Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2012

ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ -ΕΚ ΨΥΧΗΣ ΚΟΙΝΗ ΜΝΗΜΗ -ΟΜΟΨΥΧΙΑ ΕΛΛΗΝΩΝ



 ΑΠΟ ΤΑ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ ΑΝΑΣΤ. Ε. ΡΙΖΟΓΙΑΝΝΗ


 «Εκεί εις την αγία ευαγγελίστρια (1), δίπλα από την εκλησία ήταν μία πατουλιά δηλαδή πουρνάργια και ήταν μέσα ένα χόρτο ή λελούδι το οποίον όταν επλησίαζες εμήριζε από τα 30 μέτρα ,τι είδος φυτόν ήταν αυτό είναι άγνωστον ,η μυρουδιά ήταν αφάνταστη ,εμοσχοβόλαγε ,απερίγραυτο ,όταν επέρναγες από εκεί.» (2)

(1)  Δίπλα στις πηγές του ποταμού Αστερίωνα
(2) Μου είχε εξιστορίσει ο πατήρ, ότι σχεδόν ξερίζωσε την πατουλιά αλλά δεν βρήκε κανένα λουλούδι.
Εκεί στον Ιερό χώρο  ήταν χυμένο γάλα από το μαστό της Ευγνωμονούσας Ελλάδος μας  και εμοσχοβόλαγε (μυροβολούσε) ;



 «Εκεί λοιπόν εις την αγία βαγγελίστρια επειδή γνωρίζαμε ότι υπήρχαν τάφοι αρχαίοι μαζί με τον Βλάμη ,τον Σωτήριον Καραντούνιαν τον φίλον μου ,εκάναμε ανασκαφές παραπλεύρως της εκλησίας και εβρήκαμε 3-4 τάφους  ,με ανθρώπινα οστά ,χωρίς άλλα αντικήμενα, ήταν μάρμαρα κ.τ.λ.» (3)

 (3) Εκεί στον ιερό τόπο ήταν μυροβολούντα κόκκαλα και μάρμαρα προγόνων !

       «Εδώ θα παριγράψω μερικά ιστορικά για τον πατέρα μου ο οποίος έζησε περί τα εκατό χρόνια .Στρατιώτης δεν επήγε διότι έτυχε απαλαγή και απαλαγή διότι όταν ήταν παιδί αρώστησε από νευρίτη και για να ζήση του ήπαν οι γιατροί επί ένα χρόνο να τρόγη μόνο γάλα (4) και έτσι έγινε δεν έτρωγε τίποτα επί ένα έτος»

(4) Έπινε γάλα παραχθέντος από την μάνα Γη για να την ποτίσουν τα παιδιά του μετά με αίμα !

Έγγραφο Στρατολογίας του 1916 γιά την στρατολογική κατάσταση του παππού Ευάγγελου Γεωργ. Ριζόγιαννη (Γέρο-Βαγγέλης, Φουκάς)



"Αναστ. Ζούζαν ή Καβλέτην παρατσούκλι ,ο οποίος έζησε 95 χρονών ,εκεί ποιο πέρα από την βαγγελίστρα ,είχαν στρούγκα ο αδελφός μου ο Γεώργιος ,ο οποίος εφονεύτι το 1921 εις Μικράν Ασίαν." (6)

(6) Τα κόκκαλα-και όχι μόνο- του Θείου Ριζόγιαννη Γεωργίου του Ευαγγ. τι έγιναν;






















Γεώργιος Ριζόγιαννης του Ευαγγ. 

«Εδώ θα περιγράψω και ένα άλλο θαύμα ,όπου έγινε εις την περιφέρεια πλυσίον του νερόμυλου το 1922 .Είχαν έλθη εις το χωργιό μας μικρασιάτες ,δηλαδή πρόσφυγες μετά την καταστροφή του Ελληνοτουρκικού πολέμου .Εις το χωργιό μας είχε έλθει μια αγαθή οικογένεια ο κυρ-Αντώνης Κοφινάς η Κοκώνης ελέγετω ,αυτός έπλεχε κοφίνια και τον είχε ο πατέρας μου και του έπλεχε μελισοκόφινα ,γιατί την εποχήν αυτήν είχαμε πολλά μελήσια εις τον νερόμυλο .Βλέποντας λοιπόν ο κυρ-Αντώνης ένα όνειρον ,ότι εκεί σε ένα μέρος μέσα σε δασομένο μέρος γεμάτο πουρνάργια ,ότι είναι μια εκλησία και είναι αυτή η εκλησία η αγία εβαγγελίστρια .Αυτό λοιπόν το όνειρον ,όπου είδε ο κυρ-Αντώνης του είπε το πνεύμα να πάρει 4ρους ανθρώπους και να πάνε να σκάψουν να βρούνε την εκλησία .Και τα πρόσωπα τούτα όρισε πιο και ποιο να είναι ,1ον ο πατέρας μου Ευάγγελος Γ. Ριζόγιαννης , 2ον Γ. Μπαλάφας ή Μπαλαφόγιαννης ,3ον η Ευγγελία Γ. Καφαντάρη ,βαπτιστήρα του πατέρα μου , 4ον Αγγελικό Αντ. Ζούζα . (7) Αυτά λοιπόν ανέφερε ο πτωχός ο κυρ-Αντώνης ,ο κοφινάς ,αλλά οι άνθρωποι που τους είπε ο κυρ-Αντώνης το εκορόϊδεβαν ,ούτε και τον επίστεβαν ,μετά λοιπόν από δύο ημέρες το πνεύμα ξανά πήγε εις τον κυρ-Αντώνη τον κοφινά και του λέει να πάς να σκάψεις να βρής την εκλησία. Αφού λοιπόν ξανά πήγε το πνεύμα εις τον κυρ-Αντώνη ,ο κυρ- Αντώνης τρέχει εις τον πατέρα μου και εις τους λοιπούς και ομολογή το τι συμβένη ,τότε λοιπόν απεφάσισαν οι κάτοικοι του χωργιού μας και ο πατέρας μου ως πρωτοστάτης κατεντολήν του κυρ-Αντώνη του κοφινά και πήγαν να σκάψουν για να βρούν την αγία εβαγγελίστρια .Αλλά και τότε μάτεα πήγαν γιατί ο κυρ-Αντώνης δεν ενθυμίτο καλώς που ακριβός ονυρέβετο μέσα σε δασομένο μέρος να βρή την εκλησία ,τους πήγενε εδώ και εκεί χωρίς αποτέλεσμα ,οπότε ο πατέρας μου και οι κάτοικοι όπου είχαν πάη για να βρούν την εκλησία γυρίζοντας ασκόπως και περιγελούσαν με τον πτωχόν τον κυρ-Αντώνη .Αφού λοιπόν εγύρισαν εις το χωργιό το ίδιον βράδυ ο κυρ-Αντώνης ξανά βλέπει το όνειρον και συκώνεται νύκτα ο κυρ-Αντώνης κατά τας 12 η ώρα και έρχεται εις τον πατέρα μου και του λέει Βαγγέλη την βρίκα την εκλησία ακριβός εκεί όπου είναι .Την επομένην λοιπόν αποφάσισαν οι κάτοικοι και πήγαν και έσκαψαν ,εκεί όπουο κυρ-Αντώνης τους υπέδειξε και έτσι, λοιπό σκάβοντας οι κάτοικοι και βρήκαν λοιπόν την εκλησίαν την αγία εβαγγελίστρια ,γεμάτο χαρά ο κυρ-Αντώνης ο Κοκόνης και οι κάτοικοι  όπου βρήκαν την αγία ευαγγελίστριαν . Και το 1928 αφού όλο το χωργιό έκτισεν την εκλησίαν εκάναμε τα εγκένια με τον μητροπολίτην ,το τότε καιρόν Δαμασκινόν ,αυτός όπου προτωστάτησε και έφτιαξε την Κόρινθο .Αυτά λοιπό έγραψα για το θαύμα όπου μας το υπέδιξε ο πτωχός μικρασιάτης Αντώνιος Κοκόνης. Και με αυτά λοιπόν ετελείωσα το θαύμα της αγίας ευαγγελίστρας ,όπου σήμερον εορτάζουμε τον ευαγγελισμόν της θεοτόκου εις το μέρος αυτό το οποίον ονομάζεται Κλαρήν.»

(7). Οι άνθρωποι που αναφέρει  ο πατήρ και έδωσε εμπιστοσύνη και που υπέδειξε το "πνεύμα" στο όραμα του  Μικρασιάτη Συν-Έλληνα Αντ. Κοκκώνη,  είχαν την παρακάτω σχέση με την Μικρά Ασία!
-Ο Πατήρ του πατρός, Ριζόγιαννης Ευάγγελος εθυσίασε τον γιό του Γεώργιο ,στη μικρά Ασία.
 -Η Ευγγελία Καφαντάρη πήρε ως σύζυγο της τον Γκρούτση Θεοφάνη του Βασ. που είχε πολεμήσει και αιχμαλωτιστεί από τους Τούρκους στη Μ. Ασία. .
 -Ο Γ. Μπαλάφας ή Μπαλαφόγιαννης  είχε πολεμήσει στη Μ. Ασία .
-Η Αγγελικό Αντ. Ζούζα είχε αδελφό τον  φονευθέντα στη Μικρά Ασία την 16/8/1921 Ζούζα Νικόλαο του Αναστ. 1901-1921 ( φίλο του Γεωργίου Ε. Ριζόγιαννη)

Φωτογραφία: Επάνω αριστερά Γεώργιος Ε. Ριζόγιαννης κάτω δεξιά Ζούζας  Νικόλαος του Αναστ.-Φονευθέντες στη Μ. Ασία (Στεφανιώτες). Οι άλλοι 3 μάλλον από το Αγιονόρι Κορινθίας!
(Άξια και η "αυτοσχεδίη μίξαι χείρας" όλων)


 «Το 1928 μετά 3 χρόνια εκεί εις την εκλησία επήγε ως καντιλοναύτης ένας γέρος ,ο οποίος ελέγετο γεροχαρπίλας ,ήταν από το χωργιό μας ,ο οποίος εφύτεψε δένδρα και έβαλε και περιβολάκι για να συντηρηθή ,αποσχολιότανε με την εκλησία άναβε τα κανδύλια κ.λ.π. ήταν δε χρυσοχέρης έφτιανε κλίτσες ,κουτάλια κ.λ.π.  εκάθησε αρκετά χρόνια ,όπου και τέλος πέθανε. Μετά από αυτόν ήρθε ένα καλογεροπαίδι 30 χρονών αγνόστου διαμονής και αυτός δε εκάθησε 1 χρόνο και μετά έφυγε και από τότε λοιπόν η εκλησία δεν είχε καντιλοναύτη.» (8)

(8) Οι απόγονοι του Μικρασιάτη Αντ. Κοκκώνη σήμερα έχουν μνήμη και βοηθούν στη συντήρηση του χώρου.


====================================================================

 
"Εσείς βουνά της Άγκυρας και της Μικράς Ασίας
ποτέ να μην ανθίσετε, ποτέ μη λουλουδίστε
για το κακό που πάθαμε στις δεκατρείς Αυγούστου
Γιόμισαν τα βουνά κορμιά κι οι κάμποι παλικάρια
κι άλλα παιδιά ΄ν αιχμάλωτα κι άλλα ΄ναι λαβωμένα
Κι ένα παιδί απ΄ τον τόπο μας άλλων παιδι΄νε λέει:
Βλέπω και ετοιμάζεστε στον τόπο σας να πάτε
Ντουφέκι να μη ρίξετε, τραγούδι να μην πείτε
Κι αν σας ρωτήσει η μάνα μου κι ο δόλιος μου πατέρας
πέστε του πως παντρεύτηκα εδώ μες την Τουρκία
την πλάκα πήρα πεθερά, την μαύρη γη γυναίκα
δύο κυπαρίσσια αγκαλιά στο μνήμα μου απάνου"
(ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ)







=======================================================================
(Πρόταση για τούρκικο ΣΙΡΙΑΛ)

ΜΑΡΤΥΡΙΑ -ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΑΡΣΕΛΟΣ

           Τον Αύγουστο του 1922 ήμουν στρατιώτης στη Θράκη. Ανήμερα το Δεκαπενταύγουστο, που γίνονταν η οπισθοχώρηση της Μικρασίας, μας πήγαν στη Σμύρνη κι από κει στη Μαγνησία. Δεν προχωρούσαμε άλλο, γιατί ο στρατός είχε οπισθοχωρήσει. Πείραμε κάτι κατάδικους και τους κατεβάσαμε στη Σμύρνη και πήγα εντομεταξύ να δώ τους γονείς μου. Εκεί με κλείσαν τα τουρκικά στρατεύματα. Δεν μπόρεσα να φύγω. Ξαναγκάστηκα και ντύθηκα πολίτης. Πήγαμε σε κάποιο γαλλικό εργοστάσιο και φυλαχτήκαμε μέχρι δέκα μέρες. Στο διάστημα αυτό είχε αρχίσει το κακό, σκότωναν λεηλατούσαν, ατίμαζαν κορίτσια κ.λ.π. Έβαλαν και τη φωτιά. Οι Γάλλοι μας βγάλαν από το εργοστάσιο*. Αναγκαστήκαμε και πήγαμε στο σπίτι μας.
          Όταν μπήκαν τα τούρκικα στρατεύματα στη Σμύρνη και άρχισαν και σκοτώναν και λεηλατούσαν στα Ταμπάχανα επαρουσιάσθη μια πυρκαγιά. Έτρεξαν οι αντλίες να τη σβήσουν αλλά, δυστυχώς αντί να την σβήσουν την άναβαν περισσότερο, έριχναν πετρέλαια και βενζίνες. Η φωτιά προχωρούσε. Ο κόσμος που ήταν χωμένος μέσα στα σπίτια εξαναγκάστηκε και βγήκε στους δρόμους και τράβηξαν όλοι στην παραλία. Στο λεγόμενο Κορδόνι συγκεντρώθηκε όλος ο πληθυσμός. Και εκεί έφταξε η φωτιά. Από τη μια μεριά και την άλλη του δρόμου είχαν βάλει φωτιές. Όταν έφταξε η φωτιά κι εκεί, ο κόσμος προσπαθούσε να βγεί όξω από την πόλη πηγαίνοντας στη φρουρά κοντά. Οι φρουροί τους σκοτώναν και δεν τους άφηναν να σπάσουν τη χώνη, να βγούνε όξω και να φύγουν από κεί.
        Από την άλλη μεριά ήταν η φωτιά, δεν μπορούσαν να περάσουν να φύγουν. Τότε όσοι ξέραν μπάνιο πεύφταν στη θάλασσα. Αν τους έβλεπαν οι Τούρκοι τους σκότωναν μέσα εκεί. Εάν δεν τους βλέπαν έφταναν στα συμμαχικά πολεμικά πολεμικά καράβια που ήταν αραγμένα και υποστήριζαν τους Έλληνες. Τους άφησαν και σκαρφαλώναν απάνω στα καράβια και μόλις μπαίναν μέσα τους ξανάριχναν στη θάλασσα. Άλλοι πνιγόντουσαν κι άλλοι έβγαιναν πάλι όξω. Οι Άγγλοι, οι Γάλλοι και Ιταλοί καθόντουσαν στα καφενεία και γλεντούσαν*. Κάποια στιγμή έσπασε η ζώνη και άφησαν τον κόσμο να βγεί προς τα έξω. Μετά από δύο-τρεις ημέρες ήρθε μια διαταγή να κατεβούν στην παραλία για να φύγουνε. Διώξαμε τον πατέρα μας τη μητέρα μας την αδελφή μας για την παραλία και μείναμε εκεί τα δύο αδέλφια. Μετά από μια ώρα φύγαμε κι εμείς και επήγαμε προς την παραλία. Φτάνοντας στη Πούντα μας πιάσαν Τούρκοι πολίτες και μας κλείσαν μέσα σε κάτι φυλακές. Κατά τις δέκα η ώρα το βράδυ μας βγάλαν και μας πήγαν στο εστιατόριο. Η σφαγή συνέχιζε γδύναν παίρναν ρούχα παπούτσια. Άφηναν τον κόσμο που δεν εσκότωναν ,γδυτό.
        Το πρωί συγκεντρωθήκαμε πέντε χιλιάδες αιχμάλωτοι. Περνούσαμε από τους τουρκομαχαλάδες. Περάσαμε και από την Οβριακή. Οι Οβραίοι μας αποδοκίμαζαν χειρότερα από τους Τούρκους*. Φτάξαμε στον Άγιο Κωνσταντίνο στα Χιώτικα όπου άρχισε η μεγάλη σφαγή.
       Μέσα στις πέντε χιλιάδες ήταν και πενήντα παπάδες , πρώτα πρώτα άρχισαν να σφάζουν τους παπάδες. Φτάσαμε στον Κουκλουτζά από κάτω, στο δημόσιο δρόμο. Πιάνει ένας Τούρκος ένα παπά , ο παπάς βλέποντας τον θανατό του, κατορθώνει και παίρνει το μαχαίρι του Τούρκου και τον βάζει κάτω για να τον σφάξει. Τρέξαν τότε οι Τούρκοι αξιωματικοί και γλύτωσαν τον Τούρκο. Φέραν τον παπά πάλι μαζί μας. Δεν πρόλαβε να πάει πέντε βήματα και τον σκοτώσαν. Εκεί στην ίδια τοποθεσία έγινε μεγάλη πανωλεθρία.
     Ξαναγκάστηκε ο αδελφός μου και μου λέει «Θα πέσω κάτω να με σκοτώσουν γιατί δεν πρόκειται να ζήσουμε» Του λέω να κάνει υπομονή και εάν είναι το τυχερό μας θα μας σκοτώσουνε. Η σφαγή δε σταματάει. Προχωρούμε για Μπουρνάμπασι όπου φτάσαμε το βράδυ και μας βάλανε σε συρματοπλέγματα. Άρχισαν και παίρναν πέντε – πέντε και πηγαίναν και τους σφάζαν. Είχα μαζί μου ένα ψωμί και μέσα είχα μερικά λεπτά. Ήρθε κάποιος Τούρκος και έκοψε το ψωμί και βρήκε τα λεφτά και άρχισε και χτύπαγε τον κόσμο να μαρτυρήσουν ποιανού ήταν το ψωμί. Κανείς δεν μίλησε και και δεν μπόρεσε να ανακαλύψει τίνος ήταν το ψωμί. Αφού ο Τούρκος δεν έβρισκε αυτόν που είχε το ψωμί, ήθελε να βρεί κανένα ζευγάρι παπούτσια . Έψαξε στα πόδια μου γιατί ήμουν κοντά στο ψωμί, βλέπει τα παπούτσια μου που τα είχα κόψει, γιατί με στένευαν και με αρχινάει με το ξίφος στους ώμους.
     Η σφαγή εξακολουθούσε μέχρι το πρωί. Το πρωί φύγαμε από το Μπουνάρμπασι. Άρχισαν και γδύναν όλους και τον αδελφό μου. Φτάνοντας ανάμεσα Μπουρνόβα και Μαγνησία ήταν μια βρύση και διατάζουν τον κόσμο να πάει να πιεί νερό.
      Μόλις πήγε ο κόσμος στη βρύση να πιεί λίγο νερό έβαλαν οι Τούρκοι το πολυβόλο και άρχισαν και σκότωναν γραμμή. Εγώ βλέποντας αυτό, κατεβαίνω στο ποτάμι και πάω σε μια γούβα που είχε νερό μέσα , αλλά κι ένα ελληνικό πτώμα που από την πολυκαιρία είχε πριστεί και είχε σπάσει. Ωστόσο δεν άντεχα τη δίψα, ήπια και γέμισα ένα καπέλο και πήγα στον αδελφό μου. Ήπιε κι εκείνος και τα λίπη από το σπασμένο πτώμα κολλούσαν στα χείλη μας!
         Μετά κινήσαμε για την Μαγνησία . Εφτάξαμε το βράδυ και παραμείναμε εκεί. Έναν – έναν μας γδύσαν, όπως μας γέννησε η μάνα μας, και ψάχνουν όλα τα μέρη των ρούχων, μήπως βρούν χρήματα. Το πρωί μπήκαμε μέσα στη Μαγνησιά. Εμαζεύτηκαν όλοι οι Τούρκοι με σίδερα στα χέρια με σπαθιά και στάθηκαν από τη μια κι από την άλλη άκρια του δρόμου, και θα περνούσαμε και ανεβοκατέβαζαν τα σίδερα και τα σπαθιά και όποιος πρόφταινε κι έσκυβε είχε καλώς όποιος δεν πρόφταινε  τον σκότωναν.
         Ύστερα μας βάλαν στις αποθήκες κάποιου εργοστασίου. Οι αποθήκες αυτές ήταν από ασβέστη. Όπως επατούσαμε μέσα, σηκωνόταν η σκόνη του ασβέστη και με την αναπνοή μας απορρoφούσαμε τη σκόνη του. Είχαν κάνει εγκαύματα τα χείλη μας και το στόμα μας. Δεν άκουγες τίποτε άλλο παρά μόνο τη φράση: «Θεέ μου, νερό!»
        Σε τρείς μέρες μας βγάλανε , να ποτίσουν. Στο προαύλιο του εργοστασίου ήταν μια στέρνα. Μέσα σ΄αυτή έτρεχαν τα ζεστά νερά του εργοστασίου, ενώ δίπλα είχε ένα αποχωρητήριο, που οι ακαθαρσίες του έπεφταν μέσα στη στέρνα. Μας πήγαιναν τρείς – τρείς και πίναμε νερό. Ο προορισμός των αιχμαλώτων ήταν μέχρι τη Μαγνησιά. Εκεί ήρθε κάποια διαταγή να σταματήσει ο σκοτωμός και να καταγραφούν οι αιχμάλωτοι. Από τις πέντε χιλιάδες είχαμε μείνει χίλιοι. Οι τέσσερις χιλιάδες σκοτώθηκαν στο δρόμο.
        Έπρεπε να φύγουμε από τη Μαγνησιά και μας βάλαν κατά τετράδες. Στο μέσον βρισκόμουν εγώ και ο αδελφός μου. Όπως βαδίζαμε έρχονται και κόβουν τους μισούς . Εάν παίρναν μια τετράδα ακόμη, θα παίρναν εμένα και τον αδελφό μου. Τώρα από πέντε χιλιάδες μείναν μόνο πεντακόσιοι. Μας δίνουν από εκατό δράμια μπομπότα και ετοιμαζόμαστε να προχωρήσουμε για Αϊδίνι. Εδιψάγαμε πάρα πολύ. Εκεί που στεκούμαστε, έρχεται ένας Τούρκος και αρχινάει να με γδύνει. Μου τα πήρε όλα και με αφήνει ένα σωβρακάκι, το οποίο ζήτησε να μου το πάρει κι εκείνο, αλλά τον είπα: «Δεν είναι ντροπή να με γδύσεις τελείως και να περνάω να με βλέπουν οι γυναίκες σας και τα κορίτσια σας;» Εκείνος μου είπε: «Περίμενε να σου φέρω ένα παλιό να μου δώσεις αυτό». Εγώ έπιασα και το έσκισα σε μερικές μεριές και το εγλύτωσα , αυτό και ένα ζωνάρι, που το έβγαλα και το επρόσφερα σ΄ ένα Τούρκο για να μου δώσει λόγο νερό. Ο Τούρκος πήρε το ζωνάρι και μου λέει: «Άνοιξε το χέρι σου», Ανοίγω το χέρι μου με τις δύο φούχτες να μου ρίξει νερό και μου λέει: «Όχι και δύο φούχτες, μόνο τη μία!» Μου έριξε λίγο νερό και αφού ήπια τον λέω: «Δεν μου βάνεις λίγο να δώσω και στον αδελφό μου;» Και μου λέει: «Άνοιξε τη φούχτα σου» Μου έριξε λίγο, άρχισα και φώναζα τον αδερφό μου: « Τρέχα να πιείς νερό». Ώσπου να έρθει κοντά μου, το νερό είχε φύγει από την παλάμη μου και και να δροσιστεί, έγλειφε το χέρι μου. Αναχωρήσαμε για το Αϊδίνι. Μου λέει ένας τσαούσης να πάρω τον γυλιό του να τον σηκώνω εγώ και δύο σακίδια. Του λέω: «Να δώσω τα σακίδια του αδελφού μου;» «Δώστου τα μου λέει.
      Όπως βαδίζαμε , βρίσκομε μια λίμνη. Ο αξιωματικός μας λέει: «Πιέστε νερό, νιφτείτε και ξεκουραστείτε». Ήπιαμε νερό και ξεκουραστήκαμε. Μόλις κινήσαμε να φύγουμε δύο αιχμάλωτοι προχώρησαν μέσα στη λίμνη. Τους λέει ο αξιωματικός: «Βγείτε όξω» Όσο τους έλεγε «βγείτε όξω» τόσο εκείνοι προχωρούσαν μέσα. Διατάζει τους στρατιώτες να τους σκοτώσουν. Αυτό το κάναν οι αιχμάλωτοι για να πεθάνουν μέσα σε νερό δροσισμένοι, ευχαριστημένοι.
      Στο στόμα μου εφόραγα χρυσά δόντια. Οι Τούρκοι όταν δεν εύρισκαν τίποτε άλλο για να πάρουν, ζητούσαν να βγάζουν τα δόντια των αιχμαλώτων. Ήρθαν να με πιάσουν να με σφάξουν, για να μου βγάλουν τα δόντια. Εγώ τους έλεγα : Αφήστε να βγάλω εγώ τα δόντια μου και να σας τα δώσω». Ξαναγκαζόμουν και έπαιρνα μόνος μου πέτρα κι εβάραγα μέσα στο στόμα μου, για να τα βγάλω. Αλλά εστάθη αδύνατο.
        Εφτάξαμε στο Ντεμίσι. Εκεί μας βγάλαν τη νύχτα να μας ποτίσουν. Εχώρισαν εμένα από τον αδερφό μου και ένα Οντεμίση και μας βγάλαν μια κατηγορία ότι επήγαμε στο χωριό ερίξαμε χειροβομβίδες και εκάναμε ζημιές. Μας χωρίζουν από τους άλλους αιχμαλώτους . Έβαλαν χωριστή φρουρά και μας φυλούσε. Έρχεται τη νύχτα ένας τσαούσης μ΄ένα σπαθί στα χέρια και μας λέει: ¨Εσείς οι δύο είσαστε αδέρφια να σκοτώσω τον ένα και να πάει ο άλλος σπίτι του, εάν γλυτώσει στο δρόμο». Εσηκώθηκε ο αδελφός μου και του λέει: «Σφάξε εμένα» Όταν είδε ο τσαούσης αυτό λέει στον αδελφό μου : «Κάθησε χάμω» Και λέει σε εμένα: «Σήκω επάνω εσύ βρέ». Εσηκώθηκα απάνω ασφαλώς περιμένοντας τον θανατό μου αλλά μου λέει: «Δάγκασε το αυτί του Οντεμισλή, να του το κόψεις με τα δόντια σου» Τι να έκανα εγώ; Εξαναγκάστηκα να του δαγκώσω λίγο το αυτί και τον έσπωχνα με το γόνατο μου ώστε να φωνάζει. Αλλ΄ αυτός δεν μιλούσε καθόλου και ο τσαούσης το κατάλαβε. Σηκώνει τότε το σπαθί και μου λέει: «Κερατά γκιαούρη, με κοροϊδεύεις». Αλλά, προτού κατεβάσει το σπαθί, ξαναγκάστηκα να δαγκώσω δυνατότερα το αυτί του και από τους πολλούς τους πόνους, ο άνθρωπος εφώναζε από τη γη ως τον ουρανό.
           Μας άφησε και έφυγε ο τσαούσης. Μετά από δέκα λεπτά ήρθανε και σφάξανε τον Οδεμισλή!
          Εμείς εκείνη τη στιγμή περιμέναμε τη σειρά μας! Αλλά – η τύχη μας- δεν μας πείραξαν. Το πρωί μας βάλαν έναν άλλο σκοπό και μας φύλαγε . Αυτός ήτανε ένας άνθρωπος του Θεού και μας έλεγε: «Τις ελπίδες σας στο Θεό, και μη φοβάστε». Ήρθε ο αξιωματικός σηκώνεται ο αδελφός μου και παρουσιάζεται και του λέει: «Φέρτε τον μουχτάρη και αν έχομε κάνει τίποτα στο χωριό, ας μας σκοτώσουν». Λέει ο αξιωματικός: «Ζητάς τώρα να βρείς το δίκιο σου; Που θα το βρείς; Μπείτε μέσα στους πολλούς , να γλυτώσετε , να φύγετε!».
         Αφού γλυτώσαμε απ΄ αυτή την περιπέτεια , πάει ένας Αρμένης και με προδίνει ότι φορούσα χρυσά δόντια. Έρχεται ένας τσαούσης με τον Αρμένη μαζί. Είχαν μια τανάλια κι ένα σκεπάρνι με ρίχνουν κάτω και πιάνει ο Αρμένης και μου βγάνει τα δόντια*. Αλλά πάλι ήμουν ευχαριστημένος που γλύτωσα τη ζωή μου. Για δώρο, που μου πήρε τα δόντια μου έφερε ένα ζευγάρι τσόκαρα.
        Μετά αναχωρήσαμε από εκεί εφτάσαμε σ΄ ένα άλλο χωριό και μας βάλανε μέσα σε ένα δωμάτιο, να κοιμηθούμε το βράδυ. Το δωμάτιο δεν μας έπαιρνε , ήταν ο ένας απάνω στον άλλο. Το βράδυ άνοιξαν την πόρτα και πήραν δέκα νοματαίους ότι θα πάνε να μας φέρουν ψωμί, αλλά δεν ξαναγύρισαν. Δίπλα υπήρχε ένα άλλο δωμάτιο, ταβανωμένο. Ανέβηκαν μερικοί να μπορέσουν να ξεκουραστούνε λιγάκι. Όταν ανέβηκε ο αδελφός μου, μου φωνάζει και εμένα. Ανέβηκα ως την μέση του τοίχου και έξαφνα έπεσε ένας πυροβολισμός στο πληθυσμό. Εγώ ακούγοντας τον πυροβολισμό αφήνω τα χέρια μου και πέφτω κάτω. Πέφτω πάνω σε τρεις σκοτωμένους. Αλλά εγώ δεν το κατάλαβα ότι ήταν σκοτωμένοι, αιματώθηκα όλος. Ο αδελφός μου βλέποντας εμένα να πέφτω του εφάνηκε ότι με σκότωσαν και ξαναγκάζεται και αυτός και πέφτει από το νταβάνι και μου φωνάζει: «Σε χτύπησαν;»
       «Δεν ξέρω» του λέω , «κάτι υγρασία αισθάνομαι επάνω μου»αλλά δεν ξέρω», Με έπιασε να δει αν είμαι χτυπημένος είδε τα αίματα, «Πάντως» , μου λέει, «δεν φαίνεται τίποτα». Το πρωί είδαμε τους σκοτωμένους που έπεσα επάνω τους.
      Μας βράσαν λίγο στάρι και μας πήγαν να φάμε. Ετρώγαμε ανά δέκα σε μισό δοχείο του πετρελαίου. Όπως βρισκόμαστε πεινασμένοι – είχαμε περίπου ένα μήνα να φάμε – έριξαν τα χέρια τους όλοι μέσα στο ντενεκέ για να προλάβουν να φάνε από μια φούχτα ο καθένας και όλοι εζεματίστηκαν τα χέρια τους και έμειναν με ένα χέρι, ακόμη βγήκαν και τα νύχια τους . μετά φύγαμε απ΄ αυτού και βαδίζαμε προς Αϊδίνι. Στο δρόμο που πηγαίναμε οι μοχαζάρες που μας φυλάγανε , επούλαγαν τους αιχμαλώτους . Επούλαγαν δύο αιχμαλώτους ένα κυδώνι! Στο αναμεταξύ αυτό , οι πολίτες επήραν έναν, του κόψαν μύτες αυτιά και άλλα , κατόπιν έμπηξαν ένα παλούκι στη γη μητερό και τον έβαλαν διά της βίας επάνω. Εμπήκε το παλούκι μέσα του και κατόπιν του  βάλαν φωτιά και τον κάψανε. Εφθάσαμε στο Αϊδίνι. Επήραμε κι εκεί αρκετούς και τους σφάξανε. Μετά προχωρήσαμε , περάσαμε απ΄ το Αξέ.  Επήραν κι  εκεί μερικούς τους οποίους έσφαξαν και εφτάξαμε στο Ναζλί. Εκεί μας καταγράψανε, ευρήκανε και άλλους και κάθε πρωί μας δίνανε στους πολίτες τους Τούρκους και εργαζόμαστε με ξύλο και με πείνα. Με πήραν και με πήγαιναν για το Μπουλαντάνι. Ξαναγκαστικώς ήρθε και ο αδελφός μου μαζί για να μην χωρίσουμε . Μέσα στον χειμώνα , στη βροχή, στον κατακλυσμό, προχωρούσαμε. Εφτάσαμε. Εκεί μας βάλαν σ΄ ένα  στάβλο μέσα και ήμαστε γδυτοί, το πρωί βγάλαν για εργασία μέσα στα χιόνια. Επρήστηκε το κεφάλι μου, που από το πρήξιμο το πολύ, δεν μπορούσα να το στερεώσω στο λαιμό μου. Ετυραννίστηκα περίπου ένα μήνα. Κατόπιν μας παίρνουν και μας φέρνουν πίσω στο Ναζλί, γιατί θα περνούσε Επιτροπή για να πάρει τους Έλληνες υπηκόους. Αφού κατεβήκαμε κάτω, μας παίρνουν οι Τούρκοι και μας πάνε στον ποταμό Μαίανδρο, δ΄θεν ότι θα κάναμε μπάνιο και θα πλέναμε τα ρούχα μας. Και τι ρούχα να πλύνομε που δεν είχαμε τίποτα! Αλλά αυτά τα κάναν για να μη μας βρει η Επιτροπή και μας πάει στην Ελλάδα, επειδή είμαστε Έλληνες υπήκοοι . Γενάρης ήτανε , έβρεχε και χιόνιζε και μας είχαν στο ύπαιθρο. Για να αποφύγουμε λίγο τη βροχή, είχαμε ένα παλιοτσούβαλο στη πλάτη μας. Το οποίο μας κάναν και το βγάλαμε και εκείνο για να το πλύνουμε στον ποταμό. Κατόπιν μας βάλαν και πλυθήκαμε κι εμείς. Από το πολύ το κρύο ήμαστε όλοι ένα κουβάρι και φωνάζαμε όλοι: «Θεέ μου, γλυτωσέ μας» Κατά τις οχτώ η ώρα το βράδυ ήρθε η διαταγή και μας πήγαν στο θάλαμο που μέναμε. Ο θάλαμος χωρίς παράθυρα, χωρίς κεραμίδια, μόνο οι τοίχοι του βρίσκουνταν. Οι καμπινέδες ήταν με δύο ξύλα από πάνω που πατούσαν και κάναν προς νερού τους. Από την εξάντληση που είχε ο κόσμος, έπεφτε μέσα στις βρώμες και δεν έβγαινε έξω. Εκεί πέθανανε πολλοί . Κατόπιν μας σηκώνουν και μας πάνε στο Αφιόνι. Από το Αφιόνι στο Ικόνιο από το Ικόνιο στα Άντασα από τα Άντανα εφύγαμε και περάσαμε άλλοι στο Γκιαούρ Ντάγι. Η ονομασία αυτού του βουνού ήταν γιατί είχαν σφάξει όλους τους Αρμεναίους εκεί απάνω. Εφτάξαμε σε κάποιο χωριό που λεγόταν Ίντιλι. Ήμαστε τρία τάγματα . Μένει το ένα τάγμα εκεί , τα άλλα δύο προχωρούνε περίπου εκατό χιλιόμετρα και βρίσκουν κάποιο άλλο χωριό, το Σαζεγκιόζ, το οποίο είχε κάποιο φρούριο. Το χωριό κατοικούνταν από Άραβες , τα σπίτια τους ήταν μέσα στη γή. Είχαν υπόγειους δρόμους και βγαίναν μέσα στο φρούριο. Μόλις μας είδαν οι άνθρωποι, δεν ξέραν τι είδους ήμαστε. Έτρεξαν όλοι και πήγαν απάνω στο φρούριο και ήταν έτοιμοι για πόλεμο, διότι δεν τα΄ χαν καλά με τους Τούρκους. Αλλά κατόπιν τους κάλεσε ο αξιωματικός, ο οποίος πήγαινε και τους είπε πως είμαστε αιχμάλωτοι και άλλα εναντίον μας . Τους είπε ακόμη ότι θα ανοίξουμε δρόμο για συγκοινωνία. Εργαζόντουσαν μόνον με καραβάνια. Πάντως εναντίον μας δεν ήταν αυτοί οι άνθρωποι, γιατί δεν μας ήξεραν. Καμιά πεντακοσαριά μέτρα απόξω από το χωριό έμεινε το ένα τάγμα, το άλλο τάγμα επρωχώρησε για το Χαλέπι. Προτού φτάσουν στο Χαλέπι ήταν κάποιος ποταμός και εκεί ήταν τα σύνορά τα γαλλοτουρκικά. Έμεινε και το άλλο τάγμα εκεί και άρχιζαν και χάραζαν το δρόμο και ετοιμαζούμαστε να τον στρώσουμε με πέτρες . Αλλά στο αναμεταξύ αυτό λιποταχτούσαν πολλοί αιχμάλωτοι και περνούσαν τα σύνορα τα γαλλοτουρκικά και έφταναν στο Χαλέπι. Εκεί ήταν Έλληνες και τους προστάτευαν και τους στέλναν στην Ελλάδα. Αλλά όποιος έπεφτε επάνω στα γαλλικά φυλάκια και τον πιάναν οι Γάλλοι , αμέσως τον παράδωναν στους Τούρκους*. Και η τυραννία που τους κάναν , ήταν απερίγραπτο πράγμα. Αυτού που βρισκούμαστε είχαμε κάποιο γιατρό, λοχαγό, ο οποίος έσωσε πολύ κόσμο. Στο αναμεταξύ αυτό ήρθε διαταγή να φύγουν οι αξιωματικοί, να γίνει ανταλλαγή. Φεύγοντας ο αξιωματικός μας είπε: «Παιδιά να μείνετε ξέγνοιαστοι και μόλις φτάσω στην Ελλάδα θα ειδοποιήσω την Επιτροπή και θα ΄  ρθει αμέσως να σας πάρει». Οι Τούρκοι στο αναμεταξύ αυτό έπιαναν ένα – ένα Έλληνα και τον ρωτούσαν που μένει η οικογενειά του στην Ελλάδα, σε ποιο ακριβώς μέρος. Οι περισσότεροι δήλωναν διάφορα μέρη άλλοι στην Κρήτη, στην Αθήνα. Εξακόσιοι από αυτούς δήλωσαν ότι δεν ξέρουν που είναι η οικογενειά τους . Ο λοχαγός στο ανα μεταξύ αυτό είχε ειδοποιήσει την Επιτροπή. Η Επιτροπή ειδοποιεί το τουρκικό κράτος και τους λέει τα τρία τάγματα που έχετε στη Συρία, να τα κατεβάσετε στο πλησιέστερο λιμάνι.
           Μας συγκεντρώνουν αυτοί και τα τρία τάγματα μας , φωνάζουν τα ονοματά μας. Χωρίζουν τους εξακόσιους οι οποίοι είπαν ότι δεν ξέρουν που βρίσκονται οι οικογένειες τους και τους λένε : «Τι θέλετε να πάτε στην Ελλάδα εφ΄ όσον δεν ξέρετε που βρίσκονται οι οικογενειές σας; Να καθίσετε εδώ πέρα». Και εκίνησαν οι υπόλοιποι και φεύγαμε, και τους εξακόσιους τους κράτησαν εκεί. Εκεί έπρεπε να ακούς τα κλάματα και τους δαρμούς και από αυτούς που έφευγαν και από αυτούς που έμεναν.
     Εφτάσαμε σε κάποιο χωριό πλησίον της Μερσίνας, το οποίο λέγονταν Ταρσό. Εκεί αρχίσαμε και χαράζαμε άλλους δρόμους και επεριμέναμε την Επιτροπή με μεγάλη αγωνία. Εκαθίσαμε περίπου τρεις μήνες. Στο αναμεταξύ έφτασε η Επιτροπή. Μας κατεβάσαν στο λιμάνι εφώναζαν τα ονοματά μας. Εμπήκαμε στο καράβι μας δώσαν τροφές και αναχωρήσαμε προς την Ελλάδα.
       Μόλις εφτάσαμε στα ελληνικά νερά ειδοποιήσαμε την Επιτροπή ότι εκράτησαν εκεί εξακόσιους νοματαίους. Μας πρόσβαλαν, γιατί δεν ειδοποιήσαμε εγκαίρως να γυρίσει το καράβι να πάρει και τους άλλους.
     Μας φέραν στον Πειραιά. Κατόπιν ήρθε διαταγή και μας πήγαν σε κάποιο νησάκι, στον ΄Αη γιώργη. Μας κάναν λίγες μέρες καραντίνα, κατόπιν μας βγάλαν στον Πειραιά και μας αμόλησαν μέσα στους δρόμους και δεν είχαμε προστασία από κανένα.
       Εγυρίζαμε δεξιά και αριστερά να βρούμε την τύχη μας. Έμαθα ότι η οικογένεια μου πήγαινε στην πάτρα. Εμπήκαμε στο τραίνο από την Αθήνα, εφτάσαμε στην Πάτρα. Στο σταθμό μας περίμεναν. Στην αρχή μείναμε σε κάποιο σπιτάκι στου Μαρούδα, στην Απάνω Χώρα. Ύστερα πήραμε αγροτικό κλήρο κι εγκατασταθήκαμε στην κοινότητα Αγίου γεωργίου, στα προσφυγικά του Ρίου.

Πηγή: Από την Έκδοση «Η ΕΞΟΔΟΣ» του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών (Τόμος Α΄)
   
ΘΕΡΙΑ
  *Γάλλοι
  *Αγγλοι
  *Ιταλοί
    *Οβραίοι.(Οι Οβραίοι μήπως γέμισαν ένα πλοίο και εμπορεύτηκαν για βιομηχανικούς σκοπούς τα κόκκαλα των προγόνων μας; όπως είναι γραμμένο!)
   *Αρμένιοι
    *Και...! Τούρκοι.
 ===========================
     « Ότι αρχή και τέλος, παλαιόθεν και ως τώρα, όλα τα ΘΕΡΙΑ πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε· τρώνε από ’μάς και μένει και μαγιά. Και οι ολίγοι αποφασίζουν να πεθάνουν· κι’ όταν κάνουν αυτείνη την απόφασιν, λίγες φορές χάνουν και πολλές κερδαίνουν. Η θέση οπού ειμαστε σήμερα εδώ είναι τοιούτη· και θα ιδούμεν την τύχη μας οι αδύνατοι με τους δυνατούς.»
    Στρ/γός:  Ιωάνν. Μακρυγιάννης

* Άλλοι φονευθέντες Στεφανιώτες στη Μικρά Ασία
 Γκρούτσης Κων/νος του Βασιλ.-1899- Φονεύθηκε 24/2/1921
 Παπαντωνίου Ανασ/σιος - Φονεύθηκε 19/8/1921



=========================
ΤΙΜΗΣ ΕΝΕΚΕΝ

Σωτήρης Ριζόγιαννης
12-01-12
.