Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2014

(075). "Έδερναν διάφοροι προδότες Έλληνες και οι Γερμανοί... γελούσαν" !!! ΗΜΕΡ/ΓΙΟ ΠΑΥΛ.Θ. ΗΛΙΑΔΗ -1944!


Ο Παύλος Θ. Ηλιάδης ,Αγρότης ,γενήθηκε στο χωριό Κουταλάς Κορινθίας το 1912 και απεβίωσε στις 05-12-1964. Έλαβε μέρος στο Έπος του ‘40 με το 6ο Σ.Π. Κορίνθου. Τον Ιούλιο του 1944 συλλαμβάνεται στο χωριό του από Γερμανούς και αποστέλλεται ως όμηρος στην Γερμανία.
Παρατίθεται το Ημερολόγιο-Απομνημονεύματα του, για την σύλληψη του από τους Γερμανούς .Το ντοκουμέντο εκτιμάται  ότι είχε γραφεί σε χρόνο «κοντά» στα γεγονότα , είναι δε άξιο για ιστορική καταγραφή!
Ευχαριστίες στους οικίους του για την παραχώρηση του αντιγράφου και την άδεια δημοσιευσής του!
Κατωτέρω!






 Σελ.1
Η Συλληψίς μου υπό Γερμανών

Ξημέρωνε 19η Ιουλίου 1944 ευρισκόμουν εις το σπίτι, την νύκτα αυτήν, το κεφάλι μου ήτο σκουτουριασμένο, ο νους μου εν αμηχανία αισθανόμουνα ότι κάτι θα μου συνέβαινε.
Προτού πάρει ο ήλιος στο χωριό και καβάλησα το μουλάρι και λέγοντας στη γυναίκα μου ότι θα πήγαινα στο «Ρουμάνι»της περιφερείας του χωριού μας να καθάριζα κάποιο αλώνι, να αλώνιζα το σιτάρι και να φόρτωνα ένα φόρτωμα ρεβίθια να τα έφερνα στο χωριό, διότι τα είχα αλωνίση στο αυτό που θα αλώνιζα το σιτάρι.
Φτάνοντας στο μέρος που ήτο το αλώνι ανατολική άκρη του αμπελιού μου «Κλαράκια» και αγρόν Ευγγ. Κακογιάννη δένοντας το μουλάρι εκεί πήγα στο ποτάμι που ήτο περίπου ¼ της ώρας από εκεί να ειδώ την πεθερά μου που έπλενε λίγα ρούχα, μήπως χρειάζεται να την βοηθούσα σε τίποτα, αλά δεν χρειάζετο τίποτα και γύρισα στο αλώνι πάλαι να συνέχιζα το καθάρισμα πηγαίνοντας στο μέρος του αλωνιού.
Βλέπω  κάτι το περίεργο στο πηγάδι του Μπακλώρη όπου απείχε περί 80 μέτρα και εγώ μαζεμένος από περιέργια πήγα κοντά να ακούσω τι; Εις το χωριό έγινε πλόκο από Γερμανούς


Σελ.2
και μάζεψαν όλους τους άνδρες από 15 -50 χρονών και τους παίρνουν προς το έτερο χωριό Μαψό απέχωντας 1 ώρα από τον Κουταλά.
Εις το νου μου διελόγησα πως έφυγα από το χωριό και την γλύτωσα.
Παρακολουθώντας τη συζήτηση για το μπλόκο λέγω σε όλους μαζί ότι καλό είναι να διαλυθούμε μήπως οι Γερμανοί έλθουν προς το μέρος εκείνο και βλέποντας την συγκέντρωση δεν θα ημπορέσουμε να διαφύγουμε από τα χέρια τους, ευρύνοντας την συζήτηση με φόβο από στιγμή εις στιγμή μήπως μας συνέβαινε τίποτα το κακό.
Από μακριά μας φωνάζει ο Γ. Μπισμπιρούλιας ότι να έχουμε το νού μας διότι από του Βαρδάκα έρχονται Γερμανοί. Μέρος νοτίως από μας. Διελόγησα ότι την πάθαμε, οι Γερμανοί μας παρακολουθούν από μακριά και δεν θα ημπορούσαμε να δια φύγουμε το μοιραίο.Αλλά και κακή μου τύχη ,τη φωνή ότι έρχονται Γερμανοί την άκουσα αντιθέτως, ότι έρχονται από το χωριό και φεύγω για να κρυφτώ προς το μέρος που πραγματικά ήρχοντο οι Γερμανοί.
Πηγαίνω κάτω από μια γκορτζιά του Ε. Κακογιάννη στο άκρο αμπελιών με την πρόθεση αν τους έβλεπα να πεφτα μέστα αμπέλια όπου θα ήτο εύκολη η κρυψώνα. Κάθισα εις τον κορμό της γκορτσιάς να μην έδειχνα  κίνηση καθόλου έχοντας το μέρος προς το χωριό μου μπροστά μου , ενώ από την πραγματική θέση που ήρχοντο οι Γερμανοί, η οποία ήτο και αντίθετος στην


Σελ.3
αντίληψη της δικής μου , από την φωνή που ήκουσα.
Ήσαν κλαριά και αμπέλια αραβοσίτια και δεν έβλεπα πέρα των 50 μέτρων και έξαφνα που κοίταζα με μεγάλη προσοχή προς το μέρος του χωριού, άκουσα περπάτημα πίσω μου, γυρίζοντας βλέπω ένα Γερμανό στρατιώτη ανά χείρας το όπλο ότι είχε βγή από τα κλαριά που ήσαν κοντά μου και ήρχετο προς τα πάνω μου.
Με τον νού μου είπα με πιάσανε αλλά δεν έχασα το θάρρος μου , έκανα πως κάτι εργαζόμειν. Ήλθε κοντά μου ζητώντας αμέσως ταυτότητα την παρετήρησε καθ΄όλα, μου την έδωσε πάλαι λέγοντας το Γερμανικό «γκούτ»=καλό.
Ήτο άνδρας ψηλός ξανθός στο πρόσωπο έδειχνε συμπαθητικό βλέμα , τον παρεκάλεσα να καθήση στο μέρος που καθόμουν εγώ ίνα τον καλοπιάσω , αυτός μου αρνήθη και για μια στιγμή πρόβαλλε άλλος στα 100 μέτρα, μου είπε πάμε μαζί, εγώ έκανα πως δεν καταλάβενα και κάνοντας κίνηση να φύγω προς αντίθετο μέρος, δήθεν για δουλειά.
Φθάνοντας ο άλλος συνάμα με φοβέριζε με το όπλο να ακολουθήσω γρήγορα αυτόν που μου μιλούσε, τον ακολούθησα χωρίς άλλη κουβέντα με πήγαν στο σπίτι του Μπακλώρη εκεί κοντά με συνόδευαν γερά από εκεί μου εδόθηκε ευκαιρία  και έγνεψα στους Μπισμπιρουλέους που ευρίσκοντο εκεί κοντά να φύγουν, αλ΄ εις μάτην δεν εκατάλαβε το νόημα κανείς.
Εις το σπίτι του Μπακλώρη ήτο ο ίδιος , ο άλλος Μπακλώρης , Ι. Μιχαλιός,  Μ. Τσίρμπας κοίταζαν της ταυτοτητές τους και τους διέταξαν να τους ακολουθήσουν


Σελ.4
ο νέος Μπακλώρης και ο Ι. Μιχαλιός εκ Κορίνθου.
Εν τω μεταξύ έφτασαν πολλοί Γερμανοί ψάχνοντας δεξιά αριστερά για ανθρώπους. Όσους είχαν μαζέψει εκεί μας έβγαλαν στο δρόμο με κατεύθυνση προς Ομερτσαούση υπό ισχυρής συνοδείας. Εις τον δρόμο από κάτι συγγενείς μου πήρα μια γιούρτα να φορέσω αν μου εχρειάζετο.
Μας προχώρησαν κανά χιλιόμετρο μας -- σταμάτησαν στων Κατσιμπουλαίων το σπίτι. Συγκεντρώνοντας πολλούς από διάφορα μέρη, μας έβαλαν σε μια κορτζιούλα ,όπου τα ¾ των κρατουμένων είμαστε στον ήλιο χάμω , εκεί σκέπασα με άχυρα που είχε εκεί χάμω κάτι χαρτιά τα οποία σε καμιά έρευνα ίσως τους κινούνταν καμιά υπόνοια.
Συζητώντας αναμεταξύ μας βλέπω εκεί πλησίον μας το Κατσιμπούλα να γυρίζει κάποιο αλώνι, που αλώνιζε την ώρα αυτή.
Σηκώθηκα δήθεν για κάτουρο και έγειρα να πήγαινα να βοηθούσα τον Κατσιμπούλα.Ο σκοπός με παρετήρησε, το παρακάλεσα δήθεν ότι θα βοηθούσα και με άφησε.
Τελειώνοντας το γύρισμα , αποπλάνησα την προσοχή του σκοπού με διάφορες κινήσεις , εν τέλει καταφεύγω να κρυφτώ μέσα σε μια σάλμη και για φτάσω στη σάλμη έπρεπε να περάσω πολλούς Γερμανούς, σιγά σιγά ξέφυγα την προσοχή όλων. Στο μέρος που κατάφευγα βρήκα μπροστά μου κάποιον Σωτήριον Αναργύρου κάθισα κοντά του και σιγά του


Σελ.5
φανέρωσα το σκοπό μου και το παρεκάλεσα εις πάσαν περίπτωση να μη με φανέρωνε διότι θα μου στοίχιζε η ζωή αυτός μου ορκίστηκε.
Καθόμαστε στον ίσκιο μιάς θημωνιάς από σιτάρι, απεναντί μας ήσαν κάτι άλλοι Γερμανοί εμείς προσποιούμεθα ότι κοιμόμαστε στον ίσκιο της θημωνιάς, αποσπών των εκεί ευρισκομένων Γερμανών  και ρίχνουμαι στα σύντομα κατά την σάλμη χώνουμαι μέσα κάθουμαι περί τα 20 λεπτά της ώρας.
Στο μυαλό περνούσαν τα κακά το ένα κοντά στο άλλο σαν να μου έλεγε κάτι, φύγε από δω γιατί σε είδαν και σε πρόδωσαν και θα σε σκοτώσουν. Σκεπτόμενος και την τύχη που με έριξε ολοφάνερα μεστους Γεμανούς, απεφάσισα  και βγήκα, πήγα και κάθισα στον προηγούμενο ίσκιο της θημωνιάς και σκεπτόμουν τι να κάνω;
Προτιμούσα το κρυψώνα αλλά η συνείδηση δεν με άφηνε, σαν να μου έλεγε θα σκοτωθής, άμα παν εν τω μεταξύ της διαλογής, και την ταχυπαλμία την καρδιά μου, διότι οι Γερμανοί είδα να ετοιμάζονται για δρόμο.
Τι μου είχε συμβή, πάλευε ο νους μου με κάθε σκέψη, ήτο στιγμή που φαινόταν ότι ήμουν φυλακή και ημπορούσα να δραπετεύσω εύκολα, αλλά κάποιος με παρώτρεινε να υποστώ την τιμωρία και στιγμή να χανόμουν στο αχανές και ότι ήθελε ας γίνη.
Όλα αυτά περνούσαν στο μυαλό μου τη στιγμήν αυτήν.
Έξαφνα έρχεται ο στρατιώτης που πρώτο με συνέλαβε και μου είπε να εγερθώ. Τελείωσε η απόπειρα το να κρυφτώ, σηκώνομαι


Σελ.6
βγαίνω αγνάντια στους άλλους κρατουμένους, βλέπω να τους περιτριγυρίζουν πολλά γυναικόπαιδα. Βλέπω τη γυναίκα μου και την πεθερά μου να με ζητάνε ταυτοχρόνως ακούω από κάποια γυναίκα ότι στα Βελλινιάτικα χωριό απέχων περί τας δύο ώρας σκότωσαν δύο Γερμανούς.
Ο νούς μας πήγε αν ήτο σωστό, οπωσδήποτε θα μας σκοτώσουν στο μέρος αυτό.
Στη γυναίκα μου και στην πεθερά μου, είπα τι θα κάμουν, αν δεν μας αφήσουν, τους έδωσα το ωρολόγι μου, τους αποχαιρετήσαμε όλους όπουν έκλαιγαν οι περισσότεροι, εφύγαμε υπό ισχυράν συνοδείαν.
Μπροστά , δεξιά, αριστερά και πίσω περί τους 40 Γερμανούς με τα όπλα ανά χείρας και αφερώσει ανοιχτά τόσοι έψαχναν για άλλους . Μας επροχώρησαν το δρόμο Συκίτσας χωράφια-Σχούρουκλι σπίτια,-Ρουμάνια.
Εκεί στα σπίτια ευρήκαν το γέρο Μπέκιο και τον ρωτούσαν που είναι οι άλλοι άνδρες και εν μέσω των χωραφιών φθάσαμε στο Σπαθοβούνι, μας συγκέντρωσαν κοντά στη βρύση του χωριού.
Καταρχάς πήγαμε να πιούμε νερό δε μας άφησαν, μετά μας άφηναν , μας έβαλαν στη γραμμή, μας μέτρησαν και συνάμα μας κοίταζαν στα πόδια, όποιος είχε καινούργια παπούτσια τα έπερναν.Έκαναν έγγραφο με τον αριθμόν πόσοι είμαστε , μας έδιωξαν με συνοδείαν για το Μαψό απέχων περί τας 2 ώρας, ακολουθούντες τον δρόμο Χατζιάρα σπίτι-


Σελ.7
Χήρας -Κακαράπι σπίτι - Καλιαμπάκου γαλάρια –Βρωμόβρυση-Τοποθεσία Μαψού.
Από Καλιαμπάκου γαλάρια έως Βρωμόβρυση, κρύφτηκα δύο φορές αλλά η συνείδηση δεν με άφηνε με έσπρωχνε προς τον όλεθρο.
Εις την άνω βρύση η συνοδεία μας άφησε να σταθούμε ίνα μας συγκεντρώσει και να μας διώξη μαζεμένους προς το χωριό που ήτο ο διοικητής καταδιώξεως.
Ξεκινώντας φτάσαμε στο Μαψό, όπου είχαν συληφθή και άλλοι. Αμέσως μας εμέτρησαν μας πήραν τις ταυτότητες και μας έβαλαν και καθήσαμε πάνω σε κάτι άχυρα που ήσαν από τα λώνια, στο αντίθετο μέρος ήσαν οι άλλοι τους οποίους όταν άρχισε να σουρουπώνει μας έσμιξαν.
Εν τω μεταξύ ένας ανθυπασπιστής Γερμανός με χαρτί φώναξε το Σταύρο Νάνο, Ιωαν. Κατσιμπούλα και  Ηρ. Καλομοίρη, αφού δεν ήσαν παρόν πήραν συνοδεία τον Ανασ. Κακογιάννη και τον πήγαν στον Κουταλά ίνα κάμουν έρευνα εις τας οικίας των άνω.
Εδώ άρχιζε να σκοτεινιάζει και έναν έναν μας τραβούσαν για ανάκριση εις το σπίτι του Γιώργαρη, η ανάκρησις τι ήτο; Ένα γερό ξυλοκόπημα που έκλεγε και η πέτρα από τη φωνή και κλάμα του ξυλοκοπημένου και το κακό που έδαιρναν διάφοροι προδότες Έλληνες και οι Γερμανοί που ίσταντο και εξέταζαν γελούσαν.


Σελ.8
Οι περίφημοι αυτοί Έλληνες περισσότεροι κατοίγοντο από το Ηράκλειο Νεμέας  αφού από ενωρίς μας μιλούσαν με αγανάκτηση ότι θα μας έκαιγαν τα χωριά.
Εξηκολουθούντες την ανάκριση και το ξυλοκόπημα περίμενα με τρόμο την σειρά μου, αλ΄ ευτυχώς δεν μου μίλησαν. Στις 12 ώρα σταμάτησαν οι ανακρίσεις ,πήγαν να κοιμηθούν. Γύρο μας εναλάσοντο τρείς σκοποί με αγωνία .
Ξημέρωσε 20 Ιουλίου, ότι πήρε ο Ήλιος καλά, άρχισαν οι κάτοικοι του Μαψού και έφερναν κάτι φαγώσιμα  όπως και το βράδυ συνάμα και ρούχα για ύπνο.
Σε λίγο έφτασαν και από τα κοντινά χωριά, ως και η γυναίκα μου, μας έφεραν φάγαμε και μας παρηγορούσαν με διάφορες ελπίδες,που τους έταξαν διάφοροι.
Εις τας εννέα η ώρα προέβησαν πάλαι εις ανάκρισην εις το κρατητήριον. Είδαμε να πηγαίνη ένας Έλληνας Γκεσταμπίτης κρατώντας ένα χονδρό ξύλο το οποίον είχε ενδιάμεσα στο κορμό διάφορα τσατάλια. Ευτυχώς η ανάκρισις δεν συνέχισε , ξυλοκόπησαν έναν μόνον, σε λίγο βγαίνουν έξω και αμολάν μερικούς από το σύνολον που είμαστε περί τους 250.
Πήγαν έφαγαν και κοιμήθηκαν ,εμείς είμαστε στον ήλιο και πίναμε τα ζουμιά. Οι κάτοικοι μας κουβαλούσαν νερό και ότι άλλο δυνατόν.
Το απόγευμα ήλθε ο Πρόεδρος του Χιλιομοδίου ,γνωστός στους Γερμανούς,


Σελ.9
και έλαβε υπευθύνη του τους Χιλιομοδιώτες και τους αμόλησαν. Συνάμα ήλθε και ο δικός μας Πρόεδρος και της Κλένιας αλλά δεν εισακούσθησαν, μόνον άφησε λίγους ακόμη και κράτησαν περί τους 40 μεταξύ των οποίων ήμουνα και εγώ. Εμάς απέκλεισαν τα δικαιώματα περί απολύσεως.
Το βράδυ τους έκαμαν τραπέζι οι χωριανοί αλλά εις μάτην ,την αυγήν της επομένης μας πήραν και διά του δρόμου προς τον Άγιο Νικόλαν Πεντεσκούφι μας έφεραν στο Ζευγολατιό. Προ του Αγίου Νικολάου εις μια στάθμευση, για δοκιμή να ειδώ την συμπεριφορά τους επήγα να καθίσω χάμω, με αγριέψαν με φωνές και κλωτσιές, εις τον άγιο Νικόλα πήγα να πιώ νερό, πάλαι μ΄ έσπρωξαν, έκανα το σταυρό μου και έλεγα έτσι θα είναι η τύχη μας μέσα μου και απεφάσισα να μη λοξοδρομήσω ούτε μια σπιθαμή.
Εις το Πεντοσκούφι άπλωσαν άλλοι κάτω από αχλαδιές που περνούσαμε να πιάσουν αχλάδια, άλλοι έπιασαν και άλλους σκουντούσαν με τους υποκοπάνους.
Προχωρώντες συνελάμβανον όποιον εύρισκον μπροστά και πολυβολούσαν προς διάφορες κατευθύνσεις .
Φθάσαντες εις τας σταφίδες του Ζευγολατίου έκοβαν  σταφύλια και τσιμπούσαν λίγο και τα υπόλοιπο μας το έριχναν στο κεφάλι.
Μας πήγαν στο Ζευγολατιό μας έβαλαν σε κάτι αμυγδαλιές  που μόλις είχαν λίγο ίσκιο. Το μόνο που μας επέτρεψαν


Σελ.10
και μας κουβαλούσαν οτιδήποτε απέξω για φαϊ ,συνάμα κατέφθασαν και από το χωριό δικοί μας με ρούχα και φαγώσιμα είδη και μας παρηγορούσαν ότι θα μας αμολήσουν το απόγευμα.
Τελειώνοντας τον έλεγχο των συλληφθέντων, εις την διαδρομήν περισσότερους αμόλησαν και λίγους έφεραν μαζί μας, ταυτοχρόνως αμόλησαν τον Ε. Δρεμούρα από την παρέα μας , μετά από λίγο μας παίρνουν όλους μαζί με τα φάκελα κατηγοριών και μας παρέδωσαν στην αστυνομία η οποία μας έκλεισε σένα κρατητήριο που μόλις επαίρναμε ανάσα και εκεί πότε μας επέτρεπαν και έφερναν φαγητά και πότε όχι.
Η νύχτα πέρασε κακώς, ως και η επόμενη περάσαμε λέγοντας διάφορα παραμύθια.
Ξημέρωσε 23 Ιουλίου από το πρωί ήρχοντο και μας έλεγαν ότι θα πήγαιναν για το Περιγιάλι να μας θεωρούσε τις ταυτότητες το Στρατηγείο και να μας αμόλαγαν και άλλοι μας έλεγαν ότι εις το Ξυλόκαστρο έγινε σαμποτάζ κατά των Γερμανών και αυτοί ως αντίποινα θα κρεμούσαν κρατουμένους και στο Στρατόπεδο Κορίνθου σκότωσαν 40. Διελογήσαμε όλοι μας ότι ημπορεί να κρεμάσουν στο Ξυλόκαστρο.
Την ημέρα αυτή αμόλησαν τον Ι. Ηλιάδη κατόπιν ενεργείας ατόμου τινός.
Δίπλα μας ακούγονταν μοιρολόγι. ήτο από μια αδερφή ενός κρατουμένου στο στρατόπεδο που τον σκότωσαν την ημέρα αυτή.
Το κοντόβραδο ακούσαμε και ήλθε αυτοκίνητο έξω στην


Σελ.11
πόρτα, μέσα είπαμε όλοι ότι θα μας πήγαιναν στο Περιγιάλι για αμόλημα.
Όταν άνοιξε η πόρτα να μας βάλουν στο αυτοκίνητο , βλέπουμε γύρο από το αυτοκίνητο να το φρουρούν Γερμανοί τόσο ωσάν να πετιώσαν από μέσα λαγοί, έτοιμοι να ρίξουν. Μέσα μας διελογήσαμε ότι θα μας πήγαιναν για κρεμάλα , αφού μας ανέβασαν εις τα αυτοκίνητα έβαλαν ισχυρή συνοδεία , εκίνησε αγωνία μας τι δρόμο θα πάρουμε Περιγιαλιού ή Ξυλοκάστρου; Γέρνοντας προς Περιγιάλι εκεί σταμάτησαν λίγο, αντί να μας απολούσαν μας απηγόρευσαν ούτε να μιλήσουμε , ούτε να μας μιλήσουν συγγενείς που ήσαν εκεί, όπως τους είχαν ειπή.
Κινώντας το αυτοκίνητο περνώντας δια της πόλεως Κορίνθου μας πήγαν στο στρατόπεδο που ήτο οι στρατώνες. Εκεί εκράτησαν 23, του υπολοίπους που πιάστηκαν στη διαδρομή προς την βόχα.
Μέσα στο στρατόπεδο γνωρίσαμε πολλούς .Μας κατέβασαν στο θάλαμο που θα κοιμόμαστε και μας είπαν να βγούμε για σωματική ανάγκη γιατί σε λίγο θα έκλεινε η πόρτα και πράγματι σε λίγο έκλεισε η πόρτα , όλοι στους θαλάμους.
Την βραδιά αυτή μήτε νερό μήτε φαϊ, συζητώντας με τους παλαιούς κρατουμένους παρατηρείτο ότι η βραδιά ήτο πολύ περιορισμένη , πολλοί σκοποί τριγυρούσαν το στρατόπεδο αντιλαμβάνοντο ότι κάτι θα γινότανε στο στρατόπεδο, καίτι την ημέρα αυτή έγινε εκτάλεσις των 40.
Την νύκτα άλλος ξερνούσε και άλλος χεζόνταν.


Σελ.12
Ξημέρωσε 24 Ιουλίου πρωί άλλοτε άνοιξε η πόρτα για σωματική ανάγκη , την ημέρα αυτή τίποτα μόνον έρχεται ο στρατοπεδάρχης με δύο άλλους και φώναξε μερικά ονόματα κρατουμένων και τους πήρανε από όλους τους θαλάμους ,χώρισαν 70 και τους έβαλαν στο διπλανό από μας θάλαμο, σε λίγο οι παλαιότεροι κατάλαβαν ότι θα γίνη και άλλη εκτέλεσις.
’Ολη την ημέρα απομονωμένοι , νερό τίποτα φαϊ τίποτα μόνον το μεσημέρι άνοιξαν έναν- έναν θάλαμο για σωματική ανάγκη.
Την ώρα αυτή βγαίνοντας έξω πλησίασα στους ετοιμοθάνατους είδα να ψέλνουν παράκληση και άλλοι έκλαιγαν πολλοί επιχείρησαν μόλις με είδαν να μου δώσουν διάφορα σημειώματα.Την στιγμή αυτή πίσω μου ήρχετο Γερμανός και ετοιμάζετο να με κτυπήση με τον υποκόπανο του όπλου και με ανάγκασε  να λακίσω και να μην πάρω τίποτα.
Μας έκλεισαν πάλαι μέσα με αγωνία και με πολλές παρακλήσεις έφθασε το φρικτό κοντόβραδο. Περί την 6 ½  ώρα ήλθε μικρόν αυτοκίνητον φέρον τον δήμιον αξιωματικόν των Γερμανών ίνα παραλάβη του 70 κρατουμένους προς εκτέλεσιν. Σε λίγα λεπτά εφάνησαν δύο φορτηγά τα οποία εστάθμευσαν μπροστά στις σκάλες της πόρτας του κτιρίου.Μπαίνοντας ο αρχιδήμιος εις το θάλαμον των μελοθανάτων και τους επρότεινε να εξέλθουν να ανέβουν στα αυτοκίνητα.
Την στιγμή αυτή ακούοντο στεναγμοί κλάματα και


Σελ.13
φωνές εκ των δέκα θαλάμων του κτιρίου επί δύο λεπτά «τα δύο λεπτά ήτο χειρότερη στιγμή που πέρασαν στη ζωή μου».
Εξηναγκασθέντες παρά των δημίων Γερμανών οι μελοθάνατοι κρατούμενοι εξήλθαν εν μέσω κραυγών και κλαμάτων που εσείοντο τα γύρω.Ένας ένας ανέβηκε εις τα αυτοκίνητα , παρεκάλεσαν τους δημίους ότι σκοτώνονται αδίκως αλλά εις μάτην , ξεκίνησαν τα αυτοκίνητα ενώ όλοι μας φωνάζαμε το “άδικα”! Οι μελοθάνατοι μας έλεγαν τους τελευταίους χαιρετισμούς στις γυναίκες τους ,παιδιά τους, γονείς τους, και συγγενείς τους εν γένει, μας ηυχήθεισαν καλήν ελευθερίαν και τέλος το τραγούδι «έχε γειά» συνάμα κουνώντας τα χέρια ή και τα μαντιλάκια τους.
Απομακρυσθέντα τα αυτοκίνητα μας έβγαλαν από τους θαλάμους για σωματικήν ανάγκη του καθενός και σε λίγο ακούσαμε τρείς ριπάς πολυβόλου που σκοτώθηκαν οι 70 αδερφοί μας. Μας άφησαν στο συρματόπλεγμα περί τη μία ώρα συνάμα μας έστειλαν ολίγους και για νερό, σένα πηγάδι περί τα 500 μέτρα, η συνοδεία ήτο από τσολιάδες και ένας Γερμανός.
Ένας από τους τσολιάδες της συνοδείας μακάριζε τους Γερμανούς για την εκτέλεση. Μας ήρθε αν μας ήτο δυνατό να τον κάναμε 40 κομάτια αλλά η συνοδεία ήτο περισσότεροι από μας , μας έβαλαν μέσα , μας κλείδωσαν κάναμε την προσευχή μας ,έφαγε αν ήθελε κανένας και κοιμηθήκαμε βαρειά και αποσταγμένα από την


Σελ.14
αγωνία της ημέρας.
Ξημέρωσε 25 Ιουλίου μας έβγαλαν το πρωϊ έξω, ήρχοντο ενδιαφερόμενοι και ρωτούσαν αν ζούσε ο καθένας και ποιος σκοτώθηκε, συνάμα μάθαμε ότι έπεται και άλλη εκτέλεση από 90. Πήραμε την έννοια μας ότι δεν πρόκειται να μείνωμε κανένας, ευτυχώς δεν έγινε.
Ήλθαν οι δικοί μας ενθάρυναν ότι θα μας απολύσουν ,για να τους παρηγορούμε εμείς τους λέγαμε  να φροντίσουν , ενώ μέσα μας λέγαμε ότι σπίτι δεν βλέπουμε.
Πήραν διάφορες αγγαρείες οι Γερμανοί και τους υπολοίπους μας έβαλαν μέσα, μας έβγαλαν το βράδυ πάλαι 1’ ώρα.
Καθημερινώς αυτό εγίνετο μία ώρα πρωί ,μια ώρα βράδυ και καμιά φορά για νερό στο πηγάδι που βλεπόμαστε με διάφορους συγγενείς που καθημερινώς μας ενεθάρυναν ότι  θα απολυθούμε και μας έφερναν τρόφιμα , δια αγγαρίες στο στρατόπεδο. Τροφή εδίδετο παρά του Ερυθρού Σταυρού 40 δράμια ψωμί και νερόβραστα ρεβίθια.
Υπό αυτάς τας συνθήκας περάσαμε μέχρι τις 3 Αυγούστου.



=======================================================================

ΕΠΙΠΡΟΣΘΕΤΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ-ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:



(Β). Από την «άγνωστη» αυτή «παγανιά» των «Γερμανοτσολιάδων» στα πεδινά του τότε Δήμου Κλεωνών ο Παύλος Ηλιάδης μεταφέρθηκε κατόπιν με άλλους συλληφθέντες στην Αθήνα. Εκεί αφού εξετάστηκαν ιατρικά, εστάλησαν στα κάτεργα της Γερμανίας ως όμηροι και επανήλθαν το καλοκαίρι το 1945.

              Όμηροι στην Γερμανία από το Χωριό Κουταλά:
1) Παύλος Ηλιάδης του Θεοφ.
2) Μιχ. Κατσιμπούλας του Παν.(ή Γρίβας)
3) Δημ. Κακούρος του Ιωαν.(Καταγωγή από το χωριό Λίμνες)
4) Αναστ. Κακογιάννης του Νικ.
5) Φίλιππος Κακογιάννης του Νικ. (Αδερφός του Αναστασίου) 
6) Μιχ.  Μπισμπιρούλιας του Νικ.
7) Γεωρ. Μπακλώρης του Κων.(Καταγωγή από το χωριό Κλένιες)
8) Ηλίας Καλομοίρης του Παν.

              Όμηροι στην Γερμανία από το Χωριό Κλένια:
1)   Ιωάννης Κορδώσης (ή Σουσάμης)
2)   Κων/νος Κορδώσης. (Γιός του Ιωάννη Κορδώση)
3)   Παν. Ελευθερίου
4)    Παν. Σκούπας

[Τον συληφθέντα Αναστ. Κορδώση του Σταμ., για λόγους υγείας τον άφησαν ελεύθερο στην Αθήνα]

(Άλλοι όμηροι στην Γερμανία τότε από τα πεδινά χωριά του Δ. Κλεωνών υπό έρευνα!!!)

(Γ). Στις παραπάνω σελίδες 8-9 του ημερολογίου, αναφέρονται: «Το απόγευμα ήλθε ο Πρόεδρος του Χιλιομοδίου ,γνωστός στους Γερμανούς και έλαβε υπευθύνη του τους Χιλιομοδιώτες και τους αμόλησαν. Συνάμα ήλθε και ο δικός μας Πρόεδρος και της Κλένιας αλλά δεν εισακούσθησαν, μόνον άφησε λίγους ακόμη και κράτησαν περί τους 40 μεταξύ των οποίων ήμουνα και εγώ. Εμάς απέκλεισαν τα δικαιώματα περί απολύσεως.»*
      *-Ο πρόεδρος του Χιλιομοδίου ήταν ο Σωτήρης Γιώργαρης. Στο βιβλίο του ο Σταύρος Καλαράς αναφέρεται σ΄ αυτόν (Βλ. ανάρτηση 059).Ενδεικτικά στην σελ. 57 γράφει: «…Ειδοποιήσαμε τον πρόεδρο Γιώργαρη, ο οποίος ήλθε αμέσως και χάρηκε να με ιδεί. Του εξήγησα όλη την περιπέτειά μου και λυπήθηκε πολύ, αλλά με καθησύχασε διότι ο Σίβερινγκ έχει ενημερωθεί και έχει δόσει το λόγο της στρατιωτικής τιμής του, ότι δεν θα κινδυνεύσει η ζωή μου και εργάζεται για το ζητημά μου, με άλλους ανώτερους αξιωματικούς, και με συμβούλεψε να περιμένω…Σε  δύο ημέρες, αφού και πάλι ο Σίβερινγκ τον διαβεβαίσε ότι δεν κινδυνεύω, ήρθε ο πρόεδρος στο σπίτι και μαζί πήγαμε στο Γραφείο του Σίβερινγκ, ο οποίος χαρούμενος με χαιρέτησε και με διαβεβαίωσε ότι όλα θα τακτοποιηθούν…»
-Ο αδερφός του Σωτ. Γιώργαρη ήταν ο Χρήστος Γιώργαρης ο οποίος εσφαγιάσθη στο χωριό Αθίκια από “αντάρτες” τον 8ο μήνα του 1944.
-Πρόεδρος στο χωριό της Κλένιας ήταν ο Παν/της Μπακλώρης για αυτόν αναφέρεται στο βιβλίο του ο Διον. Θωμαϊδης (Βλ. ανάρτηση 067- Σελ. 138,139,140) .Ενδεικτικά:
«Υπόθεση Παν. Μπακλώρη
Σύμφωνα με κάποια διαταγή που πήρα, μια από τις ημέρες αυτές έπρεπε να ειδοποιήσω όλους τους πρώην αξιωματικούς του Στρατού, οι οποίοι έμεναν στην περιοχή μου, να παρουσιαστούν στο 6ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ, κι αν αρνηθούν, να τους στείλω συνοδεία.
Τότε έμενε στις Κλένιες ένας αξιωματικός. Παναγιώτης Μπακλώρης. Πήγα στο χωριό του και του μίλησα φιλικά. …………………………..
τον έστειλα εγώ με συνοδεία αποσπάσματος.….ως τη Στιμάγκα και να τον παρουσιάσει σ΄ ένα κλιμάκιο της οργάνωσης, που ήταν η έδρα του εκεί.
………..Τον παίρνω αμέσως από το κρατητήριο και τον παρουσιάζω στον Σωκράτη, …….. Ύστερα εξηγεί στο Μπακλώρη με ευγένεια, για ποιο λόγο αγωνιζόμαστε και του κάνει την ερώτηση:
-Για πές μας τώρα, ρε συναγωνιστή κι εσύ, μήπως έτσι που ενεργούμε κάνουμε κανένα κακό στην πατρίδα μας, χωρίς να το καταλαβαίνουμε;
Αλλά ο Μπακλώρης δεν φαινόταν διατεθειμένος να συμφωνήσει. Όταν το διαπίστωσε αυτό ο Σωκράτης του ζήτησε με τη σειρά του συγγνώμη για την ταλαιπωρία του, και τον άφησε ελεύθερο…..»

(Δ).  Κατωτέρω παρατίθονται φωτογραφίες από το Μνημείο στο «Περιβόλι του Νέγρη»--Ονομασία του ευρύτερου χώρου , ως μικρότατου οικισμού--  εκεί έγιναν οι περισσότερες εκτελέσεις φυλακισμένων από τους Γερμανούς. Το «Περιβόλι» βρίσκεται ανάμεσα στο στρατόπεδο του 6 ου Σ.Π. στην Κόρινθο και του χωριού Εξαμίλια. Εκεί που είναι το μνημείο και σε κοντινά -γύρο μέρη ,εκτελέστηκαν και ετάφηκαν μαζικά κυρίως σε τρεις μαζικές εκτελέσεις, διακόσιοι περίπου Έλληνες κατά το πλείστον από τον  τότε νομό Αργολιδοκορινθίας !
Το Μνημείο ανεγέρθηκε το 1989. Σε αυτό, αποτυπόνωνται ονόματα που έχουν εκτελεσθή και σε άλλα μέρη της Κορινθίας και από άλλους νομούς, όπως δε, δεν αποτυπώνονται ονόματα που πράγματι εκεί εκτελέσθηκαν.Επίσης αποτυπόνωνται ονόματα ατόμων τα οποία εφονεύθησαν ως αντάρτες μετά την κατοχή

===========================================================
14-11-14
ΜΙΚΡΗ ΦΩΤΟΓΓΡΑΦΙΑ ΜΟΥ.png
Σωτήριος Ριζόγιαννης
==========================================================
Διεύθυνση αυτής της "ανάρτησης": http://rozosotiris.blogspot.gr/2014/11/075-1944.html