαία τα βάλαμε σε ένα σακούλι σαν καλές νοικοκυρές. Όταν βγήκαμε έξω διαπιστώσαμε ότι οι υπόλοιποι είχαν προχωρήσει περίπου 300 μέτρα μπροστά. Όταν τους φθάσαμε τους φθάσαμε τους παραπονέθηκα γιατί μας άφησαν μόνους μας πίσω.
          Στο δρόμο της επιστροφής συναντήσαμε μια αποθήκη τροφίμων που όμως ήταν άδεια. Το μόνο που βρήκαμε σε ένα μικρό δωμάτιο αυτής της αποθήκης ήταν κονσέρβες, μπισκότα και μαρμελάδες. Πήραμε όσα περισσότερα μπορούσαμε να σηκώσουμε και επιστρέψαμε στο στρατόπεδο.

Η Επιστροφή
          Έφθασε 1η Αυγούστου αλλά τίποτα δεν ακουγόταν σχετικά με την επιστροφή μας. Τελικά στις 6 Αυγούστου ήρθαν αυτοκίνητα και μας πήγανε στο σιδηροδρομικό σταθμό. Εκεί στις 2 ώρες που μείναμε ¨καθαρίσαμε¨ όλες τις μηλιές της περιοχής. Εκτός από μηλιές βρήκαμε μία αποθήκη που είχε διάφορα εργαλεία. Από εκεί πήρα μπαλτούμια για 4 ζώα, 2 κουβέρτες ¨καμιλό¨, 2 παγούρια, ένα πριόνι και μια πλάνη. Θα έπαιρνα και άλλα όμως είδαμε να έρχεται ένας Γερμανός και φύγαμε.
          Επιστρέψαμε στον σταθμό με τα κλοπιμαία, τα οποία τα βάλαμε σε ένα βαγόνι. Ο Γερμανός που μας είχε ακολουθήσει φώναζε να του τα επιστρέψουμε αλλά δεν του έδινε κανένας σημασία.
          Τελικά επιβιβαστήκαμε στο τρένο και άρχισε το ταξίδι της επιστροφής. Στο τρένο είχαμε κρεμάσει δύο αυτοσχέδιες σημαίες, μία Ελληνική και μία Σέρβικη. Κατά την διάρκεια του ταξιδιού κάποιος δοκίμασε να ανέβει στην ¨οροφή¨ του βαγονιού και τον παρέσυρε το ρεύμα του αέρα. Αυτός δεν ήταν το μόνο θύμα. Ένας άλλος προσπάθησε να ανέβει στο βαγόνι όταν το τρένο είχε ξεκινήσει αλλά παραπάτησε και ο τροχός έκοψε το πόδι του. Έμεινε πίσω ένας από εμάς για να τον πάει στο νοσοκομείο.
          Διασχίσαμε την Γερμανία, την Αυστρία και την Ουγγαρία. Φτάσαμε σε μια μεγάλη σήραγγα. Όταν περάσαμε αυτή τη σήραγγα μπήκαμε στην Γιουγκοσλαβία. Στα σύνορα μας σταμάτησαν, μας μέτρησαν και μας έδωσαν συσσίτιο. Ξαναξεκινήσαμε λίγο αργότερα με προορισμό το Βελιγράδι. Σταματήσαμε λίγο αργότερα με προορισμό το Βελιγράδι μπήκαμε νύχτα. Βρήκαμε ένα Ελληνικό εστιατόριο και παρήγγειλα φασόλια με χοιρινό. Για να κοιμηθούμε πήγαμε στην αστυνομία. Εκεί μας πήραν τα στοιχεία μας και μας έβαλαν στο πειθαρχείο για να κοιμηθούμε. Πριν να μας βάλουν στο πειθαρχείο ζήτησαν να δούν τι είχαμε στους σάκους μας. Από τα πράγματα που είχα κράτησαν ένα ζευγάρι παπούτσια, μια κουβέρτα και ένα ζευγάρι ιμάντες για ζώα. Όλα αυτά τα κράτησαν με την δικαιολογία ότι τα χρειάζεται ο στρατός τους.
          Την άλλη μέρα, αφού μας έδωσαν μαρμελάδα και κουραμάνα μας επιβίβασαν στο τρένο και ξεκινήσαμε για τα σύνορα. Σε ένα φυλάκιο τους , πριν να περάσουμε τα σύνορα, μας κατέβασαν και μας ξανακατάσχεσαν μερικά από τα πράγματα μας. Από εμένα πήραν το ένα παγούρι. Θα έπαιρναν και άλλα, όμως όταν τους είπα ότι τα θέλω για ενθύμιο και ότι ήδη μου είχαν πάρει μερικά από τα πράγματα μου στο Βελιγράδι, δεν μου πήραν άλλα.
           Όταν τελείωσε η κατάσχεση μας πήρε ένας στρατιώτης και μας πήγε στη γραμμή των συνόρων. Εκεί εμφανίστηκε ο Έλληνας σκοπός που ήταν αστυφύλακας, και φώναξε . ¨Αλτ¨ Σταματήσαμε, μας έβαλαν σε σειρές και μας μέτρησαν. Αφού έδωσε μία απόδειξη ότι μας παρέλαβε ο αστυνομικός, μας είπε: «Παιδιά τώρα είσαστε ελεύθεροι».Τρέξαμε όλοι να πατήσουμε την Ελληνική γή.
          Στη συνέχεια ο αστυνομικός μας πήγε στο Ελληνικό φυλάκιο και μας πήρε τα στοιχεία μας. Εκεί μας είπε όποιος είχε οτιδήποτε χαρτιά, που να δείχνουν ότι ήταν στην Γερμανία, να τα καταστρέψει.
          Το βράδυ κοιμηθήκαμε εκεί και την επομένη το πρωί ήρθαν αυτοκίνητα και μας πήγανε στην Φλώρινα. Στην Φλώρινα μας εξέτασε γιατρός και τα ρούχα μας τα έβαλαν σε κλίβανο. Εκεί συναντήσαμε και άλλους πρώην ομήρους στην Γερμανία που περίμεναν να έρθουν αυτοκίνητα να τους πάρουν.
          Οι μέρες περνούσαν χωρίς να εμφανίζεται κανένα αυτοκίνητο. Αυτοκίνητο ερχόταν κάθε 15 ημέρες και πριν από εμάς είχαν άλλοι προτεραιότητα. Έτσι αποφασίσαμε να φύγουμε με άλλο τρόπο. Πουλήσαμε ότι είχαμε (κουβέρτες, ρούχα κ.α.) για να βγάλουμε τα εισιτήρια. Τελικά μαζέψαμε όσα χρειαζόντουσαν για να πάμε ως την Αθήνα. Κλείσαμε ένα αυτοκίνητο που πήγαινε ως την Λάρισα. Στην Λάρισα ένας από εμάς είχε έναν γνωστό που δούλευε οδηγός στην αμερικάνικη βοήθεια. Κανονίσαμε να του δώσουμε 25 δραχμές και να μας πάει στην Αθήνα. Στην Λειβαδιά τον έπιασε λάστιχο και δεν είχε ρεζέρβα. Μας άφησε εκεί γιατί θα καθυστερούσε πολύ ώσπου να το φτιάξει. Μας είπε αν θέλαμε να του δώσουμε λίγα χρήματα για την επισκευή του αυτοκινήτου και του δώσαμε ότι μπορούσε ο καθένας. Την νύχτα πήγαμε σε ένα φυλάκιο εκεί κοντά. Το πρωί μας είπαν ότι μπορούσαμε να φεύγουμε ένας- ένας με τα περαστικά αυτοκίνητα. Το βράδυ κοιμήθηκα πάνω στη καρέκλα και το πρωί όταν ξύπνησαν είχαν φύγει όλοι. Μου βρήκαμε ένα αυτοκίνητο και αφού μου έδωσαν την διεύθυνση τους σε περίπτωση που με κορόιδευαν και δεν με πήγαιναν στην Αθήνα, με άφησαν να φύγω.
          Το αυτοκίνητο που με πήρε ήταν ένα φορτηγό που μετέφερε κρέατα στον Πειραιά. Στο δρόμο ο οδηγός μου ζήτησε να δει τα χαρτιά που είχα από την Γερμανία. Του έδειξα ότι είχα και μετά μου είπε ότι ευτυχώς που είχα χαρτιά γιατί αλλιώς δεν ήξερα τι θα τραβούσα. Εγώ παρεξηγήθηκα και του είπα ότι πολύ είναι αυτό που με πήγε και να με αφήσει εκεί που ήμασταν. Μου ζήτησε συγνώμη και μου είπε να συνεχίσω μαζί του γιατί κοντεύαμε στην Αθήνα.
          Με κατέβασαν στην Αθήνα και σκεφτόμουν που μπορώ να πάω μόνος με ένα σάκο στη πλάτη. Αποφάσισα να πάω στους Παστρέους που κατάγονταν από το στεφάνι. Όταν τους βρήκα τους παρακάλεσα να μου δώσουν 100 δραχμές να γυρίσω στο Στεφάνι. Αυτοί όμως με κορόιδευαν ότι θα με βοηθήσουν αλλά δεν έκαναν καμιά κίνηση. Με ρωτούσαν αν έφερα μάρκα από την Γερμανία και πως γλίτωσα και δεν με εκτέλεσαν.
          Τελικά απογοητεύτηκα με τους Παστρέους και πήγα και βρήκα τον ξάδελφο μου τον Σταύρο Καλαρά. Αυτός όταν με είδε με αγκάλιασε. Ήταν πολύ συγκινημένος γιατί με θεωρούσε νεκρό .,ακόμη με ρώτησε για την περιπέτεια μου. Εγώ τον ρώτησα για την οικογένεια μου επειδή δεν ήξερα αν ήταν ζωντανοί. Με καθησύχασε  ότι όλοι ήταν καλά και μετά με πήγε στο πρακτορείο για να πάρω το λεωφορείο για το Χιλιομόδι.
          Στο λεωφορείο οι συνοδοιπόροι μου άρχισαν να με κοροϊδεύουν και να με ρωτάνε αν βρήκα γκόμενα στην Γερμανία. Εγώ δεν άντεξα και τους είπα: «Σας παρακαλώ, δεν με ρωτήσατε πως γλίτωσα από τους Γερμανούς. Είμαι τρία χρόνια ταλαίπωρος στις φυλακές και στα στρατόπεδα και τώρα γυρίζω σπίτι μου και δεν ξέρω αν θα βρώ πατέρα , μάνα και αδέλφια; Και έκλαιγα από χαρά και αγωνία. Το αυτοκίνητο να γινόταν αεροπλάνο να έφτανε στο Στεφάνι!

ΤΕΛΟΣ
.
================================================================


·         Ο ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΟΤΑΝ ΕΠΑΝΗΛΘΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΒΑΡΒΑΡΩΝ ΓΕΡΜΑΝΩΝ ΒΑΡΑΙΝΕ ΤΟ ΕΔΑΦΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΜΑΣ 23 ΚΙΛΑ! (Τα φτερά του έλειπαν γιά να πετάξει!)
·       Ο φίλος του Ναπολέοντα, ΝΙΚΟΛΑΣ ΜΙΧΑΣ από τον 'Ασσο Κορινθίας δεν γύρισε ποτέ απο την Γεμανία φαίνεται δεν άντεξε (αναφορά σχετική στο βιβλίο του ΧΡΗΣΤΟΥ Κ. ΓΙΑΝΝΑΚΕΝΑ" Έπεσαν Υπέρ Πατρίδος..."
·        Ευχαριστίες και τιμή στην ΜΑΡΙΑ ΠΟΥΛΟΥ θυγατέρα του Ναπολέοντα και στην οικογένεια της ,γιά την εμπιστοσύνη και πρωτοβουλία δημοσιοποίησης των σπουδαίων απομνημονευμάτων του πατρός της!
·        Το ¨Ανθελληνικό Κράτος ¨ μας λόγω του προ-χρόνιου χαραχθέντος δρόμου της προδοσίας, δεν αξίωσε  να δώσει καμία, (τουλάχιστον έστω μικρή) , αναγνώριση τιμής στον ¨Ταυρομάχο¨ ΈΛΛΗΝΑ ΝΑΠΟΛΕΟΝΤΑ!

ΤΙΜΗΣ ΕΝΕΚΕΝ
ΣΤΟΝ ΣΠΟΥΔΑΙΟ ΣΤΕΦΑΝΙΩΤΗ ΕΛΛΗΝΑ ΝΑΠΟΛΕΟΝΤΑ ΧΡ. ΠΟΥΛΟ



===========================================================

***ΜΕΡΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΑΠΟΣΑΦΗΝΙΣΕΙΣ!
 (Σύμφωνα και με τα ντοκουμέντα του Ναπολέοντα)
* Ο Φονευθείς Ιταλός πρέπει να ήταν πράκτορας των ιταλών και όχι λιποτάκτης  αυτό συμπεραίνεται από την βαρύτητα που έδειξαν (Ανέκριναν σχεδόν όλους τους άνδρες  του χωριού και από τις αυστηρές τιμωρίες που επέβαλαν) αλλά και από τους επόμενους υπομνηματισμούς, όπου φαίνεται ότι ο φόνος του ιταλού έγινε 22-2-1942  και ότι ο Άγγλος ¨ΣΤΕΦΑΝΟΣ  που αναφέρεται από τον ΝΑΠΟΛΕΟΝΤΑ ήταν αυτός που εισχώρησε  κατόπιν στην ομάδα Εθνικής Αντίστασης του Βαζαίου Εμμ στο Φαρμακά και ο οποίος έχοντας για καιρό διαβιώσει στα βουνά του Στεφανίου γνώριζε  τα πάντα γι΄ αυτούς και ίσως μετά διαβουλευόταν με τον “πράκτορα” - κτήνος «Στάθη»!
          Επίσης απορίας άξιο είναι γιατί οι δύο Εγγλέζοι δεν ανέλαβαν από την αρχή, πλήρως την ευθύνη του φόνου του Ιταλού ,αλλά έμπλεξαν όλους τους Στεφανιώτες (Κυρίως τον Ναπολέοντα) και τους διχόνευσαν με τραγικά τελικά αποτελέσματα; Εύλογη η απάντηση;
-----------------------------------------------------------------------
*Η περίπτωση Κουβελάκη
Αν δεν υπήρξε ο πρώτος, αναμφίβολα υπήρξε από τους πρώτους Έλληνες που βγήκε αντάρτης στα βουνά της Πελο­ποννήσου. Πρόκειται για τον Υπενωμοτάρχη τότε Κουβελάκη Απόστολο του Σταύρου από το Μαυρομάτι Μεσσηνίας (1911 -;). Κατά την κατάρρευση του μετώπου ο Κουβελάκης υπηρετούσε ως Διοικητής του Σταθμού Χωροφυλακής Λυρ­κείας, πλην όμως με παρέμβαση των Γερμανών μετατέθηκε στο Σταθμό Χωροφυλακής Λιμνών. Ο χαμηλόβαθμος αυτός αστυνομικός υπάλληλος άρχισε με τη βοήθεια των κατοίκων να περιθάλπει περιπλανώμενους Άγγλους στρατιωτικούς. Τριάντα εννέα από αυτούς αφού εφοδιάσθηκαν με ελληνικά δελτία ταυτότητας, πολιτική περιβολή και τρόφιμα έφυγαν με κατεύθυνση τον Πόρο, την Επίδαυρο και το Λεωνίδιο.
Μαζί του έμειναν τρεις Άγγλοι και ένας Κύπριος. Το γεγονός προδόθηκε στις ιταλικές αρχές και ο Κουβελάκης στις 17.8. 1941, προκειμένου να αποφύγει τη σύλληψη, εγκατέλειψε το Σταθμό του και έχοντας μαζί του τους συμμάχους στρατιωτι­κούς και το μοναδικό Χωροφύλακα της δύναμής του Γεώργιο Πυσογιαννάκη, ο οποίος αργότερα εκτελέσθηκε από τους Γερμανούς, κατέφυγε στον ορεινό όγκο του Φαρμακά, σε μέρη γνώριμα από την προηγούμενη υπηρεσία του στη Λυρκεία. Έκτοτε η ομάδα Κουβελάκη συνδέεται με τους κατοί­κους της περιοχής και κινείται από την περιοχή της Αλέας μέχρι και εκείνη της Επιδαύρου.
Στις 22.2.1942 επιτυγχάνει την εξόντωση Ιταλού καραμπινιέρου στην περιοχή Στεφανίου – Αγγελοκάστρου Κορινθίας, ενός από τους πολλούς που είχαν σταλεί εναντίον του. 
 (Σύμφωνα με σημειώσεις του Κουβελάκη Απόστ. ως συμπέρασμα από ερευνά μου!)
----------------------------------------------------------------
* Από το βιβλίο του ΒΑΖΑΙΟΣ ΕΜΜ.
    (σελ. 9 και 10)
«Κατορθώσαμε μέσω του Μανιάτη να έλθωμεν εις επαφήν με τον μόνιμον Λοχαγόν Ιατρόν Παπαδριανόν Π. οποίος έμενε μονίμως εις το χωρίον Πετρί της Νεμέας και ο οποίος μας συνέδεσε με τον τότε υπονωματάρχην Γκουβελάκην Αποστ. Κρυπτόμενον εις τα δάση της περιοχής Αλέας. Ο Γκουβελάκης ών σταθμάρχης του χωρίου Λίμνες και κατηγρηθείς υπό των Ιταλών ότι εφυγάδευσεν Άγγλους αιχμαλώτους, έκαψε τον σταθμόν και εξήλθεν εις τα βουνά.
Κατά την πρώτην μας συνάντησιν ούτος μας είπεν ότι είχε κάπου κεκρυμμένα πέντε τυφέκια και απεφασίσαμεν με αυτά να οπλισθώμεν εις τον Φαρμακάν. (Όρος δασωμένον και αρκετά εκτεταμένον εις τα σύνορα Κορινθίας Αργολίδος)
Ούτω την 13 Ιουλίου 1943 εδημιουργήθη ο πυρήν της ομάδος Φαρμακά αποτελούμενος από τον υποφαινόμενον, από τους δύο Ανθ/γούς μου , από τον Γουβελάκην και από τον ενωμ/χην Τριανταφύλλου Ι. του Σταθμού της Αλέας (Μπογιάτι). Κατά την ημέραν εκρυπτόμεθα εις τα δάση του Φαρμακά και κατά την νύκτα εισερχόμεθα εις τα χωριά του δήμου Αλέας και ολίγον κατ΄ολίγον εδημηουργήσαμεν αρίστην οργάνωσιν αντιστάσεως εις τα χωρία ταύτα των οποίων οι κάτοικοι ήσαν έτοιμοι να ενισχύσουν την ομάδα μας με παν μέσον. Δύο ημέρας μετά την εις Φαρμακάν εγκατάστασιν μας, προσήλθον ως εθελονταί εις Άγγλος επιλοχίας εκ Κύπρου ο οποίος εκρύπτετο εις τι χωρίον και δύο χωρικοί εκ της περιοχής του Φενεού.»
(σελ. 98)
« Αποστέλλονται δι΄αεροπλάνων εις την Ελλάδα Άγγλοι Αξ/κοί ................Εις το 6ον Σύν/γμα, μέχρι του μηνός Νοεμβρίου 1943 υπήρχον οι Άγγλοι Αξ/κοί Ταγ/χης κ. Τζάϊμς, Λοχαγοί κ.κ. Φρέζερ, Κέλαρ, Ντίξοη, Ντάβις, είς επιλοχίας, δύο στρατιώται Άγγλοι και δύο Έλληνες Αξ/κοί Ασυρματισταί της Κυβερνήσεως , Καϊρου.Από του Νοεμβρίου 1943 μέχρι του Σεπτεμβρίου 1944, οι εν λόγω Άγγλοι Αξ/κοί, ηργάζοντο διά την συλλογήν πληροφοριών εις την περιοχήν της Αργολιδοκορινθίας, υπό την άμεσον προστασίαν του Συν/τος.»

-----------------------------------------------------------------------
*    Στη παρακάτω θέση στον αυτό ιστοχώρο μου (025 – Επικίνδυνοι για τα ιταλικά στρατεύματα κατοχής) , αναφέρονται τα του πατρός μου για επακόλουθα από το φόνο του Ιταλού.

----------------------------------
*  «…διότι οι ρουφιάνοι τριγύριζαν Χαρίλαος και Κωστάκης, Κωστάκης και Χαρίλαος επήγαιναν». (ΝΑΠΟΛΕΩΝ) .
Άραγε ποιοί ¨ελληνες¨ προδότες -δοσίλογοι να ήσαν;
----------------------------------
* «Γιατί ο Ντάκος έγινε ρουφιάνος»
 «Ο Ντάκος επειδή δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα με τους Παπαντωνέους, πήγε και βρήκε τον ρουφιάνο τον Χαρίλαο. Ο Χαρίλαος τον Ντάκο τον  έφερε με τέτοιο τρόπο που δεν σεβάστηκε κανέναν, εώς και το σπαθί του Ιππικού που άνηκε στον Παπά-Βαγγέλη που τον είχε πρώτο ξάδελφο.»
 * «Κάποτε που ερχόμουν από την Κόρινθο γνώρισα την αρραβωνιαστικιά του Κουβελάκη ο οποίος ήταν ενωμοτάρχης. Στην τοποθεσία Μάλα μας είδε μία από τις Ντακοπούλες που γνώριζε την γυναίκα. Αργότερα στην ανάκριση με ρώτησαν για αυτή την γυναίκα και τους είπα ότι δεν την ξέρω, γιατί ο Κουβελάκης όταν καταχτηθήκαμε από τους Ιταλούς έκαψε όλα τα αρχεία τις αστυνομίας και έγινε αντάρτης.»
* «Το όπλο το χρησιμοποιούσε ο αδελφός μου ο Παναγιώτης για να μάθει  σκοποβολή. Μια μέρα που είχα πάει και εγώ μαζί του για μου δείξει πως χρησιμοποιείτε , μας είδε μία από τις Ντακοπούλες και έτσι έμαθαν οι ρουφιάνοι για το όπλο.»

(ΝΑΠΟΛΕΩΝ)
------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
* Ο Ντάκος ήταν ο Δημήτριος Αθαν. Μπαλάφας και οι Ντακοπούλες κόρες του. Φονεύτηκαν το καλοκαίρι του 1944- έξη από την οικογένεια- από τους ¨Αντάρτες¨!
Βλέπε  σχετικά στη θέση στο αυτό ιστοχώρο μου! (018 - ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ)
 =====================================================================

¨Θα οψόμεθα εμείς που μαζέψαμε τους Εγγλέζους¨! (ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΠΟΥΛΟΣ.)
-------
.


(Να είταν ο ουρανός χαρτή και η θάλασα μαιλάνη δεν χορούσε να Γράψο.
Τα όσα γράφο Σοστά είναι.
Απονιρετότης τη μου λέγη. Ναι μα επίτε λίγο, μου παρουσιάστηκαν Μπροστά. Ταλέπορος 3 χρόνια όσα Γράφο .
Ο Ναπολέων)
.
04-05-12
Σωτήρης Ριζόγιαννης
.
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ "ΑΝΑΡΤΗΣΗΣ":http://rozosotiris.blogspot.gr/2012/05/normal-0-false-false-false.html