Σάββατο, 12 Απριλίου 2014

ΕΜΦΥΛΙΑΚΑ!Θ.ΖΕΓΓΟΣ:«τέρας μορφώσεως». Ήταν απλώς τ έ ρ α ς!ΒΙΒΛΙΟ:Διονύση Θωμαϊδη «ΓΙΑ ΜΙΜΗΣΗ ΚΑΙ ΑΠΟΦΥΓΉ»!

Παρατίθενται κατωτέρω αποσπάσματα από το βιβλίο του Διονύση Θωμαϊδη «ΓΙΑ ΜΙΜΗΣΗ ΚΑΙ ΑΠΟΦΥΓΉ» -1982 . Σε αυτό ο συγγραφέας (πέρα από τις ιδεολογικές ταυτίσεις του!) ως πρωταγωνιστής που ήταν τότε στον εμφύλιο, αποσαφηνίζει ικανοποιητικά πάμπολλα άγνωστα γεγονότα και το «ρόλο» προσώπων στο νομό Αργολιδοκορινθίας!
(Οι σημειώσεις επί του κειμένου με μπλέ γραφή, δικές μου- η ορθογραφία του συγγραφέα!)


Σελ.10
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Είναι καλό να πώ, πως με τούτη τη δουλειά που κάνω, ούτε επιχείρηση εξασκώ ούτε και φιλολογικές δάφνες επιδιώκω.
Τα λίγα γράμματα που μούδωσε η φτώχεια, από την οποία προέρχομαι, δεν μου επιτρέπουν τέτοια φιλοδοξία και πολυτέλεια.
Εγώ ξεκίνησα να γράψω ό, τι είδα, ό, τι άκουσα κι ό, τι έπαθα. Χωρίς φόβο, χωρίς πάθος και χωρίς… φτιασίδια.
Κεντρικός μου στόχος, αυτής της αδυναμίας μου, είναι κείνο που λέγεται «Ά Ν Θ Ρ Ω Π Ο Σ»
…………………………………………………………………………………
Και τώρα, μιά τελευταία παράκληση για το φίλο, που θα μου κάνει την τιμή να μας  διαβάσει:
Παράβλεψε αγαπητέ μου φίλε στην έλλειψη ημερομηνιών*. Τα γεγονότα είναι τόσο τίμια, τόσο ειλικρινή κι ανεπηρέαστα γραμμένα, που μου δίνουν το δικαίωμα να ζητήσω τη χάρη αυτή.
          ------------------
(*) Το έργο τούτο, από σημειώσεις του παρελθόντος, γράφτηκε και περατώθηκε το έτος 1980.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄.
ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ
ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ
1923
 Μόλις έχω απολυθεί από την πεντάχρονη συνεχή θητεία μου.
…………………………………………………………………………………
Σελ.10
(…!)
Αλέκος Φράγκος
(….!) Συζητώντας όμως μαζί του, διαπίστωσα ότι κι αυτός αγωνιζόταν για το «κάτι άλλο» όπως κι εγώ για τη ζωή.(….!)
Είναι μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος κι εργάζεται οργανωμένα για τους σκοπούς του και την επικράτησή τους.
Περισσότερο στέκεται στην οργάνωση των ενώσεων παλαιών πολεμιστών, που είναι κι επίκαιρες.
Τα λόγια του έχουν μια τρομερή επίδραση πάνω σε μένα, γιατί τα΄ ακώ σαν μιά συνέχεια του Παύλου Παλαιολόγου.

Σελ.11
Η γραμμή μας για το Δημοψήφισμα
-Θα ψηφίζουμε Δημοκρατία μου είπε. Τούτο θα είναι το πρώτο σκαλί για τον αντικειμενικό μας σκοπό, τη «Σοσιαλιστική Λαϊκή Δημοκρατία», που είναι ταυτόσημη της Κομμουνιστικής.
(…!)Από την άλλη μέρα και σύμφωνα με το πλάνο του φίλου μου
Φράγκου, έκανα τις πρώτες κρούσεις για οργάνωση της «Ένωσης Παλαιών Πολεμιστών Κορίνθου»
(…..!)Η κίνηση των ενώσεων, που πήρε στα χέρια του το νεαρό τότε Κομμουνιστικό Κόμμα, ήταν ένα αποκούμπι και μια ελπίδα για κάθε απολυόμενο πολεμιστή. Γι΄ αυτό η δουλειά που ανέλαβα, δε χρειαζότανε πολλά ιδρωκοπήματα, όπως θα δούμε πιο κάτω.
Ένα από τα επόμενα βράδια, σε μια ταβέρνα ενός

Σελ.12
Θεοχάρη, λίγο πιο πάνω από το Φαρμακείο Νόρδα, μαζευτήκαμε μια παρέα παλαιοί πολεμιστές και φίλοι και φτιάξαμε κείνο που λέμε, «Το τερπνόν μετά του ωφελίμου»… Ιδρυτικά μέλη
1ος  Μιχάλης  Ξενάκης
2ος  Αλκιβιάδης  Ξυπόπουλος
3ος  Διονύσης  Θωμαϊδης
4ος  Σωτήρης Σαρμαγόπουλος
5ος  Μήτσος  Δαμιήλ
6ος  Παύλος  Καπλάνης
(Οι υπόλοιποι μου διαφεύγουν)
Σύνολο δώδεκα.
Αυτοί ήμασταν, σύμφωνα με το Νόμο, η ιδρυτική επιτροπή. Συζητήσαμε το θέμα κι αφού διαβάσαμε το καταστατικό, πήραμε την απόφαση να προχωρήσουμε.
Βγήκε μια τριμελής επιτροπή πήγε στον τότε Δήμαρχο και τον παρακάλεσε να διαθέσει την Αίθουσα Συνεδριάσεων, για να γίνει η γενική συνέλευση της Ένωσης,  και να εγκρίνει το καταστατικό της.
Η άδεια του Δημάρχου δόθηκε ευχαρίστως, (….!)

Σελ.13
(…..!)Αλλά η Ένωση πήρε νομική υπόσταση μετά την έγκριση του καταστατικού της από το πρωτοδικείο Κορίνθου.

Σελ.14
Τούτο έγινε στις 11 Μάη 1924
Ο Προεδρεύων      Γιάννης Καπλάνης
Ο Γραμματέας      Σπύρος Δουρδούμας
Τ α  μ έ λ η
Μιχάλης  Ξενάκης
Αλκιβιάδης  Ξυπόπουλος
 Γελωργιος Τζουράς
Βαγγέλης Πολυχρονόπουλος
Σπύρος  Δαμιήλ
Διονύσης  Θωμαϊδης
Γιάννης Απολλώνιος
Παναγιώτης  Μαυραγάνης
Από δω και πέρα, η οργάνωση άρχισε ν΄ απλώνεται σε ολόκληρη την Αργολιδοκορινθία, σε πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά. Το παλαιοπολεμιστικό κίνημα άρχισε να γίνεται σιγά-σιγά υπολογίσιμο.(…..!)
Δύο φορές τη βδομάδα, πέντε-έξη πυρήνες διαφόρων αποχρώσεων, πυρήνες εργατών, μαθητών Γυμνασίου, υπαλλήλων, επαγγελματιών, διανοουμένων κλπ.,

Σελ.15
Διδάσκοντο από θεωρητικούς, ντόπιους και άλλους, που ερχόντουσαν από Αθήνα και Πειραιά.
Μερικοί απ΄ όσους θυμάμαι: Από την Αθήνα, ο Καραγιώργης, «Γυφτοδήμος». Δημοσιογράφος, ο Κώστας Γιομπρές δικηγόρος, Σπύρος Θεοδώρου, Φουλτσάκος, δικηγόρος από τον Πειραιά και άλλοι που δεν θυμάμαι.
Από τους μαθητές Γυμνασίου που παρακολουθούσαν μαθήματα:
Αντρέας Καθάριος, σήμερα δικηγόρος, Γιάννης Γιαμπουράνης, Γυμνασιάρχης συνταξιούχος σήμερα, και τρείς-τέσσερις άλλοι, τους οποίους δε θυμάμαι σήμερα. Αυτοί έπαιρναν μαθήματα μέσα στο σπίτι μου.(….!)

Σελ.17 εως 58
Λουτράκι
Μια γερή βάση, είχε το Λουτράκι και τούτο, γιατί η διαφορά της φτώχειας με τον πλούτο ήταν τεράστια.
(…..!).
Για να γράψω για την προσφορά του Λουτρακίου, δεν αισθάνουμαι τον εαυτό μου ικανό. Δηλώνω παραίτηση…Να μερικά ονόματα αθάνατα: Χρήστος και Τάσος Αντωνίου (τον πρώτο τον κρέμασαν οι Γερμανοί σ΄ ένα πεύκο της Κορίνθου).*

[*Φωτογραφία : ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ (Σωκράτης). Αγρότης. Γεννήθηκε στο Λουτράκι το 1902.Πιάστηκε κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά. Απέδρασε από τις φυλακές Λαζαρέτο Κέρκυρας μαζί με άλλους 24, μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας και ανέβηκε στο βουνό, όπου δούλεψε ως στέλεχος της Αντίστασης. Πιάστηκε από τους Γερμανούς και εκτελέστηκε-κρεμάστηκε  στην Κόρινθο στις 4 Μαϊου 1944.

       ΤΑΣΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ (Καρδάσης) αδερφός του Χρήστου. Αγρότης. Γεννήθηκε στο Λουτράκι το 1907.Ήταν μέλος του ΚΚΕ πριν από τον πόλεμο. Στην κατοχή πολέμησε τους κατακτητές ως καπετάνιος Λόχου του ΕΛΑΣ. Μετά την Απελευθέρωση πιάστηκε και φυλακίστηκε. Δραπέτευσε 19-4-1946 και κατέφυγε στο ΔΣΕ. Σκοτώθηκε στο Δάφνο της Παρνασσίδας στις 29 Ιουλίου 1948.] 

Μετά, Λασκαίοι, Αικατερίνηδες, Μελέτηδες, Σπυρογιαννάκηδες και άλλοι πολλοί, που τους έχω αποθανατίσει στα βιβλία μου…
Από δω και κάτω, μόνο δειγματοληψία θα κάνω, γιατί η μνήμη μου δε με βοηθά τώρα…
ΠΑΛΑΙΑ ΚΟΡΙΝΘΟΣ: Κωνστ.Αναστασόπουλος αγρότης, Σωτήρης Βλάχος αγρότης, Μπινιάρης αυτοκινητιστής.
ΑΘΗΚΙΑ: Μρινιώλας κουρέας, Γιάννης Κόλλιας γιατρός. (Εδώ έχουμε βάση γερή, αλλά ονόματα δεν θυμάμαι).
ΝΕΜΕΑ: Ανδρέας Λεκοσιώτης αγρότης, Ντίνος Γριγορόπουλος γιατρός, Ηλίας Δέδες τσαγκάρης, Νίκος Γαστρινιώτης αγρότης, Νίκος Μπενέκος Πολ. Μηχανικός, Απόστολος Μπενέκος αγρότης, Ανδρέας Φρούσιος αγρότης, Γεώργιος Τσέλιος αγρότης. (Κι εδώ, πολύ γερή βάση).
ΠΕΡΑΧΩΡΑ: Μενέλαος Γλυκοφρύδης αγρότης, Μήτσος Αικατερίνης αγρότης.
ΑΣΣΟΣ: Ανδρέας Καθάριος δικηγόρος.
ΛΕΧΑΙΟΝ: Άγγελος Μεντζελίδης λογοτέχνης-ποιητής, Λεωνίδας Σπηλιόπουλος έφεδρος αξιωματικός, Κώστας Παναγόπουλος αγρότης.
ΚΛΕΝΙΕΣ: Γιάννης Ρεκλείτης αγρότης, Γιώργος Ρεκλείτης αγρότης.
ΧΙΛΙΟΜΟΔΙ: Σπύρος Σκούρτης τσαγκάρης, Τάσος Τσουμάνης αγρότης.
ΠΙΤΣΑ: Αντώνης Κυριάκος αγρότης (Εδώ ας σημειωθεί-γιά να μη γίνει σύγχυση με τον Κορίνθιο πατριώτη, φίλο και κουμπάρο μου- ότι έχουν το ίδιο όνομα κι επίθετο)
Στο σημείο αυτό, αναγκάζουμαι πάλι να υπενθυμίσω, ότι ο Νομός Αργολιδοκορινθίας που πραγματεύουμαι, έχει πολλές κωμοπόλεις και χωριά. Κι εγώ μόνο εκείνα που έζησα καταχωρώ.
Μετά την αναγκαία τούτη παρένθεση, επανέρχουμαι στην εξιστόρηση

Επέμβαση της Αστυνομίας
(.......!)

Η νάρκωση
Όλος αυτός ο οργασμός και η δραστηριότητα σταμάτησε από τη στιγμή, που η ψυχή όλων αυτών των δραστηριοτήτων έφυγε από την Κόρινθο γιά την Αθήνα.
Αυτός δεν ήταν άλλος από το Γιάννη Καπλάνη... (........!)
Η άδικη διαγραφή μου
(.......!)Το Συμβούλιο αποδέχτηκε και υίοθέτησε τη πρόταση του Πιασίτη, αποφασίζοντας τη διαγραφή μου από μέλος της Ενώσεως.(......!)
Η Επαναφορά μου
(..........!)

1926-1927
Με τον χρόνο και σιγά -σιγά, το παλαιοπολεμιστικό κίνημα άρχισε να χαλαρώνει τη δράση του.
Ο κάθε παλιός πολεμιστής άρχισε να ταχτοποιεί τη ζωή του. Και τα βάσανα των πολέμων σιγά -σιγά ξεχνιόντουσαν.
Τούτα με τους παλαιούς πολεμιστάς.
Η πολιτική κίνηση του Κομμ. Κόμματος έχει χαλαρώσει κι αυτή, γιατί το θεωρητικό στέλεχος, Γιάννης Καπλάνης, βρίσκεται φοιτητής στην Αθήνα και σπουδάζει δικηγόρος.
Στο μεταξύ γίνεται γαμπρός μου, παίρνει την αδερφή μου γυναίκα του. Τη περίοδο εκείνη φοιτητής , επηρεάζεται από μιά ομάδα αντιπολίτευσης του Κομμ. Κόμματος, εντελώς ξεκάρφωτη στην αρχή, αλλά σε λίγο προσχώρησε στην 4η Διεθνή, του Τρόσκι. Η οργάνωση αυτή είχε αντισταλινικό χαραχτήρα. Κι ενώ πρώτα περιοριζόταν στη θεωρία μόνο, μετά την προσχώρησή της στη 4η Διεθνή, άρχισε και τη δράση. Τώρα με την εναρμόνηση της θεωρίας με την πράξη, άρχισαν να παρουσιάζονται τα πρώτα θύματα και των λεγομένων Αρχειομαρξιστών, με βαρειές καταδίκες. Ήταν όμως λυπηρό το φαινόμενο, να βλέπει κανείς ανθρώπους που πιστεύουν στον ίδιο σκοπό, ν΄ αλληλοσπαράζονται αναμεταξύ τους.
Αυτό το χάος επικρατεί μέχρι το 1928 που γίνεται ο νέος καταστροφικός σεισμός της Νέας Κορίνθου. (.....!)

1930 Αυθόρμητη Λαϊκή εκδήλωση σεισμοπαθών Κορίνθου. Το Συλλαλητήριο.
(........!)

Η αποδημία μου
(......!) Μια μέρα , σκέφτηκα να τα μαζέψω και νάρθω στη Αθήνα, με σκοπό να δουλέψω εργάτης (.....!)

Παγανιά γιά δουλειά
Αφού ταχτοποιήσαμε το δωμάτιο μας ήταν καιρός να ψάξω γιά δουλειά.
Την άλλη μέρα το πρωί ξεκίνησα γιά το Εργατικό Συνδικάτο Δέρματος, οδός Γερανείου, κοντά στον Άγιο Κωνσταντίνο. (.......!)

Η συγκέντρωση της Αλάμπρας
Μιά μέρα η Ομοσπονδία Δέρματος κάλεσε Παντσαγκαράδικη συγκέντρωση στο θέατρο "Αλάμπρα"
Σηκώθηκα και πήγα.
(........!) Απ΄ αυτή τη συγκέτρωση έφυγα ράκος με κείνο που είδα (.......!)Σε μιά στιγμή ζήτησε το λόγο ένας που ανήκε σ΄ ένα κομμάτι των μη ορθοδόξων κομμουνιστών. Τότε δέχτηκε μιά τρομερή επίθεση.
Πολύ γρήγορα τα αίματα άρχισαν να τρέχουν από τον καθένα που δεν συμφωνούσε με τις "γραμμές του κόμματος"!(.......!)
Εκείνο που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση εκείνη την ημέρα, ήταν η χαρά της Αστυνομίας με το αδελφοκτόνο μακελλειό΄...

Παραλιακό κέντρο
(.........!) Από τα λεπτά του σπιτιού που πούλησα, είχαν μείνει κάτι λίγα. Σκέφτηκα να τ΄ αξιοποιήσω, ξαναγυρίζοντας στην Κόρινθο. Είπα "Το σπίτι μου είναι μέσα στο κύμα. Ν΄ ανοίξω ένα παραλιακό κέντρο γιά τα καλοκαίρια,συνδιασμένο με δώδεκα καμπίνες λουτρών (...........!)Μιά μέρα παιρνω μια ειδοποίηση της εφορίας κορίνθου και μου ζητούσαν τρεις χιλιάδες φόρο για τις καμπίνες!... Την άλλη μέρα τις ξήλωσα όλες...
-Έλα όμως που το ένταλμα κόπηκε.
(......!) πήγα στον πρόεδρο του ΑΟΣΚ, το Μητροπολίτη Δαμασκηνό.
Του Μίλησα γιά την αδικία που μου γίνεται. Μ΄ άκουσε με κατανόηση και διέταξε ν΄ανασταλεί το ένταλμα.

Εργάτης ξανά
Άρχισε να χειμωνιάζει. Η καλοκαιρινή σαιζόν δεν απέδωσε τίποτα γιά το χειμώνα.
Αναγκάζομαι να πιάσω δουλειά στο δυναμικότερο μαγαζί της εποχής εκείνης, των αδελφών Τσερώνη. (......!)

Γκρουπιέρης στο Καζίνο
Ο Αυτόνομος Οργανισμός Σεισμοπαθών Κορίνθου είχε υποχρεώσει τον επιχειρηματία του καζίνου Λουτρακίου, να προσλάβει ένα ορισμένο ποσοστό υπαλλήλων της σεισμοπλήχτου περιοχής.
Με ενέργεια του αδερφού μου ανθυπομοιράρχου διορίζουμε γκρουπιέρης στο καζίνο και σταματώ γιά μιά ζωή ανθρωπινότερη.
Εκεί ήταν σα να φοιτούσα σε κοινωνικό Πανεπιστήμιο. Γνώρισα όλη την ¨αφρόκρεμα" της άρχουσας τάξης.
Εκεί έβλεπα περιουσίες τεράστιες να τινάζονται στον αέρα, για μιά βραδιά.
Πολλές φορές είχα  δίπλα μου τον μετέπειτα Κουϊσλιγκ πρωθυπουργό μας Γιάννη Ράλλη, τον πατέρα του σημερινού.
Ταχτικός πελάτης, έπαιζε με το μονόκλ, πολλές φορές κοιμώμενος. Κι αναγκαζόμαστε να τον σκουντίζουμε γιά να ποντάρει.
Τα φαινόμενα τούτα μ΄ έκαναν να γράψω αργότερα, απευθυνόμενος στον εαυτό μου:
Γκρέμιζε και ξερίζωνε τη σάπια κοινωνία
που θέλουν να κρατήσουνε με λύσσα και μανία
οι βδέλλες της φτωχολογιάς και κλέφτες του ιδρώτα,
που τους αρέσει η σκοτεινιά, τους ενοχλούν τα φώτα.
Εργαζόμενον εκεί με βρήκε η διχτατορία του Μεταξά. Ο διχτάτορας θέλοντας να δείξει τις ηθικές Αρχές του, έκλεισε τα καζίνα και πεταχτήκαμε στο δρόμο, χωρίς αποζημίωση.
"Παλιά δουλειά μας κόσκινο"
Τώρα έπεσα πάλι στη βιοπάλη του τσαγκαριού. (.....!)

Ανακοπή της πολιτικής μου δραστηριότητας
Τ΄ ανεπάλληλα χτυπήματα-τα άδικα- από τους εγχώριους πούρους συντρόφους μου, μ΄ έχουν αποκαρδιώσει γιά μιά στιγμή, χωρίς όμως να μου σταματήσουν το ενδιαφέρον μου. Αντίθετα, παρακολουθώ με πίστη και φανατισμό τη γραμμή του Παύλου Χλωμού, που έχει γίνει "ένα" με το πετσί μου. (.....!)

Σκέψεις και ερωτήματα
(…..!)
α) Εάν ο Τρόσκι ήταν πραγματικά «Ο εχτρός του Λαού» όπως μας τον παρουσίαζε ο Στάλιν μετά το θάνατο του Λένιν, πως του είχε εμπιστευτεί το βασικότερο υπουργείο της Οχτωβριανής επανάστασης, το υπουργείο των Στρατιωτικών; Μήπως η μεγαλύτερη φυσιογνωμία της εποχής, που κατόρθωσε ν΄ αλλάξει την όψη του Κόσμου, είχε κάνει λάθος; Ή μήπως ο Λένιν φοβόταν να τον αντικαταστήσει, όπως ο Γεώργιος Παπαντρέας το Γαρουφαλλιά;
β) Θυμάμαι, ότι μετά το θάνατο του Λένιν και την επικράτηση (κατόπιν ψηφοφορίας του κόμματος των Μπολσεβίκων) του Στάλιν, οι εδώ αστικές εφημερίδες είχαν γράψει ότι:
«Ο πρώην Λαϊκός επί των Στρατιωτικών επίτροπος, συνελήφθη κατά διαταγήν του Στάλιν και εξωρίσθη εις την Τουρκίαν».
Ο «Ριζοσπάστης» των ημερών εκείνων, μη δίνοντας πίστη στην παραπάνω είδηση, έγραψε «Αυτά είναι γνωρίσματα των αστικών καθεστώτων και όχι του προλεταριακού Κράτους»

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΠΟΛΕΜΟΣ-ΚΑΤΟΧΗ-ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ
Σελ. 59
1940…Ελληνοϊταλικός πόλεμος
(…………………………………..!)

Σελ. 61
1942…Σκλαβωμένα βράδια
Η καλοκαιρινή σαιζόν πέρασε. Έχω πιάσει δουλειά σε τσαγκαράδικο, αλλά ένα δωμάτιο του σπιτιού το κρατώ και το χρησιμοποιώ τα βράδια σαν ταβερνείο. Όχι όμως για όποιον κι όποιον, για μερικούς μόνο, αποκλειστικά. Οι πελάτες έρχονται κατόπιν προσκλήσεως.
Απ΄αυτούς σήμερα δεν υπάρχει κανένας ζωντανός, εκτός από τον Αντώνη Σκουτερόπουλο και τον γράφοντα.
Θ΄αναφέρω μερικούς:
Σταύρος Μαργελόπουλος, Αντώνης Κυριάκος, Απόστολος Αποστολίδης, Θόδωρος Μπίζντας, Κώστας Τριανταφύλλου, Γιάννης Στραβόλαιμος, Παύλος Μακαρούτσος, Γεώργιος Αδραχτάς και άλλοι ομαϊδεάτες, όχι όμως με τη στενή έννοια της λέξης.

Σελ. 62
Ρετσινιές και αλήθεια
Από την πρώτη στιγμή, που οι Ιταλοί χτύπησαν την Ελλάδα, η θέση μου ήταν: «Όλοι στο πόδι, κατά των επιδρομέων».
Γι΄ αυτή μου την θέση, είχα άλλη επίθεση από μέρους των εκπροσώπων του Κομμ. Κόμματος της Κορίνθου.
Για να χτυπήσουν τη σωστή θέση που πήρα, πρόβαλλον το σύνθημά μου της Ένωσης Παλ. Πολεμιστών, τότε που είχα πει «Πόλεμος κατά Πολέμου»
Έπρεπε όμως να κυκλοφορήσει ο τότε παράνομος «Ριζοσπάστης» με το γράμμα του φυλακισμένου στην Κέρκυρα γεν. Γραμματέα του Κ.Κ.Ε. Ζαχαριάδη, για να καταπιούν τη γλώσσα τους προς εμένα και να ορθοφωνήσουν.
Το γράμμα κείνο έγραφε:
«Κάθε κορφή και φλάμπουρο, κάθε κλαδί και κλέφτης».
Ο «Ριζοσπάστης» του Μανιαδάκη (που έβγαινε για σύγχυση στο αριστερό κίνημα) έγραφε βέβαια τα αντίθετα.

Κατοχής συνέχεια
Τα γεγονότα του πολέμου εκείνου, τα ιστόρισαν άλλοι, ειδικοί, και δεν χρειάζεται να σταθώ πολύ σ΄ αυτά:
Πρώτη δουλειά των καταχτητών ήταν να ληστέψουν το χρυσό, τα εμπορεύματα, τα τρόφιμα και ό, τι άλλο είχε η Ελλάδα για τη συντήρησή της. Τραγική συνέπεια της ληστείας αυτής, ήταν η πείνα που ακολούθησε και θέριζε τους Έλληνες κατά χιλιάδες.
Από θέμα επισιτισμού, το μέλλον του Λαού διαγραφόταν απειλητικό.
Για να εξασφαλίσω τη στοιχειώδη διατροφή της οικογενείας μου- τέσσερα παιδιά μικρά- αναγκάστηκα να νοικιάσω εκεί κοντά μου ένα μισοδιόροφο σπίτι που είχε στο βάθος δύο οικόπεδα μεγάλα. Σκοπός μου ήταν να φυτέψω αραποσίτι, ντομάτες και άλλα. Και σ΄ ένα διαμέρισμα να

Σελ.63
εγκαταστήσω το εργαστήρι μου, με το ντιβάνι μου δίπλα σ΄ ένα άλλο δωματιάκι, μήπως μου χρειαζόταν…
Μετά από λίγες μέρες, τον επάνω όροφο τον επίταξαν οι Ιταλοί καταχτητές (καραμπινιέροι).
Εκεί λοιπόν, κυριολεχτικά κάτου από τη μύτη των καραμπινιέρων, συνεδρίαζε λίγο αργότερα ή περιφερειακή επιτροπή του ΕΑΜ και του ΚΚΕ .Κι άλλοτε, έβρισκαν άσυλο οι κυνηγημένοι πατριώτες, τους οποίους ζητούσε η ίδια η Καραμπινιαρία…
Το σπίτι αυτό κατόπιν, ονομάστηκε «Πύργος της Σιωπής».
Ο ιδιοχτήτης του ήταν ο Πάστρας από το Χιλιομόδι, Χημικός. Το σπίτι που αναφέρω, βρίσκεται απέναντι του Ιερού του Αγίου Νικολάου.
…………………………………………………
Ο Θάνατος του Βασίλη Λάσκα
Τέτοια ήταν η κατάσταση, όταν από στόμα σε στόμα μεταδόθηκε το μήνυμα, ότι άρχισαν να βγαίνουν και στην περιοχή μας οι πρώτοι Έλληνες αντάρτες.

Σελ.64
Οι ελπίδες του λαού αναφτερώθηκαν και το πεσμένο ηθικό του άρχισε να ανεβαίνει. Η πίστη ότι η φυλή θα επιζήσει εδραιώθηκε.
Χωρίς καμιά αμφιβολία, τώρα το αντάρτικο άρχισε ν΄ απλώνει τα πλοκάμια του παντού.
Στα Γεράνεια Όρη έκανε την πρώτη της εμφάνιση μια παρτιζάνικη ομάδα, με αρχηγό τον αείμνηστο Βασίλη Λάσκα, (το ποίημα που αποθανατίζω το Βασίλη Λάσκα, θα το βρήτε μετά την εξιστόρηση της «Πελοποννησιακής Σύσκεψης της Στρέζοβας»)
Μια μέρα η ομάδα αυτή- δέκα περίπου αντάρτες- είχε στείλει δύο απ΄ τα μέλη της σε μια στρούγκα, για τρόφιμα. Εκεί έπεσαν σ΄ ενέδρα ενός Ενωματάρχη που η έδρα του ήταν στο Λουτράκι. Τον έστειλε ο Αξιωματικός του, Μοίραρχος Τασόπουλος, κατ΄εντολή των Ιταλών.
Ο Ενωματάρχης αυτός, Χρύσανθος τ΄ όνομα του, έπιασε τους αντάρτες στη στάνη και σε λίγο έφευγε τροπαιούχος για το Λουτράκι.
Δρόμος τότε δεν υπήρχε, από μια κατσικόστρατα βάδιζε το απόσπασμα. Ο Βασίλης, που τα λημέρια κείνα του ήταν γνωστά, έπιασε με τους συντρόφους του ένα πόστο και περίμενε, όχι να κάνει μάχη μεταξύ Ελλήνων, αλλά ν΄ αποσπάσει τους συντρόφους με το καλό.
Δυστυχώς όμως ,ο Βασίλης δε βρήκε ανταπόκριση.
Μόλις αντίκρισε το Χρύσανθο, έγινε ο πιο κάτω «διάλογος»:
(Λάσκας)- Γιατί τάπιασες τα παιδιά Ρε Χρύσανθε; Κοπέλι των Ιταλών έγινες;
Ο Νωματάρχης, ταμπουρωμένος σ΄ ένα βράχο, πυροβολεί και σκοτώνει το λεβεντόπαιδο Λάσκα! Που προσπαθούσε να μην χυθεί ελληνικό αίμα…
Οι σύντροφοι του Λάσκα, βλέποντας τον αρχηγό τους νεκρό, με μια ριπή θέρισαν το Νωματάρχη. Οι ρέστοι χωροφύλακες πέταξαν τα όπλα και όπου φύγει-φύγει…
Τούτος ο Λάσκας, ήταν ο πρώτος απ΄ όλη την οικογένεια

Σελ.65
που έπεσε για ένα κόσμο καλύτερο. Μετά απ΄ αυτόν, ένας – ένας, ξεκληρίστηκε όλη η οικογένεια. Και τελευταίος έπεσε ο μαυροσκούφης Πελοπίδας, μαζί με τον Άρη Βελουχιώτη!!

Το Ε.Α.Μ. στην Κορινθία
Η Κόρινθος την εποχή αυτή, είναι πλημμυρισμένη από Ιταλούς και Γερμανούς. Μια μεγάλη ομάδα Γερμανών έχει έδρα της στο Ξυλόκαστρο. Αλλά κι  εκεί και στην Κόρινθο και σ΄ όλες τις πόλεις και τα χωριά του Νομού, κυκλοφορεί η προκήρυξη που αναγγέλλει την παρουσία του ΕΑΜ παντού. Τούτο, αναστατώνει τους καταχτητές. Η σχεδόν ταυτόχρονη, εμφάνιση κάποιου αντάρτη –Χανιάς τ΄ όνομα του – στα βουνά της Ζήριας, δεν έχει καμιά σχέση με το ΕΑΜ και τα ιδανικά του.
Τα κίνητρα του αντάρτη εκείνου δεν ήσαν πατριωτικά, έκανε όμως αντίσταση κι  αυτός κατά του καταχτητή.
Αυτός σκοτώθηκε σε μια σύγκρουση με τις δυνάμεις του εχθρού, κι αυτό έχει σημασία.
Τ΄  όνομά του δεν πρέπει να λείψει από τον κατάλογο των ηρώων.

Μια νυχτερινή εκδήλωση του Ε.Α.Μ. Κορίνθου
Κάποιο πρωϊ οι τοίχοι των σπιτιών βρέθηκαν γεμάτοι συνθήματα του ΕΑΜ. Τα έγραψαν τη νύχτα ψυχωμένοι και οδηγημένοι από την οργάνωση νέοι, για να μεταδώσουνε στον κόσμο την αισιοδοξία και την πεποίθηση τους, ότι η μέρα της λευτεριάς δε θ΄ αργήσει ν΄ ανατείλει. Παράλληλα όμως, την ίδια μέρα άρχισαν και οι συλλήψεις πατριωτών από τους ίδιους, δυστυχώς, Έλληνες, οι οποίοι υπηρετούσαν τον καταχτητή.
Παρά τις συλλήψεις ωστόσο αυτές (σαράντα τον αριθμό), το φρόνημα του Λαού δε λυγίζει.
Σελ. 66
Οι σκοποί του ΕΑΜ και το πλατύ αντιστασιακό του πνεύμα, έχουν μιλήσει στην ψυχή του.
Με ταύτα όλα που βλέπω, θέλω να πολεμήσω. Η αδράνεια με στενοχωρεί. Το πλατύ καταστατικό του ΕΑΜ δεν μ΄ εμποδίζει να γίνω κι  εγώ τώρα ενεργό μέλος του. Η πολεμική μου κατάρτιση είναι στο φουλ της. Την απόφασή μου αυτή την κουβεντιάζω με τον αγαπητό φίλο Αντώνη Σκουτερόπουλο. Τούτος είναι μέλος.

Ο Ιταλός φίλος μου Ενρίκο
 Έχω τώρα κάμποσο καιρό που το σπίτι μου έχει γίνει κέντρο διερχομένων, που καταδιώκονται από τους Ιταλούς.
Μ΄ ένα Ιταλό έχω γίνει φίλος. Είναι Δεκανέας, τ΄αρέσει το κρασί, είναι Χριστιανός! και αντιφασίστας τρομερός, Ενρίκο Κλεμέντι τ΄ ονομά του, από το χωριό Μπούστο Γκαρόλφο έξω απ΄ το Μιλάνο.
Αυτός είναι σε μια υπηρεσία που συνοδεύει α τραίνα: Κόρινθο –Πάτρα και Κόρινθο- Τρίπολη.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να κάνω μια παρένθεση.
Η ομάδα των Γερμανών, μετά το θάνατο του αρχηγού της Βασίλη λάσκα, έφυγε από τα Γεράνεια και τράβηξε προς την περιοχή μεγάρων.
Τα Γεράνεια, μετά το θάνατο του Ενωματάρχη Χρύσανθου, χτενίζονταν από μικτά αποσπάσματα Ιταλών και Χωροφυλάκων.
Μια μέρα η ομάδα των μεγάρων επισημάνθηκε. Και ο μεν Γλυκοφρύδης (μονόχειρ) σκοτώθηκε, οι άλλοι πιάστηκαν και τους έκλεισαν στις φυλακές της Τρίπολης. Μεταξύ αυτών ήταν ο αδελφός του Χρήστου Αντωνίου, που τον κρέμασαν οι Γερμανοί στην Κόρινθο, ο πνευματικός «Γιάννος» και άλλοι, που αυτή την στιγμή μου διαφεύγουν.
Πέρασαν από στρατοδικείο και δικάστηκαν σε θάνατο

Σελ.67
Δύο γυναίκες, των μελλοθάνατων Αντωνίου και πνευματικού, τις έστειλα στην Τρίπολη να ιδούνε τους άντρες τους. Τη μεταφορά τους την ανέλαβε ο φίλος μου Ενρίκο Κλεμέντι.
Αυτές οι γυναίκες πήγαν εκ περιτροπής. Όταν ο ελεγχτής ζήτησε εισιτήρια, του φώναζε από μακριά:
Ε! Ε! Ε! Ναντάμα μία!
Δεν πέρασαν ημέρες πολλές και οι Θανατοποινίτες απέδρασαν, μαζί με τον επιστάτη των φυλακών Τριπόλεως.
Οι αστυνομίες κινήθηκαν για να πιάσουν τα συγγενικά τους πρόσωπα. Μεταξύ αυτών, πήγαν να πιάσουν και την γυναίκα του δραπέτη Αντωνίου, στο Λουτράκι. Αυτή ειδοποιήθηκε έγκαιρα, πήρε το μωρό της αγκαλιά και ήρθε κατ΄ αυθείαν στο σπίτι μου, στην Κόρινθο.
Της έκανα συστάσεις να προσέχει, να μην την πάρει το μάτι του φίλου μου Ιταλού Κλεμέντι, και τούτο γιατί το σπίτι με το μαγαζί επικοινωνούσε με μια πόρτα.
Την άλλη μέρα κυκλοφόρησε η φήμη παντού, μεταξύ των Ιταλών. Ο Κλεμέντι ήρθε και μου λέει:
-Ντονίζιο, τούτι ριμπέλι Τρίπολη, σκαπάτι…
(Διονύση, όλοι οι αντάρτες της Τρίπολης, τόσκασαν…)
Μια μέρα , η φιλοξενούμενη γυναίκα του Αντωνίου ξεχάστηκε ότι καταζητείται. Ανοίγει την πόρτα του μαγαζιού και πέφτει πάνω στον Ιταλό που την γνώριζε… Μ΄ ενημέρωσε αμέσως και εγώ, της είπα:
-Τι έκανες βρέ Ελένη; Δε σου΄πα να φυλάγεσαι;…
 Η Ελένη τρομοκρατήθηκε.
Εγώ, ύστερα από το γεγονός αυτό, θεώρησα επικίνδυνο πλέον να κρύβομαι από τον Ενρίκο. Τον πλησιάζω και του λέω:
-Είδες τίποτα;

Σελ. 68
Μου πετά ένα σφύριγμα (δηλαδή ότι είδε τη γυναίκα). Τώρα συνεννοηθήκαμε απόλυτα, ο ένας με τον άλλο.
-Ενρίκο – του λέω – πρόσεξε!...
Μου κλείνει και τα δυό μάτια του με το χέρι, σα να μου έλεγε, « Εγώ…δεν είδα τίποτα…»
Τούσφιξα δυνατά το χέρι, και η φιλία μας διαπιστώθηκε κι  εδραιώθηκε για άλλη μια φορά.
Τον άνθρωπο τούτον, όταν έπεσε η Ιταλία, τον πήραν οι Γερμανοί μαζί με άλλους Ιταλούς και – άοπλους όλους – τους πήγαν από την Κόρινθο στο Αίγιο.
Εκεί τους χώρισαν σε δύο κατηγορίες. Στη μια ήταν εκείνοι που ήθελαν να συνεχίσουν τον πόλεμο υπέρ του Άξονα, και οι άλλοι ήταν εκείνοι που ήθελαν να σταματήσουν.
Ο Ενρίκο ήταν από τους τελευταίους.
Αυτούς τους τελευταίους, μια μέρα τους φόρτωσαν στο τραίνο και τους έστειλαν στη Γερμανία. Μόλις το τραίνο έφτασε στο σταθμό της Κορίνθου για στάση, ο φίλος μου Ενρίκο έφυγε από το σταθμό για νάρθει στο σπίτι μου, που ήταν εκατό μέτρα πιο κάτω, προς τη θάλασσα. Τον πήρε χαμπάρι όμως ένας Γερμανός και τον έπιασε.
Αυτό μου το είπε ο ίδιος ο Ενρίκο, όταν εγώ, έπειτα από χρόνια πολλά, σαν εργοστασιάρχης, βρέθηκα για δουλειά μου στο Mιλάνο της Ιταλίας. Και πήγα με το παιδί μου και τον είδα.
Τώρα, το πώς κάναμε κι  οι δυό μας, όταν ανταμώσαμε έπειτα από χρόνια, δεν περιγράφεται…
Διατήρησα μέχρι τώρα τελευταία την αλληλογραφία μας.

Σελ.69
Η οργάνωση των Εαμικών τομέων Κορίνθου
Πολλοί μέσα από την οργάνωση του ΕΑΜ, βασιζόμενη στην κάποια οργανωτική πείρα μου, εισηγήθηκαν στο Γραμματέα της Επαρχιακής Τάκη Γεωργιάδη (τούτος μετά έγινε μάρτυς κατηγορίας στη δίκη του Αείμνηστου Μπελογιάννη)
  *[[*ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗ ΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥ:«....Εδώ λέει ο Κανελλόπουλος στην κατάθεσή του ότι αυτοί ήταν μια παλιά ομάδα η οποία έδινε πληροφορίες (δεν μου το επιτρέψατε ποτέ, άλλως θα το διευκρίνιζα) και τελικά τον Αύγουστο του 1950 ο Παπαγεωργίου, που ήταν επικεφαλής αυτής της ομάδας, λέει πως ο Κανελλόπουλος προτείνει να ξαναφτιάξουν αυτή την ομάδα. Υπήρχαν αντιρρήσεις και δισταγμοί και τελικά παρουσιάζεται κάποιος άλλος ονόματι Γεωργιάδης, ο οποίος προτείνει να τον συνδέσει με το κόμμα. Ο Γεωργιάδης δεν προσκομίστηκε ούτε και στην προηγούμενη δίκη παρ' ότι κατονομάστηκε ούτε και σ' αυτή τη δίκη, έστω και ως μάρτυρας τουλάχιστον κατηγορίας. Ο δε Γεωργιάδης, που πρότεινε στον Κανελλόπουλο να τον συνδέσει με το κόμμα, έπαιρνε τα σημειώματα και τα φωτογράφιζε ύστερα η Ασφάλεια. Και δικάζομαι δεύτερη φορά γι' αυτήν την υπόθεση της ομάδας για την οποία δεν φέρνω καμιά ευθύνη στο κάτω κάτω. Επίσης το πόρισμα αναφέρει ξεκάθαρα ότι αυτοί αποτελούσαν ομάδα κατασκοπείας. Ο προηγούμενος επίτροπος της άλλης δίκης στο κατηγορητήριό του το κύριο σημείο της κατηγορίας του το στήριξε σ' αυτή την περίφημη πληροφορία, και μάλιστα έκανε υπαινιγμό όχι μόνο για ύπαρξη ασυρμάτων αλλά για το ότι πολύ σύντομα θα καθίσουν και αυτοί που έχουν τους ασυρμάτους στο σκαμνί, διότι ήταν δυο-τρεις ημέρες προτού ανακαλυφθούν οι ασύρματοι. Και όλα τα άλλα που αναφέρθηκαν εδώ, περί σχολίων κ.λπ., υπήρχαν και στην άλλη δίκη, ώστε δεν υπάρχει τίποτα το νεότερο που παρουσιάστηκε τώρα.....»
ΠΗΓΗ: Ένθετο έντυπο  της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας 6/3/2011, "Η Δίκη του Μπελογιάννη"!(Αποσπάσματα της δίκης!) Απορία :γιατί τα πλήρη πρακτικά των δικών του Μπελογιάννη δεν δημοσιεύονται πουθενά;Ο πλήρης φάκελος της δικογραφίας εκάει το 1978 για αποσυμφόρηση λέει των ραφιών αρχειοθέτησης!) 
(σ.σ. "Στάθη"; ΄Με τον Γεωργιάδη είσασταν στο ίδιο "κόμμα", γιαυτό δεν του πήρες το κεφάλι;) ]].
Αποτέλεσμα των ενεργειών τους ήταν να μου δοθεί ένα πόστο στην Εθνική Αλληλεγγύη.
Η Κόρινθος τώρα έχει ΕΑΜ, αλλά χωρίς οργανωτική διάθρωση. Καταλαβαίνουν ή όχι, ότι αυτό ζημιώνει τον αγώνα, δεν ξέρω. Νομίζω όμως ότι είναι χρέος μου να το πώ. Και το λέω κάποιο βράδυ στον αείμνηστο Κώστα Τριανταφύλλου.
Αυτός δέχτηκε την πρόταση μου και μου αναθέτει ν΄ αναλάβω εγώ τη δουλειά.
Η υπηρεσία αυτή είχε και την έννοια ότι αποχτούσα και την ιδιότητα του μέλους της Οργανώσεως του ΕΑΜ.
Το ξεκίνημά μου το υπέδειξε ο ίδιος ο Κώστας Τριανταφύλλου:
-Πρώτα-πρώτα θ΄ αρχίσεις από τα Τσακώνικα, μου είπε.
Την άλλη μέρα κι όλας, πρωί- πρωί, άρχισα τη δουλειά μου. Για το Ταμειακό Γραφείο, διάλεξα και τοποθέτησα πρόσωπα αδιάβλητα και με κύρος που, αν και δεν ήσαν κομμουνιστές, αποδέχονταν τους σκοπούς του ΕΑΜ και το πόστο τους.
ΤΗΝ ΤΟΜΕΑΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΤΣΑΚΩΝΙΚΩΝ
Αποτελούσαν οι κατωτέρω:
Παύλος Κορνάρος, πρόεδρος
Σύμβουλοι:

Σελ. 70
Πάύλος Ντζέκος, Αλέκος Πανταζής, Ηλίας Λέκκας, Παύλος Τσαμαντάς…(οι άλλοι μου διαφεύγουν).
Όταν πήγαινα για τον Παύλο τον Ντζέκο, σκόνταψα στον αδελφό του Αντρέα-κομμουνιστής αυτός – και με ρωτά:
-Τι τον θέλεις;
-Να τον βάλω μέλος της τομεακής επιτροπής του ΕΑΜ, στα τσακώνικα.
-Όταν τον βάλεις αυτόν στο ΕΑΜ, εγώ θα γίνω… Μητροπολίτης!...
-Άνοιξε την πόρτα να μπώ και να δείς.
Μ΄ άνοιξε και μπήκα. Του είπα τη στιχομυθία με τον αδελφό του, και μου λέει:
-Άμα είναι να συνεργαστώ με τέτοιους , βρέσε κανέναν άλλο. Άμα είναι με σένα, εκατό φορές!
Η επιτροπή ήταν δειγματολόγιο από κομματική τοποθέτηση. Συμφωνούσαν όλοι όμως: Στο διώξιμο του καταχτητή…
Συνήλθε ένα βράδυ η επιτροπή και υπογράψαμε.
Όταν ο Κώστας Τριανταφύλλου είδε τον Τομέα Τσακώνικων να λειτουργεί «ρολόϊ», ενθουσιάστη και και μου ανάθεσε να κάνω την ίδια δουλειά και στον προσφυγικό συνοικισμό.Εδώ όμως ήταν διαφορετικό το πράμα. Δεν είχα πολλές παρτίδες με τον κόσμο αυτόν. Έπρεπε λοιπόν να δημιουργήσω. Και σκέφτηκα τον φίλο μου Φάνη Σωτηρόπουλο.
Με το Φάνη, πλησίασα πολλούς ανθρώπους. Μεταξύ αυτών και τον Κυριάκο Βαμβακίδη. Και, μέσω του Βαμβακίδη, γνώρισα έναν έξοχο νέο, το Δάσκαλο Χαριτωνίδη, που αργότερα αντίκρισε το εχτελεστικό απόσπασμα των Γερμανών!!
Το παιδί αυτό σκοτώθηκε με τα΄ όραμα μιάς ελεύθερης Ελλάδας, στην καρδιά και στη σκέψη του…

Σελ. 71
Με τη βοήθεια όλων αυτών των ανθρώπων, σε λίγο λειτούργησε και ο Τομέας του Συνοικισμού.
Όταν ολοκληρώθηκε η οργάνωση των δύο αυτών τομέων, δεν χρειαζόντουσαν πολλά ιδρωκοπήματα για να λειτουργήσει και ο τομέας του Κέντρου. Τώρα όλη η πόλις εδέθηκε και οι τομείς της δουλεύουν μια χαρά. Συνεδριάσεις, εφημερίδες, συνθήματα στους τοίχους, στρατολογία ανταρτών, προκηρύξεις,Σύνδεσμοι, έρανοι και φροντίδα για την επέχταση οργάνωσης ως την Ακροναυπλία…
Ο λαός της Κορίνθου παρακολουθεί όλα,  αυτά κι εμ-ψυχώνεται μ΄ ενθουσιασμό κι εμπιστοσύνη για τη Νίκη…
Ανάμεσά του βέβαια είναι οι απαισιόδοξοι που δεν ελπίζουν, δεν πιστεύουν, δεν περιμένουν τίποτα, αλλά κι αυτοί παίρνουν θάρρος, όταν μια ομάδα ανταρτών περνά στην απέναντι μεριά, προς τα μέρη της Αιγιαλείας, με αρχηγό τον αείμνηστο πατριώτη μας «Πελοπίδα» και σκαρφαλώνει στα λημέρια του Χελμού.
Σε λίγο η ομάδα αυτή, δεν είναι ομάδα, είναι ο Στρατός του ΕΛΑΣ. Είναι το ηρωικό 6ο  Σύνταγμα…
 Σε λίγο, όπου να πήγαινες, σ΄ όλα τα χωριά, υπήρχε ο υπεύθυνος του χωριού, για όλα τα θέματα.
Όσο μεγαλώνει η δράση του ΕΑΜ, ανάλογη δράση ενεργεί παράλληλα και η Αστυνομία.
………………………………………………………………………..!
Σελ. 72
…………………………………………………………………….….!
Μια άρρωστη διαταγή
Για να μην την ονομάσω αλλιώς, μια διαταγή εξέδωσε ο εκπροσωπών το ΚΚΕ Κορινθίας ακροναυπλιώτης Τριαντάφυλλος (μετά έγινε «Στάθης» και με δίκασε).
Η διαταγή έλεγε:
«Οι παράνομοι να εξαφανιστούν από το παραλιακό κέντρο Θωμαϊδη». Πέντε ανθρώπους παράνομους (αναφέρω κι αλλού) φιλοξενούσα την ημέρα. Και τα βράδυα, για λόγους ασφαλείας, εχάνοντο.
Πέρασε μια μέρα, δυό…, άρχισα ν΄ ανησυχώ για τους

Σελ.73
ανθρώπους, που δεν είχαν φανεί…
Την Τρίτη μέρα κατέβηκα να ρωτήσω τι έγιναν οι άνθρωποι. Σε μια στιγμή, στην πλατεία, αντάμωσα το «Γέρακα» -το Ράλλη- και τον ρωτώ μήπως ξέρει τίποτα για τους φιλοξενούμενους, γιατί ανησυχώ…
 -Θα σου πώ κάτι, μου λέει, αλλά σε παρακαλώ μη μ΄ εκθέσεις…
-Λέγε ρε Βασίλη…
-Πήραν εντολή να φύγουν από εκεί
-Γιατί;
-Δεν ξέρω… Μη μ΄ εκθέσεις σε παρακαλώ…
Εδώ θέλω να σημειώσω, ότι ο Γέρακας έγινε ένας από τους καλύτερους αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης και το οικτρό τέλος του ήταν να τον πάρουν από την Αίγινα, που ήταν φυλακή και να τον εκτελέσουν μια μέρα στο Γουδί μαζί με άλλους, σύνολο δεκαπέντε…

Ο Δημοκράτης Σήφης Κόλλιας και η στροφή του προς το κατεστημένο
Πολλά πράγματα μ΄ έχουν δέσει με τον άνθρωπο αυτόν και θα τα εξιστορήσω με τη σειρά.
Ο Σήφης Κόλλιας ήταν ανιψιός ενός πολύ αγαπημένου φίλου, του Παύλου Κορνάρου. Ήταν της αδελφής μου παιδί.
Το παιδί αυτό, όταν ορφάνεψε από πατέρα , τα΄ ανέλαβαν τα΄ αδέλφια της Μάνας του. Αυτοί το βοήθησαν να βγάλει την Ιερατική Σχολή της κορίνθου.
Ένας άλλος καλός φίλος, που έχω αναφέρει, ήταν αυτός που το βάφτισε, ο Ηλίας Λέκκας.
Μια μέρα, η οργάνωση του ΕΑΜ Κορίνθου έστειλε πανομοιότυπα γράμματα σε ορισμένους Κορίνθιους και τους εφιστούσε την προσοχή, γιατί η συμπεριφορά τους προς το ΕΑΜ ήταν εχθρική.

Σελ. 74
Το βράδυ εκείνο, κάνοντας βόλτες στο μεγάλο δρόμο βλέπω το Σήφη να με πλησιάζει και να με ρωτά:
-Για πες μου βρέ Διονύση, με ξέρεις για προδότη εμένα;
-Τι είν΄ αυτά που λες Σήφη;
-Εγώ τα λέω; Αυτό τα λέει… (και μου δίνει το γράμμα).
Παίρνω το γράμμα και το διαβάζω. Στεναχωρήθηκα πολύ… Γιατί ο Σήφης ήταν Δημοκρατικός και προσωπικός φίλος του Γεωργίου Παπανδρέου.
-Θα το κουβεντιάσω Σήφη, γιατί αυτό για μένα είναι παράλογο.
Συνεχίζοντας τις βόλτες διασταυρώθηκα με τον «Ξιφία» (είναι το αθλητικό παρατσούκλι του Κώστα Τριανταφύλλου).
Τον αποσπώ από την παρέα του και του κάνω γνωστά τα παράπονα του Σήφη.
Ο Κώστας έμεινε προς στιγμή αμίλητος. Στεναχωρήθηκε πολύ κι  αυτός και στο τέλος μου λέει:
-Τον πήρε η μπόρα κι αυτόν χωρίς λόγο. Τώρα, τι μπορούμε να κάνουμε; Βλέπεις είναι δύσκολο να τα παρακολουθήσουμε όλα…
Σε λίγο καιρό, ο Σήφης διορίζεται λογιστής στο νοσοκομείο Κορίνθου, με αποθηκάριο τον κοινό φίλο μας Θάνο Φόρτη.
Η πείνα τότε, στο φόρτε της, 1941…
Με βλέπει ο Σήφης που πηγαίνω στο σπίτι μου και με φωνάζει:
-Περίμενε μου λέει
Σε λίγο μου φέρνει ένα μπετονάκι με λάδι.
-Πάρτο να φάνε τα κουτσούβελα…
-Φχαριστώ Σήφη μου…
Δουλεύω στον «πύργο της Σιωπής», το εργαστήρι μου, με βοηθό μου Γεώργο Λέκκα.
…….………………………………………………………………….!
Σελ.77
1943
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ στην Κόρινθο ο αφιχθείς ,από το Λονδίνο αγγλομαθής με τ΄ όνομα Μιχαήλ.
Οι φήμες λένε, ότι στην Κόρινθο τον τοποθέτησε η Ιντέλιντζενς Σέρβις, η πασίγνωστη για τις ύποπτες δουλειές της Αγγλική Αστυνομία.
Ο Δεσπότης αυτός , μόλις εγκαταστάθηκε στην Κόρινθο, διέγνωσε ότι ο Γυμνασιάρχης τώρα Σήφης Κόλλιας, είναι ένας πανέξυπνος άνθρωπος με πολλές συμπάθειες και με μεγάλη επιρροή στο Λαό. Και τούτο δεν ήταν ψέμα. Ο Κόλλιας πράγματι, ήταν καλής πάστας άνθρωπος. Ό΄, τι στραβό και ύποπτο, το χτυπούσε αμείλιχτα, και σε όποια κοινωνική τάξη και αν ευρίσκετο. Ειδικότερα δε στον Κλήρο ,σαν Θεολόγος που ήταν.
 Όλα αυτά του τα προτερήματα, μούδωσαν την έμπευση να γράψω γι  Αυτόν, το ποίημα μου «ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ»
Το ποίημα αυτό που θα διαβάση ο Αμαγνώστης, φανερώνει τον Άνθρωπο κείνον, ποιος τότε και πως τον ήξερα…
…………………………………………………………………………….!
Σελ.78
Η στροφή του ΛΕΥΤΕΡΟΥ ΣΚΟΠΕΥΤΗ ΠΡΟΣ ΤΟ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟ, ήρθε με το χρόνο και με τις περιστάσεις…
Η συχνή επαφή και συναστροφή με το Μητροπολίτη αυτόν, άρχισε να του μεταβάλει σιγά –σιγά τις βασικές αρχές του.
Επί Χούντας ,από το 1967, η θέση που πήρε ήταν θέση πατριωτική και παλληκαρίσια.
Τούτο του κόστισε και τη θέση του γυμνασιάρχη που κατείχε, γιατί τον απέλυσαν.
Μετά την Απελευθέρωσή μας από την γερμανική κατοχή, τον μητροπολίτη Κορίνθου Μιχαήλ τον πήραν οι… προστάτες μας Αμερικανοί…Ιδού όμως στάδιον λαμπρόν δόξης, για τον αγαπητό μου φίλο Κόλλια. Ο Μιχαήλ προσκάλεσε τον Σήφη Κόλλια στην Αμερική. Ι Κόλλιας, «σβησμένος» από τον προϋπολογισμό του Κράτους, δέχτηκε.

Σελ.79
……………………………………………………………………………!
Σε λίγο ο Σήφης έφυγε για την Αμερική.
Εκεί, ο Μητροπολίτης του ανέθεσε τη δημιουργία Καταχητικών Σχολείων. Αυτή ήταν και η αποστολή του Σήφη, σύμφωνα με την επιθυμία του Μιχαήλ.
Όταν όλα τα Σχολεία οργανώθηκαν όπως έπρεπε, ξαναγύρισε στην Ελλάδα. Πλούτισε δε τις βιβλιοθήκες τους στέλνοντας εκεί πολλά βιβλία δικά του, από την αστείρευτη πηγή εμπνεύσεως του. Όπως: την «Ποιητική Ανθολογία» και το βιβλίο για τον αείμνηστο Μητροπολίτη Κορίνθου, Δαμασκηνό, κ.α.
Όλη αυτή η διοργάνωση, που ξεκίνησε από την πρόκληση του Δεσπότη και διεκπεραιώθηκε με τον μόχθο και

Σελ.80
τις ικανότητες του Σήφη, είχε (και δίκαιαo και για κείνον, το ανάλογο οικονομικό αντίκρυσμα.
Τώρα, μεσολαβεί ο θάνατος του Μιχαήλ.
Και, μετά από λίγο, ακολουθεί το παρακάτω γράμμα του προς τον γράφοντα:


4.9.1971
Αγαπητέ Διονύση, χαίρε.
Στις 24 Σεπτεμβρίου θα ομιλήσω για το Μακαρίτη Μ ι χ α ή λ στην Κόρινθο. Και 10 Οκτωβρίου για τον αλησμόνητο φίλο μας Άγγελο Μετζελίδη στο Λέχαιο. Εάν η γόνιμη έμπνευση κεντριστεί και γράψεις ένα ποίμα για τον Μιχαήλ κι ένα για τον Άγγελο, να μου τα στείλεις να τα διαβάσω την ώρα της διαλέξεως.
                                                                   Γειά χαρά πάντοτε
                                                                             Μ΄άγάπη
                                                                             Σ.Κόλλιας
(Η υπογράμμιση του ονόματος του Μιχαήλ, δική του)

Το γράμμα τούτο τούμεινε αναπάντητο… Κι αυτό, γιατί δε θάταν γράμμα ή απάντησή μου, αλλά ξέσπασμα οργής κατά του Δεσπότη.
…………………………………………………………………………….!
Σελ.85
Η προτομή.
Πρόσφατα, διάβασα στην «Εφημερίδα της Κορίνθου», ότι ο Δήμαρχος της πόλης Σήφης Κόλλιας κατασκεύασε προτομή του Δεσπότη Μιχαήλ «δι΄ ιδίων χρημάτων» του και, σκοπεύει να την τοποθετήση σε μια από τις κεντρικές πλατείες της Κορίνθου.
Αυτό που διάβασα μου δημιούργησε ορισμένες σκέψεις…
…………………………………………………………………………….!
Κυρίως όμως, δεν θα ήταν δίκιο και σωστό, αν θα υποχρέωνε ένα Λαό πενήντα χιλιάδων ανθρώπων να βλέπει κάθε μέρα αυτή την προτομή. Ένα Λαό, που τίποτα καλό δεν έχει να θυμάται, στη θέα της. Αντίθετα, μάλιστα… Αλλά… μια που  ο Δεσπότης συχωρέθηκε, ας μένει η αναφορά μου στην όλη δράση του. Άλλωστε, όλα είναι πασίγνωστα σε όλους, ό, τι κι αν πω εγώ ή ο Σήφης…

Σελ. 86
Κατοχικός Δήμαρχος Παπαδόπουλος-1942
Ο Τάσος Παπαδόπουλος, παιδί φτωχής οικογένειας, σπούδασε με τον πενιχρό μιστό του πατέρα του, φανοκόρου των ΣΠΑΠ.
Δήμαρχος Κορινθίων διορίστηκε με αξίωση των Ιταλών, αλλά αυτό δεν έχει σημασία. Εμάς μας ενδιαφέρουν οι πράξεις του…
Τον εχτιμούσα και ήξερα ότι και εκείνος μ΄ εχτιμούσε, κι ας ξέραμε κι ο ένας κι ο άλλος τη διαφορετική μας πολιτική τοποθέτηση…
Κατά την εποχή λοιπόν της Δημαρχίας του, φιλοξενώ –όπως γράφω αλλού- και συντηρώ με δικά μου έξοδα διάφορους καταδιωκόμενους, εκ περιτροπής. Με πολλές όμως δυσκολίες τα καταφέρνω να εξασφαλίσω τη διατροφή τους. Στην αγορά δε βρίσκει κανείς τίποτα, το λίγο αλευράκι δε, κάτι μπιζέλια και άλλα όσπρια, που στέλνει πότε –πότε ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός, μοιράζονται κι αυτά ανάλογα με την αριθμητική σύνθεση των οικογενειών.
Αν μπορούσα να είχα ένα τέτοιο δελτίο, εικονικό, για τρία-τέσσερα άτομα, θ΄ αντιμετώπιζα κάπως τις δυσκολίες, που συναντούσα στην προσπάθεια μου να εξασφαλίσω τροφή για τους ξένους μου. Εμπιστεύουμαι λοιπόν το πρόβλημα μου στο Δήμαρχο.
Με δέχτηκε στο γραφείο του, με καλοσύνη, και με άκουσε να του αποκαλύπτω τον πόνο μου, με κατανόηση.
-Θα φροντίσω, Διονύση, με βεβαιώνει. Αρμόδιος όμως είναι ο Μητροπολίτης Μιχαήλ, σαν πρόεδρος της επιτροπής διανομών, που εφοδιάζει τον κόσμο με δελτία τροφίμων, αλλά θα του πω όλην την αλήθεια κι ελπίζω να μη μας αρνηθή.
Έφυγα σχεδόν σίγουρος, ότι ο Δήμαρχος θα κατάφερνε να συγκινήσει το Δεσπότη,. Γι΄ αυτό και δοκίμασα οδυνηρή κατάπληξη όταν μετά λίγες μέρες άκουσα από
Σελ.87
το στόμα του ίδιου του Δημάρχου, ότι ο Δεσπότης όχι μόνο αρνήθηκε, αλλά έγινε και έξω φρενών.
-«Γυρεύεις να φάς το κεφάλι σου;» ρωτούσε το Δήμαρχο στη «διαπασών».
Αυτός ήταν ο Μητροπολίτης Μιχαήλ! ..Ο…»Αντιπρόσωπος του Θεού επί της Γής» !...
Πώς να τον συγκρίνει κανείς με τον «Άνθρωπο Παπαδόπουλο; Που όταν μια μέρα πάλι τον σταμάτησα έξω από το Δημαρχείο και του ζήτησα έναν έρανο για τους φυλακισμένους και καταδιωκόμενους, από τα τέσσερα χιλιάρικα που είχε στην τσέπη του, μου έδωσε τα τρία!

Φίλιππος Καλογήρου-1942
Εκείνο τον καιρό, ένας από τους θαμώνες του παραλιακού μου κέντρου ήταν κι ο Φίλιππος ο Καλογήρου με την γυναίκα του. Συνδικαλιστικό Στέλεχος της Ομοσπονδίας Δέρματος, Κορίνθιος, συντεχνίτη και φίλος μου από τα Τσακώνικα. Καταδιωκόμενος από πολύ καιρό από την Ασφάλεια.
Ο καιρός είχε στενέψει πολύ και δεν σήκωνε άλλο. Έπρεπε να αλλάξει στέκι. Να φύγει πως ; …
Ο κλοιός είχε στενέψει πολύ και δε σήκωνε άλλο. Έπρεπε ν΄ αλλάξει στέκι. Να φύγει αλλά πως;…Τα πόστα –μπλόκα λειτουργούσαν κανονικά. Αυτός είχε κατορθώσει να βγάλει ένα δελτίο τροφίμων για δυό άτομα, μαζί με τη γυναίκα του. Μας απασχολούσε όμως το πρόβλημα: το πώς να φύγει. Τότε η κουνιάδα μου ήταν αρραβωνιασμένη με έναν θερμαστή των ΣΠΑΠ, το Μιχάλη Βελέντζα. Αυτός μετά σκοτώθηκε, γιατί ανατινάχτηκε το τραίνο στους Αγίους Θεοδώρους. Και πήγε ο άνθρωπος άγουρος ακόμα στο τάφο…
-Μιχάλη Βελέντζα, αιωνία σου η μνήμη!!
Ένα θύμα ακόμα του αγώνα της απελευθέρωσης…
Μ΄ αυτόν τον άνθρωπο συνεννοήθηκα να φύγει ο Καλογήρου πλαστογραφημένος σε θερμαστή. (Τότε σε κάθε μηχανή, εκτός από το προσωπικό της, ήταν και ένας Γερμανός).

Σελ. 88
Συνεννοήθηκα, λοιπόν, με το Βελέντζα για τη μεταφορά του Καλογήρου. Μου είπε τι θα κάνω προηγουμένως για ν΄ ανέβει στη μηχανή. Πήρα μαύρη μουτζούρα και τον πασάλειψα στο πρόσωπο και τον έστειλα μ΄ ένα παγούρι γεμάτο ούζο! Το Γερμανό , ο Βελέτζας τον έκανε τάβλα με το παγούρι το ούζο, που δεν μπορούσε να καταλάβει το «λαυράκι» που συνόδευε…
Φεύγοντας ο Καλογήρου μ΄ άφησε το δελτίο τροφίμων. Και κάθε φορά, που μοίραζαν τρόφιμα, τα΄ αγόραζα. Κι όπως τάπαιρνα, τα πήγαινα γραμμή στο φίλο Αντώνη Σκουτερόπουλο και μέσω αυτού, με την Εθνική Αλληλεγγύη, για τις οικογένειες των φυλακισμένων και καταδιωκόμενων.
Μια από αυτές ήταν και του Αείμνηστου Δημητριάδος Δαμασκηνού (Χαντζόπουλου), που ήταν τότε όμηρος στην Ιταλία.
Μου ανταπέδωσε όμως την άγνωστη προς αυτόν τότε προσφορά μου, με το αποτέλεσμα που έφερε μια επιστολή του σ΄ ένα οικογενειακό θέμα.
Τώρα, ο αντιστασιακός Δεσπότης Χαντζόπουλος δεν υπάρχει πιά.
Αιωνία του η μνήμη, του ΕΛΛΗΝΑ
Μητροπολίτη ΧΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

Άστοχη πολιτική ενέργεια – 1942
Την ώρα ακριβώς, που ο Δήμαρχος μου λέει τα της επαφής του με το Δεσπότη, για το δελτίο τροφίμων, που του ζήτησε, και θυμωμένος με την απαράδεχτη στάση του, μπαίνουν δύο εκπρόσωποι του εργατικού κέντρου Κορίνθου. Και σε τόνο επιταχτικό, αξιώνουν να πάρουν αυτοί και να μοιράσουν στον κόσμο μια ποσότητα λαδιού, που είχε παραλάβει ο Δήμος εκείνες τις ημέρες.
-Και, ποιοι είσαστε σεις; Ρωτάει ο Δήμαρχος.
-Το Εργατικό Κέντρο, του λένε.

Σελ. 89
Τότε ο Δήμαρχος, αγαναχτισμένος με τον τρόπο τους, τους έδειξε την πόρτα.
Την άλλη μέρα , η Κόρινθος γέμισε προκηρύξεις εναντίον του Δημάρχου, που τον χαρακτηρίζανε προδότη και συνεργάτη των καταχτητών κ.α.
Μετά απ΄ αυτό, ο Παπαδόπουλος, που δεν είχε τη πίστη και τα ιδανικά του Θωμαϊδη, για να μείνει ανεπηρέαστος από τέτοιου είδους επιθέσεις, τράβηξε κατ΄ ευθείαν στην αντίδραση…
Εάν το Εργατικό Κέντρο γνώριζε να πολιτευτεί καλύτερα, και το λάδι θα παίρνανε και το Δήμαρχο θα τον είχανε με το μέρος τους για ότι,δήποτε.

Ο Γραμματέας του Δήμου Σταυρόπουλος-1942
Γραμματέας του Δήμου Κορίνθου ήταν ο Μήτσος Σταυρόπουλος. Φτωχόπαιδο, πιο φτωχό από το Δήμαρχο. Αυτοδημιούργητος και μορφωμένος. Έμαθε, όσα γράμματα ξέρει, με μόνη τη θελησή του. Αλλά ,αν και φτωχός, είναι τοποθετημένος στη Δεξιά.
Αυτό το ξέρω. Ξέρω επίσης , ότι είναι άνθρωπος του Θεού. Έχει πολλές συμπάθειες ανάμεσα στους Κορίνθιους. Ιδιαιτέρως στο Συνοικισμό. Αυτά του τα προσόντα μ΄ έκαναν να σκεφτώ ότι αυτόν θα μπορούσα να τον οργανώσω στην Εθνική Αλληλεγγύη, που αρχικά είχα επωμιστεί. Προσπάθησα πολλές φορές, μα δε κατόρθωσα να τον πείσω, αλλά ούτε και μ΄ αποκαρδίωνε. Τελικά όμως, μου τόκοψε έτσι:
-Άκου ξέδερφε. Άσε με, δεν μπορώ… Έχεις όμως το λόγο μου, αν καμμιά φορά μου προταθεί να πάρω όπλο απ΄ τους Ιταλογερμανούς να χτυπήσω Έλληνες ,θ΄ άρθω μαζί σας.
Ο Αναγνώστης να θυμάται αυτά τα δύο πρόσωπα, το Δήμαρχο και το Γραμματέα, γιατί θα τους συναντήσει ξανά στη παρούσα αφήγησή μου.

Σελ. 90
«Φαρμακάς» Ορεινό συγκρότημα- 1942
Το ΕΑΜ τώρα  έχει αγκαλιάσει ολόκληρη την Αργολιδοκορινθία. Οι τομείς του δουλεύουν παντού με ένταση και σύστημα. Η ομάδα δε των ανταρτών, που πέρασε από τη Ρούμελη στην Αιγιαλεία, δεν είναι πιά ομάδα, αλλά Στρατός!.. Στρατός, που μέρα με την ημέρα πληθαίνει, με τη βοήθεια των πολιτικών οργανώσεων.
Ηγετικό ρόλο για την επάνδρωσή του έχει αναλάβει ένας από τη γνωστή οικογένεια Λασκαίων, ο Πελοπίδας.
Παράλληλα τότε με τον ΕΛΑΣ έκανε την εμφάνισή της μια ομάδα με αρχηγό τον ταγματάρχη του πεζικού Βαζαίο.
Μόλις ο ΕΛΑΣ έλαβε γνώση του προγράμματος, ήρθε σ΄ επικοινωνία μαζί και αρχίσαν οι διαπραγματεύσεις της ενοποίησης.
Ο ΕΛΑΣ είχε βέβαια στρατό, δεν είχε όμως αξιωματικούς. Παρουσιαζόταν λοιπόν μια ευκαιρία, προς συμπλήρωση των ελλείψεων κι απ΄ τη μια κι απ΄ την άλλη μεριά. ‘Οσο για το σκοπό, δεν υπήρχε θέμα. Τούτο ήταν βασικό: Το δ ι ώ ξ ι μ ο του καταχτητή.
Η ομάδα των αξιωματικών διχάστηκε τότε και το πιο μεγάλο κομμάτι, με αρχηγό το Βαζαίο προσχώρησε αμέσως, γιατί κατάλαβε ότι έτσι εξυπηρετείτο ο σκοπός , για τον οποίο ανέβηκε στα βουνά.
Το πιο μικρό κομμάτι αξιωματικών-Λάκωνες την καταγωγή- κατά το πλείστον αποσκίρτησαν και διαχώρισαν τις ευθύνες τους από το αρχηγείο του ΕΛΑΣ, που είχε ανάγκη στρατιωτικής ηγεσίας. Έτσι μ΄ αυτό τον τρόπο, λύθηκε και το πρόβλημα της ηγεσίας.
Μια πρώτη εκδήλωση, που επικροτήθηκε από την ολότητα σχεδόν του λαού της Νεμέας και περιχώρων, ήταν η εκτέλεση του περιβόητου συνεργάτη των Ιταλών Γκράτσου.

Σελ. 91
Αυτός, οπλοφορώντας μαζί με τους Ιταλούς, ελυμαίνετο ολόκληρη την περιοχή Νεμέας και περιχώρων. Και είχε γίνει το φόβητρο των κατοίκων.
Αυτό το περιστατικό, από τη μια και η άρτια οργάνωση του ΕΑΜ στις πόλεις και στα χωριά από την άλλη, έκαναν την ελάχιστη αντίδραση να λουφάξει…

Η εκτέλεση Σπυρογιαννάκη και Μελέτη-1943
Συνεχίζω να φέρω τον τίτλο του Γραμματέα Εθνικής Αλληλεγγύης. Η οργανωτική μου δουλειά και όλη η προσφορά μου στον αγώνα αφοπλίζει τους εχτρούς μου…
Όχι, δεν τόπα καλά. Εγώ δεν έχω εχτρούς, δηλαδή δεν εχτρεύομαι κανέναν. Ήθελα να πώ, για κείνους που με υποπτεύουνται και με θεωρούν εχτρό τους…
Μια μέρα, πληροφορούμαι ότι πέρασε ένα αυτοκίνητο «κλούβα», με κατεύθυνση προς Λουτράκι. Μέσα, οι καταδικασμένοι σε θάνατο Λουτρακιώτες, που ως τώρα τους κρατούσαν φυλακισμένους οι Ιταλοί, στην Τρίπολη…
Φωνάζω το Φάνη το Σωτηρόπουλο-το δεξί μου χέρι , τότε- και του λέω:
-Καβάλησε ένα ποδήλατο και τρέξε πίσω από την κλούβα, να δεις ποιος είναι ο σκοπός της μεταφοράς των αγωνιστών στην πατρίδα τους, και να έρθεις να μου πείς…
Τα νέα που μου έφερε ο Φάνης ήταν ότι, έβαλαν τους κρατούμενους στη φυλακή και ειδοποίησαν το Δήμο Λουτρακίου να ετοιμάσει δύο φέρετρα…
Ήταν ολοφάνερο, ότι τα παιδιά… το πρωί θα εχτελούντο
Ο Σπυρογιαννάκης, λεύτερο παλληκάρι, κι ο Μελέτης, παντρεμένος, που άφησε γυναίκα και τέσσερα παιδιά…
Το πρωί, με το χάραμα, μεταφερόμενοι στον τόπο της εχτέλεσης, ξεσήκωσαν το Λουτράκι με το τραγούδι, «Στη στεριά δε ζεί το ψάρι…»

Σελ. 92
Άξιας μνείας είναι η στάση του Ιταλού δεσμοφύλακα Μαρισάλου, που επέτρεψε την επίσκεψη στη γυναίκα και τα παιδιά του Μελέτη, αλλά και σε συγγενείς και φίλους των δύο καταδικασμένων…
Ο ίδιος δε, από τη θλίψη και τη συγκίνηση, κρατείτο όρθιος με τονωτικές ενέσεις…
Που να βρίσκονταν τέτοια συναισθήματα στη «σπουδαία», την «Άρεια» φυλή του Χίτλερ…
Οι φίλοι και συναγωνιστές- κατόπιν εντολής των μελλοθάνατων- την άλλη μέρα , πήραν μια χιλιάρα κρασί και πήγαν στον τόπο που τους έθαψαν. Κι  αφού «τραγούδησαν και χόρεψαν», έσπασαν τη χιλιάρα…
Αυτή ήταν η τελευταία επιθυμία των συντρόφων τους.

25 Μάρτη 1943. Το τραγούδι της λευτεριάς.
Κάθε 25 του Μάρτη , πάντα μ΄ εθνική περηφάνια, γιορτάζουμε την επέτειο της Επανάστασης του 1821.
Εκείνο όμως που έγινε στην Κόρινθο, το 1943, μου είναι δύσκολο να το περιγράψω. Δεν μπορώ να μεταφέρω στο χαρτί το μεγαλείο, που αισθάνθηκα; Την ημέρα εκείνη…
……………………………………………………………………………..!
Σελ.94
          ………………………….......................................……………!
Την ημέρα εκείνη , η Κόρινθος έζησε στιγμές εθνικού μεγαλείου, που μπορεί γι  αυτό να υπερηφανεύεται.

Σελ. 95
Παρ΄ ολίγο
Κείνη την ημέρα με ειδοποίησαν αποβραδίς να μη κυκλοφορήσω μέχρι το μεσημέρι. Γιατί τη νύχτα θα ρίχνανε προκηρύξεις. Κατά τις δώδεκα όμως το μεσημέρι, όταν σκέφτηκα ότι θα έγινε πιά ό, τι ήταν να γίνει, βγήκα να ψωνίσω κάτι δέρματα, που είχα ανάγκη. Κατεβαίνοντας, μαθαίνω ότι είχαν συλλάβει σαράντα άτομα η αστυνομία με τα τσιράκια της.
Όπως βαδίζω, ακούω μια φωνή να με φωνάζει με το μικρό μου όνομα. Ήταν ένας κρητικός, της Ασφάλεια
-Διονύση, έλα μια στιγμή, σε θέλει ο Αστυνόμος για κάποια ανάκριση.
……………………………………………………………………………!
Στο δρόμο, καθώς πηγαίναμε, βλέπει τον κουμπάρο και συντεχνίτη μου, Αντώνη Κυριάκο, να στέκεται στην πόρτα του μαγαζιού του. Ο Αστυνομικός τον φωνάζει κι αυτόν να μας ακολουθήσει… Έτσι οι κρατούμενοι ζευγαρώσαμε. Αλλά για λίγο. Εγώ βρήκα μια ευκαιρία στο δρόμο και ξέφυγα από τα χέρια του.
Φεύγοντας, ζήτησα καταφύγιο στο λινοτύπη φίλο μου Νίκο Γιαννόπουλο. Και φιλοξενήθηκα στο μπάρμπα του τον «ψεύτη», παρατσούκλι του. Από κεί, ειδοποίησα για το γεγονός τη γυναίκα μου, για να μην ανησυχεί. Μέσω της

Σελ. 96
γυναίκας μου, ειδοποίησα τη γιατρό της οικογενείας μου κυρία Νιαρχάκου, που ο άνδρας της είναι μεν Αστυνόμος, αλλά βρίσκεται συνεχώς με αναρρωτική, γιατί δεν θέλει να υπηρετεί τον καταχτητή.
 Η κυρία Νιαρχάκου, αφού μου παραγγέλνει να μη κυκλοφορήσω μέχρι να με ειδοποιήσει, μαθαίνει ότι ο χωροφύλακας ενήργησε με δική του πρωτοβουλία και ότι μπορώ να κυκλοφορήσω άφοβα τώρα…
Με την ευκαιρία αυτή, αισθάνουμαι καθήκον να εξάρω τ ρ ε ί ς του Σώματος τούτου της Χωροφυλακής, οι οποίοι κατά την περίοδο της κατοχής φάνηκαν πραγματικοί  Έλληνες Πατριώτες. Και πιάνω – εφόσον ξεκίνησα- με το Νιαρχάκο.
Αυτός, επειδή δε μπορούσε να συνεχίσει την επ΄ αόριστον αναρρωτική άδεια, αποφάσισε να εγκαταλείψει τη θέση του και να βγεί στα βουνά της Λακωνίας, να πολεμήσει τον καταχτητή. Εκεί όμως , η Μοίρα έκανε το δικό της. Τον έμπλεξε με την ομάδα Βρεττάκου, που συνεργαζόταν με τους Γερμανούς εναντίων του ΕΛΑΣ. Έτσι, χάθηκε το λεβεντόπαιδο άδικα…
Και τώρα , έρχουμαι στον πατριώτη και προσωπικό μου φίλο Γιώργο Τσαούση, Μοίραρχο, από το Δερβένι.
Τούτος, επί κατοχής υπηρετούσε Αστυνόμος στην Κορινθιακή κωμόπολη Κιάτο. Μη ανεχόμενος κι  αυτός να υπηρετεί ανθρώπους, που σκλάβωσαν την Πατρίδα του, πήρε τη Δύναμη της Αστυνομίας κι ανέβηκε στον ΕΛΑΣ. Η Πατρίδα τον αντάμειψε γι΄ αυτό με αποστρατεία!!.
 Και τρίτος ήταν ο Ανθυπασπιστής της Χωροφυλακής Γάντες (μου διαφεύγει το μικρό του όνομα), από την Τρίπολη.
Αυτός, οργανωμένος στο ΕΑΜ Κορίνθου, εχτελέστηκε με τους διακόσιους, μια Πρωτομαγιά στην Καισαριανή.
Από μένα, αιωνία τους η μνήμη… Και για τους τρείς.    

Σελ.97
Αμερικάνος Αεροπόρος
Τούτο, που θ΄αναφέρω τώρα εδώ, έγινε λίγες ημέρες πριν ανέβω στο βουνό. Εργάζουμαι στο εργαστήρι μου, το λεγόμενο "Πύργο της Σιωπής και δέχουμαι μιάν επίσκεψη του συναγωνιστή και φίλου μου, Μήτσου Αικατερίνη, με την παρέα του, όλοι μαζί τρείς. Πρίν όμως προχωρήσω θα πώ δύο λόγια γι  αυτόν το συναγωνιστή μου και σύντροφο.
Καταγωγή του η Περαχώρα και κομμουνιστικό στέλεχος από τα λίγα! Όλο το διάστημα της Μεταξικής διχτατορίας, ταχτικός τροφοδότης της Ακροναυπλίας.
Είχε μιά σούστα δική του, την οποία κάθε τόσο φόρτωνε τρόφιμα διάφορα και τα πήγαινε στους φυλακισμένους.
Αυτός ήταν, με δύο λόγια, ο Μήτσος Αικατερίνης!
Τώρα που μιλάω γιά την ξαφνική επίσκεψή του, ο ένας απ΄ τους τρείς που ήρθαν, ήταν αμερικανός αεροπόρος, "κατασκευασμένος" Περαχωρίτης τσοπάνος. Η καταγωγή του απ΄ την Καλιφόρνια.
Αυτοί οι τρείς, αφού τους φιλοξένησα το μεσημέρι, έφυγαν με προορισμό να προωθήσουν τον Αμερικανό γιά το 6ο σύνταγμα του ΕΛΑΣ. Αυτός ο άνθρωπος πρέπει να υπάρχει, και σήμερα, και τούτο το χρωστά στο Μήτσο Αικατερίνη, που τον πέρασε από δύο επικίνδυνα μπλόκα του Ισθμού της Κορίνθου, παίζοντας το κεφάλι του. Το Μήτσο Αικατερίνη όμως τον έφαγαν οι Γερμανοί, τη στιγμή που υπερασπιζόταν το χωριό του....
Ο γράφων εύχεται να υπάρχει ο Αμερικανός αυτός, γιά να ιστορεί τη δόξα της ζωής του. Νά΄ ναι καλά και να τα λέει στους πατριώτες του, γιά να ντρέπονται, που αγκάλιασαν τους προδότες μετά τη Μάχη κι εξόντωσαν τους σωτήρες του...
Το ποίημά μου αυτό, τ΄ αφιερώνω στον Αμερικανό

Σελ. 98
αεροπόρο, που έσωσε ο Μήτσος Αικατερίνης, γιά να θυμάται το σωτήρα του.
ΜΗΤΣΟΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ
(Ένας από τους Αθανάτους)
...................................................................................................................!
Σελ. 99
Ο πομπός
Είναι καιρός, που έχει πέσει η Ιταλία.
...................................................................................................................!
Οι στρατιώτες στην κατεχόμενη Ελλάδα αφοπλίζονται από τους γερμανούς και ξεφτελίζουνται.
Η ίδια τύχη βέβαια περιμένει και τους Ιταλούς, που μένουν στον απάνω όροφο του σπιτιού, που έχω νοικιάσει. Τους αφοπλίζουν οι Γερμανοί και τους πηγαίνουν συνοδεία στο Αίγιο. Ο πόλεμος έχει τελειώσει γι΄ αυτούς.
Αν όμως οι ίδιοι χαίρονται στο βάθος, έτσι που ήρθαν τα πράγματα, κάποιος συνεργάτης τους Έλληνας, από το λεβεντονήσι Κρήτη, που τον λέγανε απλώς Αντώνη, ήθελε να εκδικηθεί τους Γερμανούς, δίνοντας στο ΕΑΜ ένα πομπό ασυρμάτου, που είχε στη διαθεσή του. Τούτο μου το πληροφόρησε ένας άνθρωπος δικός μου. Κι εγώ, με τη σειρά μου, στους αρμοδίους. Οι αρμόδιοι μου λεν να τον πάει στο μαγαζί του Κώστα Τσερώνη, καμουφλαρισμένον.
Διαβιβάζω την εντολή που πήρα. Ο κρητικός Αντώνης όμως, δεν δέχεται και προτιμά τον Αριστείδη Ντέκο, φίλο και συνεχνίτη μου. Τώρα, αν τον γνωρίζει καλά και το πως τον γνωρίζει, δεν το ξέρω. Με βάζει σε ανησυχίες όμως η περίεργη αυτή επιλογή του. Κι αυτό το διαβιβάζω στους πιό πάνω από μένα, οι οποίοι βρίσκουν δικαιολογημένους

Σελ. 100
τους φόβους μου και επιμένουν:
-Ο πομπός να δοθεί στον Τσερώνη και σε κανέναν άλλο!...
Τελικά ο κρητικός υποχώρησε.
Τώρα ο Φάνης Σωτηρόπουλος πήρε εντολή να τον πλησιάσει για τα παραπέρα, με προσοχή και πολλά μέτρα ασφαλείας.
Όταν χώρισα με το Σωτηρόπουλο ήταν μεσημέρι. Το απόγευμα που ανταμώσαμε στο μεγάλο δρόμο, με βεβαίωσε ότι η υπόθεση έληξε ομαλά, χωρίς τίποτα το ύποπτο.
......................................................................................................................!
Την άλλη μέρα ο κρητικός ξεθαρρεύει και κάνει στο Φάνη νέα πρόταση, πολύ πιό επικίνδυνη από την πρώτη.
Τώρα θέλει να δώσει δύο αυτόματα και μερικά πιστόλια. Και δεν είναι μόνο το είδος της προσφοράς, αλλά και ο χώρος της παραδόσεώς της. Η παράδοση θα γινόταν στο σπίτι του...Και το σπίτι του βρισκόταν πίσω στο βάθος ενός διόροφου, που στεγαζόταν η ...Γκεστάπο...
......................................................................................................................!
Σελ. 101
.....................................................................................................................!
Οι ώρες περνούν και ο Φάνης δε δίνει σημεία ζωής. Νύχτωσε κι  εγώ δεν κοιμάμαι στο σπίτι μου. Η σκέψη ότι το Φάνη τον πιάσανε, δε μ΄ αφήνει να κλείσω μάτι.
Όταν ξημέρωσε, έρχεται η γυναίκα μου στο κρησφύγετο και μου δίνει ένα γράμμα, γραμμένο σ΄ ένα κουτί από τσιγάρα, που έγραφε:
"Έπεσα σε παγίδα, που είχε στήσει ο κρητικός... Μ΄ έχουν απομονώσει... Μη φοβηθεί κανείς, δεν πρόκειται να μου πάρουν λέξη, ό, τι και να μου κάνουν...
                                                 "Φάνης"
Τι είχε γίνει;
Το ραντεβού όπως είδαμε, ο κρητικός το έδωσε στο βάθος ενός σπιτιού , προς τη Ιερατική Σχολή. Ο κρητικός τον περίμενε στην αυλή του σπιτιού με το τσουβάλι στο χέρι. Όταν ο Φάνης προχώρησε και το πήρε στα χέρια του, από τα παράθυρα της Γκεστάπο πρόβαλαν οι Γερμανοί με τ΄ αυτόματα!!
Σε λίγο ο Φάνης βρέθηκε κυκλωμένος από παντού. Απ΄ό, τι έλεγαν στη γλώσσα τους, ένα μόνο μπορούσε να ξεχωρίσει, τη λέξη "ΕΑΜ" . Αυτή έλεγαν και ξανάλεγαν

Σελ.102
Μετά από μιά πρόχειρη ανάκριση που έγινε με διερμηνέα γυναίκα ενός Έλληνα αεροπόρου, του Γκέρκη, τον απομόνωσαν σ΄ ένα μαγαζί με ρολά, που ήταν στον κεντρικό δρόμο. Από την κλειδαρότρυπα της πόρτας του, κατάφερε να μου στείλει το δυσάρεστο χαμπέρι του.
Τα γεγονότα αυτά ήταν φυσικό να μας υποχρεώσουν να κινητοποιήσουμε όλο το συνωμοτικό μηχανισμό μας, γιά το ενδεχόμενο κι άλλων συλλήψεων. Κι όχι μόνο γι  αυτό, αλλά το κυριότερο, για την απελευθέρωση του Φάνη.
Ο Φάνης, όπως αποδείχτηκε μέχρις ώρας, εφάνηκε παλληκάρι, γιατί αν του ξέφευγέ κάτι, δεν θα είχε ξεφύγει κανένας από όσους είχαν μπλεχτεί στην υπόθεση.

 Απ΄του Χάρου τα δόντια
Το Φάνη τον μετέφεραν στις φυλακές Κολοκούρη. Εκεί δεν είχε απομόνωση όπως πριν, χωρίς όμως να σταματήσει να κινδυνεύει.
Εγώ άρχισα πάλι να κυκλοφορώ.
Μιά από τις μέρες αυτές πήγα στο δερματοπωλείο του Τσερώνη να πάρω υλικά γιά τη δουλειά μου. Ένας μ΄ εφόδιασε παράνομο τύπο. Τον έβαλα στη τσέπη και προχώρησα γιά το σπίτι μου.
........................................................................................................!
ένας Γερμανός -με τον οποίον διασταυρώνουμαι- μου λέει με νοήματα να κοιτάξω στο μπαλκόνι που με φωνάζουν. και τον διατάσουν να με συλλάβει και να μ΄ ανεβάσει στο ξενοδοχείο.
........................................................................................................!
Σελ. 103
Ο Γερμανός αξιωματικός που με παρουσίασαν, δείχνοντας τις προβιές που είχα στη μασχάλη μου, έλεγε:
-Αυτές Ιταλιάνο...................................................!φώναξε διερμηνέα.
-Τις αγόρασα από το μαγαζί του Τσερώνη, του λέω.
Με βγάζουν στο διάδρομο και στέλνουν να φωνάξουν τον Τσερώνη.
........................................................................................................!

Εδώ, για να μη γίνει σύγχυση μεταξύ Κώστα και Μήτσου Τσερώνη: Είναι μεν αδέρφια, αλλά ιδεολογικά εντελώς αντίθετοι. Ο Κώστας έχει προσχωρήσει ολόψυχα στον αντιστασιακό αγώνα και τα παίζει όλα γιά όλα.
Ο Μήτσος όμως από πολιτικά δε γνωρίζει γρί. Γι  αυτόν ο Θεός του είναι το χρήμα διά του εμπορίου.
Σε λίγο ένας Γερμανός στρατιώτης έφερε το Μήτσο Τσερώνη. Μόλις ήρθαν, είπα του Τσερώνη ότι με κρατούν για τις προβιές και γιά τίποτ΄ άλλο και τον παρακαλώ να φροντίσει το συντομότερο να φύγω από κει μέσα.
Ο Τσερώνης τώρα άρχισε να καλοπιάνει το σκοπό, μιλώντας όλες τις γλώσσες του κόσμου. Του έταζε λαγούς με πετραχήλια να μ΄ αφήσει να φύγω, και θα κάτσει αυτός στο πόδι μου...
Αυτό το τελευταίο τον λύγισε και μου κάνει ένα νόημα "υπό τύπον διαταγής", με πολλή δόση αγριάδας. Επειδή δεν έφευγα γρήγορα μ΄ έδιωξε με το ζόρι, εφ΄ όσον είχε αντικαταστάτη τον Τσερώνη, γιά μένα,
Πήρα τα σκαλοπάτια δύο -δύο ή και τρία -τρία από

Σελ. 104
το φόβο πως δεν αποκλείεται να με ξαναφωνάξουν.
Ξανάσανα, όταν έφτασα στο Δημοτικό Νοσοκομείο Κορίνθου κι έδωσα με τρόπο τις εφημερίδες στο θυρωρό του, το Νίκο Παλαιολόγο, αδελφό του πνευματικού μου πατέρα Παύλου "Χλωμού"

Εγκληματική τήρηση των τύπων
Είπα παραπάνω ότι το σημείωμα που μου έστειλε ο Φάνης, μας ανάγκασε να κινητοποιήσουμε το συνωμοτικό μας μηχανισμό, για το ενδεχόμενο και άλλων συλλήψεων, αλλά και γιά την απελευθέρωσή του. Ο Φάνης όμως τώρα έχει μεταφερθεί στις φυλακές Κολοκούρη, και η φυγάδευση του είναι άλλο τόσο δύσκολη, όσο είναι και η θέση του. γιά να πραγματοποιηθεί, είναι απαραίτητο να βοηθήσει κι ο δεσμοφύλακας, στον οποίο εγώ έχω - με έμπιστο πρόσωπο- εξωτερικέψει τις προθέσεις μου.
Ο Δεσμοφύλακας- έχω διαπιστώσει - είναι καλός πατριώτης και προσφέρεται να βοηθήσει, με την προϋπόθεση να φύγει κι αυτός για το βουνό...
"Τόσο το καλλίτερο... Μ΄ ένα σμπάρο δυό τρυγόνια...", είπα μέσα μου. Αλλά δε λένε το ίδιο ο Γεράσιμος Χλωμός κι ο Κανάκης του Εργατικού Κέντρου, με τους οποίους έχω σύσκεψη το βράδυ στο φούρνο του Παναγιώτη Γιωργαντά.
Αυτοί, όταν τους λέω ότι όλα τα έχω έτοιμα και περιμένω την εντολή, για να πάρει ο Δεσμοφύλακας το Φάνη και να φύγει, αρνούνται να συμφωνήσουν, ισχυριζόμενοι ότι πρέπει για τούτο να πάρουν εντολή από τον κομματικό Γραμματέα!!...
Η σχολαστική τούτη προσήλωση στους κανόνες της πειθαρχίας καταντάει χοντρή βλακεία, αν όχι έ γ κ λ η μ α...
Νομίζω, γιά να σώσουμε έναν άνθρωπο μας, που σε λίγο θα τον θέριζαν τα γερμανικά πολυβόλα, δεν ήταν ανάγκη

Σελ.105
να πάρουμε το "Έχειν καλώς" του κομματικού Γραμματέα....
Σκεφτόμουν εκείνο το βράδυ, αν μ΄ όλα τούτα ήταν να γελάει κανείς ή να κλαίει... Αλλά, αν δεν έκανε ένα από τα δύο, μπορούσε και να τρελαθεί.
Ένα βράδυ, μ΄ αυτές τις σκέψεις, κάθισα να φάω με την οικογένειά μου, όταν ανοίγει η πόρτα του σπιτιού μου και μπαίνει μέσα σαν σίφουνας ο Φάνης!! Σηκώνουμαι, τον αγκαλιάζω, τον φιλώ έχοντας την εντύπωση ότι βλέπω άνθρωπο που γύρισε από τον Άδη!!
Η περιγραφή της εντύπωσης ξεπερνάει τις δυνάμεις μου...
Πως έγινε τούτη η πραγματική νεκρανάσταση:
Η Γκεστάπο που ανέκρινε το Φάνη  - όπως έγραψα - χρησιμοποιούσε σαν διερμηνέα τη γυναίκα Έλληνα αξιωματικού της αεροπορίας με τ΄ όνομα Γκέρκης, αν δεν με γελά η μνήμη. Αυτή είχε συμπαθήσει το Φάνη από την πρώτη στιγμή, με το χαρούμενο του πρόσωπο και φρόντιζε να τον σώσει μ΄ οποιανδήποτε τρόπο. Και τελικά , το πέτυχε!
Σ΄ αυτή τη γυναίκα λοιπόν χρωστά τη νεκρανάστασή του ο ριψοκίνδυνος Φάνης Σωτηρόπουλος...
Αυτό ήταν το μόνο καλό που θέλησε να κάνει στη ζωή της αυτή η γυναίκα γιατί όλη η δράση της ήταν προδοτική.

Γιά τον τομέα Σολυγείας
Τα πράγματα στην Κόρινθο, όσο πάνε και σφίγγουν, για όσους κάνουν αγώνα κατά του καταχτητή. Και εγώ δεν κάθομαι καθόλου με χέρια σταυρωμένα. Έπειτα, εκείνη η ανάμιξη μου στην υπόθεση του πομπού, μπορεί να κοιμάται μόνο προσωρινά... Και τα κεντρικά πρόσωπα στην υπόθεση είναι : εγώ κι ο Κώστας Τσερώνης. Σε τούτο

Σελ.106
Συμφωνεί και ο ηγετικός πυρήνας της οργάνωσης. Εκεί βρίσκουν ότι η παραπέρα παραμονή μας στην Κόριθο- εμένα και του Τσερώνη- καθίστατε επισφαλής. Έδωσαν διαταγή να φύγουμε κθ οι δύο. Εμένα μ΄ έστειλαν να οργανώσω τον Τομέα Σολυγείας, με τα γύρο χωριά του. Γι αυτή τη δουλειά έφτιασα ένα ζευγάρι άρβυλα. Ένα ήμίπαλτο που ήθελα, προσεφέρθη να μου το φτιάσει ο αείμνηστος τώρα Γιάνννης Ντότας, ράπτης, Αυτός ο δύστυχος εχτελέστηκε από τους Γερμανούς στο περιβόητο Περιβόλι Νέγρη (60 τόσοι, τον αριθμό)..
Το τελευταίο βράδυ, πρίν φύγω για το βουνό, κοιμήθηκα για ασφάλεια στο σπίτι του Μπαρμαγιώργη του «Ψεύτη» - έτσι τον έλεγαν, όπως έχω πει- και το πρωί χαράματα, παρέα με το Μπαρπαγιώργη, για καμουφλάζ, ξεκίνησα προς την άγνωστη για μένα περιφέρεια Σολυγείας.
Ο Μπάρμπα- Γιώργης με συνόδεψε μέχρι το χτήμα Κοτσερώνη- έξω απ΄ την Κόρινθο. Εκεί σταμάτησε, και δίνοντάς μου το χέρι, μ΄ αποχαιρέτησε με τα λόγια:
-Άιντε παιδί μου, με την ευχή μου και καλή αντάμωση…
Τώρα, προχωρώ μόνος. Περνώ την Παλιά Κόρινθο, συνεχίζω την πορεία μου ανάμεσα μεγάλου και μικρού Κάστρου και βγαίνω στο Σολωμό. Από κει, μέσα από γιδόστρατες και μονοπάτια, στην….πρωτεύουσα του τομέα μου, το Σοφικό.
Για πρώτη φορά γνωρίζω το χωριό. Όσο για τους ανθρώπους του, δεν είχα και τόσο καλή ιδέα. Οι πληροφορίες που είχα, τους αδικούσαν. Τούτο διαπίστωσα, όταν τους γνώρισα από κοντά. Κέρδισα τη συμπάθειά τους και κέρδισαν την εχτίμησή μου, από τις πρώτες μέρες.
Κάτι καθυστερημένο θα πω τώρα στον αναγνώστη μου, και τον παρακαλώ να με συγχωρέσει:
Φεύγοντας για το βουνό, εμπιστεύτηκα τη γυναίκα μου

Σελ.108
και τα τέσσερα παιδιά μου στα κουνιάδα μου. Γιώργα και Αντρέα Τρύφωνα. Τον πρώτο, κουρέα το επάγγελμα, βασιλόφρονα και θρησκευόμενο, τον εχτέλεσαν στην Πάτρα οι επικρατήσαντες- με τις ξιφολόγχες των συμμάχων μας Εγγλέζων- …Εθνικόφρονες.
Μετά τη μικρή τούτη παράνθεση, ξαναμπαίνω στο θέμα μου.
Μπαίνω στο μοναδικό καφενείο του Γιάννη Μακρή, χωρίς να γνωρίζω κανένα. Ρωτώ για τον υπεύθυνο. Μου τον δείχνουν και τον πλησιάζω. Είναι ο Δικηγόρος Λάκης Δασκαλόπουλος. Του δίνω τα….διαπιστευτήριά μου. Μου λέει κι εκείνος τ΄ ονομά του.
Μαντεύω ότι το παρουσιαστικό μου δεν του λέει και πολλά πράγματα. Ίσως γιατί είχα παραλείψει να φορέσω τη γραβάτα μου!... Ή γιατί φορούσα τραγιάσκα κι όχι ρεμπούπλικα, ή και τα δύο μαζί. Εγώ, αδιαφορώντας για τις εντυπώσεις του, τον παίρνω παραπέρα και του λέω, ότι «εδώ ήρθα μ΄ εντολή συγκεκριμένη, να οργανώσω τον Τομέα Σολυγείας…» και στην προσπάθεια μου αυτή, τον παρακαλώ να με βοηθήσει. Το μόνο που προσφέρεται να κάνει, είναι να μου δείξει το δρόμο που οδηγεί στο κάθε χωριό και τίποτ΄ άλλο.
Του λέω:
-Σε παρακαλώ, συναγωνιστή. Εάν δεν έρθεις εσύ, που είσαι γνωστός στην περιοχή, πως θα πιστέψουν σε μένα που με βλέπουν για πρώτη φορά;
Η λογική τον έπεισε και την άλλη μέρα, μαζί με το Λάκη, γυρίσαμε τα χωριά και βγάλαμε τον υπεύθυνό τους με τα συμβούλια, κατόπιν ψηφοφορίας των κατοίκων.
Όταν τελείωσε αυτή η δουλειά, το κάθε χωριό έστειλε τους αντιπροσώπους του σε κάποιο Μοναστήρι και εκλέχτηκε η Διοίκηση του Τομέως, η λεγόμενη Τομεακή Επιτροπή.
Σε λίγο, ο Τομέας Σολυγείας είχε γίνει υποδειγματικός.

Σελ.110
Κι όταν αργότερα έγινε Παντομεακή συνδιάσκεψη του Νομού, πήραμε συγχαρητήρια.Τα συγχαρητήρια. Τα συγχαρητήρια τα πήραμε γιατί ο Τομέας είχε πλουτιστεί απ΄ όλα: Αυτοδιοίκηση με Λαϊκά Δικαστήρια, με τοπικές Αρχές Αυτοδιοίκησης. Ο κόσμος άρχισε να μας περιβάλλει μ΄ εμπιστοσύνη και βαθιά εχτίμηση αλλά κι αγάπη ανυπόκριτη.
Δικαστές οι ίδιοι χωριάτες, που είναι οι πιο δίκαιοι πραγματογνώμονες σε κάθε ζημιά και διαφορά των χωριανών.
Τα χωριά όλα τα δέσαμε με τηλέφωνα. Φέραμε από την Κόρινθο ειδικούς, φίλους ΕΑΜίτες, τους Αντρέα Βούλγαρη και Νίκο Χατζηπαναγιώτου, που με κίνδυνο της ζωής τους μας έφτιαξαν το τηλεφωνικό δίχτυ. Κι  έτσι, κάθε εχτρική κίνηση την ξέραμε από το ξεκίνημά της.
Είμαι πολύ ικανοποιημένος από τη δουλειά μου. Μέχρι λαϊκό συσσίτιο λειτουργούσε στο Σοφικό.
Ένα μόνο τώρα μ΄ αποσχολούσε πολύ. Κι αυτό είναι η προαιώνια γρίνια δύο οικογενειών του Σοφικού, που τις χάριζε μίσος θανάσιμο, καθώς με πληροφορούσαν οι γεροντότεροι. Και το μίσος ήταν τόσο μεγάλο, που δε δίσταζαν να χρησιμοποιήσουν τη δύναμη της οργάνωσης για να ξεθυμάνουν.
Έκανα ό, τι μπορούσα για να τους συμφιλιώσω. Τους Δασκαλοπουλαίους με τους Μπακοπουλαίους. Έδωσα δύναμη και στους δύο. Έδωσα δύναμη και στους δύο. Έβαλα τον ένα στο τοπικό γραφείο και τον άλλο υπεύθυνο του ΕΛΑΣ.
Όσο καιρό ήμουν εκεί, ήταν μια χαρά…Μόλις όμως με μετέθεσαν, ο ένας κατέβηκε στην Κόρινθο και φόρεσε Γερμανικά… Και χρησιμοποιούμενος απ΄ τους Γερμανούς, σαν οδηγός, συμμετείχε στο χτένισμα της περιοχής. Ο δε άλλος, μετά την απελευθέρωση, διεκπεραιώθηκε στον Πειραιά και με στολή τώρα αξιωματικού, εδίκαζε σαν Στρατοδίκης τους ξαρματωμένους απ΄ τους συμμάχους μας… αγωνιστές μας για να κλάψουν κι απ΄ αυτόν πολλές μανούλες!

Σελ. 111
Αυτά για τους δυό αλληλομισούμενους, από τις οικογένειες που εμισούντο προ αμνημονεύτων χρόνων.
Υπήρχαν όμως και μερικοί στο Σοφικό, που δεν μας έβλεπαν με καλό μάτι. Γι΄ αυτούς φρόντιζα να εξασφαλίζω την ανοχή τους, αφού ήταν δύσκολο να εξασφαλίσω τη συμπαράστασή τους.
Τους πλησίασα με καλωσύνη. Τους μίλησα με αγάπη και μπόρεσα, ως ένα βαθμό, να γίνω φίλος τους.
Πήγα στο σπίτι του χτηνίατρου Ταγματάρχη Δανιήλ, του συμβολαιογράφου Μερτίκα. Μίλησα μαζί τους και με φιλοξένησαν στο σπίτι τους.
Υπάρχουν και άλλοι, που δεν συγκρατώ τα ονόματα.Φίλοι γίναμε. Εχθροί όμως, όχι. Κράτησαν τις ιδέες τους κι εγώ τις δικές μου. Μας ανέχτηκαν, όμως χωρίς να μας συμπαρασταθοούν. Τώρα με το συμβολαιογράφο, εκτός από τη φιλία, είμαι και πελάτης του…

Αυτόμολος γερμανός
Το τηλεφώνημα ήταν από το Γαλατάκι. Η οργάνωσή του μας πληροφορούσε ότι ένας Γερμανός, ολομόναχος, παρουσιάστηκε στη περιοχή, ζητώντας τον πρόεδρο του χωριού για να παραδοθεί σ΄ αυτόν.
Λέω στο Γαλατάκι να τον ρωτήσουν πως βρέθηκε εκεί, που είναι το όπλο του κι αν υπάρχουν κι άλλοι. Τους κάνω προσεχτικούς, μήπως πέσουν σε παγίδα.
……………………………………………………………………………!
Σελ.112
…………………………………………………………………………….!
Αυτή τη φορά γύρισαν με τον οπλισμό του Γερμανού, που πραγματικά τον είχε κρύψει
Μου τον έφερε μια συνοδεία στο Σοφικό. Προσπάθησα να καταλάβω την πολιτική του τοποθέτηση, αλλά αυτός από τέτοια είχε μεσάνυχτα. Τον φιλοξένησα ένα βράδυ εκεί και την επομένη τον προώθησα στο Αρχηγείο του ΕΛΑΣ.
Ποια τύχη είχε, με τους άλλους Γερμανούς αιχμαλώτους, μετά; Το τσίτωμα που μας έκαναν στη περιοχή των Καλαβρύτων , δεν γνωρίζω.

Προς την Πελοποννησιακή της Στρέζοβας
Όλοι οι ΕΑΜικοί τομείς αρχίσανε να παίρνουμε προσκλήσεις για μια Παμπελοποννησιακή συνδιάσκεψη, που θα γινόταν στη Στρέζοβα, πίσω σχεδόν από τα Καλάβρυτα. Καλώ για τούτο την τομεακή Σολυγείας, που έγινε στο Μοναστήρι Σοφικού.
Η συνδιάσκεψη αποφάσισε να στείλει δύο εκπροσώπους της. Τον γράφοντα και το Γιάννη Μακρή.
Την άλλη μέρα, αφού κατατοπιστήκαμε σ΄ ένα γεωφυσικό χάρτη, για το οποίο δρομολόγιο πρέπει ν΄ ακολουθήσουμε προς αποφυγή απροόπτων, ξεκινήσαμε πριν χαράξει.
Μέχρι το Αγιονόρι που πλησιάζουμε, τίποτα το απρόοπτο…
Πλησιάζει να βγεί ο ήλιος.
Στο Κάστρο του Αγιονορίου, διακρίνουμε μια ομάδα ανθρώπων. Δεν γνωρίζουμε όμως τι να κάνουν εκεί, αχάραγα.
Αρχίζουμε να βαδίζουμε με περίσκεψη μεγάλη: Γερμανοί είναι ή αντάρτες;

Σελ.113
Σε λίγο το πράγμα ξεκαθάρισε. Ένας αντάρτης του Τάγματος Κονταλώνη.
Με το «Γειά σου συναγωνιστή» που λέμε, αυτός μας κάνει έρευνα. Βρίσκει τα πιστόλια μας, τα παίρνει και μας λέει:
-Αυτά κατάσχονται…
-Εν τάξει συναγωνιστή μου…αλλά, οδηγησέ με σε παρακαλώ, στον Πολιτικό.
Σε λίγο μιλάμε με τον πολιτικό του Τάγματος. Του δίνω το φύλλο πορείας, το διαβάζω και με παρουσιάζει αμέσως στον Διοικητή Κονταλώνη. Εκείνος ρωτά να μάθει, σε τι μπορεί να μας εξυπηρετήσει. Τον παρακαλώ να μας δώσει ένα σύνδεσμο να μας επιστρέψει το πιστόλι μου.
Έγιναν και τα δύό. Μόνο που ο αντάρτης δυσανασχέτησε όταν πήρε εντολή να μου το επιστρέψει.
-Ε, τι να γίνει, ρε συναγωνιστή, την ίδια δουλειά με σένα κάνω κι εγώ, του λέω.
Με τέτοια και ανάλογα απρόοπτα, με πολλές ταλαιπωρίες και κινδύνους, φτάσαμε ύστερα από δύο ημερών πορεία στη σημαιοστολισμένη Στρέζοβα, την οποία για πρώτη τη φορά γνωρίζουμε.
Πρόεδρος της συνδιάσκεψης θα είναι ο λεβεντόγερος σμήναρχος Μίχας, τον οποίο, μετά την απελευθέρωση, η Νέα Τάξη πραγμάτων, τον έκλεισε φυλακή, γιατί έκανε το καθήκον του προς την Πατρίδα!..
Εγώ έχοντας δύο ποιήματά μου ν΄ απαγγείλω στη συνδιάσκεψη, στο πρώτο διάλειμμα πλησίασα το Λασάνη- εκπρόσωπο του κόμματος στη συνδιάσκεψη- και τον παρακάλεσα να εισηγηθεί το θέμα στο προεδρείο. Θέλει όμως να τα΄ ακούσει πρώτα αυτός. Του τα διαβάζω, τα εγκρίνει και μου λέει: «Να είσαι έτοιμος». Τα παραθέτω:

Σελ.114-115-116(Παράθεση ποιημάτων: Ο ΘΟΔΩΡΗΣ, ΣΠΥΡΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ και ΒΑΣΙΛΗΣ ΛΑΣΚΑΣ)

Σελ.117
Ο παλληκαρίσιος θάνατος του Μήτσου Αικατερίνη
Όταν η συνδιάσκεψη τελείωσε τις εργασίες της στη Στρέζοβα, γύρισα προς τη βάση μου, στη Σολυγεία.
Κατεβαίναμε πολλοί προς τα κάτω.
Αχώριστό μου έχω τον αείμνηστο Μήτσο Αικατερίνη. Σε κάτι ελιές, πάνω από τον Άσσο, βλέπουμε κι  άλλη μια ομάδα να ξεκουράζεται. Μεταξύ αυτών, ξεχωρίζω το φίλο Στάθη Δρομάζο, κριτικό του θεάτρου.
Κατεβαίνοντας προς τη Γερμανοκρατούμενη Κόρινθο, μπαίνουμε με προσοχή μέσα και περνάμε από το σπίτι μου, για να φιλοξενήσω το φίλο μου Αικατερίνη.

Σελ. 118
Αυτός όμως πληροφορήθηκε ότι, κατά την απουσία του, οι Γερμανοί πάτησαν το χωριό του, την Περαχώρα…
Από κείνη τη στιγμή που τόμαθε, δεν μπορούσε ούτε να φάει, ούτε να πιεί. «Δεμ μπορώ», μούλεγε, πρέπει να πάω το συντομότερο να ιδώ τι έγινε». Κι έφυγε…
Μόλις όμως τον είδε ο καταδότης χωριανός του να επιστρέφει, πάτησε το κουμπί και οι Γερμανοί ξαναπάτησαν την Περαχώρα.
Ο Μήτσος, ενώ ήξερε ότ΄ είναι καρφί στο μάτι ορισμένων συγχωριανών του, κάθησε μέσα στο χωριό. Και φρόντιζε να φύγουν προς τα έξω όλοι οι πατριώτες του, αδιαφορώντας για τη ζωή του.
Αφού είχαν φύγει όλοι και ο τελευταίος ήταν αυτός, οι Γερμανοί τον είδαν με τα κιάλια και με μια ριπή τον ξάπλωσαν…
Αυτός, μάθαμε, αισθανόμενος το τέλος του, έφαγε ό, τι χαρτί μπορούσε να κάνει κακό σ΄ αυτούς, που θάμεναν πίσω.
Παράθεσα το ποίημά του. Η έμπνευση βγήκε μια μέρα που αγνάντευα τα λημέρια του αξέχαστου φίλου και συναγωνιστή.

Από τσαγκάρης Δικαστής
Βρίσκουμαι στη περιοχή μου, της Σολυγείας. Εκεί βρίσκεται κι ένα τμήμα της ΟΠΛΑ, υπό το «Γιάννο» , Γραμματικό από το Λουτράκι. Ήρθε, λέει, μ΄ εντολή να χτυπήσει την αντίδραση. Αλλά τον βεβαιώνω ότι στην περιφέρεια μου δεν υπάρχει αντίδραση, ο Κόσμος είναι καλός. Ό΄τι παρακολουθεί τον αγώνα μας με συμπάθεια κι ενδιαφέρον που το εκδηλώνει βοηθώντας μας και ότι, αν είναι και κανείς ο οποίος διαφωνεί, αυτός μένει αδρανής, στο περιθώριο.
Την άλλη μέρα όμως τον φοβήθηκα, όταν ένα καραβάνι αντάρτες μας έφερε δώδεκα κρατούμενους από

Σελ. 119
διάφορα χωριά, για τους οποίους είχαμε – ο Γιάννος κι εγώ- δικαίωμα ζωής και θανάτου!
Τους εξετάζουμε έναν – έναν και βλέπουμε ότι κανενός η κατηγορία δεν είναι για θάνατο, όπως ζητούσαν οι εκθέσεις εκείνων, που τις έστειλαν.
Παράδειγμα:
Ένας πατέρας, από τ΄ Αθήκια, με τα δυό παιδιά του. Τρείς άνθρωποι από μια οικογένεια κατηγορούντο, ότι είχαν ξεχερσώσει ένα κομμάτι δάσος!..
Για τέτοια θέματα, αρμόδιο για να δικάσει ήταν το δικαστήριο Αυτοδιοίκησης, που λειτουργούσε. Και όχι το Ανταρτοδικείο.
Ολοκληρώσαμε την ανάκριση και διαπιστώσαμε ότι κληρονομικά ήταν τα ελατήρια, κι όχι εκχέρσωση του δάσους!...
Άλλο , Παρόμοιο:
Μας έφεραν ένα χασάπη από τον Άγιο Βασίλη, τον οποίο κατηγορούσαν ότι αγόρασε δύο γίδες, κλεμμένες από τους Ιταλούς και τις οποίες έσφαξε και πούλησε…Λες και είχαν κανένα …κέρατο παραπανίσιο και φαίνονταν ότι ήταν κλεμμένες!...
Ανάλογες κατηγορίες, στη σοβαρότητα τους , ήταν και άλλων κατηγορουμένων. Και γι  αυτό θεωρώ ευτύχημα, που κατάφερα να πείσω και το Γιάννο της ΟΠΛΑ για την αναρμοδιότητα μας, και το ίδιο βράδυ τους αφήσαμε ελεύθερους να πάνε στα σπίτια τους.
Ήταν όμως ηλιοβασίλεμα, η πορεία μέσα στη νύχτα μεγάλη και οι κίνδυνοι πολλοί.
Οι κρατούμενοι, ελεύθεροι τώρα, μας παρακαλούν να μείνουν απόψε στην έδρα μας , το Σοφικό. Το αίτημα λογικό. Τους κρατήσαμε ευχαρίστως.
 Εκείνο το βράδυ, κατά σύμπτωση, συνεδρίαζε το δικαστήριο για μικροδιαφορές, αγροζημιές κλπ.
Πρόεδρος του δικαστηρίου, ο εκλεγμένος από το Λαό

Σελ. 120
Μάρκελος το επίθετο, ένας από τα παλιά μυαλά, Βασιλόφρων, αλλά καλό γεροντάκι.
………………………………………………………………………………!
Σελ. 121
Παρ΄ολίγο ανεπανόρθωτη ζημιά
Κάποιο βράδυ βρεθήκαμε, εγώ κι  ένας αντάρτης, στο χωριό Κατακάλι, που ανήκει στην περιφέρειά μου.
Λίγο πριν είχε γίνει μια απαγωγή. Ο φτερωτός Θεός με τη φαρέτρα, που συμβολίζει τον έρωτα, είχε κάνει το δικό του… Τώρα ήθελαν να κάνουν το δικό τους και οι συγγενείς της νύφης, που για να εξοστρακίσουν τον γαμπρό, τον κατηγορούσαν στην οργάνωση σαν αντιδραστικό κι επικίνδυνο για τον αγώνα. Και δεν ζητούσαν και πολλά!! Το κεφάλι του!...
Τίποτα όμως απ΄ όσα του καταμαρτυρούσαν, δεν είχε σχέση με την αλήθεια. (Τα΄ όνομα του ήταν Τούσουλης, αν δεν κάνω λάθος).Από μια επικοινωνία μου με τους χωριανούς, διαπίστωσα την αλήθεια. Αν δεν είχα τη δυσπιστία να ρωτήσω και να μάθω, θάχε γίνει το κακό, με τις κατηγορίες που τον είχαν «στολίσει»…
 ………………………………………….……………………….!
Τώρα , έγιναν λάθη κι εγκλήματα. Τότε, πολλοί άνθρωποι δεν θα έχαναν τη ζωή τους και τα λάθη θα ήταν λιγότερα.

Σελ. 122
Ο νεαρός Ξεθάλης
Στη Κόρινθο , με σύσταση και καθοδήγηση των Γερμανών, άρχισαν να συγκροτούνται τα Τάγματα Ασφαλείας.
Ταυτοχρόνως , άρχισαν να περιέρχονται τα χωριά με διάφορα προσχήματα, μερικά ύποπτα πρόσωπα, για να παίρνουν πληροφορίες χρήσιμες για το επιτελείο των ταγμάτων αυτών. Έκαναν μ΄ άλλα λόγια δουλειά καταδότη.
Ανάμεσα σ΄ αυτούς, κατά πληροφορίες ανεξέλεχτες, ήταν κι ένας νεαρός. Ξεθάλης, πραματευτής. Μου τον έφεραν μια μέρα με την βαρειά κατηγορία του καταδότη. Δεν τον έστειλα στο Αρχηγείο, καθώς είχα υποχρέωση, γιατί είπα (κι αν ακόμα η κατηγορία ήταν βάσιμη) : Το νεαρό εκείνο παιδί σίγουρα δεν μπορούσε να είχε συναίσθηση της πράξης του. Και τότε, γιατί να υποστεί τη σκληρή τιμωρία, που απαιτούσε η εξιλέωση του για κάτι, που δεν είχε  συναίσθηση;
Μ΄αυτές τις σκέψεις τον κράτησα και τον εμπιστεύτηκα σ΄ ένα οργανωμένο Εαμίτη του Αγγελοκάστρου, να τον χρησιμοποιήσει σαν εργάτη στα χτήματά του, με εξασφάλιση φαγητού και ύπνου.
Ενώ όμως έκρινα με επιείκεια το νεαρό Ξεθάλη, δεν μπορούσα να κάνω το ίδιο σε μια άλλη περίπτωση, που αφορούσε αντάρτη.
Στον αντάρτη αυτόν, δώσαμε εντολή να μπεί επι κεφαλής αποσπάσματος και να πάει να φέρει από κάποια στάνη στη περιοχή του Σοφικού μια γυναίκα, της οποίας ο άντρας, κατά πληροφορίες μας, υπηρετούσε στα Τάγματα Ασφαλείας.
Πήγε, πήρε τη γυναίκα και κατά την επιστροφή, αφού είπε στους άντρες του αποσπάσματος να προχωρήσουν, κράτησε τη γυναίκα και κοιμήθηκε μαζί της.

Σελ. 123
Αυτό και μάλιστα κάτου από τις συνθήκες που έγινε, μας ήταν αδύνατο να το συγχωρήσουμε.
Αμαύρωσε τον αγώνα μας και τα ιδανικά του. Κι έδινε όπλα στην αντίδραση, η οποία κάτι τέτοια τάκανε σημαία της.
Γι΄ αυτό συνήλθε εκτάκτως το Γραφείο και πήρε τη σκληρή, τη δίκαιη, αλλά αναγκαία τιμωρία του.
Όπως αναγκαία ήταν επίσης η εχτέλεση του περιβόητου Κυριαζή από την ομάδα του Λευτεριά , στο Κατακάλι, για του οποίου την προδοτική δραστηριότητα θυμάμαι ότι μίλησε με απροσποίητη αγανάχτηση, αν και δε βρισκόταν στις γραμμές μας, ο τότε Γραμματέας του Δήμου Κορίνθου και μετά την απελευθέρωση Έπαρχος Κορινθίας, Σταυρόπουλος.
Θέμα: Γραμματέα του Δήμου Σταυρόπουλου και Δημάρχου Παπαδόπουλου
Γιά να ενημερώσω την ηγεσία μου πάνω σε θέματα της αρμοδιότητάς μου και να πάρω οδηγίες της πήγα να ανταμώσω τον αείμνηστο Χρήστο Αντωνίου, "Σωκράτη", Νομαρχιακό και το συνεργάτη του Σωτήρη Στασινόπουλο, Πελοποννησιακό.
Τους βρήκα και τους δύο μαζί. Τους μίλησα γιά την κατάσταση στην Κόρινθο. Γιά τη δράση των ταγμάτων ασφαλείας και γιά το πως πρέπει, κατά τη γνώμη μου να την αντιμετωπίσουμε.
Ειδικά γιά τον Σταυρόπουλο, πρότεινα-έχοντας υπ΄ όψη την υπόσχεση του- να του την υπενθυμίσω μ΄ ένα μου γράμμα. Χάρηκα που δεν είχαν αντίρρηση.
Όταν γύρισα στο Σοφικό, κάλεσα το Τομειακό γραφείο, του οποίου έθεσα υπό έγκριση το πιό κάτω γράμμα μου:
Αγαπητέ Μήτσο,
Μιά μέρα μου υποσχέθηκες ότι:

Σελ.124
Αν καμμιά φορά σου προταθεί να πάρεις όπλο από τους Γερμανούς για να χτυπήσεις Έλληνες, τότε θαρθείς μαζί μας.
Τώρα που αυτό γίνεται θα τηρήσεις το λόγο σου;
Περιμένω απάντηση.
Τους χαιρετισμούς μου στο Δήμαρχο και να του πεις ότι καιρός είναι και γι΄ αυτόν να πάρει θέση σαν πατριώτης.
Μ΄ αγάπη
          Διον. Θωμαϊδης

Προτού τη στείλω -για το φόβο των Ιουδαίων, που λένε- την υπέβαλα προς έγκριση στο Γραφείο,παρουσία του υπευθύνου Λάκη Δασκαλόπουλου.
Εγκρίθηκε απ΄ όλους και μούδωσαν το δικαίωμα να την επισημοποιήσω και με τη σφραγίδα του τομέα. Τότε και μόνον την έστειλα με πρόσωπο κοινής εμπιστοσύνης (δικής μου και του Σταυρόπουλου) Αυτός ήταν ο Αείμνηστος Χρήστος Δρεμούρας από το Κουταλά, που τον σκότωσε η γνωστή ομάδα Κοτίτσα από το Αγγελόκαστρο. Τώρα ασφαλώς τ΄ όνομα του θα φιγουράρει στο Μνημείο Στιμάγκας που έχει ανεγείρει η Νέα Τάξη πραγμάτων και θα γράφει:
ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΣΦΑΓΙΑΣΘΕΝΤΩΝ ΥΠΟ ΤΩΝ
ΑΝΑΡΧΟΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΩΝ κλπ.
Και τώρα δύο λόγια γιά ποιό λόγο ήμουν τόσο σχολαστικός.
μα γιατί απλούστατα, δεν το είχαν σε τίποτα οι καλοθελητές μου να μου σκαρώσουνε καμμιά κατηγορία, που στο τέλος δεν μπόρεσα να την αποφύγω, όπως θα δει στη συνέχεια ο Αναγνώστης, αν βρίσκει πως τον ενδιαφέρει κι έχει την υπομονή να την παρακολουθήσει.

Σελ. 125
Επίταξη του σπιτιού μου από τους Τσολιάδες
Τα τάγματα ασφαλείας για να ολοκληρώνουνε την επάνδρωσή τους επιστράτευουν άλλους με το καλό κι άλλους με το ζόρι. Επίσης κάνουν κι επιτάξεις σπιτιών. Το δικό μου ήταν από τα πρώτα. Το χρησιμοποιούν για κατάλυμα των τσολιάδων, που έχουν αναλάβει τη φρούρηση των μελλοθανάτων της κλούβας. Τους κλουβίτες τους κλεισμένους στο άλλοτε καθαριστήριο του Σούκουλη (Χτίριο Βουρβίδη). Το σπίτι μου ήταν δεκαπέντε μέτρα πιό κει και το κατέλαβαν, χωρίς να ρωτήσουν κανένα. Σε λίγο δεν υπήρχε τίποτα μέσα. Ρούχα, έπιπλα, μαγειρικά σκεύη, εξαφανίστηκαν από την πρώτη μέρα. Ήρθε όμως και η σειρά του παραλιακού Κέντρου. Άρχισαν να φεύγουν σιγά-σιγά τα τραπέζια και οι καρέκλες με το διακριτικό του Κέτρου το "Φ" (Φάληρο).
Ένα βαρέλι κρασιού 600 οκάδες, που γιά να το βάλω μέσα είχα γκρεμίσει τον τοίχο, αυτοί το έβγαλαν με την πόρτα μαζί με την κάσα της και το πούλησαν σ΄ έναν από το χωριό Μπερμπάτι του Άργους. Αυτό το πληροφορήθηκα μετά την απελευθέρωση και μέσω της πολιτοφυλακής ειδοποίησα τον αγοραστή να μου το επιτρέψει. Σε δύο μέρες ήρθε και με βρήκε, δικαιολογήθηκε όμως ότι αγνοούσε πως ήταν κλεμμένο, αλλά τώρα θα χύσει το κρασί και θα το φέρει.
-Όχι τον καθησύχασα, δεν είναι ανάγκη να χύσεις το κρασί. Όταν αδειάσει μου το φέρνεις. Όταν όμως σε βγάλει ο δρόμος προς τα δώ, βάλε μου σ΄ ένα μπουκάλι, από το περιεχόμενο, να πιώ στην υγειά σου.
Έφυγε ικανοποιημένος κι ευχαριστημένος.
Το είδες εσύ, αναγνώστη μου; Άλλο τόσο τον είδα εγώ, αυτόν και το βαρέλι μου.

Σελ.126
Και παρ΄ολίγο τέλος
Ο Δάσκαλος Αλ. Τούσουλης, τον οποίον ειδοποιούμαι να πλησιάσω και να οργανώσω, υπηρετεί στο Γαλατάκι.
..............................................................................................................!
Τρώμε κουβεντιάζουμε εγώ, αυτός, η γυναίκα του και η μάνα του. Άργά τη νύχτα με βάζει σ΄ ένα πολύ μικρό δωμάτιο να κοιμηθώ. κρεμάω ένα σακίδιο, που είχα, σε μιά κρεμάστρα και ξαπλώθηκα.
.............................................................................................................!
Ανοίγω ένα παράθυρο του δωματίου εκείνου και βεβαιώνουμαι ότι το χωριό είναι ασφυχτικά ζωμένο από Γερμανούς. Αλλά γιατί; Σκέφτουμαι μήπως η τιμή της πολιορκίας

Σελ. 127
εκείνης του χωριού έχει σχέση με μένα.
Αυτοκυριαρχούμαι και συνέρχομαι γιά το τι πρέπει να κάνω.
.................................................................................................................!
Τώρα, ας αφήσουμε το Δάσκαλο με τη γυναίκα του (δασκάλα, Λουτρακιώτισσα, το γένος Πνευματικού) να δούμε εγώ τι να κάνω με το πιστόλι, κρυμμένο στο πουλόβερ και τη γριά να με παρακολουθεί.
Από το παράθυρο που άνοιξα, βλέπω το ζώσιμο του χωριού. Ο καιρός βροχερός και οι Γερμανοί με τ΄ αδιάβροχα. κάθουμε κοντά στο τζάκι και τσιγκλάω τη φωτιά.
Σε μιά στιγμή ακούω ν΄ ανεβαίνουν τις σκάλες δύο Γερμανοί με τ΄ αδιάβροχα. Ανοίγουν την πόρτα μου.
....................................................................................................................!

Σελ. 128
Ξεκρεμάει το αυτόματο από τον ώμο του με θυμό κι έχω την εντύπωση πως θα μ΄ εχτέλεσει. Αυτός όμως το πήρε στα χέρια, για να μου πεί:
-...........!
Παρτιζάν Τόντι- Μ΄ αυτά εννοούσε το φίλο κι ομοϊδεάτη Τάσο Δόντη, δικηγόρο που ήταν κι αυτός στο βουνό.
...............................................................................!

Σελ. 129
Το πιστόλι μου συνεχίζει να βρίσκεται σκεπασμένο με το πουλόβερ. Ο λοχίας περιεργαζόμενος τη φάτσα μου, ρωτά το δάσκαλο γαλλικά:
-Τα΄είναι αυτός;
Την ώρα κείνει είπα μέσα μου: «Θωμαϊδη, σώθηκαν τα ψέματα. Από ζωή τερμάτισες…»
Νόμισα ότι ο δάσκαλος γιά να σωθεί, θάλεγε την αλήθεια. Ο δάσκαλος -απ΄ό, τι κατάλαβα- του είπε ότι είμαι ένας μαυραγορίτης , που πήγα στο χωριό γιά λάδι.
Το ότι βεβαιώθηκε, έγινε φανερό την ώρα που πήρε το δάσκαλο αφήνοντάς με με τη γριά μάνα του, αλλά εγώ ανάσανα με ανακούφιση, την ώρα που είδα από το παράθυρο το ξέζωμα του χωριού.
Εκείνη τη μέρα αποδείχτηκε ότι στόχος της πολιορκίας του χωριού δεν ήμουν εγώ. αλλά ο φίλος μου ο Τάσος Δόντης. Ο καταδότης είχε δει στο χωριό τη γυναίκα του Δόντη κι έλπιζε ότι θα είναι κι ο άντρας της. Γι΄ αυτό κινητοποίησε τους φίλους του Γερμανούς. Ο κλοιός του χωριού λύθηκε μόλις έπιασαν τη γυναίκα του, πράγμα που εγώ δεν γνώριζα.
Οι Γερμανοί τώρα είναι μαζεμένοι στην πλατεία κι ετοιμάζονται να φύγουν.
Εγώ παίρνω το σακκίδιο μου, χαιρετώ τη γριούλα που την είχα απασοχολιάσει με το πιστόλι και, πέφτοντας σ΄ένα μεγάλο ρέμα, ανέβηκα σ΄ένα μονοπάτι που, όπως διαπίστωσα μετά, πήγαινε προς το Ρητό, χωριό της περιφέρειας μου κι αυτό.
Προχωρώντας, βλέπω από την αντίθετη μεριά δύο κοπέλες μ΄ ένα πιτσιρίκο δώδεκα- δεκατριών χρονών, νάρχονται από το Ρητό προς τα μένα.
Τους ρωτώ:
-Για το Ρητό πηγαίνω καλά;
Ο μικρός μ΄ απάντησε πρώτος και μου λέει:
-Στο Ρητό τώρα πέρασαν Γερμανοί και πάνε προς το Σοφικό…

Σελ. 130
Ακώ τα κορίτσια να μαλώνουν το παιδί που με πληροφόρησε. Το παιδί-που με γνώρισε-κατάπληχτο για το μάλωμα, τους απαντά:
-Τι φοβάστε μωρέ; Ο «Διπλός» είναι…
Τα κορίτσια ξεθέρρεψαν… Τώρα γνωριστήκαμε και μου λένε;
-Μην προχωρείς, μέχρι το Σοφικό θα παν και θα γυρίσουν.
Τους ρωτώ:
-Ο Μιχάλης ο Λούβρης που είναι;
-Εδώ πιό κάτω σ΄ ένα γούπατο, με δύο -τρείς άλλους.
Αυτός για τον οποίο ρωτώ, είναι ο υπεύθυνος του εφεδρικού ΕΛΑΣ του χωριού Δάσκαλος και έφεδρος ανθυπολοχαγός.
Με βοηθό τώρα τον πιτσιρίκο, επικοινώνησα με την ομάδα των Εφεδροελασιτών του Ρητού.
Το βράδυ οι Γερμανοί επιστρέφοντας από το Σοφικό, ξαναγύρισαν στη Κορινθιακή βάση τους.

Η οικογένεια στο βουνό.
Στά τάγματα ασφαλείας υπηρετεί  Λοχίας ένας τσαγκάρης. Στάθης Αντωνόπουλος τ΄ όνομα του. Γνωστός μου πολύ και ανεψιός στενού φίλου και συντεχνίτη, του "Μπακέτου" , όπως ήταν το παρατσούκλι του. Αυτόν τον Μπακέτο, ειδοποιεί ο ανεψιός του Λοχίας, να μου πει να φυλάξω το παιδί μου Κάρολο, επειδή άκουσε στο Τάγμα ότι θα το πιάσουν, γιατί το χρησιμοποιώ γιά σύνδεσμο.
Ο Μπακέτος με ειδοποίησε με το τρόπο του, κι εγώ έστειλα χαμπέρι ν΄ ανέβει το παιδί επάνω. Κι ότι θα το περιμένω στο χωριό Ρητό, την τάδε μέρα και ώρα.

Σε λίγες μέρες αποτραβάω και τον Χρήστο, τον μεγαλύτερο. Τώρα μένει στην Κόρινθο η γυναίκα με τα δύο μικρά μου κορίτσια Βασιλική και Κωσταντίνα.

Σελ. 131
Μιά μέρα μετά το φευγάτισμα των παιδιών, μιά γυναίκα άγνωστη μ΄ ένα μπλέ μπερέ, πήγε στη γειτονιά και ζητούσε τη γυναίκα μου. Έπειτα από τούτο, πήρα και τη γυναίκα μου στο βουνό. Τώρα έχουμε οικογενειακή απαρτία.... Κατά πόδι της ήρθε κι ο συνεργάτης μου στην τσαγκαροσύνη, αείμνηστος Σπύρος Μπαλάσκας για τον οποίο αναφέρω αλλού.

Μιά σύγκρουση με τον Περίανδρο (Σοφικό)
Αυτές τις ημέρες έβλεπα ταχτικά να περιφέρεται στην έδρα μου ο Περίανδρος Τόγιας, Δικηγόρος. Τούτος ήξερα ότι είναι οργανωμένος στην Κόρινθο και η παρουσία του εδώ δεν μ΄ ανησυχούσε. Άκουσα όμως κάτι παράπονα, από οργανωμένους πατριώτες του, Σοφικήτες , ότι ανακατεύεται σε τοπικά ζητήματα. Δεν έκρινα σκόπιμο όμως να τον ενοχλήσω.
Μια απ΄ αυτές τις μέρες, πήρα ένα σημείωμα του περιφερειακού μας Τάκη Γεωργιάδη, και μούγραφε:*(* σ.σ. Γιά τον Τάκη Γεωργιάδη βλέπε και σελ.69)
-Να ειδοποιήσεις τον Περίανδρο Τόγια, που βρίσκεται εκεί, να επανέλθει στο πόστο του αμέσως που εγκατέλειψε.
Με την ευκαιρία τούτη, θέλησα να του θίξω και τα παράπονο των συγχωριανών του, όταν τον αντάμωσα, και τον ρωτώ;
-Με τι ιδιότητα του περιφερειακού ήταν η απάντηση.
-Εκείνο που ξέρω εγώ γιά σένα-του λέω- είναι ότι έφυγες από την Κόρινθο, εγκαταλείποντας το πόστο σου και ότι βρίσκεσαι εδώ παράνομα... (δείχνοντάς του το σημείωμα, προσθέτω), πράμα που δεν επιτρέπεται σ΄ ένα οργανωμένο. Γι  αυτό, σε παρακαλώ, φύγε το συντομότερο,

Σελ. 132
γιατί δεν αποκλείεται να σου ζητηθούν ευθύνες γι΄ αυτό.
Διάβασε το σημείωμα που τούδωσα κι έφυγε πραγματικά. Έφυγε οργισμένος μαζί μου, ενώ δεν έπρεπε. Όχι όμως γιά το πόστο του, που έγραφε το σημείωμα, αλλά γιά το 6ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ...
Από το Σοφικό, ο Περίανδρος πέρασε από το τηλέφωνο του Ρητού, που είχα τοποθετήσει σ΄ ένα πευκόφυτο Λόφο, πήρε το φίλο του Τάσο Ξύδη, που κι αυτός είχε καταφύγει από το χωριό του, γιατί γειτόνευε πολύ με τους Γερμανούς και οι δύο παρέα, όπως γράφω πιό πάνω, αντάμωσαν το φίλο του Νικήτα τον πολιτικό του Συντάγματος.
Ο αναγνώστης τώρα στις επόμενες σελίδες, θα βγάλει τα συμπεράσματα του γιά το δράμα του γράφοντος. Από δώ και πέρα, τα πλοκάμια των σκευωριών με τυλίγουν θανατερά.*(* Ο Περίανδρος Ι. Τόγιας στο βιβλίο του "Χρόνια αγώνων και μεγαλείου", παραθέτει το Απολυτήριο του από τον ΕΛΑΣ και σύμφωνα με αυτό φαίνεται ότι κατετάγη στον ΕΛΑΣ την  1η Φλεβάρη 1944 και υπηρετήσαντα μέχρι 20 Φλεβάρη 1945)

Τα "Πρωτοβρόχια" Υπό τας διαταγάς του Σωκράτη
Τώρα τι είπαν ο Περίανδρος με τον Τάσο στο φίλο τους, δεν ξέρω. Δεν ήμουν εκεί όταν ανταμώθηκαν. Ξέρω όμως ότι σε λίγες μέρες ήρθε να με αντικαταστήσει στο πόστο του Τομεακού Σολυγείας ο "Φωτεινός" από το Λουτράκι κομίζοντας τη νέα γραμμή!
Ο Φωτεινός που έμεινε λίγο κι αυτός στο πόστο του τομεακού, βρήκε τον τομέα της Σολυγείας να λειτουργεί υποδειγματικά. Αυτοδιοίκηση κομπλέ. Δικαστήρια. Συσσίτια , τηλεφωνικό δίχτυο. Ακόμα είχε συγκροτηθεί ένα τάγμα του εφεδρικού ΕΛΑΣ, με αρχηγό του τον παπά του χωριού. Τότε λοιπόν, γιατί η αντικατάσταση μου;
Λίγη υπομονή αναγνώστη μου...
Δεν πέρασαν δύο- τρείς ημέρες και με φωνάζει ο

Σελ.133
Φωτεινός. Μου ανακοινώνει τη μεταθεσή μου για τον Τομέα της Πελλήνης. Υπακούω πρόθυμα. Ειδοποιώ τη γυναίκα μου, που εργάζεται στο μαγειρείο Σοφικού και το γυιό μου Χρήστο (τον Κάρολο τον είχα προωθήσει πιό πάνω) και την άλλη μέρα, ετοιμαζόμαστε να φύγουμε για την Παλλήνη. Δυσανασχετώ όμως , όταν με υποχρεώνουν να πάρω μαζί μου και το νεαρό Ξεθάλη- που τον ξανάπιασε στο Αγγελόκαστρο μιά ομάδα ΕΠΟΝιτών- κι επιμένει τώρα ο Φωτεινός να τον προωθήσω προς το πάνω. Τον παίρνω ωστόσο μαζί μας κι  αυτόν και, βάζοντας τον να προπορεύεται, έχω την εντύπωση ότι ακολουθώ την κηδεία του.
Ο πρώτος σταθμός της πορείας μας , τα Αθήκια. Μόλις φτάσαμε στο κέντρο του Χωριού, ανταμώνω το Σωκράτη, τον νομαρχιακό.
-Γιά που Διπλέ; Μου λέει.
-Κατόπιν εντολής, μ΄ αντικατέστησαν και πηγαίνω γιά τον τομέα Πελλήνης.
-Θα καθήσεις εδώ, Διπλέ. Ο τομέας Κλεωνών κουτσαίνει τρομερά και θέλω να τον αναδιοργανώσουμε. Κι όσο γιά την εντολή που πήρες γιά την Πελλήνη, θ΄αναλάβω εγώ. Κανόνισε τώρα να κοιμηθείτε εδώ και τα ξαναλέμε.
-Και τούτον εδώ, τι θα τον κάνω; (του δείχνω τον κρατούμενο). Απάλλαξέ με σε παρακαλώ. Η εντολή είναι να τον προωθήσω προς τα πάνω.
Ο Σωκράτης ρίχνει μιά ερευνητική ματιά στο κρατούμενο παιδί. Μαντεύει ότι δοκιμάζω οίχτο και θέλει να με βγάλει από τ΄ αδιέξοδο, και μετά από λίγο μου λέει:
-Γι αυτόν, θα κάνεις αυτό που θα σου πώ: Απόψε κιόλας θα καλέσεις ως ταμειακός Κλεωνών, το γραφείο του χωριού. Θα τους θέσεις το θέμα της κατηγορίας του και ανάλογα με την απόφαση, που θα πάρετε, θα ενεργήσεις. Τέρμα η υπόθεση του νεαρού.
Πρώτη σου δουλειά αύριο, και πρώτος σταθμός θα

Σελ.134
είναι το χωριό Χιλιομόδι. Από κει θ΄ αρχίσεις εκλογές, προς ανάδειξη των τοπικών γραφείων της οργάνωσης. Πρώτη σου επαφή, η Γιατρίνα Ρεκλείτη. Προσπάθεια να μπει στην οργάνωση ο Σταύρος Καλλαράς.
Εκεί εκφράζω τη διαφωνία μου, αλλά από διαδόσεις, όχι πως έχω προσωπική γνωριμία.
-Μη φοβάσαι, ρε , με καθησυχάζει. Εγώ χτές το βράδυ κοιμήθηκα στο σπίτι του…
Το ίδιο βράδυ καλώ σαν τομειακός το γραφείο Αθηκίων. Και πρώτο θέμα του κρατούμενου παιδιού. Και λέει:
-Αυτό το παιδί κατηγορείται ότι εξασκούσε το επάγγελμα του πραματευτή. Γύριζε και μάζευε πληροφορίες από τα΄ ανταρτοκρατούμενα χωριά, τις οποίες μεταβίβαζε στους Γερμανούς.
Γι΄ αυτή του την πράξη, πρόκειται απόψε να το δικάσουμε. Για να είναι όμως η κρίση μας δίκαιη, πρέπει να μη σας διαφύγουν δύο πράγματα: Πρώτα η ηλικία του, που είναι κάτω των 18 χρονών. Δεύτερο , η αμορφωσιά του, που δεν τον άφηνε να καταλάβει το μέγεθος της πράξης του, αν βέβαια το κατηγορητήριο είναι αληθινό. Άμα το σκοτώσουμε, δεν θα κερδίσουμε τίποτα. Αν όμως του δώσουμε την ευκαιρία να συνειδητοποιήσει το κακό, που κάνει στη πατρίδα του, μπορεί ν΄ αποχτήσουμε ένα καλό συναγωνιστή. Ίσως όμως μου πείτε: Αν τον αφήσουμε λεύτερο, αύριο δεν αποκλείεται να μεγαλώσει η ζημιά. Είναι κι  αυτό μια άποψη σωστή, αλλά έχω στο νού μου και γι΄ αυτό κάτι:
Στο Σοφικό είναι εγκατεστημένος ένας αδελφός του, έμπορος δυνατός. Μπορούμε λοιπόν να στείλουμε το παιδί στην οργάνωση του Σοφικού και να καλέσουν τον έμπορο, να του πουν τι κατηγορίες το βαραίνουν. Και αν αναλάβει

Σελ. 135
την ευθύνη να γίνει ο μικρός από δω και μπρός καλός πολίτης, έχει καλώς, αν όχι, ας υποστεί την τιμωρία που προβλέπει η πράξη του.
 Μιλώντας έτσι, πίστευα σε δύο πράγματα. Το ένα ήταν να κινήσω τον οίχτο του τοπικού γραφείου Αθηκίων, και τ΄ άλλο να μεταβιβάσω το θέμα όλο στο τοπικό γραφείο Σοφικού.
Μετά από μένα, πήραν το λόγο άλλοι σκληροί κι άλλοι υπέρ της προτάσεώς μου.
Οι ψήφοι μισο μοιράστηκαν. Αναγκάστηκα να δευτερολογήσω και να ζητήσω να γίνει ψηφοφορία. Όταν είδα τα΄ αποτέλεσμα, τέσσερις ψήφοι υπέρ της προτάσεως μου και τρείς ψήφοι κατά, έννοιωσα ανακούφιση. Η ζωή του νεαρού Ξεθάλη είχε σωθεί!
Το πρωί της άλλης μέρας, τον φωνάζω και του κάνω τις τελευταίες συστάσεις. Και σύμφωνα με την απόφαση του τοπικού Γραφείου, τον στέλνω με συνοδεία στο αντίστοιχο γραφείο του Σοφικού.
Αργότερα έμαθα ότι ο αδερφός του αρνήθηκε να πάρει την ευθύνη που του ζητούσαμε. Η οργάνωση όμως του Σοφικού τον άφησε λεύτερο και τον χρησιμοποιούσε σε διάφορες δουλειές της. Από την στιγμή αυτή, την ευθύνη έφερνε το γραφείου του Σοφικού.
Τώρα , θέλει να μάθει ο Αναγνώστης με ποιο νόμισμα πλήρωσε την οργάνωση του Σοφικού και μένα το Σωτήρα του;
Προσχώρησε ολόκληρος στην υπηρεσία των Γερμανών…
Όταν πέρασαν οι Γερμανοί, κάνοντες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στη Σολυγεία, ο Ξαθάλης ήταν μπροστά ανιχνευτής. Και, μ΄ αυτό που έκανε, έδωσε το δικαίωμα σε κείνους, που μ΄ έβλεπαν με καχυποψία, να προσθέσουν στο μητρώο μου μια ακόμα κατηγορία…

Σελ.136
Χιλιομόδι.
Συγκεκριμένη ήταν η εντολή του Σωκράτη γιά μένα, να ξεκινήσω από το Χιλιομόδι. Και στο Χιλιομόδι μας οδηγεί την επομένη-εμένα , τη γυναίκα μου και το παιδί μου Χρήστο- ο γιός του παλαίμαχου κομμουνιστή Μπρινιόλα, κουρέα το επάγγελμα, από τα Αθήκια. Για να μπούμε όμως μέσα στο χωριό, έπρεπε αναγκαστικά να περάσουμε μπροστά από το σχολείο του, που ήταν γεμάτο Γερμανούς.
Δεν ξεχνώ, ότι κάτω από το πουλόβερ έχω το πιστόλι. Τούτο ήταν παράτολμο να το κουτουρίσω χωρίς κίνδυνο. Αλλά για σιγουριά, το βάζω και το φορώ στο παιδί μου Χρήστο, που δεν κινούσε τις υποψίες τους.
Όταν μπήκαμε στο χωριό ανενόχλητοι, τραβήξαμε για το σπίτι του γιατρού Ρεκλείτη, του οποίου η Γιατρίνα γυναίκα του ήταν συμμαθήτρια και καλή φίλη της αδελφής μου Μαρίας.
Με τη γυναίκα του Γιατρού ειδοποιούνται όλοι εκείνοι, που θ΄ αποτελέσουν το τοπικό γραφείο του χωριού. Ανάμεσά του θα ήταν κι ο Σταύρος Καλλαράς, Καθηγητής της Γυμναστικής.
Η εντολή γι  αυτόν ήταν πολύ συγκεκριμένη, από τον Σωκράτη. Είναι καθώς διαπίστωσα αμέσως, ένας φλογερός Πατριώτης, αλλά όχι κομμουνιστής. Η διάθεση του γι  αντίσταση προς τους καταχτητές, μεγάλη. Έχει όμως κάτι δισταγμούς για την προσχώρησή του. Φροντίζω να παραμερίσω τους ενδοιασμούς και τους φόβους του. Τον βεβαιώνω, ότι οι σκοποί του ΕΑΜ είναι ξελαμπικαρισμένοι και χωρίζονται σε τρία μέρη: 1ον. Την επιβίωση του Ελληνικού Λαού. 2ον. Το διώξιμο του καταχτητή και 3ον. Την κατοχύρωση των Λαϊκών Ελευθεριών. Οι ενδοιασμοί του παραμερίστηκαν και οι φόβοι του διαλύθηκαν. Δώσαμε τα χέρια. Δέχτηκε, μάλιστα, να πάρει και το πόστο του υπευθύνου του Εφεδρικού ΕΛΑΣ, που ήταν η ιδιοσυγκρασία του.

Σελ. 137
Από την ώρα εκείνη, ο Καλλαράς έγινε ο πολύτιμος συνεργάτης μου και αχώριστος συναγωνιστής μου.
Δεν είναι ντροπή να πώ ότι, χωρίς τον Καλλαρά, ήταν αδύνατο να κινηθώ στον τομέα Κλεωνών, που οι Γερμανοί όργωναν την περιοχή. Κι  εγώ, ολότελα ξένος στα πρόσωπα και πράγματα.
Πολλές φορές σκέφτηκα τον αείμνηστο Σωκράτη, που μου σύστησε τον ‘Ανθρωπο αυτόν.
Πότε-πότε όμως, τον Καλλαρά τον βασάνιζε μια ιδέα και μου την εξωτερίκευε, λέγοντας:
-Φοβάμαι, ρε Διπλέ, μήπως φύγεις καμμιά φορά κι αλλάξουν τα πράγματα.
 Ιδέα φευγαλέα… Γρήγορα αναχτούσε το κέφι του. Κι έτρεχε μαζί μου στον Κοντόσταυλο, στον Άγιο Βασίλη, στο Στεφάνι, για να φτιάξουμε τα τοπικά γραφεία της οργάνωσης και, ύστερα ,στη συγκρότηση της τομεακής Κλεωνών.
Την επιτυχία μου σ΄ αυτή την προσπάθεια- καθώς έχω πει – τη χρωστώ κατά ένα μεγάλο μέρος , στους συγγενικούς του δεσμούς, που είχε με πολλές οικογένειες, όλων αυτών των χωριών, ο Σταύρος Καλλαράς. Που, είχαμε, δεν είχαμε τον αναγκάσαμε, με τη φιλυποψία μερικών, να μας εγκαταλείψει για να σωθεί.
Όπως στη Σολυγεία, έτσι και στις Κλεωνές, είχα κατορθώσει ν΄ αποσπάσω την εμπιστοσύνη του κόσμου και την αγάπη του. Ήξερα ότι, για να μας ακολουθήσει ο Λαός, έπρεπε να βεβαιωθεί για τα ιδανικά, που εμπνέουν τον αγώνα μας. Και ότι σε καμμιά περίπτωση η βία δεν μπορούσε να μας ωφελήσει. Γι  αυτό μιλούσα πάντα σαν πατριώτες, που κι  αυτοί έχουν την ίδια λαχτάρα… Πάντα σαν φ ί λ ο ς και ποτέ σαν  δ υ ν ά σ τ η ς.

Σελ. 138
……………………………………………………………………………!
Αυτά όλα, οι κατήγοροί μου τα είπαν «Προσωπική πολιτική»…
 Δεν καταλαβαίνουν οι άνθρωποι ότι για ν΄ αγαπούν οι κάτοικοι ενός χωριού κάποιον, που εκπροσωπεί ένα ιδανικό, το ιδανικό έχει το κέρδος κι όχι το πρόσωπο;
Δεν καταλαβαίνουν, ότι όταν αγαπούν τον ΕΑΜίτη, κείνος που έχει την ωφέλεια είναι το ΕΑΜ;

Υπόθεση Παν. Μπακλώρη
Σύμφωνα με κάποια διαταγή που πήρα, μια από τις ημέρες αυτές έπρεπε να ειδοποιήσω όλους τους πρώην αξιωματικούς του Στρατού, οι οποίοι έμεναν στην περιοχή μου, να παρουσιαστούν στο 6ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ, κι αν αρνηθούν, να τους στείλω συνοδεία.
Τότε έμενε στις Κλένιες ένας αξιωματικός. Παναγιώτης Μπακλώρης. Πήγα στο χωριό του και του μίλησα φιλικά. Είπαμε γενικά για την κατάσταση, και τόνισα ιδιαίτερα το χρέος του σαν Αξιωματικού, προς την αγωνιζόμενη

Σελ.139
πατρίδα του. Δεν είδα να δείχνει καμιά κατανόηση. Δεν απελπίστηκα όμως, τον άφησα να το σκεφθεί το πράγμα. Μόνον όταν βεβαιώθηκα ότι δεν έχει σκοπό να υπακούσει αβίαστα στην εντολή του Συντάγματος, τον έστειλα εγώ με συνοδεία αποσπάσματος.
Στο απόσπασμα έδωσα εντολή να τον προωθήσει ως τη Στιμάγκα και να τον παρουσιάσει σ΄ ένα κλιμάκιο της οργάνωσης, που ήταν η έδρα του εκεί.
Πέρασε η πρώτη μέρα, πέρασε και η δεύτερη και η Τρίτη. Τώρα άρχισα ν΄ ανησυχώ για τον Άνθρωπο. Δεν μπορούσα να περιμένω άλλο. Η φαντασία οργίαζε… Φοβόμουνα μήπως είχε γίνει κακό.
Αναγκάστηκα ν΄ ανέβω στη Στιμάγκα γι  αυτή και μόνο τη δουλειά. Εκεί πληροφορήθηκα ότι ο Μπακλώρης ήταν σε περιορισμό, μαζί με άλλους κρατούμενους. Έτρεξα στο υπαίθριο κρατητήριο, και δε δυσκολεύτηκα να του ζητήσω συγγνώμη.
Για την ταλαιπωρία του εκείνη, ήμουν υπεύθυνος εγώ, που δεν έδωσα στο απόσπασμα και μια έκθεση, που να λέω γιατί τον στέλνω επάνω. Διατυπώσεις, για τις οποίες ιδέαν δεν είχα εγώ.
Τον παίρνω αμέσως από το κρατητήριο και τον παρουσιάζω στον Σωκράτη, ο οποίος δε διστάζει να με κατσαδιάσει παρουσία του, για την παράλειψή μου εκείνη. Ύστερα εξηγεί στο Μπακλώρη με ευγένεια, για ποιο λόγο αγωνιζόμαστε και του κάνει την ερώτηση:
-Για πές μας τώρα, ρε συναγωνιστή κι εσύ, μήπως έτσι που ενεργούμε κάνουμε κανένα κακό στην πατρίδα μας, χωρίς να το καταλαβαίνουμε;
Αλλά ο Μπακλώρης δεν φαινόταν διατεθειμένος να συμφωνήσει. Όταν το διαπίστωσε αυτό ο Σωκράτης του ζήτησε με τη σειρά του συγγνώμη για την ταλαιπωρία του, και τον άφησε ελεύθερο.

Σελ.140
Πάντως στην υπόθεση αυτή, πρέπει να ομολογήσω, ότι η ανησυχία μου για την τύχη του Μπακλώρη αποδείχθηκε δικαιολογημένη. Κι  αυτό, γιατί δεν αυνόδεψα τον άνθρωπο μ΄ένα σημείωμα, που να δικαιολογεί την ενέργειά μου, για ποιο λόγο τον στέλνω. Η συνειδησή μου όμως, δε μ΄ άφησε να ησυχάσω, μέχρι που ανέβηκα μόνος μου και τον απελευθέρωσα.
Ο αγαπητός μου Μπακλώρης ας μου συγχωρήσει την παράλειψή μου εκείνη, που μπορούσε, αν ανδρανούσα, κι αν οι Γερμανοί ανέβαιναν προς τα πάνω, να είχε τραγικές συνέπειες για την ζωή του.

Το ζήτημα του Τάσου Μπαρλιά
Με τον Τάσσο Μπαρλιά, που μένει στον Άγιο Βασίλη, με συνδέει παλιά γνωριμία. Τον συμπαθώ και με συμπαθεί επίσης. Είναι δημοκρατικών πεποιθήσεων και συγκρατημένα προοδευτικός. Και, προ παντός, ενθουσιώδης. Συνδεόμαστε όμως και για ένα λόγο ακόμα, γιατί… καβαλλάμε κι οι δύο τον πήγασο!..Όπως γράφω εγώ στίχους, γράφει κι αυτός. Ένα μάλιστα, από τα πρόσφατα ποιήματά του ήταν αντιστασιακό και το αφιέρωνε στον αγώνα μας, από τον οποίο ήταν εμπνευσμένο.
Κι όμως, στο βουνό παίρνουν κάθε τόσο σημειώματα, επιβαρυντικά για το μπαρλιά. Τον κατηγορούν για κρυφό καταδότη και συνεργαζόμενο με αξιωματικό των Ταγμάτων Ασφαλείας, τον Κοντοστάνο.
Μερικοί ενοχλούνε και μένα που, όχι μόνο είμαι πάντα δύσπιστος στις τέτοιου είδους καταγγελίες γενικά, αλλά γνωρίζω καλά και τον άνθρωπο. Αρνούμαι να δεχθώ, ότι μπορεί ο Μπαρλιάς να είναι ένας κρυφός καταδότης. Οι Πελοποννησιακός Σωτήρης Στασινόπουλος και Νομαρχιακός Σωκράτης-που συζητώ το θέμα- με αφήνουν να ενεργήσω «εν λευκώ». Όμως, ο Χαράλαμπος Τόγιας από το Σοφικό, γνωστός με το ψευδώνυμο «Αετός», δεν ήθελε,*(*σ.σ. Ο Χαραλ.-Μπάμπης Τόγιας(Αετός) "καπετάνιος" της ΟΠΛΑ περιοχής Σολυγείας, εξαφανίστηκε μεταεμφυλιακά και σύμφωνα με διασταυρωμένη πληροφορία επέστρεψε από την Βουλγαρία  πριν είκοσι περίπου χρόνια από σήμερα, σε σύντομη επίσκεψη στον τόπο του εγκλήματος στο Σοφικό, ως αμετανόητος φονιάς. Για την επίσκεψη αυτή του "Μπάμπη" και ενός άλλου ομοίου του στο χώρο του Μοναστηρίου, επιβεβαιώνεται και από την πρόσφατη μαρτυρία της εκεί μοναχής Λυδίας!
Μια μέρα βρισκόμουν στην περιοχή μου, στον Αγιάννη, και βλέπω τον Αητό να περνά από κει, με μια ομάδα αντάρτες.
-Για πού από δώ, Αητέ; Τον ρωτώ.
-Πάω να πιάσω το Μπαρλιά, με πληροφορεί.
-Μα δεν υπάρχει απόφαση της οργάνωσης, να μην επεμβαίνει ο ένας τομέας στα ζητήματα του άλλου; Ες΄θ είσαι του τομέα Σολυγείας. Τι δουλειά έχεις στον τομέα Σολυγείας; Τι δουλειά έχεις στον τομέα Κλεωνών, που είμ΄ εγώ; Εξ άλλου, το θέμα «Μπαρλιά» το χειρίζουμαι εγώ προσωπικά, ύστερα από αντολή των παραπάνω από μας.
Μου αντιμιλάει:
-Δεν ξέρω τι μου λές εσύ, εγώ έχω εντολή, την οποία είμαι υποχρεωμένος να εχτελέσω.
-Πρόσεξε, του λέω πάλι, πρόσεξε να μη κάνεις καμμιά ζημιά. Άφησε να ενεργήσω εγώ, όπως έχω συνεννοηθεί με τους επάνω.
Δυσφόρησε, έβαλε τελεία στη συζήτηση κι έφυγε αμίλητος…
Την άλλη μέρα, έμαθα τον .. "άθλο" του. Ο Αητός πυροβόλησε το Μπαρλιά και τον σκότωσε… Γιατί, όπως δικαιολογήθηκε, όταν πήγαν να τον πιάσουν, φοβήθηκε και προσπάθησε να φύγει…
Για να εχτιμήσει ο Αναγνώστης το κακό, που έκανε ο Αητός στον αγώνα μας, πρέπει να πληροφορηθεί ακόμη ότι ο Μπαρλιάς, από καταγωγή δεν ήταν τυχαίος. Ο πατέρας του, χρόνια πολλά, πρόεδρος του χωριού και με μεγάλο συγγενολόϊ, είχε Ιστορία. Όνομα και κύρος. Από τα βασικά στελέχη του Κόμματος των Φιλελευθέρων στην Κορινθία.
Αλλά και ο ίδιος ο Τάσσος, ήταν λαοφιλής, καλός και τεχνίτης του στίχου.
Γι αυτά-και πολλά άλλα- ο Αητός έβλαψε αφάνταστα τον αγώνα μας, με την αψυχολόγητη κι  αυθαίρετη ενέργειά του, που εδημιούργησε ένα ανεπανόρθωτο κακό. Τα ανατριχιαστικά δε αντίποινα, τα πλήρωσαν άλλοι, όπως ο Αείμνηστος Γεώργος Ρεκλείτης, που δεν είχε καμμιά απολύτως ανάμιξη στην τραγική αυτή υπόθεση…
Τι συνέπειες είχε για μένα η προσπάθεια, να κριθεί ο Μπαρλιάς με αντικειμενικότητα και δικαιοσύνη, θα τα πούμε πιο πέρα…

Σελ.142
Η εχτέλεση του «Σωκράτη»
Το μεγαλύτερο δυστύχημα της Εθνικής Αντίστασης του Νομού Αργολιδοκορινθίας, ήταν ο Χαμός του Χρήστου Αντωνίου- «Σωκράτη».
Ο Σωκράτης ήταν ο Άνθρωπος, που πάντα οικοδομούσε και ποτέ δε γκρέμιζε. Κι όχι μόνον αυτό.
Πέθανε κατά τέτοιο τρόπο που, για τους Έλληνες που παρακολούθησαν αναγκαστικά τον απαγχονισμό του, θα παραμείνει α θ ά ν α τ ο ς στους αιώνες των αιώνων!...
Το μήνυμα, ότι οι Γερμανοί πιάσανε το Σωκράτη κάπου στη πεδινή Κορινθία, είχε δημιουργήσει σύγχυση στις τάξεις του ΕΑΜ. Οδύνη και αγανάχτηση είχε καταλάβει όλα τα χωριά της Βόχας, γιατί την παλληκαριά, τη λεβεντιά και την ορθοκρισία του Σωκράτη, κανένας δε μπορούσε να τις αντικαταστήσει.
Οι Γερμανοί, που είχαν πληροφορίες για τις χάρες τούτες του, αλλά που δεν ήξεραν πόσο τίμιος ήταν και πόσα χρόνια αγωνιζόταν για τα ιδανικά που πίστευε, προσπάθησαν να τον δελεάσουν στο κρατητήριο. Όμως , ματαιοπονούσαν…Ο Σωκράτης παρέμεινε α π ρ ο σ κ ύ ν η τ ο ς…Δε γονάτισε, δεν εκλιπάρησε κανένα. Κι όταν οι Γερμανοί απελπίστηκαν, τον κρέμασαν στο πεύκο, για να τους ξεφτιλίσει πεθαίνοντας…

Σελ.143
Το πρωί της άλλης μέρας, όταν οι επαγγελματίες, οι υπάλληλοι, οι εργάτες ξεχύνοντο στους δρόμους για τις δουλειές τους, τους κρατούσαν στην πλατεία για να παρακολουθήσουν τη θηριωδία και να καταπτοηθούν…Τούτο όμως έφερε το αντίθετο αποτέλεσμα, από κείνο που επεδίωκαν οι Γερμανοί. Οι Κορίνθιοι, αντίθετα, πήραν κουράγιο για πιο επίμονο αγώνα, απ΄ ό, τι είδαν κι άκουσαν… Κι όχι φόβο!
Τα τελευταία λόγια του Σωκράτη, θα φωνάζουν και θ΄ αντηχούν, όσο θα ζούν και θ΄ αναπνέουν Έ λ λ η ν ε ς σ΄ αυτό τον τόπο…
Αριστεροί, Δεξιοί και Κεντρώοι, που δεν είχαν πουλήσει την ψυχή τους στον βάρβαρο καταχτητή, είδαν αυτή τη σκηνή: Το Σωκράτη να προπορεύεται λεβέντικα και μια φάλαγγα κρατουμένων αγωνιστών που περίμενε ίσως η ίδια τύχη, να τον ακολουθούν πελινδοί… Την εικόνα τούτη, θα τη θυμούνται με φρίκη σ΄ όλη τους τη ζωή. Αλλά και θα έχουν να λένε για την παλληκαριά του. Πως αντίκρισε τους Τσολιάδες, λέγοντας με τη στεντόρεια βραχνή φωνή του:
-Γενίτσαροι! Προσπαθείστε να γίνετε Έλληνες!
Στον τσολιά, που προσπαθούσε να του περάσει τη θηλιά στο λαιμό και το χέρι του έτρεμε, λέει:
-Μην τρέμεις ρέ! Και πες στ΄ αφεντικά σου πως είμαι έτοιμος! Ζήτω ο ΕΛΑΣ! Ζήτω το ΕΑΜ! Ζήτω η ΕΠΟΝ…
Και τέλειωσε με το τραγούδι του Αθανάσιου Διάκου, «Για ιδές καιρό που διάλεξε ο Χάρος να με πάρη…»
Σε λίγο, ο βρόχος έπνιξε τη φωνή του.
Ένας πατριώτης ακόμα, αλλά τούτη τη φορά ακατάβλητος, ασύγκριτος, που είχε θυσιάσει τη λεβεντιά, τα νιάτα και τη ζωή του στο βωμό του πιο ωραίου ιδανικού, της Λ ε υ τ ε ρ ι ά ς…
Έτσι, το ΕΑΜ έχασε έναν ολόψυχα αφοσιωμένο

Σελ. 144
στους  σκοπούς του μαχητή. Κι  εγώ έναν έξοχο συναγωνιστή και φίλο, του οποίου ο φριχτός θάνατος ήταν για τους διώχτες του μια ευκαιρία να μ΄ εξοντώσουν, εντείνοντας τις σχετικές προσπάθειες…
Τ΄ αφιερώνω:
«ΣΩΚΡΑΤΗΣ»
(Χρήστος Αντωνίου ή Καρδάσης, από το Λουτράκι)
(σ.σ. Ακολουθεί Ποίημα)………………………………………………………..!
       
Θα συνεχίσω για τις κατοπινές επιπτώσεις, που είχε στο άτομο μου ο τραγικός θάνατος του Σωκράτη. Αλλά προτού μιλήσω γι αυτές – και γενικότερα για τις κατοπινές εκδηλώσεις της νέας ηγεσίας – ας δούμε τι έγινε με την υπόθεση Σταυρόπουλου και ποια απήχηση είχε η επιστολή, που έστειλα από το Σοφικό.

Σελ.145
Το πρώτο ραντεβού με το Σταυρόπουλο
Ένας κοινός φίλος, του Σταυρόπουλου και μένα, από το Κουταλά, με ειδοποιεί στο Χιλιομόδι, όπου εξακολουθώ να έχω το πόστο του τομεακού Κλεωνών, ότι ο Σταυρόπουλος πήρε το γράμμα μου και πολύ θα ήθελε κι  αυτός να μ΄ ανταμώσει. Αλλά πού; Και πώς;
Ενημερώνω τους πιο πάνω από μένα- που είχαν γνώση του θέματος- και του ορίζω ραντεβού μια συγκεκριμένη ώρα, στο δρόμο που ενώνει το Χιλιομόδι με τις Κλένιες. Παίρνω μέτρα ασφαλείας για κάθε ενδεχόμενο, πράγμα που αποδείχνει ότι δεν κάνω τίποτα το κρυφό και το καταχθόνιο (όπως αργότερα ισχυρίστηκε η νέα ηγεσία) και βρίσκομαι στη θέση που όρισα, ακριβώς στην ώρα μου. Περιμένω όμως άδικα. Ο Σταυρόπουλος δε φαίνεται από πουθενά και συμπεραίνω ότι η συνάντηση, για λόγους που αγνοώ ακόμα, θα έχει ματαιωθεί ή, το λιγότερο, θα έχει αναβληθεί.
Την άλλη μέρα μαθαίνω ότι ο Σταυρόπουλος υποχρεώθηκε ν΄ αναβάλει το ραντεβού. Το γιατί; Γράφεται στο πιο κάτω «χρονικό» μου, που έγραψα αργότερα για ν΄ αποθανατίσω το μεσολαβητή μου, τον αείμνηστο Χρήστο Δρεμούρα, από το χωριό Κουταλά και το οποίο, δυστυχώς, δε μου το δημοσίευσαν.

Κατοχικό Χρονικό.Χρήστος Δρεμούρας
Προς Κορινθίους, παρόντες και μεταγενέστερους:
Υπάρχουν ορισμένα γεγονότα, που ο Άνθρωπος δεν έχει το δικαίωμα να τα παίρνει μαζί του, τερματίζοντας τη ζωή του.
Ένα τέτοιο είναι και ο θάνατος του Χρήστου Δρεμούρα. Αυτόν τον ξεχασμένο άνθρωπο θέλω να τιμήσω σήμερα με το γραφτό μου τούτο.

Σελ.146
Επειδή το θέμα είναι δεμένο με τον κατοχικό Δήμαρχο Κορίνθου Τάσσο Παπαδόπουλο και το Γραμματέα Μήτσο Σταυρόπουλο, επιτρέψατέ μου, παρακαλώ, τη πιο κάτω παρένθεση:
Έχουμε 1943. Ημέρες μαύρης σκλαβιάς….
Οι Έλληνες, με τις οργανώσεις, αντιστέκονται σε πόλεις και σε χωριά.
Καθ΄υπόδειξη φίλων ΕΑΜιτών της Κορίνθου, μου ανετέθη η οργάνωση της Εθνικής ,Αλληλεγγύης της Πόλης. Άρχισα τη στρατολογία μελών. Μεταξύ άλλων πολλών, πλησίασα τότε και το Μήτσο Σταυρόπουλο.
Παιδί του Λαού αυτοδημιούργητο, με πολλές συμπάθειες, ιδιαίτερα στο προσφυγικό συνοικισμό. Τίμιος και ειλικρινής. Πονούσε για την ταπείνωση της Ελλάδας, όσο όλοι μας. Με αδούλοτο φρόνημα. Πραγματικός Έλληνας. Γι αυτό και φυλακίστηκε δυό φορές από τους Ιταλούς. Πέρασε από το Ιταλικό Στρατοδικείο της Τρίπολης, με την κατηγορία ότι έδωσε ταυτότητα ελληνική σε Ιταλό στρατιώτη για να λιποταχτήσει. Χαστουκίστηκε έξω από το Δικαστικό Μέγαρο, γιατί αρνήθηκε να χαιρετίσει την Ιταλική σημαία και κινδύνεψε από τους Γερμανούς, που τον έπιασαν στην ταβέρνα του Σπυρογιαννάκη, γιατί τραγουδούσε πατριωτικά τραγούδια…
Παρ΄ όλα αυτά τα προτερήματα, ήταν παραδόξως – και είναι ακόμα – οπαδός της «συντήρησης» του κατεστημένου του Ντίνου Τσαλδάρη και τώρα των κληρονόμων του…
Εγώ αδιαφορώντας για την πολιτική του τοποθέτηση, τον πλησίασα και του μίλησα για το σκοπό της Εθνικής Αλληλεγγύης. Τον βρήκα επιφυλαχτικό. Δε μ΄ άφησε όμως ν΄ απελπιστώ, γι΄ αυτό και τον ξαναπλησίασα. Στη δεύτερη συνάντηση, μου έκανε αποφασιστικά τη πιο κάτω δήλωση:
-Ξάδερφε δε μπορώ…Άλλά, α ν  τ υ χ ό ν  μ ο υ  π ρ ο τ α θ ε ί  ν α  π ά ρ ω   ό π λ α  α π ό  τ ο υ ς  Γ ε ρ μ α ν ο ύ ς  γ ι α  ν α  χ τ υ π ή σ ω

Σελ. 147
Έ λ λ η ν ε ς,  έ χ ε ι ς  τ ο  λ ό γ ο  μ ο υ: Θ α ρ θ ώ  μ α ζ ί  σ α ς.
Εδώ κλείνοντας την παρένθεση, συνεχίζω την εξιστόρηση του χρονικού:
Σε λίγο η Ηγεσία, αλλάζοντάς μου πόστο, μου ανέθεσε την οργάνωση των τριών τομέων της Κορίνθου, Τσακώνικα, δημιουργήθηκαν φόβοι για τη ζωή μου. Τότε, η Ηγεσία του Νομού διέταξε ν΄ ανέβω στο Σοφικό, ν΄ αναδιοργανώσω τον τομέα Σολυγείας.
Τώρα στην Κόρινθο συνεχίζεται η συγκρότηση των Ταγμάτων Ασφαλείας. Κίνητρα: Το πλιάτσικο με τη βία και τον εξαναγκασμό… Συνειδητοί προδότες, ελάχιστοι. Οι περισσότεροι στρατεύονται με το «έτσι θέλω»…
Μια μέρα έφυγα από το Σοφικό κι ανέβηκα προς τα πάνω, για να ενημερώσω την ηγεσία μου για διάφορα τοπικά και γενικά θέματα. Παρουσιάστηκα στο Πελοποννησιακό Σωτήρη Στασινόπουλο και τον αείμνηστο Χρήστο Αντωνίου, «Σωκράτη», νομαρχιακό. Εκεί, μεταξύ άλλων, συζήτησα και την υπόθεση Σταυρόπουλο. Η ηγεσία πρόθυμα μου ανέθεσε να του υπενθυμίσω την υποσχεσή του. Τούτο, σε λίγο έγινε. Ο ταχυδρόμος που χρησιμοποίησα, ήταν το τιμώμενο σήμερα πρόσωπο:
Ο  Χ ρ ή σ τ ο ς  Δ ρ ε μ ο ύ ρ α ς.
Ο Σταυρόπουλος πήρε το μήνυμα, το κουβέντιασε με το Δήμαρχο και αποφάσισαν την πραγματοποίηση του στο χωριό Κουταλά που πρότεινα, κοντά στο Χιλιομόδι. Ο Δήμαρχος όμως έθεσε έναν όρο, να συνοδέψει τον Σταυρόπουλο κι ο αδελφός μου Γιώργος, για σιγουριά. Το είπαν στον αδελφό μου και κείνος δέχτηκε. Και στις 24 Απρίλη, ήσαν όλα έτοιμα. Θα τους έφερνε ο Δρεμούρας με το αυτοκίνητο του αείμνηστου Κώστα Τσίρτση.

Σελ.148
Ενώ όμως ο Σταυρόπουλος κι ο αδελφός μου Γιώργος περίμεναν στο παλκόνι την ώρα του ξεκινήματος, είδαν το Δρεμούρα, κατάπληχτοι, να κουβεντιάζει στη γωνία του Δικαστικού Μεγάρου, με τον Πέτρουλα, έναν χαφιέ των Γερμανών, που ήταν και αξιωματικός των Ταγμάτων Ασφαλείας… Τρομοκρατημένοι, το είπαν στο Δήμαρχο και κρίνοντες ότι ο Δρεμούρας τους «κάρφωσε» ματαίωσαν τη συνάντηση…
Τα πράγματα όμως δεν ήταν όπως τα υποψιάστηκαν. Ο Πέτρουλας είχε προσπαθήσει προ πολλού να κάνει το Δρεμούρα όργανο του, πράγμα που ο Δρεμούρας μου το είχε ενημερώσει. Του είχα συστήσει να δεχτεί, προσφέροντας του ψέματα αληθοφανή και παίρνοντας αλήθειες…
Αυτή ακριβώς την εξυπηρέτηση του αγώνα μας έκανε τη μοιραία κείνη στιγμή ο αείμνηστος Χρήστος Δρεμούρας, που δε δίστασε να παίξει τον άχαρο κι επικίνδυνο τούτο ρόλο, που στοίχισε τη ζωή του…
  Τώρα, αν ο ξάδερφος Μήτσος Σταυρόπουλος διστάζει να πιστέψει την αλήθεια, δικαίωμά του… Εύκολο είναι όμως να μάθει από επιζώντες πως και ποιος σκότωσε το Δρεμούρα. Εγώ πάντως το ξέρω από πρώτο χέρι, τον αδελφό του θύματος, το Βαγγέλη Δρεμούρα. Εξιστορώντας το χαμό του αδελφού του κάποια μέρα, μου έδειξε και το τσακμάκι του, που το είχε πάρει για ενθύμιο κάποιος, από την παρέα που τον σκότωσε…
Τούτα και μόνον, λένε πολλά…
Αναγνώστη μου:
Δεν είμαι μισαλλόδοξος. Δεν θέλω να ξύνω πληγές. Δεν μου επιτρέπεται όμως, να πλαστογραφήσω την Ιστορία… Να σκεπάσω έναν άδικο χαμό. Άλλωστε, το ποιοί φταίγαν την εποχή εκείνη, ξελαμπικάρησε πλήρως.
Οι φταίχτες, για ό,  τι έγινε, ήταν Ξένοι. Με πολύ λίγους πουλημένους δικούς μας. Ένας μάλιστα, με την βοήθεια των αφεντικών του, έφτασε στο ανώτατο αξίωμα

Σελ.149
της πατρίδας μας. Η Κύπρος όμως έσκισε πολλές μάσκες και φάνηκε το πραγματικό πρόσωπο κι  εχθρών και δήθεν φίλων, όπως των Αγγλοαμερικάνων.
Χ ρ ή σ τ ο  Δ ρ ε μ ο ύ ρ α
Α ι ω ν ί α  σ ο υ  θ α  ε ί ν α ι  η  μ ν ή μ η

Το ραντεβού με το Σταυρόπουλο
Μετά από το χρονικό «ΧΡΗΣΤΟΣ ΔΡΕΜΟΥΡΑΣ»,ξαναμπαίνω στη σειρά της εξιστόρησης.
Ο  κοινός φίλος λοιπόν, δικός μου και του Σταυρόπουλου, Δρεμούρας, μου λέει:
Ενημερώνω τους ανωτέρους και του ορίζω νέο ραντεβού τώρα: Το χωριό του Δρεμούρα, Κουταλά, αφού πήρα την εντολή τους.
Δεν έπαψα λοιπόν να ελπίζω, ότι η συνάντηση εκείνη θα γινόταν, επί τέλους, πραγματικότητα.
Προσωπικά πίστευα, ότι αν την καταφέρναμε, πολύ θα ωφελούσε τον αγώνα μας. Και είχα αρχίσει τις σκέψεις για τις προετοιμασίες: Που θα γίνει η συνάντηση, τι μέτρα ασφαλείας πρέπει να πάρουμε, πόσοι θα λάβουμε μέρος, τι θα φάμε, πόσοι συνολικά θα μαζευτούμε.
Για όλα αυτά έπρεπε να φροντίσω εγώ και κανένας άλλος. Και είχα πραγματικά φροντίσει. Εκείνο όμως που δεν είχα σκεφθεί, ήταν ότι ο άνθρωπος που γνώριζε τη ψυχοσύνθεσή μου, ο Σωκράτης, δεν υπήρχε πιά! Στη θέση του είχαν αναρριχηθεί άνθρωποι, που επεδίωκαν την εξόντωσή μου.
Αλλά ας συνεχίσω τις προετοιμασίες για τη συνάντηση. Και πρώτη δουλειά: Τα μέτρα ασφαλείας. Πρώτα,

Σελ.150
ειδοποιώ κι ενημερώνω μια ομάδα της ΟΠΛΑ, υπό το «Γιάννο», Γραμματικό από το Λουτράκι. Πράγμα που αποδείχνει, ότι δεν κάνω τίποτα το ύποπτο, το κρυφό, και το καταχθόνιο, όπως αργότερα ισχυρίστηκε η νέα ηγεσία, υπό το Στάθη, για να μ΄ εξοντώσει. Είχα μεριμνήσει για όλα. Γιά να φάμε, είχα παρακαλέσει ένα τσοπάνη να σφάξει και να ψήσει ένα αρνί. (Όλοι μαζί θα υπερβαίναμε τους είκοσι). Επίσης, είχα ειδοποιήσει την ηγεσία να μου στείλει, για να παραστούν στη συζήτηση, και δυό φίλους του Σταυρόπουλου, βγαλμένους στο βουνό, και τους κατανόμαζα: το Δικηγόρο Λάκη Λαζανά και το δάσκαλο Χρήστο Πούλο.
Ελπίδες και στόχος μου, όλης αυτής της κινητοποίησης, ήταν η αυτοδιάλυση των Ταγμάτων Ασφαλείας και η προχώρηση στις τάξεις μας δημοφιλών προσωπικοτήτων, όπως του Δημάρχου και του Σταυρόπουλου. Οι ελπίδες μου για μια τέτοια συμφωνία, μου φαίνονταν βάσιμες μα τη συμμετοχή των δύο προαναφερομένων κοινών φίλων του Σταυρόπουλου.
Τώρα, το γιατί ναυάγησε το σχέδιο μου κείνο, περιγράφεται στο πάνω χρονικό, που διαβάστηκε με το τίτλο «ΧΡΙΣΤΟΣ ΔΡΕΜΟΥΡΑΣ»

Κώστας Τσίρτσης
Εδώ, ας πω δύο λόγια για τον αείμνηστο Κώστα Τσίρτση, που επανειλημμένα μ΄ είχε εξυπηρετήσει και σ΄ επικίνδυνες αποστολές, παίζοντας κι  αυτός μαζί με μένα το κεφάλι του.
Αυτός ήταν ο άνθρωπος, που έφερε τα παιδιά μου από την Κόρινθο στο βουνό. Με αυτόν θα ερχόταν ο Σταυρόπουλος με τον αδελφό μου, για την περιβόητη συνάντηση.
Ο Τσίρτσης, εκτός από τ΄ αυτοκίνητο που δούλευε, είχε κι  ένα μαγαζί στον Άγιο Βασίλη, που πουλούσε διάφορα.

Σελ. 151
Που βρισκόταν ιδεολογικά, δεν ξέρω. Πάντως, συμπαθούσε τον αγώνα μας. Δεχότανε πρόθυμα κι αβίαστα όσες αποστολές του είχα αναθέσει. Κάποτε-κάποτε έμπαινε και σ΄ ευσυνείδητο κίνδυνο για να μ΄ εξυπηρετήσει. Έλληνας πατριώτης , από τους λίγους σωστός και μπεσαλής.
Κάτι ακόμα για τον άνθρωπο αυτόν:
Μια μέρα, που επισκέφτηκα το μαγαζί του, αφού με φιλοξένησε στο σπίτι του, θέλοντας να μ΄ εξυπηρετήσει, μου διπλώνει ένα κομμάτι ύφασμα για να φτιάσει μια ρόμπα-όπως μου είπε- η γυναίκα μου. Αρνήθηκα να το πάρω, λέγοντας:
-Ευχαριστώ, Κώστα μου, για την ευγενή προσφορά, αλλά δε θα το πάρω….
Και δε το πήρα.
Και για να κλείσω το θέμα της περιβόητης εκείνης συνάντησης, πρέπει να πω ότι η μετά τον Σωκράτη ηγεσία αγνόησε τελείως την παράκλησή μου για την αποστολή του Λαζανά και του Πούλου. Δεν τους ειδοποίησαν καν, και τούτο μαρτυρά τους απώτερους σκοπούς, που θα εφάρμοζαν στην περίπτωση, που το σχέδιο θα γινόταν πραγματικότητα.

Άλλη μια φορά μπροστά στον κίνδυνο.
Όταν άκουσα το θόρυβο μιάς φάλαγγας αυτοκινήτων ν΄ ανηφορίζει προς την Κλένια, βρισκόμουν στο σπίτι ενός συναγωνιστή μας. Βγαίνω αμέσως από το χωριό προς το νεκροταφείο του, και ξάπλωσα στο γρασίδι του, αμέριμνος τάχα, και περιμένω να μάθω τι θέλουν οι Γερμανοί και έρχονται κατά δώθε. Κατάκοπος όμως, καθώς είμαι, φοβάμαι μη τυχόν κι αποκοιμηθώ. Με τις σκέψεις τούτες, βάζω από τις τσέπες μου όσα χαρτιά είχα επάνω μου, που να μαρτυρούν την ταυτότητά μου και τα σκεπάζω με λιθάρια. Ο ύπνος δεν άργησε να με πάρει. Σαν άνοιξα τα μάτια

Σελ.152
Μου, βλέπω τρείς κοπέλες να βγαίνουν φοβισμένες έξω από το χωριό. Από αυτές έμαθα, ότι οι Γερμανοί πάτησαν το χωριό, για να μαζέψουν ρούχα του ύπνου για μια φάλαγγα, που θα διανυχτέρευε στο Χιλιομόδι. Επειδή όμως τα ρούχα, που διάθεταν οι Κλενιάτες ήταν – κατά τους Γερμανούς- λίγα, τους είπαν ότι «Θαρθούμε να πάρουμε μόνοι μας όσα μας χρειάζονται». Δεν πρόλαβαν να μου πουν περισσότερα τα πανικόβλητα κορίτσια, όταν βλέπω να κατηφορίζουν προς το μέρος μου πέντε Γερμανοί και τον εαυτό μου να περιέρχεται σε πολύ δύσκολη θέση. Αν έκανα ν΄ απομακρυνθώ προς τα έξω, θα με θεωρούσαν οπωσδήποτε ύποπτον. Σκέφτηκα ότι η καλύτερη δουλειά ήταν να τραβήξω μέσα στο χωριό κι όχι έξω. Προτίμησα λοιπόν το μέσα. Πήρα την κατεύθυνση του χωριού κι άφησα ξοπίσω μου τους Γερμανούς να μ΄ ακολουθούν.
Λίγο ήθελα ακόμα να μπώ στο κέντρο, όταν ένας γέρος έβγαινε προς τα έξω με δύό άλογα ξεσαμάρωτα άσπρα. Το Γεροντάκι μ΄ αναγνώρισε και με σταμάτησε λέγοντας:
-Που πας , ρε παιδί μου, στη φωτιά πας να πέσεις; Το χωριό έχει πήξει από Γερμανούς και συ πας να πέσεις επάνω τους;
-Κοίταξε- του λέω- τι γίνεται πίσω μου. Και του κάνω νόημα να δει τους Γερμανούς, που έρχονται από πίσω.
Ο Γέρος κάνει μια γριμάτσα εσχάτης επελπισίας και προσθέτει:
-Πως έμπλεξες έτσι, βρε παιδί μου;
Αληθινά είμαι ανάμεσα στο σφυρί και στ΄ αμόνι, και σκέφτουμαι τι μπορούσα να κάνω για ν΄ αποφύγω τον κίνδυνο, που με πολιορκεί.
 Ξαφνικά σκέφτηκα κάτι και το θέτω αμέσως σ΄ εφαρμογή. Κάνω μια απότομη μεταβολή προς το γέρο και τους δίνω την εντύπωση ότι εγώ μαζί του είμαι συγγενής. Μ΄ ένα μπαστούνι, που κρατώ στα χέρια μου, χτυπώ τ΄ άλογα.

Σελ.153
Και βγαίνω μαζί του προς τα έξω. Διασταυρωνόμαστε με τους Γερμανούς, χωρίς να υποψιαστούν τίποτα. Το κόλπο μου έπιασε…
Ακολούθησα το γέρο προς τα έξω και έφτασα στα στενά των Δερβενακίων. Εκεί ήταν μια στρούγκα.
Ο τσοπάνης με φιλοξένησε με «βραστρογαλιά» και κατά τις έξι το βράδυ ξαναγύρισα στο χωριό, αλλά από τα πρώτα σπίτια με πληροφορούν ότι οι Γερμανοί είναι ακόμα μέσα.
Μπήκα αργά τη νύχτα, όταν είχαν φύγει, αφού πήραν μαζί τους όσα ρούχα μπόρεσαν να συγκεντρώσουν με τη βία.
Αυτή την ημέρα, φαίνεται, πως μ΄ έτρωγε- όπως λένε- το αίμα μου.

Απρόσμενη πρόσκληση
Βρίσκομαι στο Σπαθοβούνι, πρώτα «Μερτσαούση» χωριό του τομέα μο, για οργανωτικά θέματα και προσπαθώ να κρατήσω ακμαίο το φρόνημα του Λαού. Εκεί συναντώ τυχαία ένα ΕΑΜικό σύνδεσμο και μου λέει:
-Καλά που σε βρήκα. Να πας προς τα πάνω και να παρουσιαστείς στο συναγωνιστή Άραχθο, που σε θέλει.
Δεν ξέρω βέβαια τους λόγους, αλλά ούτε κι ο σύνδεσμος ήξερε να με κατατοπίσει.
Την ίδια στιγμή φεύγω για ν΄ ανταποκριθώ στην πρόσκληση που πήρα. Φεύγοντας από το Σπαθοβούνι πέφτω σε μια ρεματιά μεγάλη. Στη βάση της ανταμώνω τον Νεμεάτη Καραπάνο.*[*"Παναγιώτης Ιωάννη Καρυώτης (Καραπάνος).Αγρότης, από τη Νεμέα.Γεννήθηκε στη Νεμέα το 1914. Στέλεχος του ΕΑΜ, ΚΚΕ, ΟΠΛΑ. Καταδικάστηκε και εκτελέστηκε στις φυλακές του Καλαμιού Κρήτης στις 20-4-1949. "
Θεόδωρας Ιωάννη Καρυώτης (αδερφός του Παναγιώτη).Γεννήθηκε στη Νεμέα το 1915. Ήταν στο ΕΑΜ...Το 1946 συνελήφθη και φυκακίσθη. Καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελάσθη στην Κόρινθο στις 17-9-1949]
Οι πρώτες κουβέντες που αλλάξαμε μαζί μ΄ έβαλαν σε πολλές σκέψεις κι ερωτηματικά. Πολλά δε φανέρωναν, όχι συναγωνιστικότητα, αλλά ειρωνία κι  υπεροψία.
Κάνει έτσι και πιάνει το πιστόλι μου στη μέση και με ρωτά:

Σελ. 154
-Τι το θες αυτό;
-Γιατί με ρωτάς;Είναι δικό σου;
-Πάω στον πρώην τομέα σου, τη Σολυγεία
-Γιατί πας;
-Γιατί εσύ τάχεις κάνει θάλασσα.
-Και πας τώρα να τα φτιάξεις εσύ;
Μου έριξε ένα βλέμμα περιφρονητικό κι έφυγε…
Τώρα φανερό ήταν, ότι η νέα Ηγεσία ούτε με το Φωτεινό, που μ΄ αντικατέστησε, ήταν ευχαριστημένη. Κι έστελναν τώρα τον Καραπάνο με νέες εντολές να διορθώσει τα «κακώς κείμενα».
Ποιος τον έστειλε; Και ποιανού γραμμή θα εχτελούσε;
Άμα ψάξει ο Αναγνώστης θα τον βρεί. Θα είναι εκατό τα εκατό κάποιος από τους μετέπειτα… «Ανανήψαντες».
Όσο για το τι διαταγές είχε, τούτο φάνηκε αμέσως.
Δεν πρόλαβε ν΄ αναλάβει τον τομέα και πλάκωσαν τα μαντάτα:
Δέκα πέντε θύματα στο «άψε σβύσε»
Να πω πως φταίει αποκλειστικά ο Καραπάνος, θα ήμουν άδικος. Ούτε θέλω, αλλά ούτε πρέπει να είμαι. Στο κάτω κάτω της γραφής, αυτός διαταγές εχτελούσε.
Ήταν θύτης και θύμα ταυτόχρονα.
Εκείνος όμως πλήρωσε. Και κείνοι, που έδωσαν τις εντολές, έγιναν μεταπελευθερωτικά γνήσιοι και ακραιφνείς Εθνικόφρονες! Κι άφησαν εκείνον ακάλυπτον.

Μπροστά στον Άραχθο.
Ο τρόπος που με δέχτηκε ο Άραχθος, έδειχνε άνθρωπό προκατειλημμένο εναντίον μου. Όταν τον ρώτησα που οφείλεται η πρόσκλησή του, αντί να μου απαντήσει, μου έκανε την υπόδειξη να καθίσω λίγω να ξεκουραστώ.
Η υπόδειξή του αυτή και όλη η στάση του, που δεν

Σελ.155
ήταν διακριτική, μου προκάλεσε εύλογες απορίες και πολλά ερωτηματικά. Τα οποία μπαίνουν πιο έντονα την άλλη μέρα, όταν παρουσιάστηκα πάλι μπροστά του και άκουσα την ίδια απαράλλαχτη υπόδειξη:
-Κάθησε λίγο να ξεκουραστείς.
Και μόνο το τρίτο βράδυ, δίνοντάς μου κάθισμα να καθήσω, μου λέει γιατί με κάλεσε απάνω:
-Εσύ κατηγορείσαι για πολλά πράγματα.
-Για ποια συγκεκριμένα; Τον ρωτάω.
-Πρώτα-πρώτα, έβαλες μέσα στην Οργάνωση την Αντίδραση. Ύστερα, ήρθες σ΄ επαφή με αντιδραστικούς της Κορίνθου. Τον Δήμαρχο Παπαδόπουλο και το Γραμματέα του Δήμου Σταυρόπουλο. Ακόμα, πήγες να εμποδίσεις τη σύλληψη του Μπαρλιά και άλλα..
Τον ρωτώ:
-Ποια αντίδραση έβαλα στην Οργάνωση;
-Το Σταύρο τον Καλλαρά…
-Το Σταύρο τον Καλλαρά-αμύνομαι- πήρα εντολή από τον Σωκράτη να τον οργανώσω. Αλλά και εντολή να μην είχα, την ενέργειά μου αυτή, σαν προσχώρηση ενός νέου μέλους στις τάξεις μας, μόνο σαν επιτυχία θα την έβλεπα και το ίδιο-πίστευα- κι εσείς…
-Επιτυχία!...
Είπε κοροϊδευτικά και υψώνοντας τη φωνή του
-Το ξέρεις ότι ο Καλλαράς τούτη την ώρα είναι στα Τάγματα Ασφαλείας.
Άνοιξε η γης και με κατάπιε… Αλλά μπόρεσα να συνέρθω γρήγορα και, σαν να βεβαιωθώ ότι καλά άκουσα, τον ρώτησα:
-Αυτό που λές είναι αλήθεια;
-Αλήθεια…
Ο Αναγνώστης, προτού προχωρήσω, πρέπει να

Σελ. 156
μάθει ότι ο Άραχθος δεν μου έλεγε την αλήθεια που κατηγορηματικά βεβαίωνε.
Ο Καλλαράς, αργότερα πολύ, έφυγε από κοντά μας. Όμως αυτό έγινε, όταν είχε πιά διαπιστώσει ότι κινδύνευε η ζωή του…
Εγώ, τότε, δεν ήξερα ότι ο Άραχθος μπλοφάριζε. Ίσως όμως να τον είχαν βεβαιώσει κι έτσι. Αργότερα το έμαθα και γιαυτό πίστεψα στα λόγια του. Εκείνη η δήθεν αποκάλυψη, με είχε κυριολεκτικά συντρίψει…
-Αλήθεια, μάλιστα!, μου ξαναλέει.
Και αμέσως με πληροφορεί ότι ως ότου ξεκαθαριστεί η θέση μου, θα είμαι κάτω από επιτήρηση.
Ένας άλλος στη θέση μου, θα έχανε το θάρρος του.Εγώ όχι. Η πίστη μου με όπλισε και με υπομονή και με κουράγιο.Κι  αν είχα ένα παράπονο, το φανέρωσα με τρόπο αντρίκιο. Έβγαλα το πιστόλι μου, του τόδωσα και του είπα:
-Δεν στέκει να οπλοφορεί ένας, που βρίσκεται κάτω από επιτήρηση…
Πήρε το πιστόλι μου χωρίς να πει λέξη. Και, την ίδια στιγμή, κάλεσε έναν αντάρτη, το γενναίο και ανάπηρο της Αντίστασης σήμερα Χρήστο Ταρούση, από τη «Κυράς Βρύση», για να του αναθέσει την επιτήρησή μου.
Ώρα έκανε να συνέλθει ο Ταρούσης μετά απ΄ όσα είδε και άκουσε. Με ήξερε καλά, ήξερε τη δράση μου. Και σκεφτόταν ότι κάποιο λάθος θάχει γίνει… Τον «Διπλό» (αγωνιστικό μου όνομα στα χρόνια της κατοχής) δεν μπορούσε να τον φανταστεί κρατούμενο. Εξ άλλου, ήταν αδύνατο να χωρέσει στο νου του, ότι στις τάξεις μας βρίσκονταν άνθρωποι, που για να εξοντώσουν ένα συναγωνιστή, καταφεύγουν σε σκευωρίες.
Έμεινε κοντά μου, περισσότερο για να μετριάζει τη λύπη μου, παρά για να μ΄ επιτηρεί.

Σελ.157
 Όταν ήρθε η ώρα του ύπνου και είδα ότι μου ετοιμάζουν χώρο στο κρατητήριο, να κοιμηθώ μαζί με πιασμένους για προδότες, αναστατώθηκα. «Ως εδώ και μη παρέκει», τους είπα, με δυσκολία κρατώντας το θυμό μου. «Αυτό που θέλετε να κάνετε, μου είναι αδύνατο να το ανεχτώ».
Μίλησα έτσι, όχι γιατί πίστευα πως θα τους φοβίσω. Αλλά γιατί-πραγματικά- ήμουν αποφασισμένος ν΄ αντιδράσω, πάνω από κάθε ιεραρχία και να δώσω δημοσιότητα στην προσωπική μου αυτή υπόθεση. Να την κάνω γενική υπόθεση του Κινήματος, όλων των αγωνιστών. Μια που –στο κάτω-κάτω- ήταν μια ακόμη περίπτωση ανάμεσα σε πολλές παρόμοιες… Και ακριβώς γιατί μεταχειρίστηκα τέτοια γλώσσα, σκέφτηκαν να ανακαλέσουν τη διαταγή τους και να δώσουν εντολή στον Ταρούση να κοιμάται αυτός μόνο κοντά μου. Έτσι, γλύτωσα από την παραπέρα ταπείνωση.

Εφιάλτες
Αυτά γίνουνται στο Μπούζι της Στυμφαλίας, όπου συνεχίζεται η επιτήρησή μου.
Ένα από τα καταθλιπτικά εκείνα βράδυα, που καθόμουν στο καφενείο του χωριού κι αναρωτιόμουν αν μου έπρεπε τέτοια άδικη μεταχείριση, βλέπω τον φύλακά μου να κουβεντιάζει μ΄ έναν άλλο αντάρτη.
Ούτε ενεπίτρεπτο, ούτε περίεργο ήταν το πράγμα. Εγώ όμως, όσο τους παρακολουθούσα να συνομιλούν και πότε –πότε να βλέπουν προς το μέρος που κάθομαι, σαν για να βεβαιωθούν ότι είμαι κει, στην αρχή υποψιάστηκα… Κι ύστερα πίστεψα ότι κάτι το σοβαρό γίνεται, ή πρόκειται να γίνει, που δεν είναι άσχετο με μένα…
Για ν΄ απαλλαγώ από τον εφιάλτη, σκέφτουμαι να χαθώ για λίγο. Αν ανησυχήσει ο Ταρούσης, σίγουρα η συζήτησή του με τον άλλον αντάρτη αφορούσε εμένα…

Σελ.158
Βγαίνω έξω, παίρνω ένα δρομάκι. Δεξιά κι αριστερά μου μεγάλα πουρνάρια, που οι κορφές τους ενώνουνται και σχηματίζουν αψίδα.
Προχωρώ καμμιά εκατοστή μέτρα και γυρίζω.
Η συζήτηση συνεχίζεται, κανείς από τους δύο δεν είχε αντιληφθεί την απουσία μου.
«Έπρεπε να την παρατείνω ακόμα», σκέφτηκα. Και ξαναφεύγω. Όμως, τούτη τη φορά αργώ πολύ να γυρίσω, οι δύο αντάρτες έχουν στο μεταξύ διαπιστώσει ότι λείπω. Ο Ταρούσης μάλιστα στέκεται στην πόρτα του καφενείου, την ώρα που επιστρέφω με αναζητεί με το μάτι, ανήσυχος…
 Όταν με είδε να πλησιάζω, έδειξε σα να δοκίμαζε ανακούφιση.
-Άντε ρε Διπλέ, που είσαι;
-Πήγα προς νερού μου, τον καθησυχάζω.
Αλλά η αγωνία που είχε απλωθεί στη φυσιογνωμία του, ενίσχυσε τις υποψίες που είχα, ότι κάτι μου μαγείρευαν…
-Άντε, πάμε για ύπνο, μου λέει.
Προχωρούμε. Μ΄ αφήνουν όμως να βαδίζω μπροστά κι  αυτοί μ΄ ακολουθούν σιγοκουβεντιάοντας.
Το συνδυάζω αυτό με την προηγούμενη πολύωρη συζήτηση τους, το συσχετίζω με την αγωνία του Ταρούση και με το γεγονός ότι ο άλλος αντάρτης δεν αποχωρίζεται το φύλακά μου, και συμπεραίνω πως έχουν σχέδιο να με χτυπήσουν από πίσω. Αλλά σε κάποιο σταυροδρόμι, ο άλλος με αφήνει στον Ταρούση, μας καληνυχτίζει και φεύγει.
Φεύγει και ησυχάζω, για ν΄ αρχίσω πάλι ν΄ ανησυχώ, όταν ο Ταρούσης με παρακαλεί, πριν πέσουμε για ύπνο, να τον ξυπνήσω τον ξυπνήσω το πρωΊ στις τέσσερις. Γιατί στις τέσσερις;
Αυτό το αδυσώπητο «γιατί» και η σκέψη που το

Σελ.159
ακολουθεί μοιραία, ότι θα πήραν την απόφαση να μ΄ εχτελέσουν εκείνη την ώρα, με κρατούν ξάγρυπνο «Συνήθως, εκείνη την ώρα δε γίνονται οι εκτελέσεις;» σκέφτομαι.
Στις τέσσερις τον ξυπνώ…
Σηκώνεται, ντύνεται και φεύγει μόνος. Οι εφιάλτες έχουν διαλυθεί…

Καραβάνι από κρατουμένους (Καλλαράς κ.λ.π.)
Σ΄ένα γράμμα που έγραψα κάποιο βράδυ, όταν με επιτηρούσαν ακόμα, άπλωσα όλη την αποκαρδίωση που δοκίμαζα τότε. Ήταν μια έντονη μαρτυρία μου εναντίον της Ηγεσίας, για την άθλια μεταχείριση ενός αγωνιστή με πλούσια και λαμπρή ιστορία, σαν τη δική μου… Και ήταν ακόμα μια έκφραση αγανάχτησης εναντίον εκείνων, που τα τολμούσαν όλα, προκειμένου να μου κολλήσουν τη ρετσινιά του προδότη…
«Προτιμώ το θάνατο-έλεγα- από μια τέτοια ντροπή». Γιατί τη ρετσινιά του προδότη θα την έφερναν και τα παιδιά μου, σ΄ όλη τους τη ζωή. «Τα παιδιά αυτά που τα γαλούχησα με ιδέες προδευτικές, που τα έμαθα να περιφρονούν το θάνατο και που βρίσκονται τώρα στο βουνό και μάχουνται, μαζί με τον πατέρα και τη μάνα τους, κάτου από τη σημαία του ιδανικού της Λευτεριάς του Λαού…»
Έγραφα κι άλλα. Αλλά, μια παροιμία λέει: «Κουφός είναι κείνος που δεν θέλει ν΄ ακούσει». Κι αυτοί που με κυνηγούσαν ήσαν απ΄ αυτούς τους κουφούς που, δ ε ν  θ έ λ ο υ ν  ν΄ α κ ο ύ σ ο υ ν  τ ί π ο τ α…
Μια μέρα απ΄ αυτές, μαθαίνω ότι σε λίγο θα φτάσει στο χωριό με συνοδεία ένα καραβάνι κρατουμένων. Και ότι, ανάμεσα σ΄ αυτούς ήταν και ο Καλλαράς.
Εγώ, μη γνωρίζοντας ότι ο Άραχθος μου είχε πεί ψέματα για τον Καλλαρά και τη δράση του στα Τάγματα

Σελ. 160
Ασφαλείας, δέχουμαι την πληροφορία με επιφύλαξη.
Σε λίγο φτάνει το καραβάνι και προχωρεί στο καφενείο. Ανάμεσά τους, εκτός από τον αείμνηστο Λεωνίδα Γιαννόπουλο, είναι πράγματι κι ο Καλλαράς…*
(* σ.σ. Εδώ είναι καταφανές ένα ψεύδος, είτε από το "Διπλό, είτε από τον Καλαρά! Δεν ξέρω! Και δεν ξέρω και την σκοπιμοτητά του! Επισημαίνω απλώς ότι ο Καλαράς έγραψε μεταγενέστερα το βιβλίο-1995- αφού είχε διαβάσει το βιβλίο του "Διπλού"-1982!
Γράφει ο Καλαράς στο βιβλίο του ότι ενώ ήταν κρατούμενος ο "Διπλός" στο Μπούζι , πήγε στο Σοφικό σε αντίθεση με τα γραφέντα από το"Διπλό"!!!!!-Βλέπε και ανάρτηση (059),Σελ.36 το σχετικό απόσπασμα:
«....Η Κυρία Γιαννούλα που βρισκότανε κι αυτή στον αγώνα μαζί με τον άνδρα της και τα παιδιά τους Χρήστο και Κάρολο, μου έδωσε θάρρος και με πληροφόρησε ότι ο άνδρας της έχει πληροφορηθεί και ενημερωθεί για όλα όσα γίνονται εις βάρος μου άδικα και θα κάνει το καλύτερο για μένα, εκεί που βρίσκεται στο Αρχηγείο στο Μπούζι από ημέρες, και μου είπε ότι πρόκειται να έλθει στο Σοφικό…Και πράγματι, την άλλη μέρα ο Διπλός έφτασε στο Σοφικό, γεγονός που με ενεθάρρυνε περισσότερο η παρουσία του, καθότι αυτός εγνώριζε, καλύτερα από κάθε άλλον, όλες τις προσπάθειές μου, απ΄ αρχής, στον αγώνα και γι΄ αυτό έτρεξε να ΄ρθει στο Σοφικό, για να προλάβει τυχόν βεβιασμένες αποφάσεις και ενέργειες εις βάρος μου...»
-----------
Απορίας άξιο σχετικά είναι και ότι ο "Διπλός" δεν αναφέρει για την οργάνωση ΕΒΑΜ του Καλαρά όπως και ο Καλαράς δεν την ονοματίζει! Οπωσδήποτε όμως ο "Στάθης" την ήξερε ,γιατί στην περιοχή μέχρι και σήμερα την αναφέρουν!) 
Με βλέπει… Δεν ξέρει, ότι περισσότερο δεινή απ΄ τη δική του, είναι η δική μου θέση… Νομίζει πως βρίσκει μια σανίδα να πιαστεί, να ωθεί… Και έρχεται κοντά μου…
-Μίλα ρε Διπλέ, μίλα εσύ που με ξέρεις καλά. Είμαι προδότης εγώ;
Τα λόγια του, παράπονο και διαμαρτυρία για τη συλληψή και το διασυρμό του, μου τα επαναλαμβάνει και ο άτυχος Γιαννόπουλος, που με βουρκωμένα μάτια επικαλείται και την ιδιότητα του, σαν οπαδού των προοδευτικών ιδεών.
Κοιτάζω πότε τον ένα, πότε τον άλλο… Και ακούω τις απεγνωσμένες εκκλήσεις τους, χωρίς να καταφέρνω να πω λέξη… Νοιώθω μόνο πόνο… Και το χρέος να τρέξω, να βρώ όποιον μπορώ, να τους σώσω…
Το έκανα χωρίς κανένα δισταγμό. Με προθυμία και συναίσθηση της ευθύνης που έπαιρνα, εκεί που έπρεπε.

Στο ΄Ανταρτοδικείο
Το ανταρτοδικείο που θα μας δίκαζε, είχε συγκροτηθεί από το γνωστο στον αναγνώστη Στάθη- τον άλλοτε Τριαντάφυλλο- από τον Κώστα Μακρή, δικηγόρο και τον Βαγγέλη Τσάλτα, συντεχνίτη μου τσαγγάρη.
Ο Στάθης, Θεσσαλός νομίζω την καταγωγή, ήταν ανώτερος τριατατικός. Η 4η  Αυγούστου τον είχε χρόνια στην Ακροναυπλία. Φυματικός από τα βασανιστήρια και τις ταλαιπωρίες. Μπορεί και σχιζοφρενής… Άρκούσε ν΄ αλλάξει κανείς δυό κουβέντες μαζί του, για να καταλάβει πως είχε να κάνει με άνθρωπο, που έπασχε από μανία καταδιώξεως. Υποπτευόταν όλους και όλα. Όσα έπαθε,

Σελ. 161
νόμιζε  πως έπρεπε να του τα πληρώσουν…Όχι μόνο οι αντιδραστικοί, αλλά και οι ομοϊδεάτες του… Ή –έστω- όσοι απ΄ αυτούς δεν δέχονταν να του αναγνωρίσουν το «παπικό αλάνθαστο», Ψηλός, χλωμός κι αδύνατος.
Έλεγαν πως ήταν «τέρας μορφώσεως». Ήταν απλώς τ έ ρ α ς.
Ο Κώστας Μακρής, Δικηγόρος απ΄ το Λιόπεσι της Κορινθίας, είχε κι  αυτός δεινοπαθήσει κατά τη διάρκεια της Διχτατορίας του Μεταξά. Έκανε χρόνια φυλακή. Μα ούτε φυλακή, ούτε τα δεινοπαθήματα του σκότισαν το νου…
  Μαρξιστικά μορφωμένος, ήξερε να οικοδομεί και όχι να γκρεμίζει.
Ο Βαγγέλης Τσάλτας, από τα περίχωρα της Καλαμάτας, ήταν, καθώς είπα, τσαγγάρης.
Καλλιεργημένο μυαλό και στοιχείο ηθικό.
Το παρακάτω περιστατικό, θαρρώ πως τον χαρακτηρίζει καλά.
Κάποια μέρα, βλέπει στο μαγειρείο να ετοιμάζουν δύο λογιών συσσίτιο. Το ένα σε χύτρα, το άλλο σ΄ ένα καζάνι.
-Για ποιόν είναι αυτό;
Ρωτά τη μαγείρισσα (τη γυναίκα του Μιχάλη Αντωνίου), για τη χύτρα.
-Για τα στελέχη.
Τον πληροφορεί η μαγείρισσα.
-Τουμπάρισέ το αμέσως στο καζάνι! Εγώ, χρόνια αγωνίζουμαι για να καταργηθούν οι διακρίσεις και τα προνόμια. Κι  εκεί που έφτυσα, δε σκύβω να γλείφω!
Η μαγείρισσα συμμορφώθηκε. Και, δεν έχω αμφιβολία, «μετά χαράς». Για να καταργηθούν οι διακρίσεις αγωνιζόταν κι  εκείνη, μαζί και ο άντρας της.

Σελ. 162
Το σκηνικό της Δίκης
Ένα δωμάτιο απλό, ένα τραπέζι, δυό καρέκλες κι ένα ντιβάνι, όπου ο Στάθης, βρίσκεται ξαπλωμένος σ΄ αυτό. Έχοντας τις παλάμες του πλεγμένες πίσω στο κεφάλι του και παρακολουθώντας έτσι ανάσκελα τη διαδικασία…
Όλ΄ αυτά, δίνουν την εικόνα του ανταρτοδικείου που δικάζει.
Ο Τσάλτας διαβάζει το κατηγορητήριο:
-Εσύ Διπλέ κατηγορείσαι:
1ον) Ότι έμπασες στην οργάνωση ανθρώπους της αντίδρασης, σαν τον Καλλαρά…
2ον) Ότι ήρθες σ΄ επαφή με το Δήμαρχο της Κορίνθου Παπαδόπουλο και το γραμματέα του Δήμου Σταυρόπουλο.
3ον) Ότι αρνιόσουν να χτυπήσεις την αντίδραση.
4ον) Ότι για να φιλοξενήσεις το Σταυρόπουλο στο χωριό Κουταλά, έδωσες εντολή να σφάξουν ένα αρνί.
5ον) Είχες φυτέψει ρεβίθια μισιακά μ΄ έναν αγρότη.
6ον) Ότι συγκέντρωνες βούτυρο και τυρί για την οικογένειά σου.
Άκουσα το κατηγορητήριο και σκεπτόμουν πως μερικά απ΄ αυτά, για τα οποία με κατηγορούσαν, μπορεί να είχαν και λίγη αληθοφάνεια για κείνους που αγνοούν την πίστη μου στον αγώνα και τη φανατισμένη αφοσίωσή μου στα ιδανικά του.
Ποιος όμως μπορούσε να φανταστεί ένα μαχητή, που παίζει κάθε λεπτό το κεφάλι του κορώνα-γράμματα, να κάνει κολληγιές με αγρότη, για να καρπωθεί ρεβίθια για την οικογένειά του;
Για να αντικρούσω τέτοιες γελοίες κατηγορίες, δε θα χρειαζόταν καν ν΄ απολογηθώ. Έφτασε να πω στους δικαστές μου, ποιος είμαι, πόσα χρόνια αγωνίζομαι, και πάντα στην πρώτη γραμμή, πόσους κινδύνους αντιμετώπισα σ΄ όλα τούτα τα χρόνια, και που βρίσκεται η οικογένειά μου,

Σελ. 163
διαλυμένη, παρ΄ ό, τι πολυμελής, για να τους βουλώσω το στόμα το πρόστυχο.
Απολογήθηκα έτσι περίπου:
-Άκουσα τις κατηγορίες που με βαραίνουν. Άς τις εξετάσουμε τάρα μία- μία, με τη σειρά τους…

Υπόθεση Καλλαρά
- Τον Καλαρά εγώ προσωπικά δεν τον ήξερα στην όψη.
Τη χρησιμοποίησή του μου την είχε υποδείξει ο αείμνηστος Χρήστος Αντωνίου (΄Σωκράτης¨), νομαρχιακός τότε του Νομού Αργολιδοκορινθίας, όταν συναντήθηκα μαζί του στα Θήκια…Η συνάντηση του Σωκράτη, δεν ήταν σύσταση για μένα απλή, ήταν διαταγή. Η χρησιμοποίησή του (Στ. Καλαρά), μονάχα σαν επιτυχία μπορεί να χαρακτηριστεί.
Με την δημοτικότητα και το μεγάλο κύρος του, μας έχει προσφέρει και θα μας προσφέρει ακόμα πολλά.
Είμαι σύμφωνος ότι δεν είναι κομμουνιστής. Αλλά το ΕΑΜ δέχεται στις γραμμές του όλους τους Έλληνες, ανεξάρτητα απ΄ αυτή ή την άλλη πολιτική ή ιδεολογική τοποθέτησή τους. Εξόν από τους προδότες και τους συνεργάτες του εχθρού. Και ο Καλαράς δεν είναι ούτε προδότης ούτε συνεργάτης του εχθρού. Αν ήταν, εγώ δεν θα βρισκόμουν τώρα εδώ. Δεν θα βρισκόμουν καν στη ζωή. Θα μπορούσε να κάνει μεγάλη ζημιά και στον αγώνα και σε μένα προσωπικά, τη μεγαλύτερη. Αλλά στάθηκε μαχητής με ενθουσιασμό και μπεσαλής.
Τώρα τον άνθρωπο αυτό τον έχετε κρατούμενο.
Έτσι, όπως ενεργούμε, βοηθάμε την αντίδραση και γκρεμίζουμε, χωρίς να φτιάχνουμε…

Υπόθεση Σταυρόπουλου
Ό, τι έκανα κι έχει σχέση με το Σταυρόπουλο, όχι μόνον

Σελ. 164
το γνώριζαν οι πιο πάνω από μένα, αλλά και το επικροτούσαν. Ούτε βήμα δεν έκανα, που να μη το ξέρει ο αείμνηστος Σωκράτης και ο επιζών Πελοποννησιακός Στασινόπουλος. Γιατί, πως μπορούσα να ενεργούσα κρυφά, ύπουλα και προδοτικά, όπως λέει το κατηγορητήριο; Να κινητοποιήσω την Ο Π Λ Α. Να σφάξω αρνί για να φάμε τόσοι νομάτοι. Γίνονται αυτά τα πράγματα εν αγνοία της προϊσταμένης αρχής;
Η πρόταση ήταν δική μου, βέβαια, και αν κατορθώσαμε να πραγματοποιηθεί, θα ήταν ένα επίτευγμα χωρίς προηγούμενο, παίρνοντας το Δήμαρχο της πόλης με το μέρος μας…
Όλα αυτά, δεν μπορεί να τα βεβαιώσει ο Σωκράτης, επειδή, κατά κακή μου μοίρα, δεν υπάρχει πιά. Μπορεί όμως να τα βεβαιώσει ο ζωντανός Πελοποννησιακός, Σωτήρης Στασινόπουλος. Αλλά κι ο Στασινόπουλος αν δεν υπήρχε, έχετε τη μαρτυρία της ΟΠΛΑ με αρχηγό της Γιάννο.
Εκτός του κόσμου τούτου, που με περιστοίχιζε, είχα παρακαλέσει να παρακολουθήσουν τις συζητήσεις, έρχόμενοι γι΄ αυτό, ο Χρήστος Πούλος και ο Λάκης Λαζανάς…
Πως μπορούσε μια τέτοια κινητοποίηση να είχε ύπουλους σκοπούς; Η κοινή λογική λέει ό χ ι… Δεν είναι δυνατόν.

Υπόθεση Μπαρλιά
-Θα ήταν ανανδρεία ν΄ αρνηθώ ότι προσπάθησα ν΄ αποτρέψω τον «Αητό» Τόγια να συλλάβει το Μπαρλιά. Πράγματι το προσπάθησα και λυπάμαι που δεν το κατόρθωσα, ν΄ ανατρέψω την πράξη του. Θα είχα προλάβει ένα έγκλημα που, αντί να τρομοκρατήσει την αντίδραση, ζημίωσε τον αγώνα μας… Ένα ολόκληρο χωριό ξεσηκώθηκε εναντίον μας, η δε αντίδραση –ξέροντας πόσο αγαπητός ήταν ο Μπαρλιάς- δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει το

Σελ. 165
περιστατικό αυτό, σαν ένα από τα δραστικά όπλα για να μας χτυπήσει. Αφήνω που δεν ενεργούσα και στην περίπτωση αυτή κάτι αυθαίρετο, γιατί και σ΄ αυτό είχα τη συγκατάθεση του Σωκράτη και του Πελοπονησιακού, οι οποίοι έκριναν για την υπόθεση Μπαρλιά να ενεργήσω σύμφωνα με τις δικές μου αντιλήψεις.

Υπόθεση της αντίδρασης
-Όσο για την άρνησή μου να χτυπήσω την αντίδραση, έχω να πώ τούτο: Στον τομέα μου υπάρχουν βέβαια αντιφρονούντες, που αρκούνται σε κάποια παθητική αντίσταση, αλλά δεν υπάρχουν αντιδραστικοί, που να ζημιώνουν τον αγώνα μας με την όποια δράση τους και να χρειάζεται γι΄ αυτό να τους αφαιρέσουμε τη ζωή…

Βούτυρο και τυρί
-Εδώ το καλύτερο που έχω να κάνω είναι να αψηφήσω την κατηγορία αυτή. Θα υποτιμούσα, συναγωνιστές, τη νοημοσύνη σας, εάν επιχειρούσα ν΄ απολογηθώ. Κι ο αφελέστερος καταλαβαίνει, ότι ούτε βούτυρα χρειάζεται ούτε τυριά ο άνθρωπος, που δεν δίστασε να ξεσπιτωθεί και να διαλύσει την οικογένειά του – γυναίκα και τέσσερα μικρά παιδιά – για τον αγώνα της πατρίδας του.
Στο σπίτι μου έχουν εγκατασταθεί τσολιάδες. Το λεηλάτησαν τελείως, δεν υπάρχει μέσα τίποτα. Ένα μεγάλο βαρέλι κρασιού, γκρέμισαν το σπίτι γιατί δεν έβγαινε και το πήραν. Μέχρι το ρολόϊ του ηλεκτρικού ξήλωσαν και το πήρανε. Τα τραπέζια και τις καρέκλες του παραλιακού μου κέντρου τα σκόρπισαν σ΄ όλα τα χωριά της Βόχας.
Κι εγώ γυρίζω στα βουνά οικογενειακώς, παίζοντας τα κεφάλια όλων…

Η Κολληγιά
-Έχουμε όμως και την κολληγιά, που έκανα μ΄ έναν αγρότη, για να εξασφαλίσω τα ρεβύθια της χρονιάς μου!...
Εδώ συναγωνιστές, το πράγμα καταντά καλαμπούρι…
Στο σημείο αυτό της απολογίας μου ο Στάθης, αλλάζει τη στάση του. Από ξαπλωμένος, που είναι στο ντιβάνι, γυρίζει και, πιάνοντας με τις παλάμες τα γονατά του, με ρωτά:
 -Με γνωρίζεις εμένα ρέ;
-Σε γνωρίζω, του απαντώ.
-Ποιος είμαι;
-Είσαι ο πρώην Τριαντάφυλλος και τώρα Στάθης.
-Εγώ είμαι ρε, γ….. το Χριστό σου! Εγώ , που δε μ΄ άφησες σε Θεού κλαρί, όταν ήμουν στην Κόρινθο, εσύ κι ο Μπαλάσκας κι ο Σκουτερόπουλος!
Ο αναγνώστης θα πρέπει να θυμάται ότι ο συντεχνίτης μου και σύμπαγκός μου Σπύρος Μπαλάσκας, βρίσκεται εκτελεσμένος από τους Γερμανούς στον κόρφο της Σολυγείας μαζί με άλλους, μεταξύ των οποίων κι ένας ιταλός αντιφασίστας, που προσχώρησε στον ΕΛΑΣ. Ο δε Σκουτερόπουλος, μόλις και γλύτωσε από του χάρου τα δόντια, κατά το δεύτερο αντάρτικο. Αγνός κι  αυτός και φλογερός ιδεολόγος. Αυτά όμως δεν εμπόδισαν το Στάθη ν΄ ασεβήσει στη μνήμη του πρώτου και ν΄ αδικήσει τον δεύτερο.
Στο σημείο αυτό που με κατηγορεί ότι δεν τον άφησα σε θεού κλαρί, και θυμίζω ότι τον καιρό εκείνο της κατηγορίας αυτής εγώ έπαιζα κορώνα – γράμματα τα κεφάλια όλης μου της οικογένειας, γιατί στο σπίτι μου εγίνοντο συνεδριάσεις της περιφερειακής επιτροπής. Στο σπίτι μου έφερνε ο μηχανοδηγός Γιάννης Δενδρινός από την Αθήνα τον παράνομο Ριζοσπάστη για όλο το Νομό Αργολιδοκορινθίας.

Σελ.166
-Εγώ φιλοξενούσα κι εγώ συντηρούσα με το υστερημά μου τέσσερις – πέντε καταδιωκόμενους.
Έχω να προσθέσω κι άλλα να τον αποστομώσω, αλλά δε μ΄ αφήνει να συνεχίσω.
-Είδα ότι είχα να κάνω με έναν κακόπιστο, μ΄ έναν κακοπροαίρετο άνθρωπο, που ήταν αδύνατο ν΄ αναθεωρήσει τις αποφάσεις του και τις ιδέες του για μένα. Στο σημείο αυτό αρνήθηκα να συνεχίσω την απολογία μου, λέγοντας:
-Εδώ σύντροφοι θα σταματήσω. Βρίσκω πως είναι άσκοπο και μάταιο να εξακολουθήσω την απολογία μου. Ο σύντροφος από κει, έχει βγάλει κι  όλας την απόφασή του.
Στο σημείο αυτό ο Μακρής, που ως τώρα παρακολουθούσε αμίλητος το διάλογο μου με το Στάθη, μου λέει:
-Καλά Διπλέ, πήγαινε έξω…
Βγαίνω από την αίθουσα του ανταρτοδικείου και πηγαίνω στο κιόσκι του μοναδικού καφενείου του χωριού, σίγουρος ότι ο Τσάλτας κι ο Μακρής κατάλαβαν πόσο ήταν ασύστατες οι εναντίον μου κατηγορίες και πόσο εμπαθείς εκείνοι που τις είχαν σχεδιάσει…

Η Διάσκεψη
Ενώ εγώ έχω κάπως ηρεμήσει, μέσα οι ανταρτοδίκες διαπληχτίζονται. Ο Στάθης υιοθετεί όλες τις κατηγορίες και επιμένει στην εχτέλεσή μου, ο δε Μακρής, όπως κι ο Τσάλτας, τις βρίσκουν αβάσιμες. Και η συζήτηση οξύνεται.
-Πόσα χρόνια έκανες φυλακή; Ρωτά ο Στάθης το Μακρή.
-Εννιά.
 -Δεκαεννιά θα κάνεις ακόμα, με το μυαλό που έχεις…
Σ΄ αυτό τον τόνο συνεχίζεται η «Διάσκεψη» του ανταρτοδικείου. *[*Σημειωσή μου: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΑΚΡΗΣ του Γρηγ. Γεννήθηκε στην Γονούσα(Λιόπεσι)  Κορινθίας. Δικηγόρος. Στέλεχος του ΚΚΕ προπολεμικά. Το Δεκέμβριο του 1936  επί Μεταξά συνελήφθηκε και φυλακίσθηκε στην Ακροναυπλία. Απέδρασε από την φυλακή το 1944 και ανέβηκε στο βουνό στην Κορινθία. Ήταν στέλεχος του ΕΑΜ και του ΚΚΕ.
Μετά την Βάρκιζα ήταν Γραμματέας Επαρχιακής Επιτροπής του ΚΚΕ Κορινθίας. Εντάχτηκε στον Δ.Σ.Ε. Σκοτώθηκε τον Ιανουάριο του 1948 , όταν γλίστρησε σε ένα μονοπάτι στις παγωμένες πλαγιές της Ντουρτουβάνας και έπεσε σε μια απότομη χαράδρα.]

Σελ. 168
Όταν ο Στάθης που βλέπει το «θήραμα» να του ξεφεύγει, κάνει μια κίνηση για να βγάλει το πιστόλι του, τον προλαβαίνει ο Μακρής λέγοντας:
-Άμα νομίζεις ότι πρέπει να συζητήσουν τα πιστόλια μας, δεν έχω αντίρρηση…
Είναι τόσο αποφασιστικός ο Μακρής, ώστε ο Στάθης να βάλει πολύ νερό στο κρασί του.
Μεταφέρω τη σκηνή αυτή, όπως μου τη διηγήθηκε ο ίδιος ο Μακρής, όταν αργότερα, μετά την απελευθέρωση τον φιλοξένησα μια μέρα στο σπίτι μου.

Η Απόφαση
Η απόφαση του ανταρτοδικείου στηρίχτηκε σε εισήγηση του Τσάλτα, που θέλησε να βρεί μια μέση λύση, ώστε και ο Στάθης, κατά κάποιο τρόπο, να ικανοποιηεί κι εγώ να σωθώ. Ήρθε στο καφενείο να μου την ανακοινώσει ο ίδιος ο Μακρής, που με βρήκε να κόβω βόλτες νευρικά…
-Τι γίνεσαι, Διπλέ;
-Τι να γίνομαι; Του λέω. Μέχρις ώρας… εχτέλεση δίχως αίματα βλέπω. Γι  αργότερα δεν ξέρω…
-Θέλω να φανείς παλληκάρι, μου λέει.
(Να φανώ παλληκάρι… Τι να υπονοούσε άραγε;)
-Παλληκάρι-τον βεβαιώνω- με κάνει η πίστη μου στο ιδανικό που υπηρετώ.
-Σε τοποθετήσαμε-μου εξηγεί- στον τομέα της εθνικής αλληλεγγύης Φενεού. Κοίταξε να προσφέρεις ό, τι μπορείς.
-Από την ώρα που βγήκα στο βουνό-του λέω- θεωρώ τον εαυτό μου στρατιώτη και σκλάβο του ιδανικού μου και βέβαια λοιπόν θα προσφέρω ό, τι μπορώ. Θέλω όμως μια χάρη συναγωνιστή. Εγώ όπως ξέρεις, με την γυναίκα μου και τα δυό μου παιδιά –το ένα δεκατριών χρονών και το άλλο δεκαπέντε- βρισκόμαστε όλοι στο βουνό. Το παιδί μου το μικρό, ο Κάρολος, είναι στην

Σελ.169
υποδειγματική ΕΠΟΝ του Συν/τος η οποία έμαθα βρίσκεται στον Ασπρόκαμπο. Το παιδί μου Χρήστος βρίσκεται στο συνεργείο οπλισμού του Συν/τος. Και η γυναίκα μου μαγείρισσα του Επιτελείου του Συν/τος. Και τώρα, η χάρη που σας ζητώ:
Νοστάλγησα το μικρό παιδί, τον Κάρολο, και θέλω μια άδεια να πάω να το ιδώ...Αυτό θα γλυκάνει λίγο την πίκρα που γεύτηκα και θ΄ απαλύνει τον πόνο που δοκίμασα…
Μου το επιτρέπει. Τον ευχαριστώ για την απόφασή του, αν και έχω την εντύπωση ότι…από πολεμιστή, με κάνανε παπά…
Κάθομαι λίγο στο καφενείο, αναλογιζόμενος τα προηγηθέντα. Τα πικρόχολα λόγια του Στάθη. Δοκιμάζω κάποια κρυφή χαρά, που η πίστη μου με βοήθησε να υπομείνω ένα τέτοιο οδυνηρό χτύπημα. Γι΄ αυτό χαίρομαι, κι  όχι γιατί καταλαβαίνω το κεφάλι μου στη θέση του.
Έχω τώρα άδεια του Μακρή, να φύγω να πάω να βρώ το παιδί μου, αλλά δεν απομακρύνομαι από το καφενείο του χωριού. Με καθηλώνει η αγωνία μου για την τύχη του Καλλαρά και του Γιαννόπουλου, που η ζωή τους κρίνεται στο ανταρτοδικείο. Θα τους έσωζε κι  αυτούς άραγε η δικαιοκρισία του Μακρή και του Τσάλτα;
Θα τους έσωζε, με το κλίμα που δημιουργήθηκε στο ανταρτοδικείο εναντίον του διώχτη τους Στάθη, με τη θαρραλέα στάση και την αντρίκια απολογία μου;
Περίμενα να μάθω. Και ήταν εύλογη η ικανοποίησή μου , όταν σε λίγο έμαθα ότι όλοι γλίτωσαν τα κεφάλια τους, ολόκληρο το κατηγορητήριο έπεσε σαν χάρτινος πύργος, και ότι κάποια μέση λύση βρέθηκε και γι΄ αυτούς: Να τοποθετηθεί ο Καλλαράς υπεύθυνος του εφεδρικού ΕΛΑΣ στην πεδινή Κορινθία κι ο Γιαννόπουλος διαφωτιστής. Όλοι οι ρέστοι, επίσης ,αθώοι.
Αν εγώ είχα καταδικαστεί, κανένας από τους λοιπούς δεν θα επιζούσε.

Σελ. 170
Φροντίζω όσο μπορώ ν΄ αποφύγω τις περιαυτολογίες, που είναι τόσο δύσκολο σε κείνον που βριογραφεί τον εαυτό του, όπως κάνω εγώ μ΄ αυτή μου την αφήγηση. Οφείλω όμως να σημειώσω ότι, άλλη θα ήταν και η δική μου τύχη, άλλη και η δική τους, αν κάποιος δεν έπαιρνε το θάρρος να ξεδοντιάσει- κι όχι μόνο ν΄ αποστομώσει- το Στάθη, που έβλεπε παντού φαντάσματα και ζητούσε κεφάλια, χωρίς διάκριση.
Αυτό το θάρρος, το πήρα εγώ. Και είμαι για τούτο πολύ περήφανος…

Βιογραφικό σημείωμα Σταύρου Καλλαρά
Για την προσωπική μου περιπέτεια που συνδέεται με τον Σταύρο Καλαρά, ο αναγνώστης ενημερώθηκε στις σελίδες που προηγήθηκαν. Θα ήθελα όμως, για να καταδειχτεί η σύγχυση, η υστερία και η ανευθυνότητα, που εμάστιζαν ορισμένους ηγήτορες του αντιστασιακού αγώνα, να πω λίγα λόγια για τον συμπολίτη μου αυτόν που, στην πραγματικότητα ήταν ένας αγνός πατριώτης.
Ο Σταύρος  Καλαράς γεννήθηκε στο Χιλιομόδι κι έμενε σ΄ αυτό. Ήταν τότε Καθηγητής Γυμναστικής και η εχθρική κατοχή τον βρήκε να θεραπεύεται σε Στρατιωτικό Νοσοκομείο του Λουτρακίου από τραύμα του στο Αλβανικό Μέτωπο. Αμέσως άφησε το Νοσοκομείο και φόρτωσε ένα αυτοκίνητο όπλα, που μετέφερε κι έκρυψε κάπου εκεί στη Μονή Φανερωμένης του Χωριού του. Στη συνέχεια σε συνεργασία με τον Συνταγματάρχη Μανώλη Βαζαίο κι άλλους αξιωματικούς, άρχισε να οργανώνει ομάδες αντικατοχικής δράσης, σε όλα τα χωριά του άλλοτε Δήμου Κλεωνών . Το ΕΑΜ δεν ελιχε κάνει ακόμα την εμφάνισή του στην Κορινθία. Έτσι οι ομάδες αυτές δεν είχαν ούτε ιδέα αντιεαμικού χαρακτήρα. Μόλις όμως εμφανίστηκε το ΕΑΜ κι επακολουθήσανε τα γεγονότα του Φαρμακά και η προσχώρηση του Βαζαίου κι άλλων αξιωματικών σ΄ αυτό, τέθηκε από τα ίδια τα πράγματα και ζήτημα  ενοποίησης κι αυτών με το ΕΑΜ.
Διαπραγματευτής από την πλευρά των ομάδων ήταν ο Σταύρος Καλαράς κι από την πλευρά του ΕΑΜ ο Γιάννης Καπλάνης , που με την έγκριση της Επαρχιακής Επιτροπής του επίδωσε και επιστολή του Βαζαίου. Η συμφωνία ετελειώθη, αλλά η πρακτική της εφαρμογή έγινε όταν εγώ ανέλαβα του τομέα Κλεωνών.
Έτσι βρεθήκανε μέσα στο ΕΑΜ οι ομάδες αντίστασης που είχε οργανώσει ο Καλαράς.
Ας ειπωθεί και τούτο: Ότι την υπόθεση αυτή την παρακολουθούσε και με ιδιαίτερο προσωπικό ενδιαφέρον και ο Α΄ Γραμματέας του ΕΑΜ Αργολιδοκορινθίας αείμνηστος Σωκράτης – Χρήστος Αντωνίου- που όχι μόνο εκτιμούσε τις ικανότητες και την προσφορά του Καλαρά, αλλά και είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στον πατριωτισμό του.
Και να σου τώρα ο Στάθης με την ανέλεγχτη ανευθυνοϋπευθυνότητα του να θέλει τον Σταύρο Καλλαρά αντιδραστικό και αντιπατριώτη και, να ζητάει και τη δική μου κεφαλή επί πίνακι γιατί τάχα εγώ τον έφερα συο ΕΑΜ…

Κοντά στο παιδί μου Κάρολο
Με τη χαρά ότι μπόρεσα να βοηθήσω στη σωτηρία τόσων ανθρώπων, που κινδύνευσαν κι  αυτοί σαν και μένα, έφυγα, μόλις έμαθα την απόφαση, προς συνάντηση του παιδιού μου.
Πηγαίνω, όπως είπαμε, για τον Ασπρόκαμπο, που βρισκόταν στρατοπεδευμένη η υποδειγματική ΕΠΟΝ.
Δυστυχώς όμως είχε μετακινηθεί και αναγκάστηκα ν΄ ακολουθήσω τα΄ αχνάρια της.
Μετά πορεία ωρών και ρωτώντας συνεχώς ,τη βρήκα.

Σελ. 172
Φωτίστηκε από αγαλλίαση το πρόσωπό μου, όταν τόσφιξα στην αγκαλιά μου… δεν ήταν λίγο για έναν πατέρα, να βλέπει το μικρό εκείνο παιδί του, να έχει δοθεί με τόσο ενθουσιασμό και αυταπάρνηση στον αγώνα για τη λευτεριά του λαού και την επιβίωση της φυλής μας…Αλλά και του παιδιού το προσωπάκι έλαμψε από περηφάνια, που έβλεπε το γέρο πατέρα του να γυρίζει τα βουνά και τα λαγκάδια, να μάχεται τον καταχτητή…
Που να ξέρει εκείνο όμως το δράμα και τις ψυχικές δοκιμασίες του αγωνιστή πατέρα. ..Που να χωρέσει το μυαλό του, ότι τώρα δα μόλις, αντιμετώπισε το ανταρτοδικείο με την κατηγορία του προδότη… «Το τελευταίο αυτό, ούτε κι εγώ το φαντάστηκα ποτέ…»Μου το εξομολογήθηκε ο ίδιος ο καπετάνιος της υποδειγματικής, ο αλησμόνητος και αθάνατος τώρα «Γέρακας», Βασίλης Ράλλης, που σε καμιά περίπτωση δεν κλονίστηκε η εμπιστοσύνη του σε μένα και στην ακεραιότητα του χαρακτήρα μου. Να όμως που δε διστάσανε και μπροστά σ΄ αυτό οι …κατόπιν «εθνικόφρονες», μαζί με τον άρρωστο Στάθη.
Ο άνθρωπος αυτός ,που είναι υπεύθυνος για όλο τούτο το μαρτύριο μου και για τη στρεβλή διοίκηση του κινήματος της αντίστασης του Νομού Αργολιδοκορινθίας, δεν ξέρω τι απέγινε. Πάντως εύχομαι να ζεί και να έγινε καλά από την αρρώστια που του κληροδότησαν οι φυλακές και οι κακουχίες επί 4ης Αυγούστου, στις οποίες, κατά μεγάλο μέρος, οφείλεται και η ψυχική του διαστροφή και μισαλλοδοξία…

Για το νέο μου πόστο
Κέντρο του τομέα Φενεού η Γκούρα, του παλιού ομώνυμου Δήμου. Πηγαίνοντας προς τα εκεί, σ΄ένα μονοπάτι του ορεινού όγκου της Ζήριας, διασταυρώνομαι με τον πολιτικό μηχανικό Τάσο Ξύδη. Είχα να τον ιδώ πολύ καιρό, από τότε που τον πήρε μαζί του ο Περίαντρος Τόγιας-

Σελ.173
σήμερα συμβολαιογράφος Κορίνθου- κι ανέβηκαν στο επιτελείο του 6ου Συν/τος του ΕΛΑΣ κι ετέθησαν υπό την προστασία του φίλου Νικήτα Λέκκα, πολιτικού του συν/τος τότε.
Μόλις ανταμώσαμε, καθίσαμε να κουβεντιάσουμε λίγο και ν΄ ανταλλάξουμε τα νέα μας. Μου είπε ότι μόλις ανέλαβε την οργάνωση των συνεργείων του Συν/τος άρβυλάδων, ηλεκτρολόγων, οπλισμού, ραφτάδων, τηλεφωνητών κλπ. Τον παρακαλώ να με πάρει κοντά του να τον βοηθήσω σε οτιδήποτε.
-Δε χρειάζεται να με παρακαλέσεις, γιατί σ΄ έχω απόλυτη ανάγκη. Ξέρω την οργανωτική σου πείρα.
-Ένας λόγος παραπάνω, του λέω, προκάλεσε τη σχετική διαταγή κι έφτασα. Στον τομέα της Γκούρας θα βρίσκομαι.
Και χωρίσαμε.

Στο συνεργείο αρβυλών
Εγώ προχώρησα για τον τομέα της Γκούρας, όπου δεν ήταν και λίγη η δουλειά που με περίμενε. Έπρεπε να φτιάξω πρώτα τις τοπικές επιτροπές και κατόπιν να προχωρήσω για την Τομεακή επιτροπή της Εθνικής Αλληλεγγύης Φενεού.
Από την πρώτη κιόλας μέρα, άρχισα τη δουλειά στα χωριά Γκούρα, Στενό, Σιβίστα, καλύβια κλπ.
Μόλις γύρισα απ΄την περιοδεία, με πληροφορούν να φύγω για τη νέα μου θέση, στο κεφαλοχώρι Αλέα (Μπογιάτι)
Μάζεψα πάλι τα μπογαλάκια μου και γραμμή για το νέο μου πόστο.
Πηγαίνοντας προς τά εκεί και περνώντας από το Ψάρι της Νεμέας, ανταμώνω το συνεργείο με τις μηχανές, για το οποίο και πήγαινα. Τώρα, όπως έχουμε όρεξη για

Σελ. 174
δουλειά, έχουμε και κέφι για καλαμπούρια, Λέγοντάς τα ξεχνάμε τους κόπους της πεζοπορίας μας. Το κέφι αυτό, εγώ προσωπικά, το έχασα λίγο, όταν ανταμώσαμε στο δρόμο το «Νικήτα» δηλαδή το Βαγγέλη το Λέκκα, που σαν πολιτικός του Συν/τος έχει μεγάλη εξουσία στα χέρια του.
Πιάνοντας μαζί του την κουβέντα , άρχισε να μου κάνει κάτι παράξενες ερωτήσεις γι΄ ανθρώπους, που τους θεωρούσε Τροτσκιστές, αρχαιομαρξιστές κλπ. Με τούτο άφησε να εννοηθεί ότι: «Κι εσύ από δαύτους είσαι, κάτι θα ξέρεις…»
Επέμενε να τον πληροφορήσω για το γαμπρό μου Καπλάνη συγκεκριμένα και για το Λεωνίδα Γιαννόπουλο…Τι να του πώ; Περιορίζομαι σε μια διαβεβαίωση, για να διασκεδάσω τις ανησυχίες του:
-Σημασία δεν έχει τι είναι. Σήμερα οι άνθρωποι αυτοί αγωνίζονται στο ίδιο χαράκωμα με μας και για τον ίδιο σκοπό: Το διώξιμο του καταχτητή.
Δεν ικανοποιήθηκε. Το είδα στην έκφραση του προσώπου του…κι ούτε μπορούσε να ικανοποιηθεί από τη βεβαίωση ενός ανθρώπου, που κι αυτόν – εμένα δηλαδή- δεν έβλεπε με καλό μάτι, καθώς γνώριζα.
Και δύο λόγια, για το ποιος ήταν αυτός ο συνομιλητής μου και ποιος έγινε, όταν η ζυγαριά έγειρε με τους τσολιάδες, που τους αγκάλιασαν οι… προστάτες και σύμμαχοι Εγγλέζοι!..
Φυλακισμένος ο Λέκκας, άρχισε να καταδίδει τους συντρόφους του. Επισκεπτόταν μάλιστα ελεύθερα τις φυλακές του κράτους και συνιστούσε μεταμέλεια στους αγωνιστές της αντίστασης…
Και τώρα, μετά απ΄ αυτά τα αναγκαία, επανέρχομαι στην αφήγηση.
Όταν φτάσαμε στο Μπογιάτι, καταπιαστήκαμε με την οργάνωση του συνεργείου αρβυλών. Υπεύθυνος τοποθετήθηκε ο Πέτρος Λαλουκιώτης από το Άργος, ένα καλό παιδί

Σελ.175
αλήθεια , αλλά –πρέπει να το πώ- χωρίς τη σχετική οργανωτική πείρα. Γι  αυτό το πόστο, εξόν από μένα – που έτσι κι αλλιώς προτιμούσα να μείνω απλός στρατιώτης- πιο κατάλληλος ήταν ο Σπύρος Σκούρτης, ο «Ουράνιος», ο οποίος εκτός από την αγωνιστική του ιστορία, είχε αναμφισβήτητα πολλές οργανωτικές ικανότητες.

Μια ανέλπιστη συνάντηση
Από την ζωή μου στο Μπογιάτι, (…..!) μια μέρα ξαφνικά είδα κι αναπάντεχα μπροστά μου τον ηλεκτρολόγο Νίκο Χαντζηπαναγιώτου, που μαζί με τον Αντρέα Βούλγαρη τοποθέτησαν τα τηλέφωνα στον τομέα Σολυγείας, την εποχή που ήμουν τομεακός . Μετά είχα μάθει ότι τον είχαν μελοθάνατο κρατούμενο σε φυλακή, κοντά στο σπίτι μου, που ήταν οι λεγόμενοι «κλουβίτες» του τραίνου.
(…….!) Αυτόν, μαζί με άλλους κλουβίτες, τους απελευθέρωσαν μαχητές του ΕΛΑΣ σ΄ ένα σταθμό της Βόχας, αφού προηγουμένως ο Χαντηπαναγιώτου, ειδοποιημένος οργανωτικά, είχε κόψει το καλώδιο που κρατούσε ο Γερμανός, για να τιναχτεί η κλούβα….(….!)

Η μάχη της Στυμφαλίας
Το συνεργείο μας τότε, βρίσκεται στο χωριό Γυμνό, της Νεμέας. Το τηλέφωνο μας ειδοποιεί ότι τη Νεμέα πάτησαν Γερμανοί με Τσολιάδες. Οι Νεμεάτες σκάρισαν στα γύρω χωριά. Οι Γερμανοί με τους βοηθούς τους άρχισαν να τα «χτενίζουν» και να πιάνουν τον κόσμο, που προσπαθούσε να φύγει. Είχαν πιάσει πολλούς και τους είχαν βάλει στη γραμμή.
Βρέθηκε ένα σακκάκι αδέσποτο. Το πήραν και βρήκαν στις τσέπες του κάτι ενοχοποιητικά στοιχεία. Ρωτούν:
-Τίνος είναι το σακκάκι;
Κανείς δεν απαντά…
Ο Γερμανός αξιωματικός Χωρίζει μια ομάδα από το μπουλούκι, λέγοντας με το διερμηνέα:
-Εάν δεν μας πείτε τίνος είναι το σακκάκι, αυτοί όλοι θα εκτελεστούν!
Ο αφανής, κάτοχος του σακκακιού, βλέποντας το κακό που θα γίνει, ξεχωρίζει από τη μάζα και λέει:
-Δικό μου είναι!
Οι μελλοθάνατοι απελευθερώνονται.
Αυτός έπεσε σε χέρια Αυστριακού αξιωματικού, αντιχιτλερικού και επέζησε, με τη μεσολάβηση και του Αντιβασιλέα Δαμασκηνού… Γιατί ο πατέρας του μελλοθάνατου ήταν παπάς.
Το παλληκάρι αυτό, είναι ο σημερινός δικηγόρος Νικήτας Τζαβέλας….
Μετά την κατάληψη της Νεμέας, άρχισε η προέλαση προς τα ορεινά χωριά

Σελ.177
Ο σκοπός του γερμανικού στρατηγείου ήταν να εγκλωβίσει το αντάρτικο της Πελοποννήσου, για να ησυχάσει απ΄ αυτή την πληγή. Γι  αυτό το σκοπό είχαν εξορμήσει γερμανικά στρατεύματα, πλαισιωμένα με τσολιάδες, από τα διάφορα σημεία, από Τρίπολη, Αίγιο, Πάτρα, Ξυλόκαστρο, Άργος, Ναύπλιο, Στόχος το 6ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ, που δρούσε σ΄ όλη την περιοχή της Νότιας Πελοποννήσου.
Ένα τμήμα Γερμανοτσολιάδων προχωρεί προς τη κατεύθυνση του συνεργείου άρβυλων, προς το χωριό Γυμνό,
Σ΄ένα σημείο της υποχώρησης μας, βλέπω τον αείμνηστο Διοικητή του Συν/τος του ΕΛΑΣ Βαζαίο, να περιεργάζεται ένα γεωφυσικό χάρτη σ΄ ένα τραπέζι εκστρατείας και με το τηλέφωνο στα χέρια να κατευθύνει τις οπισθοφυλακές, να ρωτά και να καθοδηγεί: «Σε ποιο σημείο βρίσκονται; Αφήστε τους να προχωρούν χωρίς να τους χτυπάτε!» Ήθελε να τους φέρει εκεί που ήθελε αυτός και όπως αποδείχθηκε: στη λίμνη της Στυμφαλίας.
Τις λεπτομέρειες εκείνης της μάχης τις εξιστόρησαν άλλοι, πριν από μένα ειδικοί. Κι αν δεν ήταν η εξιστόρηση άρτια, θα έρθουν άλλοι να τη συμπληρώσουν. Δεν έμεινε όμως κι αυτή η λαμπρή σελίδα της Ιστορίας μας χωρίς μελανιά…Και για τη μελανιά θα μιλήσω τώρα.
Οι Τσολιάδες είχαν επιστρατέψει και ανθρώπους, που είχαν «επιβαρύνει» τον εαυτό τους με τη συμπάθειά τους προς το αντάρτικο, γιατί είχανε προσφιλή τους πρόσωπα εκεί. Ένα τέτοιο πρόσωπο ήταν και ο αείμνηστος Καλυβίτης, που είχε αδερφό και πρωτοξάδερφα αντάρτες.
(….!)

Σελ.178
και της Ένωσης Παλαιών Πολεμιστών του Νομού Αργολιδοκορινθίας.
Είναι περιαυτολογία; Όχι. Αυτό είναι Ιστορία. Και είναι χρέος να τη γνωρίζουμε. Οι φωτογραφίες που παρέθεσα τη βεβαιώνουν. Και το όλο θέμα το έχω εκθέσει αναλυτικότερα, όπως θα διάβασε ήδη ο Αναγνώστης.

Προς Ζαρούχλα
Μετά τη μάχη της Στυμφαλίας και όλες τις άλλες, που δίνουν οι Γερμανοτσολιάδες απ΄ όλα τα σημεία εξόρμησης, ένα σκοπό έχουν: να εξοντώσουν το νότιο συγκρότημα του ΕΛΑΣ και να το αποδιοργανώσουν, στην περιοχή του Χελμού. Τώρα εμείς τα συνεργεία, με όλα τα γυναικόπαιδα που κουβαλάμε από κοντά, όπως μας χτυπούν από παντού, φτάσαμε σ΄ ένα σημείο να είμαστε κυκλωμένοι ολόγυρα, στο δάσος της Ζαρούχλας. Δυστυχώς όμως, δεν μπορούμε να σταθούμε ούτε κει. Οι σύνδεσμοι, που έρχονται απ΄ όλα τα σημεία του ορίζοντα, μας πληροφορούν στη διάλεχτό τους:
-Από πά Γερμανοί, από κα Γερμανοί, από παντού Γερμανοί…
Πιάνουμε την ανηφόρα, που λόγω εδάφους, δεν είχε δέντρα με κατακόρυφη κατεύθυνση, αλλά πλαγιαστή. Το βράδυ λοιπόν αυτό, το περάσαμε όχι οριζοντιομένοι, αλλά καβάλλα στα πλαγιαστά πεύκα. Μ΄ αυτό τον τρόπο ξημερώσαμε…

Είμαστε ένα μπουλούκι αδέσποτο, χωρίς ηγέτη. Ο ηγέτης ακολουθούσε τα μάχιμα τμήματα για να τα παρακολουθεί και να τα εφοδιάζει. Αυτός ήταν ο Φρίξος – Τάσος Ξύδης- μαζί με τον υπεύθυνο της ΕΤΑ. Εμείς οι άλλοι, με τις οικογένειες των συνεργείων και μικρά παιδιά, χωρίς κανένα υπεύθυνο, έπρεπε να βγάλουμε μια επιτροπή να κουμαντάρει τα αναγκαία στο άναρχο τούτο τμήμα.

Σελ.179
Την πρωτοβουλία αυτή την πήρα εγώ….
Την επιτροπή που εκλέχτηκε, την πρότεινε ο πιο σεβάσμιος απ΄ όλους, ο Κυριάκος Βαμβακίδης. Στην επιτροπή αυτή εκλέχτηκε κι ο γράφων.
Επειδή είχαμε άγνοια του τι γίνεται γύρο μας, πρότεινα στην επιτροπή, για πρώτη μας δουλειά, τα παρακάτω:
Να χωριστούμε, οι πολιορκημένοι, σε τρία τμήματα ανεξάρτητα το ένα από το άλλο και ν΄ ακολουθήσει το καθένα αντίθετη πορεία, με την προϋπόθεση να χρησιμοποιούσαν συνδέσμους μεταξύ τους, για να μη χάσουν την επαφή.
Με την εισήγησή μου αυτή, ήθελα ν΄απλωθούμε προς όλες τις κατευθύνσεις, για να διαπιστώσουμε αν ο κλοιός ήταν πραγματικός ή υποθετικός και ν΄ αποφασίζαμε για τα παραπέρα…
Δεν προλάβαμε όμως να πάρουμε απόφαση, και μια ομάδα Νεμεατών αποφάσισε να κάνει του κεφαλιού της. Μας άφησε όλους τους άλλους, χωρίς να δώσει καμμιά εξήγηση, κι  έφυγε προς άγνωστη κατεύθυνση. Στην πραγματικότητα, επρόκειτο για ανταρσία μέσα στο αντάρτικο!..
Ρίχνω μια ματιά τριγύρω μου. Βλέπω καμμιά δεκαριά, το Βαμβακίδη, τους αδελφούς Καραγιάννηδες, δύο αδερφές Παναγιωταροπούλου, από το Άργος, ένα καθηγητή ξένων γλωσσών από τη Σιβίατα-αυτός εχάθηκε μετά την απελευθέρωση-, δύο παιδιά του Συνεργείου αρβυλών από τη Γκιόζα, μερικούς άλλους που δεν συγκρατώ τα ονόματά τους, φυσικά τη γυναίκα μου και το παιδί μου Χρήστο, και τους λέω:

Η αναχώρηση των Νεμεατών μας αναγκάζει να σκεφτούμε διαφορετικά. Έχω κάτι σχετικό στο μυαλό μου και σας το αναφέρω, για να βγούμε από τον υποτιθέμενο κλοιό. Στην εφαρμογή της όμως, η λύση αυτή έχει ένα πρόβλημα,

Σελ.180
το ζήτημα της τροφής…Αλλά κι αυτό θα λυθεί, αν φτάσουμε στη Γκιόζα. Εκεί το λόγο θα έχουν οι δύο φίλοι μου και συναγωνιστές, που είναι το χωριό τους. Αποφασίστε και ξεκινάμε, λέγοντας «Καλή τύχη!».
Ούτε αντίρρηση υπήρχε, ούτε άλλη λύση υπέδειξε άλλος. Μου ανετέθη λοιπόν η πρωτοβουλία.
Ανεβαίνω σ΄ ένα ύψωμα για να προσανατολιστώ. Βλέπω γύρο τις κορυφογραμμές, που χωρίζουν το δάσος της Ζαρούχλας με την αποξηραμένη λίμνη του Φενεού. Επισημαίνω το πιο χαμηλό σημείο και φωνάζω κοντά μου ολόκληρη την ομάδα, λέγοντάς τους:
-Το βλέπετε αυτό εκεί, το πιο χαμηλό σημείο της κορυφογραμμής; Αυτό είναι η κατεύθυνση της ομάδας.
Ξεκινήσαμε…
Ο δρόμος μας δεν είναι στρωμένος με …ρόδα. Αυτό το ξέρουμ΄ όλοι. Όπως ξέρουμε, ‘ότι δεν αποκλείεται να πέσουμε σε καμμιά ενέδρα, που λουφάζουν Γερμανοί. Κανείς μας όμως δεν δειλιάζει…Προχωρούμε…Πότε κατρακυλάμε σ΄ απότομες κατηφοριές πότε σκαρφαλώνουμε σαν κατρίκια σ΄ ανηφοριές. Κάποτε ακούσαμε ένα θόρυβο. Σταματήσαμε και βάλαμε αυτί… Ακούσαμε βήματα ανθρώπου, που κατέβαινε από κάποιο μονοπάτι και σε λίγο φάνηκε ένα γεροντάκι, που δρασκέλιζε τον κατήφορο. Τον σταματήσαμε και του λέμε:
-Έχεις τίποτα φαγώσιμο παππού; Έστω και γάλα… Αν έχεις, του λέω εγώ θα σου δώσω αυτά! Και του δείχνω ένα κομμάτι ύφασμα ντρίλι, που είχε δώσει η ΕΤΑ για παντελόνια των παιδιών μου, και ένα τραπεζομάχαιρο.
-Στακάτε να πάω μια στιγμή να ιδώ και θα σφυρίξω κλέφτικα, μας είπε.
-Περιμέναμε μισή, σχεδόν, ώρα για το σφύριγμα, αλλά τίποτα…

-Άντε παιδιά, να κατρακυλάμε πριν νυχτώσει, τους είπα. 

Σελ.181
Ο  γεροντάκος όμως, δεν μας είχε γελάσει. Μόλις κάναμε λίγα βήματα πιο πέρα, τον ακούσαμε να σφυρίζει και αμέσως σχεδόν φάνηκε να πλησιάζει, φορτωμένος μια χύτρα γάλα!
Ώρα του καλή του γέρου, αν ζεί… Κι αν πέθανε, ανάλαφρο να είναι το χώμα, που σκεπάζει το ταλαιπωρημένο σώμα του…
Μας έδωσε το γάλα κι αρνήθηκε να πάρει το ντίλι και το τραπεζομάχαιρο… Λίγο καπνό μας ζήτησε. Του δώσαμε και τον ευχαριστήσαμε…
Η  χύτρα άρχισε να περιφέρεται από στόμα σε στόμα, μέχρι που τερμάτισε… Τη δώσαμε στο γεροντάκο, τον αποχαιρετίσαμε και αρχίσαμε να ανεβαίνουμε το Γολγοθά μας…
Η γυναίκα μου, κάνοντας «τσουλήθρα» στις κατηφοριές, καταξεσχίζεται και ματώνει…
Όσο πλησιάζουμε στο σημείο του καθορισμένου Διάσελου, βασανίζομαι με τη σκάψη της ενέδρας των Γερμανών… Εδώ τους φωνάζω, να σταματήσουν όλοι, και τους ενημερώνω για τους φόβους μου λέγοντας:
-‘Όπως βλέπετε, από το σημείο που έχουμε βάλει το στόχο μας, δεν επέχουμε πολύ…΄Μόλις περάσουμε αυτό το διάσκελο, θ΄ αγναντέψουμε το Φενεάτικο κάμπο. Επειδή το σημείο αυτό το φοβάμαι, εμείς θα παραμείνουμε εδώ. Το παιδί, ο Χρήστος, με τη σχολική κουκουβάγια στο κεφάλι, θα προσέξει παντού, δεξιά-αριστερά. Όταν δει, πως όλα είναι εν τάξει, θα βγάλει το καπέλο του και θα το ανεμίζει… Αν δει κάτι ύποπτο, θα συνεχίσει να το φορεί…
Δέχτηκαν όλοι.
Ενημέρωσα το παιδί για το ρόλο του, κι έφυγε…

Μόλις πάτησε το Διάσελο, έβγαλε κι ανέμιζε το καπέλο του…

Σελ.182
-Άντε παιδιά, να πηγαίνουμε, τους λέω.
Φτάσαμε στο επικίνδυνο σημείο Φενεού-Ζαρούχλας. Εκεί βρήκαμε τσόφλια αυγών και κόκκαλα πολλά. Τούτο μαρτυρά ότι οι φόβοι μου για το σημείο αυτό ήταν δικαιολογημένοι…
Στα πόδια μας τώρα απλώνεται ο σιτοβολώνας του κάμπου του Φενεού, άλλοτε λίμνη απέραντη. Από εδώ βλέπουμε κι ένα περίεργο, ότι η στάθμη της λίμνης διακρίνεται ακόμα… Εδώ ξαποστάσαμε και απολαμβάνουμε τη θέα ενός τεράστιου τάπητα πρασινωπού, όπως έδειχνε με το μάτι…
Αρχίσαμε τώρα να κατηφορίζουμε. Σε λίγο βλέπουμε μια ομάδα ανθρώπων, σε κάποιο σημείο του κάμπου. Δεν ξεχωρίζουμε όμως αν αυτοί είναι Γερμανοί ή χωρικοί αντιδραστικοί, που ξεθάρρεψαν με την παρουσία των Γερμανών.
Από την άγνοια και την αμηχανία μας, προσφέρονται να μας βγάλουν οι αδερφές Παναγιωταρόπουλου, από το Άργος. Μπαίνουν μπροστά. Κι ακολουθούμε καταπόδι τους. Σε λίγο τις ξεπεράσαμε… Τώρα μπορούμε να διακρίνουμε καλά την ομάδα. Μεταξύ τους βλέπουμε και τον παπά του χωριού. Σε λίγο συζητούμε μαζί τους και μαθαίνουμε, ότι είναι Καλυβιώτες, που είχαν σκαρίσει, μόλις οι Γερμανοί πάτησαν το χωριό τους.
Ο ένας απ΄ αυτούς ήταν τσέλιγκας και μας κάλεσε να μας φιλοξενήσει στη στρούγκα του. Μας έβρασε «βραστογαλιά» σε μια μεγάλη χύτρα, γάλα αλατισμένο με μπουκιές ψωμί. Εκείνο το βράδυ κάναμε Πάσχα! Με το παράξενο κείνο φαί. Μας φάνηκε ότι ήταν το Μάνα, που έρριξε ο Θεός…
Το πρωί, πολύ πρωί, είμαστε οι πρώτοι αντάρτες των συνεργείων που μπαίναμε στα Καλύβια. Εκεί μάθαμε , ότι αφού μπήκαν οι Γερμανοί στο χωριό, σε λιγώτερο από μια ώρα, περάσαμε χαμηλά ένα αεροπλάνο- οι χωριάτες το

Σελ.183
΄λέγαν «Γαλατά»- τους έρριξε ένα έγγραφο και σε μια ώρα τα εχθρικά τμήματα είχαν γίνει «σκόνη»..
Τώρα τα Καλύβια έρχισαν να ξαναπαίρνουν όψη χωριού της Ελεύθερης Ελλάδας.
Την ίδια μέρα έγινε η ανασυγκρότηση των συνεργείων και την άλλη πήραμε το δρόμο της επιστροφής για το Μπογιάτι….Γιά να βεβαιωθεί το Αρχηγείο, ότι δεν μπήκαν στη φάλαγγα ξένα στοιχεία, σταματήσαμε λίγο στη Λαύκα. Εκεί μάθαμε ότι οι Γερμανοί, όταν πέρασαν το χωριό αυτό, έκαψαν πολλά σπίτια με ζωντανούς ανθρώπους μέσα!

Της Λευτεριάς το Χάραμα
Η φάλαγγα των Συνεργείων του 6ου Συν/τος του ΕΛΑΣ έχει πάρει το δρόμο της επιστροφής, που είναι το Μπογιάτι.
Οι πληροφορίες που παίρνουμε, μας λένε ότι οι Γερμανοί στο Στάλιγκραντ έσπασαν τα μούτρα τους και κάναν μεταβολή χωρίς επιστροφή. Τα μέτωπα σπάσανε. Μια στρατιά ολόκληρη, με το Στρατάρχη της Φον Πάουλους, παραδόθηκε και βαδίζει αιχμάλωτη στο εσωτερικό της αχανούς Ρωσσίας. Τούτο μας αναφτέρωσε το ηθικό και δεν περπατάμε πιά, π ε τ ά μ ε ! ! !
Τώρα, φτασμένοι στη βάση μας, στο Μπογιάτι, περιμένουμε με αγωνία την ώρα του γυρισμού.
Μια μέρα απ΄ αυτές, ανταμώνω τον αγαπητό μου Στάθη, που οι δυό συναγωνιστές μας Μακρής και Τσάλτας- αείμνηστοι κι οι δύό- του χάλασαν τα σχέδια της εξόντωσής μου, εμένα και όλων εκείνων που ακολουθούσαν μετά από μένα…

Αυτός με βλέπει και με μισεί, χωρίς λογό…. Εγώ τον βλέπω και τον λυπάμαι, όχι χωρίς λόγο… Έχει δεινοπαθήσει στη Διχτατορία του Μεταξά και βρήκε να ξεθυμάνει σε ανθρώπους συναγωνιστές του… Τώρα λοιπόν που με βλέπει

Σελ. 184
πάλι σαν εχθρό του με θεωρεί και με ρωτά:
-Τι γίνεσαι Διπλέ;
-Να, εδώ τα πολεμάω στο συνεργείο, αν και δε τη κατέχω τη δουλειά, γιατί αυτή είναι άλλη από κείνη που κάνω…
-Σιγά- σιγά θα στρώσεις, μου λέει. Σα να ήμουν παιδάκι για να στρώσω σιγά-σιγά, μεγαλώνοντας… Σαρανταπέντε χρονών άνθρωπος τότε και καλλιτέχνης στο είδος μου, θα μάθαινα καινούργια τέχνη!....Τι να πω στον άνθρωπο αυτόν; Θυμήθηκα το Ναζωραίο και τα λόγια του: «Αγαπάτε αλλήλους». Και τον συγχώρεσα για άλλη μια φορά…

Η κύκλωση της Τρίπολης
(…!) Τότε ο γράφων βρίσκεται έξω απ΄ την Τρίπολη, με το συνεργείο αρβυλών του 6ου Συντάγνατος . Και παίρνει μέρος στον κλοιό της , βλέποντας από κοντά όλα τα γεγονότα.(….!)

Σελ.185
Η επιστροφή
Η Τρίπολη είχε επιφυλάξει στον ΕΛΑΣ μια υποδοχή χωρίς προηγούμενο για την πόλη τούτη. Το ίδιο κατόπιν το Άργος, το Ναύπλιο και η Κόρινθος.(…..!)
Στο γυρισμό, η ομάδα του συνεργείου επιστρέφει μ΄ ένα φορτηγό. Στο δρόμο της επιστροφής όμως , να ένα αεροπλάνο συμμαχικό! Κατεβαίνει χαμηλά και ….πολυβολεί

Σελ. 186
τ΄αυτοκίνητο... Τούτο γίνεται κατ΄ επανάληψη...Κι αναγκαστήκαμε πολλές φορές να κατεβαίνουμε από τ΄ αμάξι γιά να σωθούμε, πέφτοντας στ΄ αριστερά και δεξιά χαντάκια του δρόμου...
Κινδυνέψαμε... Κείνο που δεν πάθαμε από τους φασιστοναζίδες εχθρούς μας, να το πάθουμε, τάρα στο τέλος, από τους αγαπητούς μας συμμάχους Αγγλοαμερικάνους...
Φτάσαμε, επί τέλους στην αγαπητή μας πατρίδα Κόρινθο... Τα θύματα όμως πολλά και η θλίψη μεγάλη...
Η υποδοχή που μας επιφύλαξε ο λαός, δεν περιγράφεται. Λυπούμασταν όμως που το "Λαϊκό Ευχαριστώ" της πόλης μας... δεν τ΄ ακουσαν όλοι. Πέσαν ΕΚΕΙΝΟΙ, γιά να χαρούμε εμείς...

Σελ. 187
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ΄
ΑΝΕΛΕΗΤΟ ΚΥΝΗΓΗΤΟ
Μερικά πράγματα, που βλέπουμε τώρα, κάνουν τη χαρά μας, μέρα με τη μέρα, να λιγοστεύει. Εκείνο δε, που μας έκανε να βγούμε από τα ρούχα μας, ήταν το πιό κάτω περιστατικό.
Σε λίγες μέρες από το γυρισμό μας, επισκέφτεται την πόλη μας ο Άγγλος Σκόμπυ, αρχηγός του Στρατηγείου Μέσης Ανατλής. Μαζί του έκαναν εμφάνιση κι Έλληνες αξιωματικοί, φορώντας στο καπέλλο τους Στέμμα!... Πολύ παράξενα πράγματα γιά τους Ελασίτες αντάρτες...
Το 6ο σύνταγμα του ΕΛΑΣ Κορίνθου διετάχθη να παραταχθεί στο κέντρο της παραλίας, γιατί ήθελε να μιλήσει ο Σκόμπυ!
Τα λόγια του ήταν περίπου αυτά:
-Αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και στρατιώται του ΕΛΑΣ. Σας ευχαριστώ γιά τη συνδρομή σας στον κοινό αγώνα. Σας ευχαριστώ γιά τη συνδρομή σας στον κοινό αγώνα. Σας πληροφορώ ότι ο αγώνας έληξε, ως εδώ. Τώρα πιά δεν μένει τίποτ΄ άλλο, παρά να παραδόσετε τον οπλισμό σας και ν΄ ασχοηθείτε, από δώ κι  εμπρός, με τα ειρηνικά σας έργα. Και η Πατρίδα θα σας ευγνωμονεί!
Εκείνη τη στιγμή οι φλέβες των αγωνιστών δέχθηκαν ηλεκτική εκκένωση... Το μυαλό όλων εβασάνιζαν τα ερωτηματικά:

Σελ. 188
-Αποκαταστάθηκαν οι Λαϊκές Ελευθερίες;
-Έγιναν ελεύθερες εκλογές;
-Τιμωρήθηκαν οι δοσίλογοι;
-Έγινε Δημοψήφισμα ν΄ αποφανθεί ο λαός γιά την επιστροφή ή όχι του επίορκου βασιλιά;
.....................................................................................
Σελ. 189
Κέφι για καινούργια δράση -1944
Οργανωτικά το ΕΑΜ έχει νεκρώσει στη πόλη της Κορίνθου. Οι Εγγλέζοι, με το κύρος του αφεντικού, έχουν επιτάξει διάφορα σπίτια, που είχαν εγκαταλείψει οι Γερμανοί φεύγοντες. Ένα τέτοιο ήταν και το δικό μου το μισοδιόροφο, που είχα νοικιάσει από τον Πάστρα και χρησιμοποιούσα για εργαστήρι και για άλλες συνωμοτικές δουλειές, όπως αναφέρω αλλού. Είναι ακριβώς στο πίσω μέρος του Ιερού του Αγίου Νικολάου.
Αυτές οι επιτάξεις εκπληρώνοντο από τους Εγγλέζους. Και μια μέρα, πήγα σ΄ ένα κλιμάκιο, που είχε εγκατασταθεί στο κεντρικό ξενοδοχείο του Λαρσινού, να πληρωθώ κι εγώ. Απευθύνομαι στο διερμηνέα και με παρουσιάζει στον προϊστάμενο. Του εξηγώ τι ζητώ.
-Θα πληρωθείς, μου λέει κατ΄ εντολή ο διερμηνέας.
-Πότε; Ρωτώ.
-Εν καιρώ τω δέοντι, ήταν η απάντηση…
Κι ως φαίνεται, δεν εδέησε… Ακόμα περιμένω…

Γραμματέας Πόλης
Ανασυγκρότησα τη διαλυμένη οργάνωση. Δεν άργησε να ξαναπάρει το ρυθμό της. (…..!)
Σελ. 196
Σύσκεψη χωρίς τον «Διπλό»
Το τυπογραφείο της Οργάνωσης το έχω εγκαταστήσει στο παραλιακό μου Κέντρο. Ακριβώς κάτω από το Σταθμό του τραίνου. Και γώ, βοηθώ στη διεκπεραίωση της δουλειάς του.
Η κατάσταση όμως , όσο πάει χειροτερεύει από μέρα σε μέρα… Οι δοσίλογοι, καθώς καλά είχα προβλέψει, έχουν γίνει κυρίαρχοι. Το κράτος των προσκυνημένων, έχει επιβληθεί… Τρομοκρατούν, δέρνουν και σκοτώνουν…

Σελ.197
Εγώ ο ίδιος, δεν κοιμάμαι στο σπίτι μου, κοιμάμαι στης πεθεράς μου. Γιατί κανείς δεν πρόκειται να τους εμποδίσει να έρθουν τη νύχτα και να μου κάνουν ό, τι κακό θέλουν..
Άλλωστε, είμαι καρφί στο μάτι τους…
Το καταλαβαίνω, που με κοιτάζουν καχύποπτα…
(…..!) Ο νεοφερμένος κομματικός υπεύθυνος του νομού, που ήταν τελείως ακατατόπιστος στα πρόσωπα και τα πράγματα της Κορινθίας, (…..!) δίνει εντολή να συγκληθεί το Γραφείο Πόλης….Με την διαφορά «χωρίς το Διπλό», δηλαδή εμένα. Απ΄ όσα ειπώθηκαν στη διάρκεια της συνεδρίασης, το μόνο που έμαθα είναι ότι τα πιο πολλά μέλη του γραφείου, ο Χρήστος Μεθενίτης , η Δήμητρα Δρίτσα και άλλοι, διαμαρτυρήθηκαν γι  αυτό το πραξικόπημα, που έστειλε τη Δημοκρατία περίπατο…
(…..!)Τότε κάλεσα τη Γραμματεία πόλης και πολλούς αποφυλακισμένους στο σπίτι του Χρήστου Μεθενίτη. Και, εξηγώντας τους λόγους της παραίτησης, πρότεινα αντικαταστάτη μου

Σελ. 198
το  Σταύρο Ηλιόπουλο, τον μετέπειτα και για πολλά χρόνια Δήμαρχο της Κορίνθου.
Παρατήθηκα, χωρίς όμως να σταματήσω την προσφορά μου στο ιδανικό, που προσφέρω από το 1924…

Κατάσχεση του τυπογραφείου και η συλληψή μου
Οι προκηρύξεις μας και οι τοιχοκολλημένες αφίσες συνεχίζονται…Τα όργανα της τάξης έχουν πληθύνει και δραστηριοποιηθεί.
Ένα πρωί, που κοιμάμαι στην πεθερά μου για λόγους ασφαλείας, δεχόμαστε την επίσκεψη δύο ανθυπασπιστών, του περιβόητου Σώματος Κινίνη (Σώμα Χωροφυλακής, δημιουργημένο στη Μέση Ανατολή, κατά την περίοδο της εδώ Κατοχής, που είχε το όνομα του αρχηγού του Σώματος)
Όπως έμπαιναν σκόνταψαν στον αείμνηστο κουνιάδο μου Γιώργο Τρύφωνα (εκείνον που εχτέλεσαν οι Έλληνες κατά την περίοδο του εμφύλιου) ………..
(…..!) Σε λίγο φτάσαμε στο Δικαστικό Μέγαρο, που έχει εγκατασταθεί η Αστυνομία. Εκεί με παρουσιάζουν σ΄ έναν υπομοίραρχο, Θεοδώρου τ΄ ονομά του.

Σελ. 200
(….!) Κάποτε είχα κι εγώ έναν αδερφό της Χωροφυλακής, σαν και σας.., που τώρα είναι μακαρίτης…
Αυτή τη στιγμή, σαν άκουσε τα τελευταία αυτά λόγια…, πετάχτηκε όρθιος και με ρωτά:
-Αδερφός του Τάσου είσαι μωρέ;
-Ναι τον ήξερες; Του λέω.
-Τον είχα Διοικητή ,στις Σέρρες…, Δράμα…, δεν θυμάμαι…Εγώ τότε ήμουν Ενωμοτάρχης…(….!)

Σελ. 201
(….!) –Έλα να δεις
Πηγαίνω και βλέπω όλο το ΕΙΝΑΙ μου, όλο το τυπογραφείο της οργάνωσης εκεί. Σαν συνήρθα από το σοκ που έπαθα, τον ρωτώ:
-Μα τι έγινε; Δεν είπαμε προηγουμένως, ότι τώρα οι Έλληνες είμαστε λεύτροι;
-Και βέβαια, αλλά εδώ πρόκειται για παράβαση νόμου, που λέει ότι για να βγάλεις εφημερίδες, πρέπει να ΄ χεις άδεια εσύ δεν έχεις…
-Και αυτό συνεπάγεται προσωπική κράτηση; Του λέω.
-Βεβαίως, αλλά εγώ Θωμαϊδη, δεν πρόκειται να σε κρατήσω… Τώρα εσύ θα φύγεις και θα ΄ ρθείς αύριο να υπογράψεις το κατασχετήριο…(….!)

Σελ.202
(….!) Και τώρα, στο σημείο αυτό, θεωρώ σκόπιμο για τον αναγνώστη μου να μάθει πως βρέθηκε ολόκληρο το αρχείο της οργάνωσης στα χέρια της Αστυνομίας.
Στη συνοικία «Τσακώνικα» της Κορίνθου, κατοικούσε μια συναγωνίστρια, πολύ καλή και μαχητική, ανάπηρη στο πόδι, με το επίθετο Μαυραγάνη. Μαζί της είχε συνεργασία στενή ο Γραμματέας της οργάνωσης Τάκης Κοϊνης, από το το Ναύπλιο. Πηγαίνοντας ένα βράδυ εκεί, τον έπιασε η αστυνομία που…παρακουθούσε το σπίτι της. Εκεί ο Κοϊνης, από την εντατική ανάκριση και τον ψυχολογικό εκβιασμό, υπέκυψε στο μοιραίο…Κι έτσι, ξεδιάλυνε το φαινόμενο που είδα στην αστυνομία, όταν ο Αστυνόμος μου άνοιξε την πόρτα κι αντίκρισα όλο το Αρχείο της Οργάνωσης..

Η φιλοξενία του Διοικητή
Δύο συκωταριές αρνίσιες του γάλακτος, ήταν ο μεζές μας.
Στις οχτώ το βράδυ ένα τζίπ έφερε το Διοικητή στο σπίτι, τον άφησε κι έφυγε. Μέχρι τα μεσάνυχτα κουβεντιάζαμε. Τα είχαμε πει όλα. Γίναμε φίλοι.
(…..!) Και τώρα, μια σκιαγράφηση του τότε φίλου και τώρα αντιπάλου, αντιπάλου χωρίς κακία.

Σελ.203
Τ΄ ονομά του Αντώνης Θεοδώρου, από το χωριό Τράπεζα, μεταξύ Δερβενίου και Αιγίου.
(….!)Παρακολουθώντας στις εφημερίδες τη μετέπειτα δράση του, κατάλαβα ότι τον απορρόφησε κι αυτόν το «καταστημένο»

Σελ.204
(…………..!)
Η αθέλητη αποδημία μου (1945)
Τα πράγματα έγιναν πιο χειρότερα.
Οι φυλακίσεις, οι ξυλοδαρμοί, οι τραμπουκισμοί και οι εχτελέσεις από τα ανεύθυνα στοιχεία, συνεχίζονταν.
Άλλες ομάδες τρομοκρατών, παίζοντας το ρόλο Οργάνων της Τάξεως, προέβαιναν σε συλλήψεις. Συνεργεία Δοσιλόγων εργάζονταν πυρετωδώς, υποβάλλοντας μηνύσεις σε κάθε αγωνιστή, που αντιστάθηκε στον καταχτητή….
Η κατάσταση είναι αφόρητη… Δύο φορές έρχονται στο σπίτι μου μαγκουροφόροι Αγγελοκαστρίτες, να με κακοποιήσουν…
Πέφτει κανείς το βράδυ στο κρεββάτι του, αλλά δεν είναι σίγουρος αν το πρωί θα τον βρεί να κοιμάται εκεί.
Σ΄ ένα τέτοιο κλίμα, μου είναι αδύνατο να ζήσω.

Σελ.205
Αφού λοιπόν συνεννοήθηκα με τη γυναίκα μου, την άλλη μέρα έδεσα μπόγους τα ρούχα μας κι έφυγα μόνος για την Αθήνα. Είπα όμως στη γυναίκα μου, ότι οι μπόγοι των ρούχων θα παραμείνουν αμπαλαρισμένοι για αναχώρηση, μόλις εγώ ταχτοποιήσω στέγη, για όλη μας την οικογένεια.
Φεύγω λοιπόν και γραμμή για το φίλο, πατριώτη, συντεχνίτη και ομοϊδεάτη Πάνο Αραπόγιαννη, που ήταν εγκατεστημένος από πολλά χρόνια στην Αθήνα. Αυτός θα με φιλοξενούσε στο φτωχικό του για λίγες μέρες, ώσπου να ταχτοποιηθώ οικογενειακώς.
Στο σπίτι του Πάνου κοιμήθηκα το πρώτο βράδυ, και την άλλη μέρα το πρωί, παρέα προς ανεύρεση εργασίας.
Η πρώτη σύνδεση που του ζητώ να μου κάνει, είναι με τον επίσης πατριώτη, φίλο και συντεχνίτη Κώστα Λυμπερόπουλο.
Ο αδερφός του Παύλος , κι αυτός τσαγκάρης , εχτελέστηκε με τους διακόσιους της Καισαριανής.
Αυτός με συνδέει με τον επίσης αείμνηστο Σταμάτη Σταματίου, Μηχανικό του Υπουργείου Παιδείας, ο οποίος δεν είχε την τύχη να επιζήσει από το …. Αναμορφωτήριο της Μακρονήσου.
Αυτός μου προσέφερε την ταράτσα του, μιάς διώροφης κατοικίας του, κι έτσι εξασφάλισα επί του παρόντος την …άστεγο στέγη, της εξαμελούς οικογένειας.
Θυμάμαι ήταν καλοκαίρι του 1945. Και επειδή η πλάκα έκαιγε από τον ήλιο, τα ρούχα, την ημέρα, τα βάζαμε στο μικρό πλυσταριό, που ήταν ένα επί ενάμισι. Και μόλις δρόσιζε το βράδυ, τα΄ απλώναμε για ύπνο.
Ο ιδιοχτήτης , εργένης, φιλοξενούσε και δύο παιδιά φοιτητές από το χωριό Γυμνό της Νεμέας. Ο ένας είχε και την αδερφή του, που σπούδαζε κι  αυτή δασκάλα.

Σελ. 206
Η δολοφονία του παλαίμαχου αγωνιστή Ανδρ. Λεκοσιώτη
Σιγά-σιγά άρχισα να ψευτοδουλεύω σ΄ ένα μικρομάγαζο κοντά στον Άγιο Παντελεήμονα, επί της Αχαρνών.
Εκεί κάπου, αντάμωσα τον παλιό μου φίλο της «παλιάς φρουράς», αγωνιστή ,Ανδρέα Λεκοσιώτη.
Μερικά βράδια τον φιλοξενούσα κι  αυτόν στην υπαίθρια κατοικία μου. Λέω μερικά βράδια, γιατί που και που κοιμόταν σ΄ ένα δωματιάκι, που είχε νοικιάσει εκεί κοντά. Κι έμεναν το κορίτσι του και το παιδί του, που είχαν ξεσπιτωθεί κι αυτά, για να σωθούν από τους νέους επικρατήσαντες.
Ο Λεκοσιώτης  ήταν αγροτικός συνδικαλιστής και ιδρυτής του Γεωργικού Συνεταιρισμού της Νεμέας, χρόνια πολλά πρόεδρος, με έργα δεξαμενών, που τον τιμούν και θα φέρουν τη σφραγίδα του στον αιώνα τον άπαντα.
Έχω σχολάσει και βρίσκομαι στη φιλόξενη ταράτσα μου. Η γυναίκα μου ετοιμάζει μακαρόνια γιαχνί και στρώνει τη στρωματσάδα της οικογένειας και το ντιβάνι του Αντρέα.
Έχει σκοτεινιάσει και σε μια στιγμή ανεβαίνει ο Χρήστος, φοιτητής από το Γυμνό- το επίθετο μου διαφεύγει- και με ρωτά κάπως ανήσυχος:
-Που είναι ο Αντρέας;
-Αυτόν περιμένω κι εγώ για να φάμε, του λέω
-Τον Αντρέα τον σκότωσαν, το ξέρεις;
-Τ΄ είπες μωρέ; Τον ρωτώ αναστατωμένος.
-Έτσι άκουσα προ ολίγου στο Νεμεάτικο καφενείο-μου λέει- Φαίνεται πως οι δολοφόνοι, μετά την απαίσια πράξη τους, πήγαν στο Καφενείο και διέδωσαν τον «άθλο» τους, διεκδικούντες περγαμηνές.
Την άλλη μέρα, πληροφορηθήκαμε λεπτομέρειες του κακουργήματος.

Σελ. 207
Ο Λεκοσιώτης συνόδευε το κορίτσι του στο δωμάτιό τους, παρακολουθούμενος από τους δολοφόνους. Οι τελευταίοι, μόλις διαπίστωσαν την καταλληλότητα του μέρους, επιτάχυναν το βήμα τους. Και όταν έφτασαν στο ύψος του φίλου μου, τον πυροβόλησαν και τον άφησαν στον τόπο.
Μετά από το αποτρόπαιο έγκλημά τους, άφησαν το δυστυχισμένο κορίτσι να θρηνεί τον πατέρα του, που στην κατοχή, όπως όλος ο Λαός- εκτός ολίγων εξαιρέσεων- πήρε μέρος στην Αντίσταση, σαν καπετάνιος λόχου.
 Έτσι χάθη ο πρωτοπόρος αγωνιστής και ήρωας της Νεμέας, Ανδρέας Λεκοσιώτης.
Χρέος τώρα της Νεμέας να κάνει το καθήκον της , σ΄αυτόν που την τίμησε…*
*[[Το ψευδώνυμο του Λεκοσιώτη ως καπετάνιου λόχου του ΕΛΑΣ ήταν "Δυοβουνιώτης". Ο λόχος του οποίου είχε περάσει αρκετές φορές από το χωριό Στεφάνι και από μαρτυρίες εντοπίων, ο ίδιος είχε απειλήσει τον ηγούμενο της εκεί Μονής "Άγίου Δημητρίου" ,"Θεοστήρικτο" Ριζόγιαννη Θεοφ.,να μην έχει πολλά "πάρε -δώσε" με τον Δαμασκηνό γιατί θα "φάει" το κεφάλι του! Τον Ιούνιο του 1944 δύο Λιμνιάτες  από τον Λόχο(ή Ομάδα) του, ξημερώματα εκτελούν τον ηγούμενο στη πόρτα του Μοναστηριού με δύο σφαίρες στο κεφάλι ! (σ.σ.Θα επανέλθω σχετικά!)
--------------------------
6ο Σύνταγμα
Το 6ο Σύνταγμα μπήκε στην μάχη της Αθήνας στις 6 Δεκεμβρίου 1944 με την ακόλουθη  σύνθεση δυνάμεων.

Στρατιωτικός  Διοικητής :   Μανώλης  Βαζαίος
Πολιτικός :Ευάγγελος  Λέκκας , δικηγόρος
Καπετάνιος :  Γλυκοφρύδης  Μήτσος
Λόχος  Διοίκησης   :  Διοικητής  Τόγιας  Περίανδρος

I Τάγμα
Στρατιωτικός  Διοικητής:   Δασόπουλος  Γ.  (Γρίβας)
Καπετάνιος:   Τσαϊλακόπουλος  Ανδρέας  (Σύλλας)
1ος  λόχος  -  Διοικητής  Γ. Ασιούρας  (Ξενοφώντας) , Καπετάνιος Πιλιαφάς Σπήλιος (Πλαπούτας)
2ος  λόχος  -  Διοικητής  Στεφανόπουλος  Αθανάσιος  (Στάϊκος)  ,  Καπετάνιος Σπύρου  Θανάσης  (Μίλτος)
3ος  λόχος  -  Διοικητής  Καραλής  Τάκης , Καπετάνιος  Αντωνίου  Τάσος  (Καρδάσης)
Λόχος  Μηχανημάτων:   Διοικητής  Ευστρατιάδης  Κώστας , Καπετάνιος  Εμμανουήλ  Θόδωρος

IΙ Τάγμα
Στρατιωτικός  Διοικητής:  Παπαϊωάννου  Δημήτριος , Καπετάνιος  Τζάθας  Ηρακλής
5ος  λόχος   -  Διοικητής  Σπηλιόπουλος  Λεωνίδας  (Αθανασούλιας) , Καπετάνιος  Δούκας  Διονύσης
6ος  λόχος  -  Διοικητής  Τούτουνας  Τάσος,  Καπετάνιος  Μήτρου  Βασίλης
7ος  λόχος  -  Διοικητής  Άρχος  Στέφανος,  Καπετάνιος  Μπιτσάνης Παναγιώτης (Βύρωνας)
Λόχος  Μηχανημάτων  -  Διοικητής  Παπαντωνίου Αντώνης, Καπετάνιος  Παπαδιαμαντόπουλος  Παναγιώτης

IΙΙ Τάγμα
Διοικητής:  Φάνης  Αποστολίδης, Καπετάνιος Ρεκλείτης  Γιάννης (Τόμπρος)
* 9ος  λόχος  - Διοικητής  Χρηστάκης  Χρίστος, Καπετάνιος Μαυροειδής  Θανάσης
10ος  λόχος – Διοικητής Ηλιόπουλος  Στ. ,  Καπετάνιος  Λεκουσιώτης  Ανδρέας (Δυοβουνιώτης)
Λόχος  Μηχανημάτων – Διοικητής Ξυλινάκης  Βαρδής , Καπετάνιος  Ν. Μαυρουδής
Ανταρτοεπονίτικη  Διμοιρία , Διοικητής Μαυραγάνης Δημήτριος, Κόντος Γιώργος
----------------------------------------------------
ΑΝΤΡΕΑΣ ΛΕΚΟΥΣΙΩΤΗΣ του Νικολάου (Δυοβουνιώτης). Γεννήθηκε στην Νεμέα το 1895.Συμετείχε στη Μικρασιατική εκστρατεία όπου οργανώθηκε σε κομμουνιστικό πυρήνα. Πρωτοστάτησε κατόπιν στην ίδρυση της "Ένωσης Παλαιών Πολεμιστών και Θυμάτων Στρατού", η οποία ήταν τμήμα της Παγκόσμιας Ε.Π.Π. και Θ.Σ. που είχε έδρα της τη Γαλλία και Πρόεδρο το Γάλλο συγγραφέα Αντρύ Μπαρμπύς(Antri Barbuss)
Πρωτεργάτης της ιδρύσεως του "Οινοποιητικού Συνεταιρισμού Νεμέας" που διετάλεσε και προεδρός του.
Ήταν υποψήφιος βουλευτής του "Παλλαϊκού Μετώπου" το 1932. Εξορίστηκε στην Ανάφη.Ήταν από τα ιδρυτικά μέλη του ΕΑΜ Νεμέας. Κατατάχτηκε στον ΕΛΑΣ στη αρχή ως καπετάνιος Διμοιρίας.

Δολοφονήθηκε από παρακρατικούς,στην Αθήνα, στη περιοχή Θυμαράκια, στις 19-7-1946 ]]

Κρατούμενος στο 8ο τμήμα Αθηνών
Εργαζόμουν- όπως γράφω παραπάνω- σ΄ένα μικρομάγαζο της οδού Αχαρνών, για να συντηρήσω την οικογένειά μου. Μια μέρα, λίγο πριν το μεσημέρι, μπαίνουν έξαφνα στο μαγαζί τέσσερις- πέντε αστυφύλακες με πολιτικά και παρέα μ΄ έναν πολίτη.(….!)

Σελ.208
(….!)Τώρα μια και δυό, στο 8ο αστυνομικό τμήμα.
Ο Ανθ/γός από κείνη τη στιγμή εξαφανίστηκε. Η αποστολή είχε λήξει…
Με παρουσίασαν στο Δ/τη του Παραρτήματος, Παπαδητρίου, νομίζω, το ονομά του.
Ο αστυνόμος, αφού με στόλισε με τα σχετικά κοσμητικά της εποχής εκείνης, «Σφαγιά», «ΕΑΜοβούλγαρε» και άλλα, παρόμοια, διέταξε να με κλείσουν στο κρατητήριο, παρά τις διαμαρτυρίες μου, ότι πρόκειται περί λάθους…
Έστειλε όμως ένα έγγραφο στη Γενική Ασφάλεια κι ένα στο παράρτημα Κορίνθου, και ζητούσε κι από τις δύο πηγές, πληροφορίες για το….ποιόν μου.
Μπαίνοντας μέσα στο κρατητήριο, βρήκαμε κι άλλους επτά-οκτώ. Ο ένας απ΄ αυτούς ήταν ανάσκελα στη γωνία, κατάμαυρος και πρησμένος από το ξύλο, και σχεδόν αναίσθητος.
 (…..!)Σε λίγο, άνοιξε η αμπάρα και μπήκαν δυό αστυφύλακες και μια μαυροφορεμένη…
(…..!) –Ποιος είναι; Και της έδειχναν ένα-ένα χωριστά.
Η γυναίκα αφού μας περιεργάστηκε όλους και δεν

Σελ.209
αναγνώρισε κείνον που ήθελαν τα λαγωνικά της Αστυνομίας:
-Δεν είναι, δεν είναι. Είπε και ξανάπε… κι έκανε να φύγει.
 Ένας αστυφύλακας όμως απ΄ τους δύο, τη χτυπά με τον αγκώνα του και δείχνοντάς με, τη ρωτά για δεύτερη φορά παραπειστικά:
-Κύττα καλύτερα, αυτός δεν είναι;
-Αυτός είναι, λέει η γυναίκα και το βάζει στα πόδια…
Εγώ τη φωνάζω απεγνωσμένα να μ΄ ατενίσει στα μάτια:
-Έλα δω, κυρά μου. Κύτταξέ με καλά, μήπως κάνεις λάθος;
Εκείνη όμως δεν ήξερε ότι η Αστυνομία ζητούσε εξιλαστήρια θύματα και τα βρήκε στο προσωπό μου.
Να γυρίσει λοιπόν, τι να πεί; Έγινε άφαντη…(…..!)

Σελ.210
Η απόλυσή μου.
Την Τρίτη μέρα από τη σύλληψή μου με κάλεσε ο Διοικητής του Παραρτήματος και μ΄ ένα τρόπο αλλιώτικο τώρα-συμπόνοιας μπορώ να πώ- μου λέει:
(….!)- Πήγαινε, φύγε, είσαι λεύτερος…
Πήγα γραμμή στο μαγαζί και συνέχισα τη δουλειά μου.

Στη Παρανομία ξανά
Πέρασαν τρείς ημέρες, που βγήκα από τη φυλακή. Την Τετάρτη δέχουμαι, στο μαγαζί που δουλεύω, την επίσκεψη του πατριώτη και φίλου Νίκου Κανατά, συνεταίρου του κουνιάδου μου Αντρέα Τρύφωνα.
(….!)- Σήκω φύγε Διονύση. Κρατήσαμε στο ταχυδρομείο το ένταλμα επίτηδες. Εγώ γι΄ αυτή τη δουλειά ήρθα εδώ, για να σε ειδοποιήσω. Το συνεργείο μηνύσεων της Κορίνθου συνήλθε και σούβγαλε δέκα πέντε εντάλματα. Τάκουσες;

Σελ. 211
Στο Ταχυδρομείο το κράτησαν τα παιδιά με τα δόντια… Το έγγραφο που καθυστέρησε στο ταχυδρομείο Κορίνθου, έγραφε προς το 8ο Τμήμα Αχρνών:
«Δυνάμει των υπ΄ αριθ. («τάδε» και «τάδε») ενταλμάτων συλλήψεως, παρακαλούμεν όπως αποσταλή συνοδεία ο περί ού ο λόγος πρόκειται…»
Τα μάζεψα κι έφυγα… Δεν πέρασε πολύς χρόνος, και το μαγαζί ξαναμπλοκαρίστηκε από την Ασφάλεια… Το «πουλί» όμως είχε πεταξει…
(…..!) Στους τέσσερις μήνες, με την αποσυμφόρηση του Σοφούλη, έμεινε πιά ήσυχη η ελευθερία μου. Το τετράμηνο αυτό το πέρασα σε μια σοφίτα, που χρησιμοποιόταν για εργαστήρι, κοντά στον Άγιο Μελέτη.(…..!)
Τώρα πιά άρχισα να κυκλοφορώ πάλι λεύτερα. Μ΄ εύλογη όμως κατάπληξη έμαθα αργότερα, ότι ο άνθρωπος αυτός της πεντάμηνης σχεδόν, τούτης ταλαιπωρίας μου, που ήρθε και μ΄ έπιασε, όταν εγώ αγωνιζόμουνα σαν πρόσφυγας να ζήσω την οικογένειά μου, ήταν ο Ανθ/γός τότε του Μηχανικού και σήμερα Στρατηγός εν αποστρατεία. Αντωνίου το επίθετο, από το Γαλατάκι της Σολυγείας.
Κι ερωτώ τώρα;
-Τα΄ είχε αυτός ο άνθρωπος μαζί μου;
Θα πω όμως κείνο που εγώ υποψιάζουμαι:
Τομειακός εγώ του ΕΑΜ Σολυγείας τότε κι έχοντας

Σελ.212
εντολή του 6ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ, ειδοποίησα κι  αυτόν, όπως κι  άλλους, να ΄ ρθει να του μιλήσω, όχι να του κάνω κακό.
(…….!)

Σελ.213
(…….!)
«Συμμοριτοπόλεμος» (1947)
Την εποχή αυτή του εμφύλιου σπαραγμού, που την βάφτισαν «συμμοριτοπόλεμο», ο Κατσαμπής (που ο αναγνώστης θα τον θυμάται Ταγματάρχη στην Ειδική Ασφάλεια Αθηνών), βρίσκεται στην Πελοπόννησο, Διοικητής των Δυνάμεων Χωροφυλακής, με έδρα την Πάτρα.
Τον ίδιο καιρό εγώ στην Αθήνα, συνεχίζω τον αγώνα για την επιβίωση.
Κάποια μέρα, πληροφορούμαι το μαύρο μαντάτο, ότι έχασα το πολυτιμότερο αγαθό που είχα σ΄ αυτό τον κόσμο: Τη Μάνα μου… Τούτο το πληροφορήθηκα οχτώ-δέκα μέρες μετά το θάνατό της…
Εκείνο που, σαν άδικο μ΄ έκανε περισσότερο να πονέσω, ήταν ότι: Στην κηδεία της, τη συνόδεψαν πέντε- έξη γυναικούλες, με μόνον άντρα τον εξαδερφό μου Δημήτρη Στρουμπούλη.
Φόβος επικρατούσε κείνη την εποχή, σ΄ ολόκληρη την Πελοπόννησο, εξ, αιτίας των «εκκαθαρίσεων» του Στρατηγού Τσακαλώτου.
Στο σημείο αυτό όμως, θέλω ν΄ αναφερθώ στο πόσο πονεμένη ήταν η Μάνα αυτή και πόσα ποτήρια φαρμάκι είχε πιεί, από το ομαδικό σχεδόν ξεκλήρισμα ολόκληρης της οικογένειας, από θανάτους-βίαιους τους περισσότερους- που η Μοίρα επιφύλαξε σε μένα το ρόλο να τους εξιστορώ….:
Το 1934 σκοτώθηκε ο αδερφός μου Μήτσος, με το παρατσούκλι «Μπακούρος», ο αξέχαστος γλεντζές και καλαμπουρτζής.

Σελ.214
Ερχόμενος από τη Βόχα ένα βράδυ, μ΄ ένα φίλο του με τα ποδήλατά τους, χτύπησε κι έπαθε διάτρηση των εντέρων. Έζησε, με φριχτούς πόνους, δύο μέρες και την Τρίτη πέθανε….Άφησε τέσσερα παιδιά μικρά… κι ένα όνομα που θα το παραδίνει η μια γενιά στην άλλη , των Κορινθίων.
Το 1935 σκοτώθηκε ο αδερφός μου Τάσος, Μοίραρχος, με τον τραγικό τρόπο που ήδη έχω αναφέρει. Άφησε γυναίκα μ΄ ένα παιδί. Βρίσκεται θαμμένος στον τάφο της οικογένειας.
Το 1936 πέθανε, σε νεαρή ηλικία, η μοναδική αδερφή μας Μαρία. Αιτία, τα΄ αλλεπάλληλα χτυπήματα της Μοίρας…
Το 1952, σκοτώθηκε ο μικρότερος αδερφός μου, ο Γιώργος. Ερχόμενος από το Ξυλόκαστρο με μοτοσυκλέτα, με κάποιον φίλο του, χτύπησαν σ΄ ένα φορτηγό και σκοτώθηκαν και οι δυό.
Ο Γιώργος άφησε τέσσερα παιδιά μικρά. Βρίσκεται κι αυτός στον κοινό τάφο μας.

Το κορύφωμα της επαγγελματικής μου σταδιοδρομίας στην Αθήνα
Σιγά-σιγά, η εγκατάσταση μας στην Αθήνα άρχισε να μονιμοποιείται και να εδραιώνεται με τη βοήθεια πάλι, του πατριώτη μου Αραπόγιαννη, έπιασα δουλειά σ΄ ένα κατάστημα πολυτελείας, σαν κόφτης και σχεδιαστής, Ακαδημίας 16. Διόμισυ, σχεδόν, χρόνια, δούλεψα εκεί.
(…..!)Στη δουλειά μου είχα έρωτα ακατανίκητο και η τεχνική κατάρτηση δεν μου έλειπε.
Με την παρότρυνση κάποιου φίλου και πατριώτη, άνοιξα ένα μαγαζάκι, «εκ των ενόντων», που λένε. Το εμβαδόν του; Τέσσερα επί τέσσερα. Και τούτο, στην Καισαριανή, οδός Βρυούλων.
Ένας μικρέμπορος υποδημάτων, Μήτσος Γραβάνης, ενδιαφέρθηκε πολύ για το νέο είδος παπουτσιού που είχα επινοήσει, και με παρότρυνε να το ξεκινήσω. Με μια μικρή βοήθεια του Γραβάνη-όχι άξια λόγου- έβαλα μπρός. Και το Φεβρουάριο του 1949 ξεκίνησα πιά, σαν μικροεπαγγελματίας,

Σελ.217
με το υπ΄ αριθμό 12759 δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, του Υπουργείου.
Δεν πέρασε πολύ, και το νέο παπούτσι έιχε γίνει πασίγνωστο στα καλύτερα μαγαζιά της Αθήνας.
Σε λίγο, το μικρό μαγαζάκι έγινε ένα μεγάλο ιδιόχτητο εργοστάσιο, διόροφο και με το ισόγειο του. Αιστάνουμαι ανεπαρκής για να το διευθύνω μόνος. Τούτο με ανάγκασε ν΄ αποτραβήξω από τη δουλειά του τον Κάρολο, γιατί ο Χρήστος υπηρετούσε στρατιώτης.
Γρήγορα, έχω επιβληθεί στο είδος μου, όχι μόνο στην Αθήνα, αλλά σ΄ ολόκληρη την Ελλάδα.
Παράλληλα, είμαι ένας από τους ιδρυτές του Σ.Ε.Β.Υ.Ε. (Σύλλογος Επαγγελματιών-Βιοτεχνών Υποδηματοποιών Έλλάδας) που, μάλιστα, είχα την τιμή και το προνόμιο να γίνω και ο πρώτος πρόεδρός του.

Απόκριες του 1950
Πιο μπροστά, έχω αναφέρει ότι θα συναντήσουμε τον Κατσαμπή και τον Καθάριο, στην πορεία της παρούσας εξιστόρησης.
Τώρα, βρίσκομαι στην Καισαριανή. Στο ιδιόχτητο διόροφο εργοστάσιο, που γνωρίζει ο αναγνώστης. Και στο βάθος η κατοικία.
Είναι Απόκριες.(……!)
Απάνω στο φουλ του γλεντιού καταφτάνει, μ΄ ένα τζιπ στρατιωτιωτικό, ένας πρώτος ξάδερφός μου- Κώστας Στρουμπούλης, τα΄ όνομα του- μαζί με τον Κώστα Κατσαμπή, Αντιστράτηγο τώρα, σε αποστρατεία.
Ο Κατσαμπής, βλέποντας το αποκριάτικο τούτο ξεφάντωμα, είχε ενθουσιαστεί τόσο πολύ, που τα «κοπάνισε» για καλά!

Απροσδόκητη Συνάντηση
Τώρα είναι τέλος του 1950. Το εργοστάσιο έχει μεταφερθεί από την Καισαριανή, στου Ζωγράφου. Σε ιδιόχτητο πάλι, επί της Λεωφόρου . Κατοικώ σε νοικιασμένο σπίτι, στην οδό Ευρυσθένους 5.
Είναι του Αγίου Διονυσίου και γιορτάζω. Κόσμος πολύς. Μεταξύ τους και δύο πρόσωπα γνωστά μας, αλλά άγνωστοι ο ένας στον άλλο.
Στο τραπέζι, σηκώνουμαι από τη θέση μου και λέω:
Αγαπητοί  φίλοι.
Λαμβαίνω την τιμή να γνωρίσω μεταξύ τους δύο παρευρισκόμενους, που δεν γνωρίζουνται, ενώ μια κοινή ιστορία τους δένει από το παρελθόν. Σας τους παρουσιάζω. Από δώ (απευθυνόμενος στον Κατσαμπή), «Έλα Κώστα, να σε γνωρίσω με το φίλο και πατριώτη μας Αντρέα Καθάριο καταζητούμενο κάποτε-τούτο θα πρέπει να το θυμάσαι –από την Ειδική Ασφάλεια διώξεως Κομμουνιστών, γιατί τότε ήταν παράνομος, με το πόστο του Γενικού Γραμματέα των Κομμουνιστικών Νεολαιών της Ελλάδας. Σήμερα Δικηγόρος!» (Και στρεφόμενος αμέσως στον Αντρέα): «Ο κύριος Κατσαμπής, Αντρέα, πρώην Ταγματάρχης και υποδιοικητής της Ειδικής Ασφάλειας και τώρα , σε αποστρατεία Αντιστράτηγος!»
Σηκώθηκαν κι οι δυό …κ ι  έ δ ω σ α ν  τ α  χ έ ρ ι α…(….!)

Σελ. 219
(…..!) Εποχές καλές ακολούθησαν. Ήσυχες και γαλήνιες. Μα δεν έχουν τίποτα να προσφέρουν ατον Αναγνώστη, γιατί, τα μηνύματα δεν βγαίνουν από τη γαλήνη και την ησυχία. Μόνο μες΄από τη δράση και τον αγώνα μπορεί να βγεί το μήνυμα: Γ ι α  μ ί μ η σ η  κ ι  α π ο φ υ γ ή…

Σελ.221
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
…………………………………………………………………!
Σελ.223
(….!) Έχω ζήσει πολέμους αιματηρούς. Πήρα μέρος στις εκστρατείες της Ρωσίας, της Μικράς Ασίας, της Θράκης. Έλαβα μέρος σε πολλές μάχες. Τιμήθηκα με Πολεμικό Σταυρό κι εύφημες μνείες. Εκείνο όμως που είδα και έζησα το 40-45 στην κατοχή, ήταν κάτι το πολύ ανώτερο και στη φαντασία ασύλληπτο….Ήταν κάτι που μου προκαλούσε πάντα δέος, ακόμα και σήμερα που το αγγίζω με τη φαντασία μου και το περιγράφω.(…..!)

Σελ.224
(……...!)
Το μόνο δικό μου από το ιστορικό διήγημα είναι τα ονόματα των δύο αναφερομένων θυμάτων, και τούτο για να γίνουμαι κατανοητός.Τα άλλα είναι ακριβώς , όπως τα έζησα , κι όπως δημοσιεύθηκε.

«Στα καλά καθούμενα»
Είχε σουρουπώσει πιά και τα πρώτα φώτα άναβαν εδώ κι εκεί στα παράθυρα, όταν, παιδί ακόμα, ανηφόριζα για το σπίτι μου.
Λίγα μέτρα από μένα , προπορευόταν ένας Ενωμοτάρχης κι ένας Χωροφύλακας, συνηθισμένη περίπολος της νύχτας, (……!)

Σελ.225
(…..!)Εκεί κοντά ξεχώριζε πραγματικά μια σκιά σε απροσδιόριστο σχήμα και σάλευαν δύο φωτίτσες, σαν πυγολαμπίδες, που αναβόσβηναν στο σκοτάδι.
Δεν είχαν ακόμη πλησιάσει τη σκιά ο Ενωματάρχης με το Χωροφύλακα, ανιχνεύοντες με το φακό, όταν εκείνη τη στιγμή άναψαν τα φώτα του Δήμου, λες και ήθελαν να με βοηθήσουν ν΄αποθανατίσω τη σκηνή, που θα εξιστορούσα έπειτα από εξήντα χρόνια!
Σαν άναψαν τα φώτα, η σκιά διαλύθηκε και στη θέση της είδαμε(τα όργανα της τάξης και εγώ, που παρακολουθούσα τη σκηνή αθέατος) δύο νεαρούς να κάθονται κατά γης μ΄ ακουμπισμένες τις πλάτες τους στον τοίχο και να καπνίζουν.
Ήταν δεν ήταν δεκαεφτά με δεκαεννιά χρονών, ο καθένας τους.
(…..!) Ο Ενωματάρχης τους πλησίασε και παίρνοντας ύφος …Στρατάρχου, τους λέει:
Σηκωθήτε απάνω ρε!
Οι δύο φίλοι πετάχτηκαν(…..!)
Διατάχτε, κυρ΄ Αστυνόμε!

Σελ.226
-Τι κάνετε, ρε σεις ,τέτοια ώρα εδώ;
-Τίποτα κυρ΄ Αστυνόμε, είπαν κι οι δύο με μια φωνή.
………………………………………………………….. !
-Ωραία, μπράβω! Έλα τώρα Νώντα….Δώσε ένα χαστούκι στο Λευτέρη!
(….!)
-Δεν άκουσες τι σου είπα ρε; Για κάνεις πως δεν ακούς;Είπα δως΄του ένα χαστούκι!

Σελ.227
Ο Νώντας φοβάται την οργή του Ενωματάρχη, αλλά διστάζει: Σκέφτεται: «Με τι πρόσωπο…» θα δει το φίλο του αύριο…
Ο Ενωμοτάρχης όμως δεν αστειεύεται, ούτε κι έχει καιρό για χάσιμο… Ανοίγεται και φαπ-φούπ τον αρχίζει στα χαστούκια λέγοντας:
-Να! τούτο, να! Και τα΄ άλλο να! Κι αυτό. Και δεν θα σταματήσω, ως ότου κάνεις αυτό που σου είπα!
Ο Νώντας τώρα ρίχνει μια ματιά παρακαλεστική στο Λευτέρη, σα να τούλεγε: «Συμπάθα με, φίλε μου, δεν βλέπεις τι μου κάνει;…» Και του δίνει μια, που λίγο διέφερε από χάδι σε φίλο, από φίλο «καρδιακό». Ο Νωματάρχης, που προσποιήθηκε ότι δεν κατάλαβε, γύρισε τώρα στο Λευτέρη:
-Η σειρά σου τώρα Λευτέρη, δώσε στο Νώντα ένα χαστούκι, αλλά πιο δυνατό από κείνο που σούδωσε αυτός.
(….!)-Γιατί, κυρ΄Αστυνόμε;τι μούκανε; Τόλμησε να ψελλίσει ο Λευτέρης. Και, δέχτηκε απανωτά τα χαστούκια του Ενωματάρχη.         -Πάρε κι αυτό, πάρε κι εκείνο κρεμανταλά, για να μάθεις να κάνεις αυτό που σου λένε. Δώστ του λοιπόν!...
Ο Λευτέρης, ήθελε δεν ήθελε, υποτάχτηκε κι έδωσε ένα απαλότατο χαστούκι στο φίλο του.
-Σου είπα, νάναι πιο δυνατό απ΄αυτό που σούδωσε κείνος, ακούω να λέει θυμωμένα ο Ενωματάρχη, ενώ απειλεί το Λευτέρη με νέο ξυλοκόπημα…
Έτσι, ο Νώντας δέχεται από το φίλο του ένα ακόμη χαστούκι, αλλά τούτη τη φορά, πιο τσουχτερό!
-Έλα εσύ τώρα, λέει ο Ενωματάρχης στο Νώντα,

Σελ.228
σε θέλω! Μια πιο δυνατή από τη δική του!
 Ο Νώντας δεν περιμένει να του το ξαναπεί.
……………………………………………………………………….!
Από δω και πέρα, κάθε, κάθε παρότρυνση του Ενωματάρχη περιττεύει… Οι δύο πριν αχώριστοι φίλοι άρχισαν να δέρνονται ανελέητα, με πείσμα και λύσσα…
Οι παλάμες σε λίγο έκλεισαν κι έγιναν γροθιές, δεν άργησαν όμως να λάβουν μέρος και τα πόδια… Κι έτσι, τα όπλα του εξοντωτικού αγώνα συμπληρώθηκαν…(……!)Οι δύο προ ολίγου αχώριστοι φίλοι, βλέπονταν πιά σαν άσπονδοι εχθροί…

Σελ.229
(……!)Τελικά όμως επικράτησαν τα΄ ανθρωπιστικά αισθήματα του Ενωματάρχη, που αναγκάστηκε να σημάνει το:
-Παύσατε πύρ…
Ποιούς όμως να χωρίσει; Τα λιοντάρια;(……..!)..αναγκάστηκε να επέμβει κι ο Ενωμοτάρχης:
-Επ…Παύσατε πυρ… Και τους ζυγούς λύσατε αμέσως, για να μη σας κλείσω στο φρέσκο «επί διαταράξει της κοινής ησυχίας».
(..................!)
-Άντε ρε…. Και που θα μου πάς; Θα μου το πληρώσεις.
‘Ακουσα να λέει ο Νώντας στο Λευτέρη. Και ανάλογες απειλές άκουσα από το στόμα του Λευτέρη για τον Νώντα.

Σε λίγο είδα τον πρωταγωνιστή και σκηνοθέτη, Ενωμοτάρχη να παίρνει το βοηθό του Χωροφύλακα και να φεύγει, αφού κατόρθωσε να κάνει δυό αδερφικούς φίλους να αιματοκυλιστούν…στα καλά καθούμενα!
Ο Νώντας φοβάται την οργή του Ενωματάρχη, αλλά διστάζει: Σκέφτεται: «Με τι πρόσωπο…» θα δει το φίλο του αύριο…
Ο Ενωμοτάρχης όμως δεν αστειεύεται, ούτε κι έχει καιρό για χάσιμο… Ανοίγεται και φαπ-φούπ τον αρχίζει στα χαστούκια λέγοντας:
-Να! τούτο, να! Και τα΄ άλλο να! Κι αυτό. Και δεν θα σταματήσω, ως ότου κάνεις αυτό που σου είπα!
Ο Νώντας τώρα ρίχνει μια ματιά παρακαλεστική στο Λευτέρη, σα να τούλεγε: «Συμπάθα με, φίλε μου, δεν βλέπεις τι μου κάνει;…» Και του δίνει μια, που λίγο διέφερε από χάδι σε φίλο, από φίλο «καρδιακό». Ο Νωματάρχης, που προσποιήθηκε ότι δεν κατάλαβε, γύρισε τώρα στο Λευτέρη:
-Η σειρά σου τώρα Λευτέρη, δώσε στο Νώντα ένα χαστούκι, αλλά πιο δυνατό από κείνο που σούδωσε αυτός.
(….!)-Γιατί, κυρ΄Αστυνόμε;τι μούκανε; Τόλμησε να ψελλίσει ο Λευτέρης. Και, δέχτηκε απανωτά τα χαστούκια του Ενωματάρχη.         -Πάρε κι αυτό, πάρε κι εκείνο κρεμανταλά, για να μάθεις να κάνεις αυτό που σου λένε. Δώστ του λοιπόν!...
Ο Λευτέρης, ήθελε δεν ήθελε, υποτάχτηκε κι έδωσε ένα απαλότατο χαστούκι στο φίλο του.
-Σου είπα, νάναι πιο δυνατό απ΄αυτό που σούδωσε κείνος, ακούω να λέει θυμωμένα ο Ενωματάρχη, ενώ απειλεί το Λευτέρη με νέο ξυλοκόπημα…
Έτσι, ο Νώντας δέχεται από το φίλο του ένα ακόμη χαστούκι, αλλά τούτη τη φορά, πιο τσουχτερό!
-Έλα εσύ τώρα, λέει ο Ενωματάρχης στο Νώντα,
Σελ.228
σε θέλω! Μια πιο δυνατή από τη δική του!
 Ο Νώντας δεν περιμένει να του το ξαναπεί.
……………………………………………………………………….!
Από δω και πέρα, κάθε, κάθε παρότρυνση του Ενωματάρχη περιττεύει… Οι δύο πριν αχώριστοι φίλοι άρχισαν να δέρνονται ανελέητα, με πείσμα και λύσσα…
Οι παλάμες σε λίγο έκλεισαν κι έγιναν γροθιές, δεν άργησαν όμως να λάβουν μέρος και τα πόδια… Κι έτσι, τα όπλα του εξοντωτικού αγώνα συμπληρώθηκαν…(……!)Οι δύο προ ολίγου αχώριστοι φίλοι, βλέπονταν πιά σαν άσπονδοι εχθροί…
Σελ.229
(……!)Τελικά όμως επικράτησαν τα΄ ανθρωπιστικά αισθήματα του Ενωματάρχη, που αναγκάστηκε να σημάνει το:
-Παύσατε πύρ…
Ποιούς όμως να χωρίσει; Τα λιοντάρια;(……..!)..αναγκάστηκε να επέμβει κι ο Ενωμοτάρχης:
-Επ…Παύσατε πυρ… Και τους ζυγούς λύσατε αμέσως, για να μη σας κλείσω στο φρέσκο «επί διαταράξει της κοινής ησυχίας».
(..................!)
-Άντε ρε…. Και που θα μου πάς; Θα μου το πληρώσεις.
‘Ακουσα να λέει ο Νώντας στο Λευτέρη. Και ανάλογες απειλές άκουσα από το στόμα του Λευτέρη για τον Νώντα.

Σε λίγο είδα τον πρωταγωνιστή και σκηνοθέτη, Ενωμοτάρχη να παίρνει το βοηθό του Χωροφύλακα και να φεύγει, αφού κατόρθωσε να κάνει δυό αδερφικούς φίλους να αιματοκυλιστούν…στα καλά καθούμενα!
………………………………………………………………………


====================================================
11-04-14
             Σωτήριος Ριζόγιαννης
====================================================
ΥΓ.1 Η οργανωτική δομή του ΕΑΜ είναι και σήμερα συγκεχυμένη και χωρίς σχετικές αναφορές, μία από αυτές- τουλάχιστον γιά την Πελοπόννησο - που συμφωνεί σχετικά με τα αναφερώμενα του "Διπλού" και άλλων είναι η: «Τον Νοέμβρη του 1941 ήρθε στην Σπάρτη αντιπρόσωπος του ΕΑΜ ο δικηγόρος Πολύβιος Ισαριώτης (στέλεχος του Αγροτικού Κόμματος), και αποφασίστηκε να χωριστεί ο νομός σε τρία τμήματα «Επαρχιακά» που θα υποδιαιρούνταν σε «τομείς» που θα συμπεριλάμβανε τα χωριά τις «Βάσεις».
Ανώτατο όργανο του ΕΑΜ ήταν η Νομαρχιακή Επιτροπή Λακωνίας (ΝΕΛ), πιο πάνω από την ΝΕΛ ήταν το «Πελοποννησιακό Γραφείο» (ΠΓ) και η κεντρική Επιτροπή του ΕΑΜ .» 
ΥΓ.2 Αντί άλλων διευκρινιστικών σημειώσεων ο αναγνώστης ας ανατρέξει σε σχετικές προηγούμενες αναρτήσεις, όπως από την ανάρτηση με το βιβλίο του Συν/χη 6ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ Εμμ. Βαζαίου που γράφει σχετικά και που πάλι παραθέτω δυό αποσπάσματα:
«...Έπειδή κατά την κατοχήν διεδραμάτισα κάποιον ρόλον ως στρατιωτικός υπεύθηνος εις το 4 ον Β.Α. Τμήμα της Πελοπονήσου, φρονώ ότι είναι πλέον καιρός, ο Ελληνικός λαός να μάθη τα άγνωστα παρασκήνια του ελληνικού δράματος εις την σπουδαίαν ταύτην περιοχήν, διότι παρετηρήθη το τραγελαφικόν φαινόμενον.
1)    Κορυφαίοι κουμμουνισταί κατά το πλείστον επιστήμονες της περιοχής ταύτης και οι οποίοι ήσαν υπεύθυνοι δι΄οσα διεδραματίσθησαν εις το πολιτικόν τομέα έχουν λάβει άφεσιν αμαρτιών και διάγουν σήμερον ζωήν άνετον, έχοντες αρίστας σχέσεις με τους δεξιούς μέχρι χθές θανασίμους εχθρούς των καθ΄ον χρόνον ευρίσκονται ακόμη εις τας φυλακάς άσημα παιδιά του λαού καθοδηγηθέντα από τους ανωτέρω αρχηγούς.
2)    Δεξιοί επιστήμονες και μη, των οποίων η πολιτεία κατά την κατοχήν δεν υπήρξεν άμεμπτος, κατέχουν σήμερον ανωτάτας θέσεις εις τον Κρατικόν Μηχανισμόν και τούτο διότι τους επροστάτευσεν και τους προώθησε το δέος του κομμουνισμού και η αντικομμουνιστική των λύσσα.
3)    Και μόνον ημείς οι έχοντες το θάρρος να υποστηρίζωμεν την αλήθειανθεωρούμεθα ακόμη ύποπτοι από εθνικής πλευράς, οι δε μαχηταί τους οποίους ημείς ωδηγήσαμεν εις τας μάχας εναντίον των κατακτητών, και νεκροί ακόμη υβρίζονται. Ενώ είναι γνωστόν ότι οι ιεροί ούτοι νεκροί, κατά το πλείστον αγροτόπαιδα μακράν παντός πολιτικού μιάσματος, έδωσαν την ζωήν των διά την σκλαβωμένην τότε Ελλάδα ως πραγματικοί ήρωες.»
------------------------------------------------------
« Είχομεν την ατυχίαν επί πλέον εις την περιοχή μας να διορισθή από το Πελοποννησιακόν Γραφείον του Ε.Α.Μ. εις υπεύθυνος πολιτικός πραγματικός δικτάτωρ υπό το ψευδόνυμον Τριαντάφυλος ή Στάθης , ο οποίος είχε τα δικαιώματα ζωής και θανάτου επί πάντων εις την περιοχήν .Οι δε διάφοροι διανοούμενοι κομμουνισταί καταγόμενοι εκ της περιοχής (ιατροί, δικηγόροι, καθηγηταί διδάσκαλοι κ.λ.π.) λαβόντες τας επικαίρους θέσεις καπετανέων και πολιτικών εις όλα τα κλιμάκια της τε πολιτικής οργανώσεως και του Συν/τος, ήσαν άπαντες πιστά ανδρείκελα του Στάθη, τον έτρεμαν κυριολεκτικώς και ουδείς εξ αυτών ετόλμησε ποτέ να τον συγκρατήση από τον σαδιστικόν κατήφορον του να βασανίζη και να εκτελή κατά το δοκούν»