Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2015

(077).Εμφυλιακά περιστατικά στην Αργολιδο-Κορινθία από το βιβλίο "ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ" του ΕΛΑΣίτη ΓΙΑΝΝΗ ΚΟΥΡΟΥΜΑΛΗ

Στην σημερινή εποχή η συλλογή πληροφοριών  για την αποτύπωση της ιστορίας, είναι σχετικά εύκολη, σε αντίθεση στην από αιώνων δυσκολία περισυλλογής και αξιολογήσεως των πληροφοριών που είχε ως αποτέλεσμα την καταγραφή της κατά συνθήκης ψευδέστατης ιστορίας. Όμως συμβαίνει  και σήμερα το τραγελαφικό: εάν δεν εξυπηρετεί αυτή καθ΄ αυτή η ιστορία την από αιώνων εξουσιαστική «νομενκλατούρα» απαξιώνεται και παραμένει  ως «ψιλά γράμματα».
Στην Ελλάδα ο επίσημος κρατικός φορέας για την καταγραφή της ιστορίας, υποτίθεται ότι είναι κυρίως τα Πανεπιστημιακά ιδρύματα. Δυστυχώς οι πλείστοι Πανεπιστημιακοί «δάσκαλοι» καταγράφουν ιστορία  «μαγαριζοντάς την» διότι εκ θέσεως γράφουν, βάση της τίτλο-εξουσιαστικό-λαγνείας τους, της ιδεοληψίας τους και της φιλαργυρίας τους. Το αυτό συμβαίνει και από τους χρηματοδοτούμενους από γνωστά ανθελληνικά ξένα  κέντρα ιδιωτικούς φορείς συμπεριλαμβανομένων και των κομμάτων.
       Θεωρώ ότι η αντικειμενική ιστορία δεν είναι η μυθιστοριογραφία(αυτή την έγραψαν μόνο Έλληνες μύστες)!Πρέπει  η ιστορία οπωσδήποτε να ανταποκρίνεται και να συνθέτει τρεις κύριες ολότητες:
-Την  ΟΡΙΖΟΝΤΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ δηλ. την  αναφορά γεγονότων στο χρόνο και το χώρο που συνέβησαν και την σχέση με αυτά όλων των εμπλεκομένων πρωταγωνιστών προσώπων.
-Την ΚΑΘΕΤΗ  ΙΣΤΟΡΙΑ δηλ. την αναφορά των αιτιών-το γιατί συνέβησαν τα γεγονότα -και στην ηθική αυτουργία των εμπλεκομένων προσώπων σ΄ αυτά.(Την κάθετη ιστορία κυρίως «σκυλεύουν» σήμερα , ασύστολα οι αποδομητές της).
-Στην ΚΥΚΛΙΚΗ(ή Σφαιρική) ΙΣΤΟΡΙΑ δηλ. στον κύκλο που σχηματικά περικλείει τον σταυρό της οριζόντιας  και της κάθετης ιστορίας και που εννοείται  ως το χρονικό εύρος από την αρχή μέχρι το τέλος της εξέλιξης ενός γεγονότος ως ένα σύνολο ( μικρή ιστορία) και γενικότερα το χρονικό εύρος του συνόλου από υποσύνολα ομοειδών αυτοτελών γεγονότων (μεγάλη ιστορία).
Με δύο λόγια: εκτιμήσεις, υμνολόγια, αφορισμοί και παραμύθια περί των γεγονότων δεν είναι ιστορία!

Περί ου ο λόγος ,ειδικότερα της ιστοριογραφίας του εμφυλίου εν Ελλάδι και δη της Αργολιδο-Κορινθίας.
Ο Εμμ. Βαζαίος στρατιωτικός διοικητής του 6ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ, έγραψε το Βιβλίο του, κυρίως ως σαν στρατιωτική έκθεση γεγονότων, ως βοήθημα της ιστοριογραφία και όχι ως καθ΄αυτού ιστορία.
Η μιά πλευρά μέμφεται τον Βαζαίο  γιατί δεν έγραψε περισσότερα και ειδικότερα για τις σφαγές κλπ. (θεωρώντας και αυτόν υπεύθυνο γι' αυτές) Θα έλεγα δεν ήταν αυτός ο σκοπός και ο ρόλος του. Επισημαίνοντας , ότι εάν δεν είχε γράψει γιά τον αρχησυμμορίτη «Στάθη» στο βιβλίο του, κυριολεκτικά σήμερα, αλλά και τότε  σχεδόν ουδείς θα ήξερε και θα αναφερόταν σ' αυτόν!
Η  άλλη,  η χειρότερη «πλευρά» ή απέκρυψε ή αποσπασματικά παραποίησε ή πλαστογράφησε τα γραφόμενα του Βαζαίου, και αυτοί την "πλευρά" την αποτελούσαν τα άτομα που  ονοματίζει στο βιβλίο του ο Βαζαίος:
«  παρετηρήθη το τραγελαφικόν φαινόμενον. 1)   Κορυφαίοι κουμμουνισταί κατά το πλείστον επιστήμονες της περιοχής ταύτης και οι οποίοι ήσαν υπεύθυνοι δι΄οσα διεδραματίσθησαν εις το πολιτικόν τομέα έχουν λάβει άφεσιν αμαρτιών και διάγουν σήμερον ζωήν άνετον, έχοντες αρίστας σχέσεις με τους δεξιούς μέχρι χθές θανασίμους εχθρούς των καθ΄ον χρόνον ευρίσκονται ακόμη εις τας φυλακάς άσημα παιδιά του λαού καθοδηγηθέντα από τους ανωτέρω αρχηγούς...».
Οι αναφερόμενοι, (ευκόλως εννοούμενα και γνωστά τα όνομα τους), ως υπεύθυνοι πρωταγωνιστές  στον εμφύλιο και στα κατοπινά χρόνια μετά τον εμφύλιο, δεν έγραψαν  τίποτε γιά την ιστορία. Ελάχιστοι έγραψαν, ελάχιστα   για τα γεγονότα ή για να από-ενοχοποιηθούν οι ίδιοι και οι σύντροφοι τους από εγκληματικές ευθύνες τους ή για να δικαιολογήσουν την ανήθικη ηθική του ΚΚΕ που ασπάστηκαν και δεν ντράπηκαν.
    Κυρίως δεν έγραψαν σχεδόν τίποτα, και για να δικαιολογήσουν την εξουσιαστική τους πορεία στα μετεμφυλιακά χρόνια με τους  πρώην άσπονδους εχθρούς τους (Βλ. δίδυμο Ευαγγ. Λέκκα- Κων. Παπακωσταντίνου) , εις βάρος των περισσοτέρων ασήμαντων αγροτο-κτηνοτρόφων της Αργολιδοκορινθίας που τους ενέμπλεξαν παρά την θέληση των, ως «συναγωνιστές»(μετέπειτα ως οπαδούς) τους στην εγκληματική κομμουνιστική συμμορία τους όχι για την απελευθέρωση της πατρίδος αλλά ………. ούτε και αυτοί κατ΄ουσία ήξεραν.(Κατά τ' άλλα η Κορινθία θεωρούνταν και θεωρείται κέντρο διανοουμένων και "κουλτουριάρηδων").
Σύμφωνα με τα ανωτέρω κρίνω το «ασήμαντο και απαξιωμένο» βιβλίο του Γιάννη Κουρούμαλη «ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ»-1992 ως άξιο ιστορικό ντοκουμέντο, για τον εμφύλιο στην Αργολιδο-Κορινθία και ας μην αναφέρεται ως κομμουνιστής και ως ερασιτέχνης "αγράμματος" ιστοριογράφος, στα όσα έκρυψε και αυτός (Βλ. προηγούμενη «ανάρτηση»,076). Άξιο δε το βιβλίο και γιατί μπορεί τα αναφερόμενα συγκριτικά να ταυτιστούν  με άλλες αναφορές για να αποσαφηνιστούν άλλα  δρώμενα  τότε.
Άγνωστα γεγονότα και ονόματα- ψευδώνυμα προσώπων, πληθώρα στο βιβλίο του και αυτό προς τιμήν του!
Κατωτέρω αποσπάσματα!


     


                
Σελ. 5
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Τα γραπτά που ακολουθούν είναι αφηγήσεις πραγματικών συμβάντων.
Είναι ωμή η αλήθεια. Χωρίς λουστραρίσματα ή σκοπιμότητα. Είναι όπως τα έζησα.
Ίσως σοκάρουν ορισμένους. Ίσως να είμαι αυστηρός στην κρίση μου για ανθρώπους που έδωσαν και την ζωή τους, γι΄ αυτό που πίστευαν.
Δεν επιθυμώ ν΄ αναμοχλεύσω πάθη. Έχουν περάσει πάνω από 55 χρόνια. Έχει «κατακάτσει ο κουρνιαχτός της λαίλαπας» κι είναι καιρός να δούμε την αλήθεια κατάματα. Να εκτιμήσουμε σωστά τα πράγματα και να βγάλουμε τα κατάλληλα συμπεράσματα σεβόμενοι την ανθρώπινη ύπαρξη.
Κάθε άνθρωπός έχει δικαιώματα στη ζωή. Ο καθένας μπορεί να σκέφτεται και να δρά ελεύθερος. Η ελευθερία του ενός να μην δεσμεύει την ελευθερία του άλλου και γίνεται τυραννική.
Τα άτομα της κοινωνίας να κυβερνούνται από δίκαιους και ηθικούς νόμους για να υπάρχει ειρηνική και αρμονική συμβίωση.
Δεν μ΄ ενδιαφέρουν τα ονόματα των οργανωμένων κοινωνιών και των καθεστώτων, αλλά η ουσία. Γιατί μπορεί να έχουν «λαμπερά ονόματα και να διέπονται από νόμους της ζούγκλας.
Όπως σήμερα: Οι σοσιαλιστικές και δημοκρατικές κυβερνήσεις με πρόσχημα τον δήθεν ανθρωπισμό καταστρέφουν μια ολόκληρη χώρα την Σερβία, καταδικάζοντας εκατομμύρια ανθρώπους στον αφανισμό για να καταναλώσουν τα στοκ πολεμικού υλικού. Έτσι το αίμα των δολοφονημένων με τους βομβαρδισμούς γίνεται χρυσάφι για τις κάσες των πολεμικών βιομηχανιών.
Δυστυχώς για την ανθρωπότητα οι πολιτικές και στρατιωτικές ηγεσίες του ΝΑΤΟ είναι όργανα των εμπόρων του πολέμου και δεν έχουν ίχνος ανθρωπιάς. Ίχνος αξιοπρέπειας. Χορεύουν στο ταψί, σαν τον σκαντζόχοιρο στον σκοπό που τους χτυπάει ο Κλίντον. Αίσχος.
Δεν αντέχω το ψέμα. Φωνάζω την αλήθεια κι όταν είναι σε βάρος μου.

Σελ. 7
ΑΥΘΟΡΜΗΤΑ
Ήταν τα΄ Αγιωργιού του 1941. Οι γερμανοί βομβάρδιζαν ανηλεώς την Ελλάδα. Το ραδιόφωνο μιλούσε για την ήττα μας και οι γερμανοί διέσπασαν και τη δεύτερη γραμμή αμύνης, που ήταν «υποτίθεται» οι Θερμοπύλες. Μιλάμε με τον Ηλία τον Μπούρμπουλα για τα δεινά που μας περιμένουν. Στο σχολείο είχαμε διδαχτεί για τον ξεσηκωμό του γένους. Στην μνήμη μας ήταν νωπά τα μαθήματα για τη νίλα του Δράμαλη στα Δερβενάκια, για το κατόρθωμα του Καραϊσκάκη στην Αράχοβα, για το χορό του Ζαλόγγου, για τα ολοκαυτώματα του Καψάλη ή του Καλόγερου Σαμουήλ στο Κούγκι. Για το χαράτσι των Τούρκων και τις σφαγές.
-Όταν μας επιβάλουν τέτοιους φόρους θα ξεσηκωθούμε Ηλία.
-Αυτοί θα μας σκοτώσουν σαν τα σπουργίτια.
-Κι εμείς θα τους παραφυλάμε κι όλο θα βρίσκουμε κάνα μαχαίρι, κάνα ξίφος, κάνα τσεκούρι να τους παίρνουμε τα κεφάλι. Εσύ τι θα κάνεις αν έρθουν και σου πάρουν τη σοδειά;
-Θα προτιμούσα να πεθάνω παρά να μου πάρουν το βιός μου. Οι κατακτητές ήρθαν και απαίτησαν να παραδώσουν οι έλληνες και τα κυνηγητικά όπλα.
Ο σταθμάρχης χωροφυλακής Τρικάλων Κορινθίας Ενωματάρχης Μιχαλόπουλος έφερε την κοινοποίηση της διαταγής στο χωριό μου Σοφιανά. Ήταν γνωστοί με τον μεγάλο αδερφό μου τον Βλάση, που ήταν τραυματίας του Αλβανικού μετώπου και που ακόμα έκανε αλλαγές στις γάζες του προσώπου. Ήρθε στο σπίτι μας χαιρετίστηκαν και κάθισε λίγο να τα πούμε.
Εγώ συνέχισα ν΄ ασχολούμαι με τα δικά μου, μα πήρε τα΄ αυτί μου κάτι που είπε ο Ενωματάρχης.
-Βλάση τα όπλα μας χρειαστούν.
Αυτό το έδεσα γερά στο μυαλό μου. Ήμουν 15 χρονών στα 16.
Την άλλη μέρα με φώναξε ο Βλάσης και μου λέει:
-Πάρε το δίκαννο και το πιστόλι να τα πας στο γραφείο κοινότητας στο Μάζι.
-Δεν θα μας χρειαστούν ρε Βλάση;
-Όταν έρθει η ώρα του ξεσηκωμού θ΄ αρπάξουμε τα δικά τους. Πήγαινε τα τώρα να μην βρούμε κάνα μπελά.
Έβαλα σ΄ ένα ντορβά το εφτάσφαιρο «Lagar» που είχε φέρει ο πατέρας από την Αμερική και το οπισθογιομές δίκαννο «Remigton», το έκοψα στη μέση, τα΄ βαλα στον ώμο και τράβηξα για το Μάζι που ήταν η έδρα της κοινότητας , μαζί και με άλλους χωριανούς.

Σελ. 8
Στα μισά της διαδρομής, στη θέση Μπρίνιες, κοντοστάθηκα κι  αφού πέρασαν όλοι, πέταξα το πιστόλι κάτω από μια αφάνα.
Όταν πήγαμε στο γραφείο της κοινότητας και είδαμε τον τρόπο παράδοσης, (τα ακουμπούσαν στο δάπεδο του γραφείου, με τη σειρά χωρίς να τα καταγράφουν και χωρίς να δίνουν απόδειξη παραλαβής) σκεφτήκαμε με τον εξάδερφό μου τον Κώστα Κουρούμαλη (του Γεωργίου) να διαρρήξουμε το βράδυ-νύχτα το γραφείο και ν΄ αρπάξουμε τα καλύτερα και να τα κρύψουμε. Το σχέδιο χάλασε αργά την νύχτα.
Το καλοκαίρι του ΄41 ήρθε στο χωριό ένας φορατζής έλληνας, εξ΄ ονόματος των ιταλών να συγκεντρώσει τα δικαιώματα των κατακτητών από την σοδειά του βίκου.
Στον κατάλογο που είχε, ο πατέρας μου ήταν χρεωμένος με 50 οκάδες βίκο.
-Πήγαινε Γιάννη φερ΄ το μου είπε ο πατέρας.
Πήγα γέμισα ένα τσουβάλι με βίκο, το ζύγισα με το καντάρι μας κι ήταν ακριβώς 50 οκάδες. Το φορτώθηκα ο ίδιος και το πήγα 300 μέτρα ανηφόρα, στον τόπο συγκέντρωσης. Το ζύγισε ο φορατζής και είπε:
-Είναι 49 οκάδες να το φέρεις σωστό.
-Μα εγώ το ζύγισα και είναι 50 οκάδες.
-Όχι, είναι 49!
-Είναι 50!
-Γιατί δεν αφαιρείς την τάρα;
-Γιατί δεν μου επιστρέφεις το τσουβάλι!
-Παρ΄ το και να φέρεις σωστό.
-Αν το πάρω, δεν θα το ξαναφέρω.
-Αν σου βαστάει κάντο. Θα΄ χουν το λόγο άλλοι.
-Γι΄ αυτό θα σε βρουν τούμπανο σε κάνα ρέμα.
-Τα στοιχεία σου!
-Παρ΄ τα! Κι έκανα μια απρεπή κίνηση του χεριόυ από πάνω προς τα κάτω, κι έφυγα.
Ζητούσε επίμονα τα στοιχεία από τους χωριανούς μέσα στο καφενείο, αλλά κανένας δεν του τα έδωσε. Όλοι είχαν ευχαριστηθεί και θα έκαναν το ίδιο αν δεν είχαν οικογενειακές υποχρεώσεις.
Τελικά οι πιο σώφρονες τον καθησύχασαν, ειδοποίησαν τον πατέρα μου και σταμάτησαν τα «περαιτέρω».
Αυτά ήσαν αυθόρμητα.
Την άλλη χρονιά άρχισαν τα οργανωμένα και καθοδηγούμενα.
Ξημέρωνε Πρωτοχρονιά του 1942. Για να μην παραβούμε το έθιμο, παίαμε χαρτιά στο μαγαζί του Αλέξη Κουρούμαλη. Είχε ανάψει τη σόμπα. Έκαιγε αβέρτα λιγνίτη. Κλεψιμαίικο από το εγκαταλελειμμένο λιγνιτωρυχείο

Σελ. 9
«Βάλτας» του Τζαβέλα. Είχε ασετιλίνες για καλό φωτισμό και λαμποκοπούσαν από τις τζαμαρίες των παραθυριών. Το λιοτρίβι όπως το αποκαλούσαν, δούλευε στο φουλ και ο μπάρμπα-Αλέξης έκλεβε τις μάρκες με στροφή των 5 δακτύλων πάνω στην πράσινη τσόχα. Ήταν το βιδάνιο. Όλα τα τραπέζια ήταν γεμάτα. Έξω χιόνιζε.
Στις μία μετά τα μεσάνυχτα, πρόβαλαν τρεις γκριζοπράσινες σιλουέτες και άνοιξαν την πόρτα. Ήταν η περίπολος.
Στο χωριό Σοφιανά σπάνια έρχονταν ιταλοί. Είχαν βάση στα Τρίκαλα. Η περίπολος κατέβηκε στο Ρέθι και το μάτι τους έπεσε στο λαμπερό φως. Από περιέργεια κίνησαν με οδηγό το φως της ασετιλίνης. Ανέβηκαν όλη την ανηφόρα και να τους στην πόρτα της λέσχης, κουκουλωμένοι με μπέρτες. Μπόνο σέρα σινιόρι. Μπόνο σέρα………
Του απαντήσαμε φιλικά, Καλή χρονιά. Τους δώσαμε θέσεις κοντά στη «στόφα» όπως την είπαν και ζήτησαν βίνο. Τους γέμισε ο μπάρμπα-Αλέξης μια κανάτα, κάνα δυο οκάδες και τους έδωσε και ποτήρια. Τους έφερε σταφίδα, καρύδια και στρωθήκαμε σα στο σπίτι τους.
Δεν πέρασε μισή ώρα και η κανάτα –τέντζερη είχε αδειάσει.
Βίνο-Βίνο παγκάρε. Ήθελαν να πληρώσουν. Ο μπάρμπα-Αλέξης τους έφερε από το βαρέλι όσο κρασί ήθελαν χωρίς λεφτά.
Η νύχτα προχωρούσε. Το χιόνι έπεφτε. Η σόμπα δούλευε στο φουλ και η κανάτα συνέχεια άδειαζε.
Ξημέρωσε και οι φρατέλοι είχαν γίνει σταφίδα. Μα και οι χαρτοπαίχτες δεν πήγαιναν πίσω. Το κρασί όταν είναι ξεροσφύρι βαράει.
Το χιόνι κόπασε. Άρχισε να ξανοίγει. Βγήκαμε όλοι έξω. Οι ιταλοί ήθελαν να δείξουν δυναμισμό. Άρχισαν να πυροβολούν διάφορους στόχους. Η αποτυχία τους όμως ήταν καταφανής.
Ο Παναγής Μενούσος (Μελέζος) ήταν από τους καλούς κυνηγούς. Είχε υπηρετήσει στο ιππικό και πολέμησε στην Αλβανία. Ζήτησε από τους ιταλούς να του δώσουν ένα όπλο να επιδείξει τις σκοπευτικές του ικανότητες. Οι χαζοβιόληδες οι ιταλοί του έβαλαν μιά σφαίρα σ΄ ένα όπλο και του το έδωσαν. Το πήρε ο Μαλέζος. Αρπάζει την τραγιάσκα ενός νεολαίου από το κεφάλι, την πετάει ψηλά, τραβάει το όπλο του και την διαπερνάει.
Οι ιταλοί τα΄ χασαν όταν είδαν τόσο δεινό σκοπευτή σε κινητό στόχο. Άρχισαν να του μπαίνουν. Ο Μαλέζος με το τουπέ του τροπαιούχου, τους απαντάει προκλητικά:
-Εγώ Αλμπάνια μπουμ-μπούμ Πρεμεντή.
Οι ιταλοί παρεξηγήθηκαν. Τον νόμισαν για αξιωματικό (οφιτσιάλο) και θέλανε να τον πάρουν κρατούμενο. Όλοι όσοι βρισκόμασταν εκεί αντιδράσαμε. Με τους πυροβολισμούς άρχισε να μαζεύεται κόσμος.

Σελ 10
Οι ιταλοί μόλις είδαν να καταφθάνουν, νεολαίοι κυρίως, τα χρειάστηκαν. Χωρίς να ακολουθήσουν δρόμους και στενά κατηφόρισαν μέσα στο χιόνι κι όπου φύγει-φύγει.

Ο ΘΑΝΑΣΗΣ
Ήταν Μάης του 1943. Βρισκόμουν στο Ξυλόκαστρο για να θερίσουμε κάτι κριθάρια που είχαμε σπείρει. Τα βράδια για να μην κοιμάμαι πριν κουρνιάσουν οι κότες, πήγαινα σ΄ ένα ταβερνάκι που ήταν δίπλα από το σπίτι μου. Ήταν του Γιάννη Λαζαρίδη που έπαιζε και βιολί. Το σπίτι του ήταν προσφυγικό, από αυτά τα ισόγεια με τις δυο όψεις, που στεγάζονταν δύο οικογένειες. Είχε σκάψει στα θεμέλια κι  είχε κάνει χώρο περίπου δέκα τετραγωνικά μέτρα κι αυτό ήταν το ταβερνάκι.
          Έξω το καλοκαίρι, άπλωνε πολλά τραπέζια και καρέκλες και έδινε κι έπαιρνε το γλέντι με το φωτόγραφο ή με βιολί. Μεζεδάκια δεν είχε πολλά. Έβρισκε καμιά συκωταριά αλλά το κρασί άφθονο. Είχε καλή οικογένεια, την γυναίκα του, τρεις κόρες κι ένα γι τον Γιώργο που ήταν κι ο πιο μικρός. Φιλοξενούσαν κι  ένα ανάπηρο τον κυρ-Γιάννη που είχε πάθει εγκεφαλικό. Δύσκολα περπατούσε. Με μεγάλη προσπάθεια άρθρωνε τις λέξεις. Ήθελε πολύ να μιλάει και ήταν θησαυρός γνώσεων. Γνώριζε επτά γλώσσες.
Μου άρεσε να τον ακούω που έλεγε άγνωρα πράγματα για μένα κι ας μην καταλάβαινα μερικές φορές τι έλεγε. Απ΄ αυτόν άκουσα για πρώτη φορά τα ονόματα , Γκαίτε, Κάντ, Ντοστογιέφσκι, Μπέρναρ Σω, Ντιντερώ, Γαριβάλδη κ.α.
Ένα απόγευμα, όπως καθόμασταν κάτω από την κληματαριά, και μας έλεγε για τον Κρυστάλη που πέθανε πολύ νέος, κάθισε δίπλα μου κάποιος άγνωστος σγουρομάλλης μετρίου αναστήματος και μέσης ηλικίας 35-40 χρονών.
Πολύ μου αρέσει να ακούω για μεγάλους ανθρώπους και προπαντός για ήρωες του 21. Αυτή ήταν η αρχή. Αργότερα μπήκε στα μυστήρια, όταν πείστηκε ότι δεν είμαι φαφλατάς, μα θετικός άνθρωπος όπως μου εκμυστηρεύτηκε όταν γνωριστήκαμε καλά. Πρώτα –πρώτα μου ανέπτυξε τους συνωμοτικούς κανόνες:
Δεν φλυαρούμε για ότι κάνουμε.
Δεν μιλάμε δυνατά γιατί οι τοίχοι έχουν αυτιά.
Δεν ρωτάμε για τα ονόματα και για την καταγωγή των συνεργατών μας.

Σελ. 11
Αν βρεθούμε στα χέρια κατακτητών ή συνεργατών τους δεν ανοίγουμε το στόμα μας να πούμε που, πότε, με ποιόν, όταν θα μας ρωτήσουν οι βασανιστές.
Εσύ θα με ξέρεις Θάνο-Θανάση και δεν σε ενδιαφέρει αν είναι πραγματικό ή ψευδώνυμο.
Συναντιόμασταν κάθε βράδυ στο ταβερνάκι του Λαζαρίδη, πιάναμε μια γωνιά να πιούμε το κατοσταράκι, αλλά και να τα πούμε.
-Υπάρχουν δυστυχώς, μερικοί πατριώτες μας, που θέλουν το κακό του λαού και της πατρίδας μας.
-Ναι ξέρω, σαν το Βασιλάκο που έριχνε φωτοβολίδες για να επισημάνουν το στόχο οι γερμανοί και να βομβαρδίσουν. Όταν όμως πήγε και είπε στους γερμανούς «εγώ έριχνα φωτοβολίδες και να με κάνετε νομάρχη» οι γερμανοί του απάντησαν: Εσύ πρόδωσες την πατρίδα σου, εμάς θ΄ αφήσεις;
-Υπάρχει ένας προδότης έλληνας αξιωματικός που στρατολογεί νεαρούς και τους στέλνει να πολεμήσουν τους έλληνες που ξεσηκώνονται κατά των γερμανόιταλών. Στρατολόγησε τον γείτονα σου τον Σταύρο Μηλιάκη, στρατολόγησε το για του Μπακαλοκωσταντή του κουρέα και τους έστειλε στη Λάρισα.
-Και γιατί τον άφησαν ατιμώρητο οι έλληνες;
-Αυτό θέλουμε να κάνουμε. Δεν έχουμε όμως άνθρωπο να τον παρακολουθήσει. Να μάθουμε που μένει, με ποιόν μένει, από πού μπαίνει και βγαίνει. Ποιος είναι ο περίγυρος. Αν οπλοφορεί; Για να πάρουμε τα κατάλληλα μέτρα.
-Δεν τον ξέρω αλλιώς θα τον παρακολουθούσα εγώ.
-Αύριο βράδυ, θα συναντηθούμε απέναντι από το ζαχαροπλαστείο «Κηβέλεια» μπροστά στην Τράπεζα Αθηνών. Θα σου τον δείξω και εσύ θα τον παρακολουθήσεις, αλλά να μην σε πάρουν χαμπάρι γιατί καήκαμε.
Όλοι νύχτα δεν ησύχασα. Πήγα στα Σοφιανά πήρα το εφτάσφαιρο «Lagan» και ξανακατέβηκα στο Ξυλόκαστρο 8 η ώρα να΄ με μπροστά στην τράπεζα και σουλατσάρω κορδαριστός. Σε λίγο ήρθε και ο θανάσης.
-Γεια σου Γιάννη.
-Γειά σου Θάνο.(χειραψίες κ.τ.π.)
-Πως είσαι κουστουμαρισμένος;
-Ένιωσα λίγο δροσούλα και ντύθηκα.
Κι ενώ περπατούσαμε έξω από το καφενείο του Τριαντάφυλλου, πονηρά έκανε πως σκόνταψε ο Θάνος και με αγκάλιασε. Το χέρι του άγγιξε το περίστροφο και μου λέει: Που το βρήκες το καλαμπούρι;
Έίναι δικό μου.

Σελ. 12
-Δεν έπρεπε να το πάρεις μαζί σου. Εσύ μόνο αναγνώριση θα κάνεις σήμερα.
Δεν πέρασε πολλή ώρα και εμφανίστηκε ο κύριος Παπαδόπουλος όπως μου τον είπε ο Θανάσης. Χαιρετηθήκαμε και χωρίσαμε. Εγώ ακολούθησα τα βήματα του κύριου τάδε. Κρατούσα μια απόσταση 15-20 μέτρων. Δεν πήγαινε βιαστικός. Βάδιζε σαν να πήγαινε περίπατο. Εγώ είχα εκνευρισμό και νόμιζα ότι το κάνει επίτηδες για να μου σπάσει τα νεύρα. Είχε ανέβει το αίμα στο κεφάλι. Σε μια στιγμή, όταν είχαμε περάσει το ξενοδοχείο Παλλάδιο και πηγαίναμε προς του Γρινάκου το «Δάσος», είπα να τραβήξω το πιστόλι και να τον μπουμπουνίσω. Αλλά, πάλι-σκέφτηκα, κι αν δεν πιάσει η σφαίρα; Και τραβήξει το δικό του πιστόλι ο κ. τάδε; Σίγουρα θα γίνω μακαρίτης εγώ.
Τελικά φτάσαμε στα σπίτια του Κατσώνη. Μπηκε. Εγώ κοντοστάθηκα γιατί είδα Ιταλούς στην είσοδο. Έκανα σκληρό κουράγιο και μπήκα.
-Ντόβε βάϊ σινιόρε, μου λέει ένας ιταλός.
-Γρέκο οφιτσιάλο, γρέκο καλονέλο.
-Βένεκουά.
Προχώρησε μπροστά αυτός και πίσω εγώ ανεβήκαμε κάτι σκαλιά και μπήκαμε σ΄ ένα γραφείο.
-Τι ζητάει ο νεαρός; Λέει ο οφιτσιάλο γρέκο.
-Θέλω να καταταγώ στο στρατό σου, του απάντησα κάπως αμήχανα.
-Πόσων χρονών είσαι;
-Δέκα οχτώ.
-Δώσε μου την ταυτοτητά σου.
Έβγαλα από την εσωτερική μου τσέπη του σακακιού, με μεγάλη προφύλαξη να μην φανεί το Λαγκάν, μια χαρταπιάγκα που μου είχαν δώσει οι ιταλοί και του την έδωσα.
          Έγραψε τα στοιχεία που ήθελε και μου την επέστεψε.
Στην ουσία είχα κερώσει εγώ.
-Θα σε ειδοποιήσουμε πότε θα παρουσιαστείς.
Ήταν η τελευταία πρόταση.
Είπα από μέσα μου: αν, με ξαναδείτε βουλώστε μου τα αχνάρι.
Έφυγα με καρδιοχτύπι και δεν ξαναπάτησα στο Ξυλόκαστρο. Ίσως ο Θάνος να περιμένει ακόμα. Πήγα στο χωριό και τον Ιούνη στο βουνό.

Σελ. 13
ΕΝΑΣ ΚΟΜΠΛΕΞΙΚΟΣ
Γιατί λογοφέραμε με το γείτονά του, πήγε με τον ανιψιό του και στράβωσε 2,5 στρέμματα σταφίδα, στρίβοντας τους βλαστούς που μόλις αρχίσει ν΄ αναπτύσσονται. Το ομολόγησε ο ανιψιός του και παραπέμφθηκε σε δίκη.
Λογομάχησε με άλλον γείτονα του για το ποτιστικό νερό και τράβηξε μαχαίρι. Παραπέμφηκε στο κακουριοδικείο.
Φθονούσε όλους τους χωρικούς.
Στη κατοχή κουβαλώντας στάρι στην Μητρόπολη Κορίνθου χειροτονήθηκε παπάς. Νόμισε πως ήταν η κατάλληλη στιγμή να τα βάλει μ΄ όλο το χωριό. Όταν ήθελε λειτουργούσε κι αν του άρεσε αρνιόταν.
Μια Κυριακή των Βαϊων, άνοιξε την εκκλησία, έψαλε τον Όρθο και σταμάτησε. Ο κόσμος τον παρακαλούσε να συνεχίσει, αλλά αυτός αρνιόταν. Ο επίτροπος της εκκλησίας Παν. Σαμαρτζής, τον παρακαλούσε «έλα παπά στα λογικά σου». Αυτός βγήκε στο προαύλιο του Αϊ-Γιώργη.
Ο Σπύρος Κουρούμαλης που είχε πάει τα βάγια στην εκκλησία, νιας και ήταν το έθιμο να πηγαίνουν τα βάγια οι αρραβωνιασμένοι-γιατί είχε αρραβωνιάσει την αδερφή του Παναγούλα, με τον δάσκαλο του χωριού Λουκά, ρωτάει τον παπά;
-Θα λειτουργήσεις παπά-Βασίλη ή όχι;
-Όχι δεν λειτουργώ, τι θα μου κάνετε;
Πάει ο Σπύρος αρπάζει το πανέρι με τα δαφνόφυλλα κι αρχίζει να τα μοιράζει.
-Πάρτε διαβόλοι βάγια κι έχω κι άλλα στο καλάθι.
Το επαναλάμβανε και μοίραζε. Ο κόσμος τα΄ παιρνε κι έλεγε χρόνια πολλά να ζήσουμε……
-Μην μου μπαίνεις στη μύτη γιατί τα πετάω τα ράσα και γίνομαι Βασίλης.
Έβγαλε τα πετραχήλια του κι έφυγε από την εκκλησία. Ακολούθησαν οι ψαλτάδες, οι επίτροποι, καντηλανάφτες και οι γυναίκες κλαίγοντας καταριόντουσαν τον «μουρλό-παπα».
Φαίνεται πως ήταν κληρονομικό της οικογένειας του παπά να είναι τρελοί.
Η μάνα του είχε τρελαθεί. Γδυνόταν, ολόγυμνη κι έτρεχε σε κάτι βράχια. Την άκουσα μια φορά να φωνάζει: «δεν έρχομαι, όχι, έτσι μου το θέλω εγώ».
Ο αδερφός του, ο Γιάννης εξαφανίστηκε και μετά από ένα δίμηνο τον βρήκαν σε κάτι έρημα βράχια γκρεμισμένο και μισοφαγωμένο από τα αγρίμια. Η αδερφή του η Φώτω είχε κατά καιρούς αναλαμπές παραφροσύνης. Ηρέμιζε μόνο όταν ήταν έγκυος. Έκανε εννιά παιδιά.
Ο περιβόητος παπά-Βασίλης, που διψούσε για εκδίκηση των χωριανών, κατέφυγε στους Ιταλούς και πρόδινε κυρίως με ψευτιές. Κατηγόρησε το δάσκαλο ότι έχει ασύρματο. Τον τράβηξαν οι ιταλοί και τον ανέκριναν.

Σελ. 14
Ο δάσκαλος ήταν ένας πολύ αξιοπρεπής νέος. Όλη του η σταδιοδρομία το απέδειξε. Έφτασε να γίνει, μετά από την συνταξιοδότησή του, δήμαρχος Ξυλοκάστρου. Ήταν αγαπητός από όλους και άξιος εκπαιδευτικός. Συχνά-πυκνά μας επισκέπτονταν οι ιταλοί στο χωριό Σοφιανά και ζητούσαν διάφορα ονόματα. Δεν γνωρίζαμε ποιος καρφώνει.
Ένα βράδυ ήρθε στα Σοφιανά. Ο Γιάννης Ταρνάρης από το Λούζι και μας ειδοποίησε:
-Αύριο θα κάνουν μπλόκο οι ιταλοί στο χωριό σας. Να παραμερίσουν οι Κουρουμαλέοι. Να μην εμφανιστούν. Αυτά μου τα παρήγγειλε ο Κωτσο-Ρουμέλης που δουλεύει στην Καραμπιναρία της Λυκοποριάς. Εκεί πήγε ο παπα- Μπούρμπουλας και «κάρφωσε».
Πράγματι την άλλη μέρα ήρθαν οι ιταλοί, ζήτησαν μερικά ονόματα. Δεν παρουσιάστηκαν. Πήγε ο δάσκαλος και ο Αλέξης Κουρούμαλης μίλησαν με τους ιταλούς, είπαν ότι ο παπάς είναι τρελός και λέει ότ, τι του καπνίσει. Μην του δίνεται σημασία. Οι ιταλοί μάζεψαν μερικά κουνέλια και κότες και γύρισαν στην βάση τους.
Πέρασε λίγος καιρός και ξανακάρφωσε ο προδότης. Τώρα στο Ξυλόκαστρο, κάλεσαν το δάσκαλο και δυο ακόμα στην Καναμπιναρία Ξυλοκάστρου. Απολογήθηκαν στην Καραμπιναρία και ζήτησαν από τον Λοχαγό Τζιαβάνι, που έμενε στο σπίτι του Φώτη του Λασαδού και η γυναίκα του ήταν Κουρουμαλοπούλα, να τους παρουσιάσει στον στρατηγό Παφούντιο. Διοικητή όλης της Πελοποννήσου.
Τους δέχτηκε, τους άκουσε και στο τέλος τους είπε: να πάρετε το μπαστούνι κα να του σπάσετε το κεφάλι.
Δεν άργησε και πολύ να γίνει. Ήταν Κυριακή των Βαϊων του ΄43 . Πρωϊ-πρωϊ ήρθε ένας έλληνας της Καραμπιναρίας, Λυκοποριάς, ονόματι Κώστας Κατσούλης, από το Λουτρό Κορινθίας και ζητούσε πιστόλια (εγώ είχα, οι άλλοι όχι) από τους Γιάννη Κουρούμαλη, Κίμωνα Κουρούμαλη και Κώστα Γ. Κουρούμαλη.
Φιλοξενήθηκε στο σπίτι των εξαδέλφων του ,των «Λοζέων».
Αυτοί τον κάκισαν και του είπαν: αυτά είναι μικρά παιδιά, ποιος τα κατηγορεί ότι έχουν πιστόλια;
-Τι φταίω εγώ, αφού έρχεται συνέχεια ο παπα- Μπούρμουλας και καταδίδει τους συγχωριανούς του;
Εγώ τον είδα στο καφενείο του Χρήστου Κουρούμαλη. Έμαθα τα καθέκαστα χωρίς να με συστήσουν οι Λοζέοι στον αξάδερφο τους. Το απόγευμα γινόνταν διανομή λαδιού για τις άπορες οικογένειες, στο σπίτι του Σπύρου του Κουρούμαλη. Ο παπά-προδότης ήταν μέλος της επιτροπής και παρίστατο στην διανομή. Ήταν η κατάλληλη ευκαιρία.
         
Σελ. 15
Οι τρεις νεολαίοι, Κίμωνας, Κώστας και Γιάννης πήραν από μια μαγκούρα κι ακροβολίστηκαν στην πλαγιά πάνω από το αλώνι του παπά-Βασίλη, που είχε δέσει την κατσίκα του και το μουλάρι του.
Κόντευε να βασιλέψει ο ήλιος κι ανηφόρησε να πάρει τα ζωντανά του ο παπά-προδότης. Βγήκε πρώτος ο μεγαλύτερος , ο Κίμωνας κι ακολούθησε ο Κώστας. Τον άρπαξε από τα γένια ο Κίμωνας: ρε τράγο τι προδίνεις συνέχεια; Θα γυρίσει αύριο η κατάσταση και αλίμονο σου.
-Να είστε μάρτυρες. Περιμένει τους Άγγλους. Αύριο θα πάω στην Καραμπιναρία και θα τον κανονίσω, φώναξε ο προδότης.
Αύριο ήταν, άρχισαν ν΄ ανεβοκατεβαίνουν οι μαγκούρες, μέχρι που έμεινε αναίσθητος, ξάπλα στο αλώνι. Οι συγκεντρωμένοι στο σπίτι του Σπύρου Κουρούμαλη αντελήφθησαν τα συμβάντα κι έτρεξαν. Εμείς εξαφανιστήκαμε. Τον πήραν και τον μετέφεραν στο Ξυλόκαστρο και ανέλαβαν οι ιταλοί τη νοσηλεία του.
Η τριάδα των νεολαίων βγήκε στο βουνό τον Ιούλιο του 1943. Είχε επιστρέψει στο σπίτι του ο τρελό-παπάς.
Οι πρώτοι αντάρτες που ήρθαν στην περιφέρεια, τον αναζήτησαν μα δεν κατάφεραν να τον πιάσουν «να τον περιποιηθούν δεόντως». Τους ξέφυγε, πήγε στα Τρίκαλα έφερε τους ιταλούς κι έκαιγαν τα σπίτια των τριών ανταρτών πια. Στην επιστροφή έγινε η μάχη του Νήσακα που περιγράφω στο περιοδικό «Εθνική Αντίσταση» τεύχος 24. Ο παπάς εξαφανίστηκε για λίγο από το χωριό Σοφιανά.
Η οργάνωση Ξυλοκάστρου τον εντόπισε, τον συνέλαβε και τον πήγε στο Αρχηγείο των ανταρτών, που βρίσκονταν στη Συβίστρα του Φενεού.
Έγινε δίκη. Δεν κλήθηκε κανένας από τους τρεις αντάρτες που ήσαν και παθόντες. Πήγαν όμως ο αδερφός μου Βλάσης, που πολλοί τον χαρακτήριζαν «σώφρον Νέστωρ», πήγε ο Γιώργης Κουρούμαλης που είχε παντρευτεί την αδερφή του τρελού κι ήταν πατέρας του Κώστα που ήταν αντάρτης.
Δέχτηκαν συμβιβαστική πρόταση:
Να μην εκτελεστεί και ν΄ αποζημιώσει τα καμένα σπίτια.
Δικάστηκε «σε θάνατο με τριετή αναστολή».
Οι αντάρτες του είχαν πάρει το μουλάρι. Με δικαιολογία το μουλάρι-πήγαινε και το ζητούσε να του το επιστρέψουν.
Το μουλάρι του βρίσκονταν στο 1ο  τάγμα. Αυτός επισκεπτόταν το 2ο  τάγμα που ήταν ο ανιψιός του και το Σύνταγμα. Βρήκε συνόμοιούς του φαίνεται κι άρχισε να κάνει συνδεσμολογία της φάρας, με την Κόρινθο.
‘Όπως έμαθα αργότερα από τους Γιάννη Αδαμόπουλο «Μωριά» από την Κουνινά του Αιγίου κι από τον «Τζαβέλα» αντάρτη που είχαμε καταταγεί την ίδια μέρα, ο παπάς εκτελέστηκε στις 3 του Δεκέμβρη 1943. Τους συνάντησα

Σελ. 16
στη Σελιάνα όταν είχαμε αποχωρίσει από τα Καλαβρυτοχώρια. Ήσαν τρεις. Του τρίτου το όνομα δεν το θυμάμαι γιατί ήταν δεν ήταν παλιός αντάρτης κι αποτελούσαν «καταδιωκτικό απόσπασμα».
Στο 2ο τάγμα μια ομάδα μ΄ επικεφαλή έναν Ενωμοτάρχη πήρε την «γραμμή» για διάλυση του αντάρτικου από τα μέσα. Έφυγαν από το τάγμα. «Αυτομόλησαν».
Τους κυνηγούσαν. Μερικούς τους είχαν πιάσει μαζί με τον Κώστα Κουρούμαλη ανιψιό του παπα-προδότη, που τον είχε επισκεφτεί πριν αυτομολήσει.
Τον «Αβέρωφ» (Κώστα Κουρούμαλη) τον εκτέλεσαν μαζί με άλλους στο Λυκόρεμα της Σκοτεινής, τον παπά στο διάσελο της Καρυάς.
Τώρα κυνηγάνε τους υπόλοιπους της ομάδας Μαραθά. Έχουν φύγει δεκατρείς. Τους υπόσχονταν χρήματα, όταν θα φτάνανε στον Πειραιά κι έμπαιναν στα τάγματα Ασφαλείας.
Εκείνη την εποχή ήταν αρρώστια να κοκορεύεται κανείς για πράξεις που δεν έκανε. Παρουσίαζε για δικά του έργα, πράξεις άλλων, για να πουλήσει ανδρισμό. Έτσι κι εγώ αφού έμαθα το μυστικό της εκτέλεσης του παπά-προδότη και του ανιψιού του, σέρβιρα το αντριλίκι μου ότι «εγώ εκτέλεσα» τον παπά. Στην ερώτηση πού; Απαντούσα αόριστα στο διάσελο του Μαυριόρου.
Κι όταν πριν τα Χριστούγεννα του 1943 μ΄ έστειλαν σύνδεσμο στον Ταρσό(γιάφκα του 1ου τάγματος με 6ο Σύνταγμα) και κατά την άνοδο και κατά την επιστροφή επί ώρες ανίχνευσα την περιοχή από την Σκαμένη Πέτρα μέχρι το διάσελο που κατηφορίζει για Καρυά και δεν ανακάλυψα την  τοποθεσία που βρισκόταν το πτώμα του εκτελεσμένου παπά-προδότη. Αυτό το βρήκαν αργότερα κυνηγοί αφού ακολούθησαν στο χιόνι τα΄ χνάρια των αγριμιών που πήγαιναν στο πτώμα. Κατά το πνεύμα της εποχής δεν θα δίσταζα να πιέσω τη σκανδάλη του όπλου μου για να εκτελεστεί ο προδότης, επειδή γνώριζα τη δράση του.        
Όμως η αλήθεια είναι πως μόνο από καυχησιολογία έλεγα πως το έπραξα με εντολή εκ των «άνωθεν». Αυτή η καυχησιολογία στοίχισε ακριβά σε πολλούς αγωνιστές. Τρανό παράδειγμα η περίπτωση Ηρακλή Μπάρη από την Πάτρα. Ανήκε στη ομάδα του Νικήτα που δρούσε γύρω από την Πάτρα.
Στην απελευθέρωση κάποιος τον ρώτησε: τι τους κάνατε τους αστυφύλακες που πιάστε;
Απάντησε: τους φυτέψαμε για αγροφύλακες.
Αυτό ήταν αρκετό για να μπει συγκρατούμενος στην υπόθεση που συνέβη στην Κορινθία.


Σελ. 17
Στην ίδια υπόθεση άσχετος ήταν κι ο Μήτσος Ιωάννου από την Ντούσια, γνωστός με το ψευδώνυμο «Κρέων» που ήταν φρούραρχος στα Τρίκαλα Κορινθίας. Το ίδιο κι ο Σπύρος Τσιγκρής που ήταν διαχειριστής του 1ου λόχου και δεν λάβαινε μέρος στις μαχητικές εκδηλώσεις.
Τους θανατοποινίτες για την υπόθεση αστυφυλάκων, τους γνώρισα από κοντά στη φυλακή της Κέρκυρας, στην θ΄ ακτίνα. Εκεί ήσαν ο Τάσος Ζερβός, ο Κρέων, ο Τσέκενης Λεωνίδας, ο Φάνης Τράγος, ο Σπύρος Πιέρος, ο Αριστείδης Κουσουλός, ο Ηρακλής Μπαρής. Εκτός του τελευταίου, του Μπαρή τους άλλους τους μετάφεραν στην Κεφαλονιά και τον εκτέλεσαν μαζί με τους Γιάννη Βούρτση, Σπύρο Κλουτσινιώτη, Κώστα Πολίτη, Σπύρο Τσιγκρή και Πέτρο Νάκο. Τον Μπάρη τον εκτέλεσαν αργότερα στην Κέρκυρα.


ΓΚΑΦΕΣ
Δεν ήμουν ούτε πέντε ημερών αντάρτης ανεκπαίδευτος και δεν είχα ούτε μυρωδιά από πολεμικά όπλα και μ΄ έβγαλαν περίπολο.
Ήμασταν στη Ζαρούχλα. Κοιμόμασταν στο σχολείο. Ο Ομαδάρχης μου «Σφίνας» με κλώτσησε στα ποδάρια και μου λέει: σήκω να πας περίπολο.
-Τι είναι αυτό;
-Θα σου πει ο «Κολοκοτρώνης» που θα πάτε μαζί. Σήκω πάρε ένα όπλο και φύγε!
-Ποιο όπλο να πάρω;
-Να, πάρε το δικό μου! Και μου δίνει μια αραβίδα Μάλινχερ. Μου έδωσε και κάνα δυο δεσμίδες φυσίγγια.
Κατεβήκαμε με τον «Κολοκοτρώνη» στον κεντρικό δρόμο. Περπατήσαμε λίγο και καθίσαμε στο πεζούλι της εκκλησίας.
-Ξέρεις να γεμίζεις όπλο; Μου λέει.
-Όχι! Του απαντάω.
-Να, έτσι γεμίζει, έτσι απογεμίζει, και έτσι σκοπεύουμε και ρίχνουμε.
Το νούμερο μας ήταν 2-4. Είχαμε περιθώρια διδαχή αφού είχαμε απόλυτη ακινησία μέσα στο χωριό, με φεγγαράδα.

Σελ. 18
-Άμα δούμε κάποιον του φωνάζουμε Αλτ! Τον ρωτάμε ποιος είναι, που πάει κ.λ.π.
-Αν δεν σταματήσει;
-Του φωνάζουμε τρεις φορές αλτ και μετά πυροβολάμε.
-Δεν μου εξήγησε σε ποια απόσταση του μιλάμε, πως γίνονται τα τρία αλτ κ.λ.π.
Σε λίγο εμφανίστηκε μια σιλουέτα να περνάει το δρόμο κάθετα σε απόσταση 120-150 μέτρων. Μου λέει ο συναγωνιστής μου: κάτσε εσύ εδώ και πρόσεχε τριγύρω. Εγώ θα πάω να δω τι γίνεται μ΄ αυτόν.
Το φεγγάρι φώτιζε χλωμά. Ο συναγωνιστής μου «Κολοκοτρώνης» εξαφανίστηκε στη δεξιά πλευρά του δρόμου. Τον βρήκε γιατί του έδωσε κι ένα παγούρι κρασί. Εγώ είδα πάλι μια σιλουέτα να διασχίζει κάθετα το δρόμο κι ας ήταν 150 μέτρα μακριά έβαλα τις φωνές.
Αλτ, αλτ, αλτ και μπάμ. Επακόλουθο η αναστάτωση χωρίς λόγο. Άντε τώρα να τους καθησυχάσεις και να τους εξηγήσεις.
Την ίδια μέρα το μεσημέρι, μετά το φαϊ μου λέει ο «Σφήνας»: πάρε το όπλο μου, πάρε και σφαίρες και πήγαινε στο παρατηρητήριο ν΄ αντικαταστήσεις τον «Σουλιώτη» (Νίκος Παπαγιαννάκης, από την Κρήτη, φαντάρος της Αλβανίας-σκοτώθηκε στη μάχη στα Κυώνια της Στυμφαλίας).
-Που είναι αυτό;
-Θα πας ίσια αυτό το δρόμο και θα σε σταματήσει ο Σουλιώτης.
Ο Σουλιώτης ήταν μετά το ρέμα στο δρόμο που πήγαινε για το διάσελο του κυνηγού στο Χελμό. Εγώ δεν πέρασα το ρέμα και ακολούθησα το δρόμο που πάει για  Φενεό. Αφού βάδισα καμιά ώρα και κόντευα να φθάσω στο διάσελο, στον Άγιο Νικόλαο, κατάλαβα ότι έχω πάρει λάθος δρόμο και γύρισα πίσω. Μέσα στην χαράδρα σκέφτηκα να δοκιμάσω το όπλο. Σκόπευσα απέναντι και πυροβόλησα. Η μια φέρνει την άλλη και κατανάλωσα όλη την δεσμίδα.
Γύριζα στην βάση μου και κατά τις 4 η ώρα απόγευμα πιά, που έμπαινα στο χωριό μου φώναξε ο Σουλιώτης, από 25-30 μέτρα:
-Εϊ, που πήγες;
-Εσένα ψάχνω, να σε αντικαταστήσω.
-Σε είδα που πέρασες, αλλά δε φαντάστηκα ότι ερχόσουν για παρατηρητήριο, αφού δεν ξέρεις που παν τα τέσσερα από στρατιώτης. Εγώ φεύγω. Πρόσεξε μη φύγεις κι  εσύ. «Η εγκατάλειψη θέσεως τιμωρείται με θάνατο». Αυτό ήταν «τιμωρείται με θάνατο».
Ο Ήλιος εβασίλεψε, πήρε το νύχτωμα κι εγώ κοίταγα με τα κιάλια χωρίς να βλέπω τίποτα. Σκεπτόμουν μόνο, «Η εγκατάλειψη θέσεως τιμωρείται με θάνατο».

Σελ. 19
ΞΕΚΑΘΑΡΙΣΜΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ
Όσοι συνεργάστηκαν με τους κατακτητές, άνοιξαν δυσεξόφλητους λογαριασμούς με τον ελληνικό λαό. Πίστεψαν πως ποτέ δεν θ' αλλάξουν τα πράματα και πως θ' απολαμβάνουν τα αργύρια της προδοσίας τους και θα κοκορεύονταν με τις πλάτες των ιταλών και των γερμανών.
Όμως ο επαναστατικός άνεμος που φύσηξε με τον εθνικό ξεσηκωμό του ΕΑΜ, έφερε και τις καινούργιες ιδέες περί "δικαίου".
Τα λαϊκά δικαστήρια καταπιάνονταν με τις μικρο-υποθέσεις, αγροζημιές, πταίσματα κι επειδή δεν υπήρχαν φυλακές εξέδιδαν αποφάσεις συμβιβαστικές.
Για  αδικήματα μεγαλύτερα, όπως προδοσίες , ληστείας, ζωοκλοπή το λόγο είχαν τα ανταρτοδικεία. Η ποινή: Θάνατος.
Αν υπήρχαν ελαφρυντικά , έπαιρνε αναστολή. Αν δεν υπήρχαν ελαφρυντικά ακολουθούσε εκτέλεση.
Όταν κυνηγημένος από τους ιταλούς βγήκα στο βουνό, συνάντησα για πρώτη φορά αντάρτες στο διάσελο της Τρικοτσιάς, πάνω από την Αγία Λαύρα. Την ίδια μέρα κατετάγισαν και οι "Τζαβέλας" (Καραμπίνης Παναγιώτης από την Ακράτα)κι ο "Διοβουνιώτης" από την Ακράτα που τους έφερε ο "Βράχος" (Βασίλης Κόκαλης από την Βλοβοκά).
Συνάντησα αυτούς τους αντάρτες που προορίζονταν για την Αργολιδοκορινθία με την ονομασία έκτο Σύνταγμα. Ήσαν καμιά σαρανταριά και οι περισσότεροι είχαν έρθει από την Ρούμελη , με τους 64, την 22 Ιουλίου 1943. Άλλοι έμειναν στο Γενικό Αρχηγείο, όπως ο Πελοπίδας κ.λ.π. Άλλοι έφυγαν για νότια Πελοπόννησο, όπως ο "Ορίων" (Γιάννης Μιχαλόπουλος) κ.α.
Ενώ στο 6ο Αρχηγείο ήρθαν οι : Μπούρας κι Αγησίλαος- όλοι είχαν ψευδώνυμα- ήσαν οι αρχηγοί. Ακολούθησαν οι Τάκης και Αποστόλης που ήσαν κομματικά στελέχη. Ο Αράπης, Βοριάς, Αλίφωνας, Σφήνας, Τομόρης, Στέλιος ο Μυτιλινιός, ο Θύμιος, ο Τρομάρας, ο Γεράνης, ο Ασκληπιός (γιατρός). ο Τόμσον, ο Κοραής, ο Παπαφλέσας, ο Καπλάνης, ο Ιάσονας, ο Χάρος, ο Κατσαντώνης, ο Κολοκοτρώνης, ο Λυκούργος.
Ήσαν και μερικοί που δεν ήρθαν από την Ρούμελη, όπως ο "Κίτσος" (Μήτσος  Βουρτσάνης από τα  Μαζέϊκα) κι ήταν πολιτικός της ΕΠΟΝ. Ο "Ερμής" (φοιτητής της νομικής από τη Πάτρα) που αργότερα έγινε καπετάνιος λόχου και σκοτώθηκε το Πάσχα του '44 στη Ζάχολη.
Ήταν ο "Διάκος" μ' ένα κοντό ράσο και σταυρωτές αρμαθιές. Ο "Σπίθας" (δεκατετράχρονος από την Πάτρα) κ.α.
Μετά από λίγες μέρες , που ήρθε στην Κορινθία το Γενικό Αρχηγείο και το ανεξάρτητο τάγμα Αιγιαλείας, Έμειναν στο 6ο Σύνταγμα οι " Μιαούλης"

Σελ. 20
(Νίκος Τσαϊπάς, ο "Οδυσσέας" (από τα Ντουμενά), ο "Μωριάς" (Γιάννης Αδαμόπουλος από την Κουνιά του Αιγίου), ο "Μαυρομιχάλης" (Μιχ. Κυριακόπουλος-δικηγόρος από τις Νεραντζιές του Αιγίου), ο Θεόδωρος Λαπαναϊτης από τον Αχλαδιά, ο Φάνης τράγος από την Κουλούρα του Αιγίου, ο Μιχάλης Τσαβλής από την Αχλαδιά, ο Λεωνίδας Τσέκενης κ.α.
Μετά μας ήρθε στην Γκούρα μια ομάδα από το 11ο Σύνταγμα με επικεφαλή τους Σίμο Μπεκιάρη από το Λουτράκι και τον Μανόλη Παπαδόπουλο από το Βασιλικό Κορινθίας. Ήταν ο "Κίμων, ο "'Ομηρος", γιός του γυμνασιάρχη Τροπαίων που σκοτώθηκε στο Βαλτέτσι, ο "Βάρκας" από το Κάψα, ο "Καζάκος" από το Πεντένι της Τρίπολης, ο "Παπανικολής" από την Ολυμπία, ο "Τζίμης" ο Ρουμελιώτης από την Κοντοβάλαινα, ο "Στριφτόπουλος" από το Λεβίδι, ο "Κλαρέν" ένας υπέροχος κωμικός τύπος και καλός μάγειρας.
Είχαμε και ντόπιες προσχωρήσεις, όπως ο "Γρίβας" (Γιώργιος Δροσόπουλος από την Λιβαδειά- Αγρονόμος στο Κιάτο), ο Δημήτρης Ράλης από την Κόρινθο, παλιό στέλεχος της ΟΚΝΕ με το ψευδώνυμο "Γέρακας" και άλλοι.
Το χωριό Σουδενά το έκαψαν οι ιταλοί και σκότωσαν τον υπεύθυνο του ΕΑΜ. Το γιο της χήρας όπως τον έλεγαν οι χωριανοί του και ήταν τραυματίας του Αλβανικού Μετώπου. Ο προδότης πιάστηκε και παραδόθηκε στον ΕΛΑΣ από τους χωριανούς του. Είχε προδώσει και τον γιο του, ότι ήταν αντάρτης.
Την ημέρα του Αϊ Λιός του 1943 έγινε δίκη στο χωριό Μεσορούγι, στα ριζά του Χελμού. Καταδικάστηκε σε θάνατο χωρίς ελαφρυντικά. μετά από δυό μέρες εκτελέστηκε στη Ζαρούχα, στο νεκροταφείο. Το πέραμα μας στην Κορινθία ήταν με πρώτο, το χωριό Σιβίστρα Φενεού.
Μπήκαν πρώτα τρεις αντάρτες κι ακολόυθησαν μια ομάδα αντάρτες ακροβολισμένοι. Οι υπόλοιποι μείναμε σε κάτι αλώνια, μέχρι που ειδοποιηθήκαμε μετά από μιά ώρα ότι "όλα βαίνουν καλώς" και μπήκαμε στο χωριό.
Η άφιξή μας στο χωριό σήμαινε συναγερμό για τα γειτονικά χωριά. Τρεις αντάρτες μ' επικεφαλής τον "Βοριά" πήγαν στο απέναντι χωριό Γκούρας. Μόλις τους αντελήφθησαν οι χωροφύλακες έφυγαν "κακήν κακώς" γύρισαν οι τρείς με τα δώρα στα χέρια-ένα τηλέφωνο μερικά κουτάκια πιστολoσφαίρες, και κάτι χαρτικά-βιβλίο συμβάντων κ.λ.π.

Σελ. 21
Από το αναφορείο μαθεύτηκε ότι στο χωριό Στενό, ένας ιταλό-προδότης μάζευε καρπούς για τους ιταλούς.
Την άλλη μέρα έφυγε πρωί μια ομάδα και πήγε στο Στενό. Δεν δυσκολεύτηκε να εντοπίσει και να συλλάβει τον προδότη που ονομαζόταν Κώστας Κατσούλης, από το χωριό Λουτρό Κορινθίας.
Όταν ήρθε όλο το τμήμα σταματήσαμε στην πλατεία. Μέσα σ' ένα καφενείο τον είχανε κάνει του αλατιού τον προδότη.
Εκεί άκουσα τη λέξη "Μαρτύρα". Μόλις άκουσα το όνομά του, πρόσθεσα στο κατηγορητήριο: αυτός είχε έρθει στα Σοφιανά την Κυριακή των Βαϊων και ζητούσε να του παραδώσουμε τα πιστόλια. Πράγματι είχε έρθει κι έφυγε άπραγος γιατί τα εξαδέρφια του, του είπαν :τι ζητάς πιστόλια από ανήλικα παιδιά; Ποιός τα λέει αυτά, ότι έχουν πιστόλια;
Και αποκάλυψε ότι τα καταγγέλλει ο παπά-Μπούρμπουλας στην Καραμπιναρία Λυκοποριάς. Την ίδια μέρα οι τρείς νεολαίοι τον έκαναν σόνικο στο ξύλο τον παπά-προδότη. Αφού μαρτύρησε που είχε αποθηκεύσει 700 οκάδες φασόλια και αρκετό καλαμπόκι τον έστειλαν για ανάρρωση τον Κατσούλη.
Μετά από καμιά εικοσαριά μέρες το τμήμα βρέθηκε στο μοναστήρι του Αϊ Γιώργη και γίνονταν ανακρίσεις για την προδοσία του "Ζήρια". Μαζί με άλλους που έφεραν για συνενόχους του Ζήρια. Κάποιον Αποστολόπουλο από το Περθόρι, κάποιον Αρβανίτη από την Γκιόζα, έφεραν και τον Κατσούλη και έναν πονηρό από την Σβυρού της Ανατολικής Αιγιαλείας. Τους δύο τελευταίους τους στήσανε στα έξι μέτρα γιατί ήσαν αποδεδειγμένοι προδότες. Το λόγο είχε ο Διάκος όχι να τους διαβάσει αλλά να τους τουφεκίσει.
Στις 30 του Ιουλίου του 1943, την μέρα που οι ιταλοί καίγανε τα σπίτια μας στα Σοφιανά είχαν έρθει και το ανεξάρτητο τάγμα της Αιγιαλείας μαζί με κλιμάκιο του Γενικού Αρχηγείου Πελοποννήσου με τον "Πελοπίδα" και τον Μίχο. Είχαν έρθει για ν' αφοπλίσουμε τους ιταλούς που ήταν εγκατεστημένοι στα Τρίκαλα Κορινθίας περίπου 300.
Ο "Ζήριας" έγραψε σημείωμα στους ιταλούς να μην παραδώσουν τον οπλισμό τους στους κομμουνιστές. Το έστειλε με τον προσωπικό του σύνδεσμο τον Μήτσο Αρβανίτη. Ο Αρβανίτης συνελήφθη από τους αντάρτες, κρατήθηκε μακριά από το Ζήρια και η επιχείρηση ματαιώθηκε.
Την νύχτα όμως ο Μπούρας με μια ημιομάδα έκαναν έφοδο στα Σοφιανά για να πιάσουν τον παπά- Μπούρμπουλα. Μπήκαν στο σπίτι πίεζαν την παπαδιά να τους πει που' ναι ο παπάς και με την φασαρία άκουσε ο παπάς που κοιμόταν στο περιβόλι κι έφυγε με το ράσο στο χέρι για τα Τρίκαλα, που έφερε τους ιταλούς να κάψουν τα σπίτια.
Ο Μπούρας πήγε και στο χωριό Ρέθι, συνέλαβε τον προδότη Τρύφωνα Ματσούκα και γύρισαν στην Καρυά.

Σελ. 22
Τα συμβάντα της ημέρας με τη μάχη κ.λ.π. τα περιγράφω στο περιοδικό "Εθνική Αντίσταση" τεύχος 24.
Το βράδυ είχε κληθεί στα Σοφιανά ο πρόεδρος του Ξανθοχωρίου, με την προϋπόθεση ότι το αντάρτικο τμήμα θα βρισκόνταν στα Σοφιανά. Αφού λόγω της μάχης ματαιώθηκε  η κάθοδός μας στα Σοφιανά, μ' έστειλαν μαζί με τον εξαδερφό μου "Αβέρωφ" να παραλάβουμε τον πρόεδρο και να τον πάμε στο Μαυριόρο, απ' όπου ξεκινήσαμε μόλις νύχτωσε.
Βρήκαμε στις 11 η ώρα τον πρόεδρο και την εξαδέρφη του Βασίλω, είδαμε και μερικά πρόσωπα από τους δικούς μας και ανεβήκαμε στο Μαυριόρο. Κόντευε να ξημερώσει. Μόλις φτάσαμε συνταχτήκαμε όλοι και ξεκινήσαμε για Σαραντάπηχο-Περιθώρι.
Στη διαδρομή, μου αφηγήθηκε ο "Θεσσαλός" (Σοφοκλής Μπάρτζης από Βόχα) τα της μέρας αλλά και της νύχτας. Με ρώτησε αν γνώριζα κάποιον Τρίφωνα Ματσούκα. Του είπα ναι. Ήταν προδότης; μου λέει. Έχω ακούσει ότι πρόδινε όσους έχουν ντουφέκια και τους πιάνουν οι ιταλοί.
Είναι μακαρίτης λέει, μαζί κι ένας Αλβανός.

ΠΑΤΗΜΑ ΣΤΟΝ ΚΑΛΟ
Όταν πρωτοπήγαμε στη Λαύκα της Στυμφαλίας, τέλη του Ιούλη 1943 το συγκρότημα 6ο Αρχηγείο (καμιά πενηνταριά νοματαίοι) έτυχε ενθουσιώδους υποδοχής. Πέρασε όμως ένα γερμανικό φορτηγό από το Καρτέρι κι ανέβηκε στην Καστανιά.
Τα φυλάκια μας το είδαν. Εξακρίβωσαν ότι ήσαν μόνο δυο γερμανοί. Ειδοποιήθηκε η Διοίκηση του Αρχηγείου αλλά δεν ανησύχησαν.
Το μεσημέρι κατέφθασε μια επιτροπή (τρεις πολίτες) από την Καστανιά, με επικεφαλή τον γιατρό Παπακωνσταντίνου (πατέρα του Κωνσταντίνου Παπακωνσταντίνου, μετέπειτα Υπουργό-και Προέδρου της βουλής).
Αφηγήθηκε τα διαδραματιζόμενα στην Καστανιά-που δεν απείχε ούτε μισή ώρα με το πόδι. Οι γερμανοί αρπάξανε αρνιά από τα κοπάδια των χωρικών. Είχαν γεμίσει το τριαξονικό. Ζήτησε να χτυπήσουμε τους γερμανούς και να τους πάρουμε το φορτηγό με το πλιάτσικο.

Σελ. 23
-Αν χτυπήσουμε τους δυο γερμανούς θα σας κάψουν τα σπίτια αύριο και' μεις θα χουμε φύγει.
-Είστε δειλοί. Είστε χαραμοφάηδες. Τζάμπα τρώτε το ψωμί του λαού. Δώστε μου μια καραμπίνα να κατέβω με τα γεράματα μου να τους εξοντώσω.
Ήταν ασπρομάλλης εβδομηντάρης αδύνατος, αλλά επιβλητικός και στομφώδης. Τον θυμάμαι σαν αυτή τη στιγμή. Πράγματι αισθάνθηκα ρίγος από ντροπή καθώς άκουγα τους μύδρους του έξω από το ερημοκλήσι στην άκρη της Λαύκας.
Ο Μπούρας κι ο Αγησίλαος σιγομίλησαν για λίγο και φώναξαν τον Ασκληπιό που ήξερε γερμανικά. Ο Ασκληπιός ήταν γιατρός και λεγόταν Κοντιόγλου Βαγγέλης. Είχε έρθει από την Ρούμελη στις 22 Ιούνη του 1943, με την πρώτη αποστολή κι ήταν γενειοφόρος. Πήρε πέντε άνδρες-μαζί με τον κρητικό με το μπρέντα οπλοπολυβόλο.
Έστησαν καρτέρι στην τοποθεσία Καρτέρι, που τότε είχε μόνο ένα χτίσμα.
Όταν έφτασε το φορτηγό με τα αρνιά(60), ο Ασκληπιός με το πιστόλι στο χέρι κάλεσε τους γερμανούς να παραδοθούν. Αυτοί αντέδρασαν και δέχτηκαν την πρώτη ριπή. Τραυματίστηκε ο οδηγός. Ο συνοδηγός πήδησε έξω. Σήκωσε τα χέρια αλλά κρατούσε το πιστόλι. Μόλις βάδισε ο Ασκληπιός τον πυροβόλησε ο γερμανός αλλά ο κρητικός του αμόλησε μια ριπή και τον έκανε κόσκινο από την μέση και κάτω. Αργότερα πέθανε όταν ένα ταξί τον μετέφερε στο Κιάτο. Ο οδηγός έφτασε ζωντανός στη βάση του.
Την άλλη μέρα είχε το λόγο το πυροβολικό, που από το Ψάρι, βομβάρδισε την Καστανιά.

ΔΟΚΙΜΗ ΠΙΣΤΟΛΙΩΝ
Αύγουστος 1943. Το συγκρότημα 6ο Αρχηγείο είχε αρκετούς νεοσύλλεκτους και έπρεπε να γίνει ορκωμοσία. Βρεθήκαμε στον Πύργο της Ζαχώλης όπως τον λένε οι ντόπιοι.
Είναι ένα χωριό της Κορινθίας, πάνω από το Δερβένι. Έγινε η τελετή. Έγινε και φαγοπότι. Ο "Ζήριας" (Γιάννης Πανουτσόπουλος από το Κούτσι Κορινθίας) είχε τοποθετηθεί αρχηγός του συγκροτήματος σαν ένδειξη αποδοχής της συνεργασίας ΕΛΑΣ-ΕΒΑΜ.  Είχαν και δυο αδέρφια κρατούμενους. Αδερφοί

Σελ 24
Γκανά από την καντήλα της Αρκαδίας. Ήσαν κατηγορούμενοι για προδοσία στην εξόντωση του Χανιά. Τους είχε φέρει δεμένους ο "Ξάνθος" (Κώστας Ρουμπέκας από τη Ντούσια) που ήταν οπλισμένος με ένα δίκαννο και τους παρέδωσε στον ΕΛΑΣ όταν είμαστε στο Ξανθοτώρι.
Όταν αποχωρούσαμε από τον Πύργο (εγώ ήμουν ο ιπποκόμος του Ζήρια) βγαίνοντας από το χωριό με κατεύθυνση προς Σκούπα, είναι ένα ρεματάκι. Εκεί παρατάχτηκε ένα απόσπασμα και στήσανε απέναντι τους, τους Γκανάδες.
Ο Ζήριας έδωσε το παράγγελμα: Πυρ!
Κατέβηκε από το άλογο. Έβγαλε το πιστόλι από τη θήκη του και πυροβόλησε στο κεφάλι τον ένα εκτελεσμένο. Ο "Γρίβας" που ήταν νεοφερμένος θέλησε να δοκιμάσει το πιστόλι του. Πλησίασε και πυροβόλησε τη "χαριστική βολή".
Τους εγκαταλείψαμε εκτεθειμένους και φύγαμε.

ΕΜΠΡΟΣΘΟΦΥΛΑΚΗ
Ήμουν δεν ήμουν 20 ημερών αντάρτης. Είχαμε πάρει από τους τσελιγκάδες καμιά τριανταριά άλογα-αυτά που αλωνίζουνε τα στάρια κάθε καλοκαίρι- τους βάλαμε σαμάρια και κάναμε περιοδεία "καβαλαρία".
Ένα τριχονίτικο πουλάρι, άμαθο (δεν δεχόταν ούτε σαμάρι πάνω του) δεν το έπαιρνε κανείς. Έτσι το πήρα εγώ μιας και δεν είχα άλλη επιλογή. Γνώριζα από τα δικά μας σπιτίσια ζώα μερικά πράγματα. Ήμουν δε τσιμπούρι πάνω στο άλογο, κι όσο κι αν κλωτσούσε δεν έπεφτα. Μέχρι που σηκωνόμουν όρθιος πάνω στην πλάτη του αλόγου ενώ αυτό κάλπαζε.
Πήρα λοιπόν το "κατσικαδερό" όπως το ονόμασαν όσοι το δοκίμασαν. Του έβαλα την αλυσίδα στο στόμα "χαβιά" και το έδεσα πολύ κοντά σε μιά μουριά. Ούτε πιθανή περιθώριο. Πήγα να του βάλω το σαμάρι και χαλούσε τον κόσμο κλωτσώντας με πισινά και μπροστινά. Έμπλεξα ένα καναβίδι κοτσίδα (ψιλό σχοινί τριπλό) κι άρχισα να το δέρνω από τη μέση και μπρος. Σε λίγο δέχτηκε το σαμάρι, αφού κουράστηκε να χοροπηδάει.

Σελ. 25
Δεν το άφησα να πάρει και πολύ ανάσα, πήδηξα πάνω στο σαμάρι κι άρχισε πάλι το χορό. Το σχοινί κοτσίδα είχε το λόγο. Ανέβαινε και κατέβαινε συνεχιστά στο κεφάλι του. Τρομοκρατήθηκε και παραδόθηκε.
Την άλλη μέρα χωρίς να το δέσω στη μουριά, αλλά με χαβιά (την αλυσίδα μέσα στο στόμα του) ανέβηκα στην πλάτη κι αυτό άρχισε πάλι το χορό. Το καναβίδι κοτσίδα είχε το λόγο. Απανωτές στο κεφάλι. Το΄ βαλε στα πόδια και δεν έβλεπε που πήγαινε. Πήδαγε μάντρες, φράχτες, δρόμους μέχρι που κουράστηκε κι έπεσε να κυλιστεί για να με ρίξει από πάνω του και τα κατάφερε. Όταν ήταν κάτω, το άρχισα πάλι με το σχοινί. Ξεσηκώθηκε, το καβάλησα κι εκκίνησε σιγά-σιγά για τη βρύση. Έτσι έστρωσε το κατσιδερό.
Η περιοδεία μας ήταν: αφετηρία στην Γκούρα, Στενό, Ταρσό, Σαραντάπηχο, Σελιάνα Ζάχωλη, Πύργο, Σκούπα, Γελήνι, Καρυά, Φενεό.
Στον Πύργο αφού ιππεύσαμε μου λέει ο Μπούρας (επικεφαλής):
-Εσύ είσαι ντόπιος. Ξέρεις να μας πας στην Καρυά, για να μην πάρουμε σύνδεσμο οδηγό;
-Ναι ξέρω
-Μπες στην εμπροσθοφυλακή και προχωράτε.
Στην εμπροσθοφυλακή ήσαν ο «Αλίφωνας» κι ο «Τρομάρας»(Παναγιώτης Χαραλάμπου-από το Δίστομο-εκτελέστηκε με την τελευταία εκτέλεση κατοχικών στην Ακροναυπλία , μαζί με τον Νίκο Οικομόπουλο από το Κιάτο, τον Νίκο Δασκαλόπουλο από το Κακούρι Αρκαδίας). Και οι δύο στην εμπροσθοφυλακή ήσαν «Ρουμελιώτες». Είχαν έρθει από την Ρούμελη στις 22 Ιουνίου 1943.
Όταν περάσαμε το Γελήνι είπα στον Αλίφωνα:

Σελ. 26
-Εδώ είναι ένας κατσικόδρομος που πάει για την Καρυά. Όμως αν πάμε από δω περνάει από τα Σοφιανά κι είναι καλύτερος δρόμος.
-Τράβα από το χωριό σου, να πιούμε και κάνα ποτήρι, είπε ο Αλίφωνας.
Τραβήξαμε για τα Σοφιανά.
Πριν ξαγναντήσουμε καλά-καλά ακούμε το «Θύμιο» (Σεραφείμ Γκιόκας από το Κριεκούκι Αττικής-εκτελέστηκε στην Ακροναυπλία με την πρώτη ομαδική εκτέλεση κατοχικών-έντεκα τον αριθμό) να ωρύεται: γυρίστε πάνω, δεν θα μπούμε στο χωριό. Φώναζε και απειλούσε καλπάζοντας με το άλογό του.
Γυρίσαμε όλοι στην ανηφόρα. Πήγαμε από το πίσω μέρος του Αϊ-Λιά, πίσω από την Αϊτοράχη και βγήκαμε στην Σκασμένη πέτρα, για να μην μας δούνε τα ιταλικά παρατηρητήρια από τα Τρίκαλα.
Όταν φτάσαμε στην Γκούρα είχε έρθει και το Γενικό Αρχηγείο Πελοποννήσου με τον Μίχο και το Πελοπίδα.
Το βραδάκι έγινε γενική Συνέλευση. Εισηγητής ο Πελοπίδας (Παντελής Λάσκας από το Λουτράκι). Ειπώθηκαν πολλά πράγματα. Άλλα καταλάβαινα κι άλλα όχι.
Σε μια στιγμή σηκώθηκε ο Θύμιος και λέει:
-Έχω να καταγγείλω στην Συνέλευση το σύντροφο Λάμπρο που θέλοντας να κάνει φιγούρα στο χωριό του πήγε να εκθέσει ολόκληρο το Αρχηγείο σε κίνδυνο κ.λ.π., κ.λ.π.
Θέλησα ν΄ απαντήσω. Ζήτησα το λόγο και άρχισα ν΄ απολογούμαι. Μ΄ έκοψε ο Πελοπίδας.
-Δεν χρειάζεται ν΄ απολογηθείς. Αυτόν το δρόμο ήξερες αυτόν ακολούθησες. Δεν είναι σπουδαίο.
Την άλλη μέρα ήρθε ο Μπούρας και μου ζήτησε το πιστόλι μου. Ήμουν άοπλος μια εβδομάδα.
Εκείνο όμως που με πείραξε ήταν η στάση των άλλων της εμπροσθοφυλακής. Ειδικά του Αλίφωνα που δεν σηκώθηκε να ειπεί: εγώ τον έσπρωξα προς τα εκεί, για να πιούμε κάνα ποτήρι.
Ένα άλλο θέμα που είχε προκύψει και που απασχόλησε την Συνέλευση ήταν των δυο αυτόμολων γερμανών.
Ο ένας ήταν 40χρονος περίπου κι έλεγε πως ήταν αυστριακός. Ήρθε χωρίς όπλο. Ο άλλος ήταν 20χρονος νευρικός και πολύ θρασύς. Τους έστειλαν να βοσκήσουν τα άλογα στον κάμπο της Γκούρας.
Ο γερμανός είχε μαζί του και το μάουζερ που έφερε μαζί του κατά την αυτομολία του.
Ανεξάρτητα από αφορμές αρπάχτηκε ο γερμανός και τράβηξε το όπλο να σκοτώσει τον Λυκούργο (Γιώργο Καντρή από το Λιόπεσι Αττικής). Ο Ιάσονας τον αφόπλισε και τον έδεσε.

Σελ. 27
Αυτά ειπώθηκαν στην Συνέλευση.
Ο Πελοπίδας στο κλείσιμο είπε:
-Όσο για τους δύο γερμανούς θα τακτοποιηθεί το ζήτημα αύριο κιόλας.
Την άλλη μέρα που έφυγε το Γενικό Αρχηγείο για τα Καλαβρυτοχώρια, πριν από την Συβίστα στα Πλατανάκια τουφεκίστηκαν οι δύο γερμανοί.

ΑΥΘΑΙΡΕΣΙΑ
Ήταν Σεπτέμβρης του 1943. Η Ιταλία είχε καταρρεύσει. Ο αφοπλισμός των ιταλών κατακτητών στη χώρα μας, εξόπλισε πολλούς αντάρτες. Έτσι με την παράδοση των ιταλών που ήσαν στα Καλάβρυτα, πήραμε όπλα και στην Κορινθία, εξοπλίστηκε ένα συγκρότημα 45-50 ανδρών, ονομάστηκε 1ο τάγμα 6ου Συντάγματος (το 2ο τάγμα είχε εξοπλισθεί νωρίτερα κι είχε φύγει πριν ένα μήνα), κι αναχώρησε από την Γκούρα, πέρασε τη Σκαφιδιά της Ζήριας και έφτασε στα χωριά Μπάσι-Μπούζι Καλλιάνι.
Πήρε την εντολή να κινηθεί σε καταδίωξη των υπολειμμάτων του Φαρμακά που δεν παραδόθηκαν (Προκοπίου Κουβελάκη) και έκαναν εμφανίσεις σε κάποια χωριά.
Κινηθήκαμε, με σύντομη πορεία, περνώντας τα χωριά Ψάρι, Πλατανάκι, Γυμνό, Τζιρίστρα, Δούκα, Άνω Μπέλεσι, Καρυά Άργους. Από την κούραση και την αφαγιά πολλοί κλατάρισαν.
Στην Καρυά, βρήκαμε και το 2ο τάγμα που είχε οργανώσει ένα αναρρωτήριο. Οι ανιχνεύσεις των τμημάτων ήταν στα γύρω χωριά: Μπούγα, Κρυάβρυση, Τουρνίκη.
Αρρώστησα από ελονοσία που μ΄ έπιανε ψηλός πυρετός από τις 11 η ώρα και με κρατούσε 3-4 ώρες. Ένας γιατρός του χωριού αφού άκουσε το ιστορικό μου και τη θεραπεία με κινίνο και ατερπρίνες, μου άλλαξε την αγωγή, με ρίσκο, κάνοντας μου ένεση κινίνης ενδοφλέβια (δύο ενέσεις όλες-όλες ανά 48 ώρες) και νήμα ήταν και κόπηκε, δεν με ξανάπιασε μέχρι σήμερα.
Τις μέρες που ήμουν στο αναρρωτήριο έγινε και ανταρτοδικείο στην πλατεία του χωριού. Παρακολούθησα δυο υποθέσεις. Η μια ήταν για κάποια ξυριστικά εργαλεία που ζήτησε ένας αντάρτης να ξυριστεί και δεν τα επέστρεψε στον

Σελ. 28
χωρικό που τα δάνεισε. Ο κατηγορούμενος Ευστάθιος Κόκκινος καταδικάστηκε με αποστράτευση από τον ΕΛΑΣ και «εις θάνατον» με εξάμηνη αναστολή. Αυτός ο αντάρτης ήταν του δεύτερου τάγματος.
Η δεύτερη δίκη, ήταν του αντάρτη του 1ου τάγματος «Παπανικολή». Ήταν ένας νεολαίος που στο χωριό Τζιρίστρα που είχαμε σταθμεύσει για λίγο σε μια στέρνα με νερό, πήγε σε κάποιο φράχτη κι έκοψε δυο ρόδια. Αυτό ήταν αρκετό ν΄ αποστρατευτεί  και να του επιβληθεί η θανατική ποινή με ένα χρόνο αναστολή.
Την άλλη μέρα, ενώ ήμουν στο αναρρωτήριο, άκουσα ριπή αυτόματου όπλου. Άρπαξα το μακρύκαννο όπλο μου κι έτρεξα να δω τι συμβαίνει. Φτάνοντας στο πίσω μέρος του οικοδομικού συγροτήματος είδα από την αυλόπορτα, τον «Τίγρη», *[*Σημείωση συγ/φέαΟ «Τίγρης» (Περίαντρος Λιακουθιώτης από το Βασιλικό Κορινθίας) εκτελέστηκε στην Ακροναυπλία στην πρώτη ομαδική εκτέλεση κατοχικών. Μαζί με τους Βελεστίνο Γιάννη από το Βασιλικό, Κώστα Γλυκό από το Στόμι, «Βόλγα» (Παναγιώτη Τσόχλα από τα Ίσθμια, Βλάση Οικονομόπουλο και Νικήτα Σαμαρτζή από καλύβια Φενεού, «Αράπη» (Νίκο Αποστολάκη από Κρήτη), «Κεραυνό» (Αντώνη Τομαρά από Κιάτο). «Θύμιο» (Σεραφείμ Γκιόκα από Κριεκούκι Αττικής) και δύο ακόμα που μου διαφεύγουν τα ονόματα τους] να σκοπεύει με το στεν (εγγλέζικο αυτόματο) κι εν συνέχεια να πυροβολεί. Οι κότες της αυλής τρομαγμένες φτερούγισαν κι ο Τίγρης τραβάει κι άλλη ριπή.
-Τι συμβαίνει ρε Τίγρη; Τον ρωτάω.
-Να, μου λέει, ζήτησα μια κότα να μου δώσει να βράσω για τους αρρώστους και αυτή βρίζει.
Όπως είχα γεμάτο το όπλο, σκοπεύω μια κότα, την πυροβολώ και την σκοτώνω. Την πήρε ο Τίγρης και πήγαμε στο αναρρωτήριο. Μιλώντας με τους αρρώστους μας κάκισαν και πήραμε την απόφαση να φύγουμε από την Καρυά πριν επιστρέψουν τα τμήματα και στήσουν κανένα ανταρτοδικείο πάλι. Φύγαμε για το Φενεό.
Επειδή ήμουν μικρός στην ηλικία κι επειδή έπαθα μερικά στραπάτσα μου είχε δημιουργηθεί ένα κόμπλεξ κατωτερότητας. Επειδή ο Τίγρης περίπου 25 χρονών και είχε όπλο αυτόματο αισθανόμουν υποδεέστερος απέναντί του. Ότι έλεγε αυτός, ήμουν υποχρεωμένος να υπακούσω. Το ίδιο που είχε συμβεί και τον Αλίφωνα, επειδή ήταν παλιός αντάρτης (ήταν Ρουμελιώτης), και 40χρονος τον θεωρούσα ανώτερό μου.
Όταν ο Ζήριας με πήρε για ιπποκόμο του, μερικοί αντάρτες μου έλεγαν: τσανάκι του Ζήρια έγινες. Άλλος έλεγε: εμείς αγωνιζόμαστε να γκρεμίσουμε το κνούτο και εσύ πήγες ιπποκόμος;
Ο Μαυρομιχάλης όμως (Μιχάλης Κυριακόπουλος από τις Νεραντιές του Αιγίου, δικηγόρος) μου έλεγε: ανεξάρτητα απ΄ ότι λένε, εσύ θα παραμείνεις εκεί όσο χρειαστεί και θα παρακολουθείς κάθε ύποπτη κίνηση και θα με ειδοποιείς.

Σελ. 29
Ο ΣΚΥΛΟΣ ΤΟΥ ΤΣΟΠΑΝΗ
Ήταν Σεπτέμβρης του ΄43 . Το 1ο τάγμα του 6ου Αρηγείου (δεν είχαν γίνει ακόμα Συντάγματα), είχε διαταχθεί να κινείται στην ορεινή Αργολίδα και στα σύνορα με την Αρκαδία. Έτσι περιοδεύαμε στα χωριά Δούκα, Πάνω Μπέλεσι, Τσιπιανά, Καρυά, Μπούγα, Κρυάβρυση, Τουρνίκι, κ.ά.
Επειδή ήμουν καλός στα ποδάρια, με χρησιμοποιούσαν συχνά σαν σύνδεσμο(αγγελιοφόρο) μεταξύ τάγματος και Συντάγματος.
Πέρασα μερικές φορές τη διαδρομή Καρυά-Μπέλεσι-Τάτσι-Σκοτεινή-Γκιόζα. Τη μια μέρα πήγαινα, την άλλη γυρνούσα. Στα μισά περίπου της διαδρομής Καρυά- Πάνω Μπλέσι ήταν κάποιο καλοκαιρινό γκραίκι. Ο τσοπάνος που μ΄ έβλεπε και περνούσα, ίσως να με είχε νομίσει για γελοιογραφία.
Ήμουν μικρόσωμος, καχεκτικός και κιτρινιάρης. Κάθε που περνούσα μου επιτίθονταν ένας σκύλος μεγάλος και μαλλιαρός. Μια φορά αφού με ακολουθούσε σε απόσταση 5-6 μέτρων γυρνούσε στο αφεντικό του που ήταν κι αυτός σαν στανοκούταβο.
Ένα απογευματάκι μου βγήκε μπροστά ο σκύλος πολύ επιθετικός. Ο τσοπάνος χασκογελούσε με την αγωνία μου να τον αποφύγω. Νευρίασα.
-Μάζεψε τον γιατί θα στον μαζέψω, του φώναξα απειλητικά κι είχα απασφαλίσει το όπλο.
Αυτός δεν φτάνει που χαχάνιζε, αλλά άρχισε ν΄ αναγκάζει το σκύλο να μου επιτεθεί κάνοντας:
-Σου,σου,σου.
Ο σκύλος πραγματικά σάλταρε κατά πάνω μου. Στην προσπάθεια μου να τον απωθήσω με την κάνη του μακρύκαννου ιταλικού όπλου, που είχα τότε, ο σκύλος δάγκωσε την κάνη και τραβούσε το όπλο. Τότε λίγο άθελα, λίγο από φόβο τράβηξα τη σκανδάλη και τα μυαλά του σκύλου σκορπίστηκαν στον αέρα.
-Τι έκανες ρε κακούργο! Μου σκότωσες το σκύλο;
-Μην μιλάς γιατί τώρα είναι η σειρά σου.
Αυτή ήταν η απάντησή μου και τράβηξα το δρόμο μου.
Και μιάς που ο λόγος είναι για την σκυλοκτονία θ΄ αφηγηθώ και δεύτερη.
Το Φλεβάρη του ΄44, ο λόχος μας (1ος-6ου Συντάγματος), βρισκόταν στο Μάρκασι. Στο Καίσαρι βρισκόταν ο 2ος λόχος. Ύστερα από προδοσία, πριν το φώτισμα, οι γερμανοί κύκλωσαν το Καίσαρι κι άρχισαν να μαζεύουν τους αντάρτες στην πλατεία του χωριού. Μερικοί που αντιλήφθησαν τι συμβαίνει άρχισαν να πυροβολούν κι έτσι αποφεύχθη η ολοκληρωτική καταστροφή του λόχου.
Ακούστηκαν και στο Μάρκασι και εμείς τραβήξαμε προς το βουνό. Είμαστε πάνω από 100 αντάρτες.

Σελ. 30
Άρχισε να φωτίζει. Βρισκόμαστε σε κάτι ισιώματα στο δρόμο που πάει για την Ντούσια και ακούσαμε πυροβολισμούς από αριστερά μας, πάνω στον δασωμένο λόφο. Ακροβολιστήκαμε και στρίψαμε δεξιά μας να πιάσουμε τις χιονισμένες πλαγιές της Ζήριας κι εξασφαλίσαμε τα νώτα μας.
Επτά-οχτώ γερμανοί είχαν βγει έξω από το δάσος κι έριξαν μερικές ριπές προς την κατεύθυνσή μας. Πράγμα που σήμαινε ότι μας είδαν. Είχαν και δύο σκύλους που έτρεξαν στην κατηφόρα γκλαφουνίζοντας. Όταν έφτασαν στα ισιώματα ο ένας σταμάτησε και μετά γύρισε προς τα αφεντικά του. Ο άλλος πήρε την ανηφόρα και βουτώντας μέσα στο χιόνι ακολούθησε τον ντορό μας. Αφού πλησίασε στα 200 μέτρα περίπου, όπως είχα ξεχιονίσει, είδα να μου προβάλλει προκλητικά το στόχο του.
Μπάμ! Ακούστηκε κι ο σκύλος ξαπλώθηκε στο χιόνι. Ο λόχος είχε ακροβολιστεί σε μήκος 500 μέτρων και οι πιο μακρινοί, ούτε άκουσαν τον πυροβολισμό. Ο λοχίας Χανιάς όμως που ήταν στη διπλανή διμοιρία ήρθε και μου είπε γιατί πυροβόλησα και προδίδω τη θέση μας.
Οι γερμανοί όμως είχαν εξακριβώσει τη θέση μας αλλά δεν τολμούσαν να κατέβουν:
α)Γιατί ήσαν λίγοι, β) γιατί είχαν βραχύκαννα όπλα(αυτόματα μαρσίπ) που το μέγιστο βεληνεκές τους δεν φτάνει τα 500 μέτρα και γ) γιατί έπρεπε να περάσουν τα ισιώματα που ήσαν γυμνά κι εκεί θα γίνονταν ο τάφος τους. Εμείς θα τους χτυπούσαμε στο ακάλυπτο και αυτουνών τα όπλα δεν μας έφταναν. Προτίμησαν να ξαναμπούν στο δάσος και να φύγουν.

ΤΑ ΑΓΓΕΛΟΥΔΙΑ
Ήταν αρχές του Δεκέμβρη 1943. Το συγκρότημα του ΕΛΑΣ που το λέγανε πρώτο τάγμα του έκτου Συντάγματος και αριθμούσε μόλις 50 άντρες, βρίσκονταν στο χωριό Ξανθοχώρι Κορινθίας (Μάζι).
Ο σύνδεσμος έφερε ένα σημείωμα από το Αρχηγείο του 6ου Συντάγματος που μιλούσαν για επικείμενες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των γερμανών και διέταζε: να κινηθεί το τάγμα και να λάβει θέση μάχης στις Πόρτες (τοποθεσία πάνω από το χωριό Βάλμη της ανατολικής Αιγιαλείας) που είναι πέρασμα

Σελ. 31
στενό για να πάνε στα χωριά Βαρβάρα, Ζαρούχλα, κι από κει να μπούνε στο Φενεό της Κορινθίας, που ήταν έδρα του Συντάγματος.
Το συγκρότημα συνετάχθη και η πορεία άρχισε με την ανατολή του ηλίου. Σοφιανά-Καρυά-Σαραντάπηχο-Περθώρι-Αγρίδι. Εκεί στήθηκαν τα καζάνια για να παρασκευαστεί φαγητό. Στο χωριό ήσαν μόνο τρία σπίτια ανοιχτά. Ο υπεύθυνος του εφεδρικού ΕΛΑΣ, ο Αγροφύλακας κι ένας ακόμα. Οι άλλοι κάτοικοι είχαν κατέβει στα χειμαδιά τους.
Ο Ντάρας μας μαγείρεψε μια υπέροχη φασουλάδα, που μόλις γυρίσαμε από την αναγνώριση του εδάφους και την διοργάνωση θέσεων, πέσαμε με τα μούτρα στο φαγητό και στο ζεστό ψωμί που είχαν φουρνίσει, οι γυναίκες των τριών σπιτιών του χωριού.
Ο Ντάρας (Παναγιώτης Στεφόπουλος από το Βασιλικό Κορινθίας) ήταν ευχάριστος τύπος και καλαμπουρτζής.
-Παιδιά σήμερα σας έχω συκωτάκια συμπλήρωμα, αλλά θέλω έναν βοηθό για διανομή.
Ήταν ένα καλάθι με μαύρες ελιές. Που τις είχε βρει; Ασφαλώς φρόντισε γι΄ αυτό ο συναγωνιστής Νίκος υπεύθυνος του χωριού. Ανέλαβε τη διανομή ο «Στριφτόπουλος» (Γιάννης…..από το Λεβίδι), που έδινε μια φούχτα ελιές στον κάθε σιτιζόμενο που περνούσε από το καζάνι. Χρόνια πολλά στους Νικολήδες έλεγε.
Ήταν 6 του Δεκέμβρη, γιορτή, του Αγίου Νικολάου κι είχαν την ονομαστική τους εορτή ο υπεύθυνος του χωριού, ο πολιτικός του τάγματός ο «Σπάρτακος» (Νίκος Γεωργίου-καθηγητής φιλολογίας από το Ζευγωλατιό της Κορινθίας) και ο Νίκος Τζαβέλας ανθυπολοχαγός από την Κόρινθο.
Μετά από δυο μέρες, μια ημιομάδα διετάχθη να πάει σε προκεχωρημένο φυλάκιο στην Περιστέρα, ένα γραφικό χωριουδάκι στην πλαγιά του Χελμού και που ο δρόμος οδηγεί στα Καλάβρυτα.
Την ομάδα την αποτέλεσαν ο «Λαύρας» Θεόδωρος Τσόλης από το Κιάτο, ο «Λάμπρος» ο γράφων, ο «Λυσίμαχος» Χρήστος Μπακόλας από το Μούλκι Κορινθίας. Ο «Δράκος» Γιάννης……από το Μούλκι Κορινθίας, ο «Κατσώνης» Κυριάκος Δασκαλάκης από τα Πετράλωνα Αθήνας και ο «Αραπάκος» Βασίλης…. Από το Ζευγωλατιό Κορινθίας που ήταν όνομα και πράγμα αραπάκο.
Εγκαταστάθηκαν σ΄ ένα ισόγειο του κτιρίου που πρέπει να ήταν μπακάλικο, κρίνοντας αποθήκες προϊόντων, πάγκους κ.λ.π.
Πρώτη-δεύτερη μέρα δεν είδαμε καμιά κίνηση ανθρώπων, εκτός από μια κοπέλα 25άρα με μια πράσινη ζακέτα, που ερχόνταν πρωί-βράδυ στο δικό μας κτίριο, αλλά ανέβαινε στο ανώγειο από την σκάλα και σε μισή ώρα ξαναέφευγε.

Σελ. 32
Ένα βραδάκι μόλις νύχτωσε και κανονίζαμε τα νυχτερινά νούμερα σκοπιάς, δεχτήκαμε μια απροσδόκητη επίσκεψη. Δύο νεαρές κοπέλες καλοντυμένες μπήκαν δειλά στην πόρτα μας. Η αλήθεια είναι ότι κι  εμείς αισθανθήκαμε κάπως αμήχανα.
Μετά τις πρώτες φιλοφρονήσεις κάθισαν κι ύστερα από αρκετή συζήτηση μάθαμε την αλήθεια. Ήσαν δυο αδερφές δεκαέξι και δεκαοχτώ χρονών. Ήσαν από την Αθήνα. Ο πατέρας τους ήταν αξιωματικός του πολεμικού ναυτικού κι είχε φύγει στη Μέση Ανατολή. Το σπίτι τους στην Αθήνα, το είχαν επιτάξει οι γερμανοί και υποχρεώθηκαν οι κοπέλες να καταφύγουν στην Περιστέρα και ήσαν σε «άκρα μυστικότητα». Η κοπέλα που πηγαινορχόταν φρόντιζε τις κοπέλες αλλά έμενε σε άλλο σπίτι.
Τα κοριτσάκια ήσαν πανέμορφα σωστά αγγελούδια. Κανείς μας δεν τα ρέγτηκε ερωτικά. Όλοι νοιώθαμε αδερφική συμπόνια.
Το άλλο βράδυ ξαναήρθαν πιο θαρρετές και ζήτησαν να πούμε αντάρτικα τραγούδια. Μετά μόνες τους άρχισαν τις κρητικές μαντινάδες. «Άστρα μη με μαλώνετε που τραγουδώ την νύχτα» και πολλές άλλες. Έφυγαν μετά τις 11 η ώρα. Ζήτησαν να τους γράψω αντάρτικα τραγούδια. Την άλλη μέρα ενώ είχα γράψει τα τραγούδια:
Βροντάει ο Όλυμπος Αστράφτει η Γκιώνα.
Βαριά στενάζουν τα βουνά κι ο ήλιος σκοτεινιάζει.
Έγραφα και το τραγούδι: Το ζοφερά σκοτάδια ξεδιαλύνουν……
Ήρθε ο σύνδεσμος (ο Κώστας Κούγκης από το Γεροπλάτανο Ιωαννίνων) από το τάγμα και μας είπε να τον ακολουθήσουμε. Το τάγμα πήρε εντολή να χωρίσει σε τρεις ομάδες για περισσότερη ευελιξία. Έφυγε για Σελιάνα.
Το γραφτό μου έμεινε «ημιτελές». Έκλεισε με το «καλή αντάμωση». Το τσάκισα το χαρτί, το τρύπωσα κάτω από την πόρτα που ήταν στο τέλος της σκάλας κι έφυγα με πολύ πόνο στην καρδιά που εγκατέλειπα τις μικρές αδερφές μου.

Ο ΑΖΩΡ
Πριν τον πόλεμο ο μεγαλύτερος αδερφός ο Βλάσης πήγαινε συχνά για κυνήγι. Είχε ένα δωδεκάρι δίκαννο «Remincton» που το είχε φέρει ο πατέρας

Σελ. 33
από την Αμερική. Έφερε μια σκυλίτσα, κουταβάκι και της έκοψε την ουρά. Μια μέρα πέρασε από το σπίτι μας η Χρυσούλα Γιαννοπούλου. Η σκυλίτσα έτρεξε στην Χρυσούλα και τη μύριζε στα πόδια. Δεν φοβήθηκε αλλά φώναξε:
-Άχου, τι ωραίο σκυλάκι! Πως το λέτε;
-Μη ρωτάς , απάντησε μια από τις αδερφές μου, γιατί δεν την έχουμε ακόμα ονοματίσει. Η Χρυσούλα την απάντηση «μη ρωτάς» την εξέλαβε σαν όνομα και άρχισε το μαύρισμα.
-Μη ρωτάς Μη ρωτάς, κι η σκυλίτσα άρχισε να πηδάει πάνω της.
Έτσι της έμεινε το όνομα, Μη ρωτάς.
Μετά από κάνα χρόνο η Μη ρωτάς, γέννησε. Ο Βλάσης κράτησε ένα κουτάβι της Μη ρωτάς και το έβγαλε Αζώρ. Το εκπαίδευσε και έγινε άριστο κυνηγόσκυλο. Η μύτη του ήταν αλάθητη, η επιμονή του μεγάλη και το πόδι του πολύ γερό. Είχε μπόι διπλό από την μάνα του και χρώμα κανελί. Η μάνα του ήταν μαύρη. Αν οσμιζότανε μπεκάτσα, ορτύκι, ή πέρδικα δεν γλίτωνε. Θα ξετρύπωνε όσο κι αν κρυβόταν. Λαγός; Δεν γλίτωνε. Αρκετές φορές είχε πιάσει και μας τον είχε φέρει χωρίς να έχουμε όπλο να το πυροβολήσουμε.
Βάρδα μη έπιανε η μύτη του, αλεπού. Ήταν ικανός να τρέχει όλη την μέρα πίσω της ν΄αρπάζεται μαζί της. Να του ξεφεύγει και η μάχη να συνεχίζεται. Δεν τον συγκινούσε πια άλλο θήραμα.
Οι χωριανοί όταν πήγαιναν για κυνήγι, αλλά και από τα διπλανά χωριά, περνούσαν έξω από το σπίτι κι ο Αζώρ έτρεχε μόνος, χωρίς ενόπλους για κυνήγι.
Όταν εμφανίστηκαν αντάρτες, ο Αζώρ άρχισε ν΄ ακολουθεί για μια-δυό μέρες τους ένοπλους.
Το Νοέμβρη του 1943, ενώ βρισκόμουν στην Ανατολική Αιγιαλεία, βλέπω τον Αζώρ να τρέχει σε μια πλαγιά. Λέω σε κάτι αντάρτες που ήσαν εκεί:
-Ρε παιδιά, τίνος είναι ο σκύλος;
-Δικός μου, μου λέει ένας αντάρτης. Μας ακολουθεί ένα μήνα τώρα. Τον φωνάζουμε «αντάρτη» και ακούει το ονομά του.
-Ο σκύλος είναι δικός μου.
-Σώπα! Μου είπε ειρωνικά κάποιος.
-Θέλεις να σου το αποδείξω;
-Άντε πάγαινε ρε, που΄ ναι δικός σου ο αντάρτης.
-Κάτσε κι αγνάντευε, τους λέω. Κι αρχίζω: Αζώρ, Αζώρ, τρέχα. Βοήθεια! Βοήθεια!
Κι ο Αζώρ κατασκοτώθηκε να κατέβει την πλαγιά. Κατέφθασε λαχανιασμένος και πήδησε πάνω μου γρυλίζοντας.
-Μπράβο! Είπαν σαστισμένοι οι αντάρτες.
-Ρε΄ συ, μας ακολουθεί από τα Σοφιανά.

Σελ. 34
-Ακριβώς, από τα Σοφιανά είμαι εγώ.
Γίναμε προσωπικοί φίλοι με τους φίλους του Αζώρ. Ο Αζώρ όμως δεν ξεκόλλαγε από δίπλα μου. Μ΄ ακολούθησε μέχρι που πλησιάσαμε στο χωριό και τον έχασα. Πίστευα κι έτσι ήταν, ότι θα πήγε στο πατρικό σπίτι.
Και μετά την Βάρκιζα ο Αζώρ συνέχισε την ταχτική του.
Όπου ένοπλος και φίλος για τον Αζώρ. Μέχρι και οι παρακρατικοί τον έπαιρναν για κυνήγι γιατί ήσαν σίγουροι ότι θα τους βρει θηράματα.
Το χειμώνα του 1948-49 πέρασε από την περιφέρεια ένα αντάρτικο τμήμα του Δ.Σ.Ε. Ήταν του Μανόλη Σπαθάκη. Ο Αζώρ τους ακολούθησε.
Είχε ένα άλλο προτέρημα ο Αζώρ. Άμα έβλεπε ότι ξεχάσαμε ή έπεσε κάτι κατά την διαδρομή, καθόταν και το φύλαγε μέχρι να πάμε να το βρούμε. Αφού όταν ζευγαρίζαμε και θα πηγαίναμε και την άλλη μέρα στο ίδιο χωράφι, πιάναμε τον Αζώρ και τον δέναμε να μας ακολουθεί, για να μην μείνει στ΄ αλετροσύνεργα που τα αφήναμε στο χωράφι. Αυτό ήταν και το μοιραίο του ελάττωμα.
Το συγκρότημα του Σταθάκη έκρυψε κάτι παξιμάδια στα Κουρουμαλέϊκα καλύβια στα χαλάσματα. Ο Αζώρ έμεινε και τα φύλαγε. Όταν εμφανίστηκαν στρατιώτες, γάβγισε. Τον σκότωσαν και πήραν τα κρυμμένα τρόφιμα. Έτσι χάθηκε ένας πιστός φίλος των αντιστασιακών.

Η ΔΟΚΙΜΗ ΤΟΥ ΑΡΑΠΗ
Ήταν στο δεύτερο δεκαπενθήμερο του Δεκέμβρη του 1943. Οι γερμανοί είχαν κάνει τον «άθλο» τους στα Καλάβρυτα σκοτώνοντας 1300 κατοίκους. Το ονομαζόμενο 10 τάγμα του 6ου Συντάγματος, έφυγε από τη φύλαξη της περιοχής Πόρτας και συνεπτύχθει στο χωριό Σελιάνα.
Εκεί έγινε κάποια σύσκεψη και αποφασίστηκε να χωριστούμε σε τρείς ομάδες, για να είμαστε πιο ευέλικτοι, αλλά και πιο βολικοί στη σίτιση και τη στέγαση.
Η μια ομάδα έφυγε για το Ξανθοχώρι Κορινθίας μ΄ επικεφαλή τους «Νικηταρά» (Χρήστο Μαρκόπουλο από την Βάλτσα) και το «Σπάρτακο» (Νίκο Γεωργίου-καθηγητή-από το Ζευγωλατιό Κορινθίας).

Σελ 35
Η δεύτερη ομάδα μ' επικεφαλή τους Νίκο Τζαβέλα από την Κόρινθο και "Νέλσωνα" (Πέτρο Μωραϊτη, από την Νέα Κίο Αργολίδας) έμεινε στον Πύργο της Ζαχώλης.
Η τρίτη ομάδα, με επικεφαλή τους "Αράπη"(Νίκο Αποστολάκη από την Κρήτη, εκτελέστηκε στην Ακροναυπλία με την πρώτη ομαδική εκτέλεση κατοχικών) και το δάσκαλο Κώστα Κίτσο από τα Μαζέϊκα, πήγε στο χωριό Σκούπα (Καλλιθέα). Σ'αυτήν την ομάδα ήμουν κι εγώ.
Οι κάτοικοι της περιοχής μας παραπονέθηκαν για ζωοκλοπές, κλοπές, ληστείες. Αρχίσαμε τις ανιχνεύσεις και αναζητήσεις. Σε μια αποστολή τέτοιας αναζήτησης είχα σταλεί μαζί με τον Κώστα Δεμίρη από την Μυτιλήνη.
Αφού ψάξαμε για πληροφορίες στα χωριά Λούζι, Πίτσα, Λουτρό κ.λ.π. γυρίσαμε το βράδυ αργά στο χωριό Σκούπα. Θα ήταν η ώρα περασμένη από 11. Πήραμε λίγο ψωμί κι ελιές για να κορέσουμε την πείνα μας, γιατί όλη την μέρα ήμασταν νηστικοί.
Στην κάμαρα είχαν ένα φωτάκι, δηλαδή σ' ένα τασάκι βάλει λίγο λάδι κι ένα βαμβάκι για φυτίλι και το άναψαν. Στο πάτωμα ήσαν ξαπλωμένοι καμιά δεκαπενταριά αντάρτες κι ένας ήταν "σκοπός των όπλων" όπως τον λέγαμε αυτόν που φύλαγε αυτούς που κοιμόνταν.
Τυλίχτηκα με τη χλαίνη μου, χωρίς να βγάλω ούτε και τα παπούτσια μου και δεν  άργησε να με πάρει ο ύπνος. Κι ενώ όλοι ροχάλιζαν ακούστηκε μια πρώτη ριπή. Άρπαξα το όπλο μου και βγήκα στο χαγιάτι του σπιτιού. Είδα τη λάμψη κι άκουσα τη δεύτερη ριπή. Γέμισα το όπλο τροχιοδεικτικές κι έριξα την πρώτη σφαίρα στην κατεύθυνση που είχα δει τη λάμψη της ριπής. Ακολούθησε κι άλλη ριπή, κι ανταπόδωσα ρίχνοντας και τις 5 τροχιοδεικτικές, ενώ ο δάσκαλος φώναζε: σταματήστε, δεν είναι τίποτα. Οι πιο ψύχραιμοι έριξαν από μια -δυό σφαίρες. Εκόπασε η αναμπουμπούλα, Τι είχε συμβεί;
Ο "Αράπης" θέλοντας να δοκιμάσει πόσο γρήγοροι είναι οι μαχητές του, πήρε τον οπλοβολητή τον "Λέων" (Νίκος Λαδάς από την Νεμέα ή Ματσάγκος) πήρε και το οπλοπολυβόλο "Λουίζ" αμερικανικής προέλευσης, ανέβηκαν στον πέτρινο βράχο που είναι το εκκλησάκι του Αγίου Κωνσταντίνου και τα μεσάνυχτα ακριβώς άρχισε τις ριπές κι αιφνιδίασε τους κοιμούμενους αντάρτες.
Την άλλη μέρα έγινε ένα είδος κριτικής στα φαινόμενα που παρουσίασε ο αιφνιδιασμός:
1) Η αντίδραση των αιφνιδιασμένων ήταν άμεση: 10´´ και η χρησιμοποίηση τροχιοδεικτικών πολύ επιτυχημένη.
2) Παρατηρήθηκε να φύγει αντάρτης χωρίς να πάρει το όπλο του.
3) Ο Μπάμπης.... που είχε όπλο μια χάνσα ν' αρπάξει ένα ιταλικό με ξιφάκι.

Σελ. 36
4) Ο προμηθευτής του οπλοπολυβόλου αντί να πάρει το κιβωτίδιο με τις σφαίρες άρπαξε ένα σακίδιο και βγήκε έξω.

ΤΟ ΞΥΛΟΦΟΡΤΩΜΑ
Γύρο στα Χριστούγεννα του 1943 που είχαμε γίνει μικρές ομάδες, βρεθήκαμε σε μια συνοικία του Γεληνιού που τη λέγανε Τουρτουρέϊκα.
Οι πολιτικές οργανώσεις είχαν δραστηριοποιηθεί. Έκαναν συλλήψεις κακοποιών, έκαναν εκθέσεις και τους έστελναν για να δικαστούν από τους αντάρτες. Ένα βράδυ, οι Πιτσαδέοι μας έφεραν τρεις κρατούμενους. Ο ένας ήταν ξανθός νεολαίος, οι δυο έμοιαζαν για σαραντάρηδες.
Ο «Αραπάκης» μου λέει: Λάμπρο, γράμματα ξέρεις παρ΄ τους τα στοιχεία και αύριο να τους ανακρίνεις.
Ο νεολαίος όταν του έπαιρνε τα στοιχεία-λεγόταν Ξυράφης Ζήσης από το Αυλωνάρι Ευβοίας – μου ζήτησε να τραβήξει μια από τη γόπα του τσιγάρου μου.
-Τι έκανες ρε και σε φέρανε εδώ;
-Είχα φορτώσει λεμόνια σ΄ ένα γάιδαρο και τα αντάλλαζα με αλεύρι στα ορεινά χωριά. Όταν ήμουν στη Στρέζοβα ήρθαν και οι Γερμανοί που έκαψαν μερικά σπίτια. Θεωρήθηκα ύποπτος.
-Πάρε μολύβι και χαρτί ,πάρε τσιγάρα και γράψε την απολογία σου.
Το΄γραψε με λεπτομέρειες, κρίθηκε αθώος και του προτάθηκε να γίνει αντάρτης. Δέχτηκε πρόθυμα.
Ο δεύτερος λεγόταν Σωτήρης Χάντες από το Πιτσά. Το ένα του χέρι δεν είχε αντίχειρα.
-Εσύ τι έκανες ρε κοψοχέρι;
-Εγώ είμαι βίος και πολιτεία. Ότι γράφει το χαρτί είναι αλήθεια. Είμαι κλέφτης και άδικος.
Ο τρίτος λεγόταν Στέφανος Σκαλτσούνης (πρώην χωροφύλακας). Κατηγορούνταν για ένοπλες ληστείες, ζωοκλοπές εκβιασμούς κ.α.
-Δεν έχω όπλο.

Σελ. 37
-Το χαρτί της οργάνωσης λέει ότι έχεις όπλο μάουζες και άρματα με φυσίγγια και τρομοκρατείς τους πολίτες.
-Με κατηγορούν άδικα. Το μάουζερ ήταν της Χωροφυλακής και το παρέδωσα. Με συκοφαντούν.
Δεν κρατήθηκα. Γδύσου! Του φωνάζω.
Δεν είχα ξανασηκώσει χέρι σε κρατούμενο ούτε πριν ούτε μετά. Αλλά τώρα ήμουν αποφασισμένος να πάρω το μάουζερ από τον κακοποιό. Του ρίχνω μια μ΄ ένα καλώδιο κι έβαλε τις φωνές. Του κατεβάζω δεύτερη στην πλάτη και φωνάζει:
-Σταμάτα, σταμάτα, το έχω πάνω από την πόρτα του σπιτιού μου στο Πάνω Πιτσά. Να το ζητήσετε από την πεθερά μου να σας το δώσει.
Ο «Αραπάκος» έτρεξε και σε τρεις ώρες το έφερε.
Οι δυο φακελώθηκαν και στάλθηκαν στο 6ο Σύνταγμα.

ΔΙΚΗ
Ο Διοικητής του τάγματος 1ου/6ου «Νικηταράς» (Χρήστος Μαρκόπουλος) όταν διατάχθηκε να πιάσει τις πόρτες για να εμποδίσει την άνοδο των γερμανών προς Ζαρούχλα –Φενεό, φαίνεται πως συναντήθηκε με τον «Ζήρια» (Γιάννη Πανουτσόπουλο από το Κούτσι-Καρφιώτισα), που ήταν κάτω από ειδικές συνθήκες (Ιούλης του 1943) αρχηγός του 6ου Αρχηγείου (δεν είχαν γίνει ακόμα Σύνταγμα) και καταδικάστηκε για προδοσία σε «θάνατο» με αναστολή τριών χρόνων που βρίσκονταν σ΄ αυτή την περιοχή για ν΄ ασχοληθεί στις επιμελητείες και αποφάσισαν να δράσουν για τη διάλυση του ΕΛΑΣ από μέσα.
Ο Ζήριας εξαφανίστηκε για αρκετό διάστημα και εμφανίστηκε ξανά το καλοκαίρι του ΄44, όταν επικεφαλής ταγματασφαλιτών και γερμανών έκαψε το χωριό Κούτσι.
Ο Νικηταράς διέταξε τις δυνάμεις στην πλαγιά προωθώντας τα τρία οπλοπολυβόλα και τους ακροβολιστές σε σωστές θέσεις. Το βαρύ πολυβόλο «Μπρέντα» με σκοπευτή τον «Καραφωτιά» (Γεωργακόπουλος Παναγιώτης από το Περιστέρι Αττικής) και γεμιστή το «Βλάχο» από τη Λαύκα της Στυμφαλίας και προμηθευτή το Γιάννη……από την Καντήλα Μαντινείας, σε

Σελ. 38
θέση που ελέγχεται από τη θέση του Νικηταρά, που ήταν πάνω και πίσω από το πολυβόλο, ενώ είχε δίπλα του τον οπλοβολιτή «Μαυρομιχάλη» (Μιχάλης Τεάζης από το Παναρίτι Κορινθίας). Ο Μαυρομιχάλης του ήταν πιστός, όπως κι ο Βλάχος και ο Γιάννης.
Στην «φράξια» του ο Νικηταράς υπολόγιζε και τον «Κεραυνό». Ο Κεραυνός (από το Μάτσανι) τα πήγαινε «χαρτί και καλαμάρι» στον «Σπάρτακο» (Νίκο Γεωργίου- καθηγητής από το Ζευγωλατιό Κορινθίας) που ήταν πολιτικός του τάγματος.
Το «σχέδιο» του Νικηταρά ήταν: όταν οι γερμανοί θα μπαίνανε στην ενέδρα και θ΄ άρχιζε η μάχη, ο Μαυρομιχάλης με το οπλοπολυβόλο θα χτύπαγε τον πολυβολητή Καραφωτιά και το πολυβόλο θα το έπαιρνε ο Βλάχος και μαζί με τον Μαυρομιχάλη, θα εξόντωναν όλους τους αντάρτες. Γ΄ αυτό ο Σπάρτακος στις 15 Δεκεμβρίου 1943 με σύμφωνη γνώμη της κομματικής ομάδας αποφασίζουν την απόσυρση του τμήματος και σύμφωνη γνώμη της κομματικής ομάδας αποφασίζουν την απόσυρση του τμήματος και σύμπτυξη στη Σελιάνα. Εκεί κρύφτηκε το βαρύ πολυβόλο και το μουλάρι «Έντα» που το μετέφερε. Έγιναν τρεις ομάδες και πήγαν σε διαφορετικά χωριά.
Στο Ξανθοχώρι πήγε η ομάδα του Νικηταρά-Σπάρτακου όπου και συνεχίστηκε η δράση των συνωμοτών.
«Σχέδιο Α» του Νικηταρά, ήταν: όταν οι γερμανοί θα μπαίνανε στην ενέδρα και θ΄ άρχιζε η μάχη , ο Μαυρομιχάλης με το οπλοπολυβόλο θα χτύπαγε τον πολυβολητή Καραφωτιά και το πολυβόλο θα το έπαιρνε ο Βλάχος και μαζί με τον Μαυρομιχάλη, θα εξόντωναν όλους τους αντάρτες. Γι΄ αυτό ο Σπάρτακος στις 15 Δεκεμβρίου 1943 με σύμφωνη γνώμη της κομματικής ομάδας αποφασίζουν την απόσυρση του τμήματος και σύμπτυξη στη Σελιάνα. Εκεί κρύφτηκε το βαρύ πολυβόλο και το μουλάρι «Έντα» που το μετέφερε. Έγιναν τρεις ομάδες και πήγαν σε διαφορετικά χωριά.
Στο Ξανθοχώρι πήγε η ομάδα του Νικηταρά-Σπάρτακου όπου και συνεχίστηκε η δράση των συνωμοτών.
«Σχέδιο Α» του Νικηταρά, ο νοσοκόμος που κουβαλούσε τον υγειονομικό σάκο, θα έριχνε δηλητήριο στο καζάνι με το συσσίτιο των ανταρτών. Ο νοσοκόμος ήταν πειθήνιο όργανο του Νικηταρά, ήταν από το Παναρίτι και ονομάζονταν Πανουριάς. Ο κεραυνός έφερε το μαντάτο στον Σπάρτακο που παρόλο που βάδιζε με το «Σταυρό στο χέρι». Έπαιρνε οργανωτικά μέτρα. Εντολή στον «Ντάρα» (Στεφόπουλο Παναγιώτη από το Βασιλικό Κορινθίας), που ήταν μάγειρας «να μην πλησιάσει κανένας στο καζάνι». Αφού αντιμετωπίστηκε αποτελεσματικά το «σχέδιο Α», επεξεργάστηκε το «σχέδιο Β» ο Νικηταράς.
Οι αντάρτες κοιμόντουσαν στο σχολείο τα βράδια. Σ΄ ένα καθορισμένο βράδυ, ο Βλάχος θα έστηνε το βαρύ πολυβόλο απέναντι από την πόρτα του σχολείου και όταν ο Μαυρομιχάλης θα πέταγε μέσα στο σχολείο δυο χειροβομβίδες «Milss» , ο Βλάχος θ΄ αποτελείωνε όποιον δεν είχε εξοντωθεί και θα προσπαθούσε να φύγει.
Ο Κεραυνός το έφερε το μαντάτο πάλι.
Άμεση κινητοποίηση της κομματικής ομάδας και όλων των ανταρτών με συνεχής περιπολίες και διπλοσκοπιές.
Τελικά αποφασίστηκε να συγκεντρωθεί όλο το τάγμα και να γίνει δίκη των δραστών. Συγκεντρωθήκαμε στην Κάτω Συνοικία Τρικάλων και συγκροτήθηκε ανταρτοδικείο. Στην πραγματικότητα «κωμωδία». Πρόεδρος ο Νκηταράς, μέλος ο Τζαβέλας. Αυτοί οι δυο έπρεπε να είναι κατηγορούμενοι. Τρίτο μέλος

Σελ. 39
του δικαστηρίου ο Κώστας Κίτσος (δάσκαλος από το Μαζέϊκα) και λαϊκός επίτροπος , ο «Νέλσον» (Πέτρος Μωραϊτης από την Ν. Κίο). Το κατηγορητήριο γνωστό και αναγνώστηκε με όλες τις λεπτομέρειες.
Ένας νεαρός δέχτηκε να υπερασπιστεί τους κατηγορούμενους (ίσως ήταν φοιτητής της Νομικής). Ο Νέλσον ζήτησε την εσχάτη των ποινών για προδοσία κατά του απελευθερωτικού αγώνα του ελληνικού λαού και συνομοσία κατά της ζωής των συναγωνιστών τους.
Η υπεράσπιση στάθηκε σε δύο σημεία:
Πρώτον: ότι οι κατηγορούμενοι εκτελούσαν εντολές, που δε χρειάστηκε να τις εκτελέσουν και που είναι ελαφρυντικό υπέρ των κατηγορουμένων Πανουριά και Μαυρομιχάλη.
Δεύτερον: είχαν παρασυρθεί, επηρεαζόμενοι από τα γαλόνια των προϊσταμένων τους και είχαν γίνει άβουλα όντα-πράγμα ανεπίτρεπτο για λαϊκούς στρατιώτες.
Αν είχα το δικαίωμα θα ασκούσα έφεση υπέρ των κατηγορουμένων και θα ζητούσα την προσαγωγή, να δικαστούν οι ηθικοί αυτουργοί, που αποφάσιζαν κι έδιναν τις εντολές.
Οι κατηγορούμενοι παραδέχτηκαν τις κατηγορίες με τη δικαιολογία ότι θεωρούσαν διαταγές τα σχέδια Νικηταρά.
Το δικαστήριο επέβαλε την ποινή του θανάτου με τριετή αναστολή.
Ο λαός που είχε συγκεντρωθεί φώναζε:
Στο σκαμνί οι γαλονάδες.

ΠΩΣ ΕΓΙΝΑ ΟΜΑΔΑΡΧΗΣ
Ήταν Γενάρης του 1944. Βρισκόμαστε στο χωριό Μάρκασι (Μάνα). Είχαν έρθει και τμήματα του 11ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ και έγινε ανασυγκρότηση των δύο Συνταγμάτων 6ου και 11ου .
Τα ονομαζόμενα τάγματα, ονομαστήκανε λόχοι και τα δύο Συντάγματα συγκρότησαν τους 1ο και 2ο λόχο και 5ο και 6ο λόχο και μαγιά δυο λόχων πολυβόλων.
Στον πρώτο λόχο στρατιωτικός τοποθετήθηκε ο Μιλτιάδης Στεργιόπουλος μόνιμος λοχαγός του ελληνικού στρατού. Ο Μιλτιάδης Στεργιόπουλος ήταν το

Σελ. 40
1943 στο Φαρμακά (βουνό) με πολλούς αξιωματικούς και αποτελούσαν το αντάρτικο ΕΒΑΜ (Ελληνικό Βασιλικό Απελευθερωτικό Μέτωπο). Μετά τη διαλυσή του, τέλη Αυγούστου του 1943, έφεραν μερικούς αξιωματικούς σαν αιχμάλωτους στην Γκούρα.
Εκεί γνώρισα τους αξιωματικούς που τους πήγαινα συνοδεία για νερό και «προς νερού τους». Ήταν ο Βαζαίος Μανόλης, Μιλτιάδης και Ντίνος Στεργιόπουλος, Σταύρος και Ντίνος Ηλιόπουλος, Γ. Μαυραγάνης, Ν. Τζαβέλας, Κ. Μαυρίδης κ.ά.
Στην ανασυγκρότηση που έγινε στο Μάρκασι, είδε τις ομάδες συντεταγμένες με τη νέα σύνθεση τους. Πέρασε μπροστά από όλους ο λοχαγός, διοικητής του λόχου και εκεί μ΄ αιφνιδίασε: πάρε μολύβι και χαρτί και γράψε τα ονόματα της ομάδος σου.
Ίσως να μην γνώριζε κανέναν άλλον πιο παλιό αντάρτη από εμένα που τον πήγαινα συνοδεία πριν 6-7 μήνες.
Έτσι κατοχυρώθηκα σαν ομαδάρχης.
Κι όταν μετά από ένα μήνα έφυγε ο Μιλτιάδης από διοικητής του 1ου λόχου και ήρθε ο «Φώντας» (Γεώργιος Ασούρας από το Παρόρι της Αρκαδίας) παρέμεινα σαν ομαδάρχης. Κι όταν γύρισα από τον ουλαμό λοχιών πάλι ο Φώντας με τοποθέτησε ομαδάρχη της 5ης ομάδας.

ΤΟ ΣΤΑΓΕΡ ΤΟΥ ΜΙΛΤΙΑΔΗ
Ήταν Φλεβάρης του ΄44. Βρισκόμαστε στα Τρίκαλα Κορινθίας. Για την καλύτερη ασφάλεια μας (σαν ένοπλος λόχος) αποφασίστηκε να σαμποταριστεί ο αυτοκινητόδρομος Ξυλοκάστρου- Τρικάλων για να μην ανεβαίνουν οχήματα. Τον είχαμε ξανασαμποτάρει στις 2-1-44 με φουρνέλα, αλλά τον επισκεύασαν οι γερμανοί.
Τώρα το σαμποτάζ προγραμματίστηκε από τους ειδικούς να γίνει με τσαπιά. Χρειάζονταν πολλά χέρια και εργαλεία.
Με φώναξε ο διοικητής του λόχου Μιλτιάδης Στεργιώπουλος (μόνιμος λοχαγός) και μου ανέθεσε αποστολή μια και ήμουν ντόπιος.
-Θα πας στα χωριά Ρέθι, Δεντρό, Ζούγρα, Φικουλάζου και θα ειδοποιήσεις τους υπεύθυνους να ετοιμάσουν συνεργεία με τσεκούρια, κασμάδες, αξίνες,

Σελ. 41
λοστάρια, φτυάρια και μια ώρα μετά τη δύση του ηλίου θα βρίσκονται στην θέση Κορδέλα. Εκεί θα έρθει και ο λόχος. Να πάρε το δικό μου όπλο.
Ήταν ένα αυτόματο όπλο «Στάγερ».
Πράγματι έτσι έγινε, αφού είχε νυχτώσει καλά βρέθηκαν τα συνεργεία στην καθορισμένη τοποθεσία. Ο λοχαγός έστειλε μια διμοιρία στη θέση «γριάς το πήδημα» να ελέγχει την κίνηση, στον μουλαρόδρομο. Άλλη μια διμοιρία την έστειλε στο φυλάκιο πάνω από τα Χραρτσιάνικα κι έστηλε ενέδρα στον αυτοκινητόδρομο.
Οι πολίτες ανέλαβαν το έργο και τις κορδέλες του δρόμου τις έκαναν καταρράχτες.
Εγώ όταν πήγαινα σύνδεσμος ή κάποια αποστολή (ήμουν γερός στα πόδια), έριχνα και κανένα σμπάρο σε κάποια ερημιά. Σκότωνα και κανένα πουλάκι.
Αυτή τη μέρα αφού είχα ειδοποιήσει τα χωριά Ρέθι, Δεντρό, Ζούγρα, το απογευματάκι βρισκόμουν κοντά στο Φικουλάζου. Σε μια ρεματιά πετάχτηκε ένας κότσυφας μπροστά μου και πήγε και κάθισε καμιά εικοσαριά μέτρα πιο πέρα μέσα στο δρομάκι. Κατεβάζω το Στάγιες, οπλίζω και τραβάω την σκανδάλη. Τσακ, έπεσε το έμβολο χωρίς έκρηξη. Ξαναοπλίζω, τραβάω, τα ίδια, τσακ. Τραβάω για Τρίτη φορά, πάλι τσακ.
-Τώρα μάλιστα , είπα. Αν με πάρουν χαμπάρι τίποτα κακοί χωριάτες θα με κάνουν ψειρόσκονη. Αλλά δε βαριέσαι; «το άδειο όπλο φοβίζει δύο».
Την άλλη μέρα το πρωί-πρωί, ο Μιλτιάδης βγήκε στην άκρη του χωριού και άρχισε να τσακμακίζει. Τράβηξε 5-6- φορές κι έπιασε μόνο μια σφαίρα.
-Καλά που το δοκίμασες Λάμπρο, θα με έπιαναν οι γερμανοί και θα μου το έβαζαν……

«ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΠΑΙΖΕΙ»
Ήταν Φλεβάρης του ’44. Ο 1ος  λόχος βρίσκονταν στην κάτω συνοικία των Τρικάλων Κορινθίας. Η ομάδα μου είναι φυλάκιο στο κάτω μέρος του χωριού στο αχούρι του Κουίνη.
Έξω έχει χιόνι. Εμείς έχουμε ανάψει φωτιά στη μέση του αχουριού και καθόμαστε γύρο-γύρο από την φωτιά-εκτός από τον σκοπό που βρίσκεται στην πόρτα, πότε έξω και πότε μέσα.

Σελ. 42
Την άλλη μέρα έκανα εγώ την αρχή για παιχνίδι έβγαλα το βλήμα από ένα φυσίγγι ιταλικό, έβγαλα και το μισό μπαρούτι που ήταν σαν κοφτό μακαρονάκι και σκόπευα ένα σπουργίτη που περπατούσε πάνω στο χιόνι, λίγο πιο πέρα από την πόρτα. (Έβγαλα το βλήμα και το μισό μπαρούτι να μην ακουστεί σαν πυροβολισμός και αιφνιδιαστεί ο λόχος). Το σπουργιτάκι τραυματίστηκε από τα κομματάκια μπαρούτι που εκτοξεύτηκαν και το πιάσαμε ζωντανό.
Το βράδυ όμως άρχισε ένα επικίνδυνο παιχνίδι μ΄ ένα πιστόλι που είχε μόνο μια σφαίρα κι αυτή χιλιοχτυπημένη.
Ο «Κεραυνός» και ο Κώστας Κώνστας του Σαράντου *(*Η οργάνωση της Κορίνθου είχε δραστηριοποιηθεί αυτή την περίοδο . Κατόρθωσε να πείσει τους ρώσους αιχμαλώτους που είχαν οπλίσει οι γερμανοί να ανέβουν στο βουνό. Δύο ελληνορώσοι χρησιμοποιήθηκαν ως διερμηνείς και ανέβηκαν στο βουνό. Ο Παύλος που ήταν σαράντα χρονών και ο νεολαίος Χαράλαμπος Καζαντζής. Στο πρώτο λόχο του 6ου Συντάγματος ήρθαν 52 ρώσοι, αποτέλεσαν στην αρχή ξεχωριστή διμοιρία, αλλά μετά την μάχη της Ντούσιας που τα έκαναν λίγο μπάχαλα τους διαμοίρασαν, 3-4 σε κάθε ομάδα. Επίσης η οργάνωση Κορίνθου για προφυλάξει τα μέλη της  που είχαν εκτεθεί και του αναζητούσαν οι κατοχικές αρχές τους έστειλε στο αντάρτικο. Από την ομάδα μου πέρασαν, έστω και για μια εβδομάδα οι εξής: Κώνστας και Απολλώνιος παιδιά σιδηροδρομικών, ο Βασίλης Στολάκης, Μωϊσής Καραγεωργίου, Παύλος Βελής, Μιχάλης Δάφνης, Ανδρέας Σαρμακόπουλος, Πατσιαλιάς Τάσος, Θανάσης Γκίλας, Διαμαντίδης Σταύρος.)    από την Κόρινθο έπαιρναν το πιστόλι μια ο ένας και μια ο άλλος λέγοντας:
-Άνοιξε το στόμα σου ρε!
-Εμείς τα μασάμε αυτά ρε! Απαντούσε ο άλλος.
Άνοιγε το στόμα έβαζε την κάνη του πιστολιού ανάμεσα στα δόντια και τραβούσε την σκανδάλη. Κλακ! Έπεφτε ο επικρουστήρας.
-Και τώρα η σειρά σου! Έλεγε.
Έπερνε ο άλλος το πιστόλι και γίνονταν το ίδιο. Μόλις τους πήρα χαμπάρι, γιατί ήμουν πιο πέρα και άκουγα τα χαχαχα, έβαλα τις φωνές. Τους κατσάδιασα και τους δύο και απαίτησα πότε να μην γυρίζουν όπλα, οποιοδήποτε όπλο, προς την κατεύθυνση ανθρώπου, ας είναι δέκα φορές ελεγμένο ότι είναι άδειο.
Και ενώ τους εξηγούσα το γιατί, ο Κώνστας έπαιζε με το πιστόλι κι η κάνη του ήταν γυρισμένη προς τα κάτω. Μπάμ! Ξαφνικά ακούστηκε κι η μισή φωτιά τινάχτηκε ολόγυρα. Ήταν η χιλιοχτυπημένη σφαίρα. Τώρα άρχισαν να μιλάνε πόσο δίκιο είχα που τους κατσάδιασα.
Η ομάδα μου ήταν όλοι νεολαίοι. Επονίτες 18-20 χρονών. Φυσικό ήταν να θέλουν και παιχνίδια και κασκαρίκες και κάνα σόκιν. Αλλά κάποτε ξεπερνούμε τα όρια.
Είμαστε στο χωριό Ταρσός της Κορινθίας. Στην ομάδα μου ήταν καπετάνιος ο Κώνστας πριν γίνει διμοιρίτης και αργότερα καπετάνιος λόχου. Ήταν και ο «Κύρωφ» (Γιώργος Γιοσμάς από την Μυτιλήνη, που είχε έρθει από την οργάνωση Πιτσά Κορινθίας).

Σελ. 43
Ο Γιοσμάς πέρασε στρατοδικείο για την αυτοάμυνα Αθήνας κι εκτελέστηκε το ΄48. Και ο Κώνστας και ο Κύρωφ είχαν τραυματιστεί στη μάχη του Αχλαδόκαμπου. Ήσαν εξαιρετικά παιδιά, με γνώσεις και προσόντα , μαχητικοί και αποφασιστικοί.
Μας φέρανε στο λόχο κάποιον που βρέθηκε χωρίς άδεια, στα γύρω χωριά. Πρέπει να ήταν από τη Σύρο και να λέγονταν Δημήτρης Λογοθέτης. Τον βγάλαμε «λογογράφο» αργότερα γιατί βοήθησε πολύ στην σύνταξη και γραφή μιάς εφημεριδούλας του λόχου «Σπίθα». Γι΄ αυτό το λόγο δεν θυμάμαι το ονομά του, επειδή τον λέγαμε: ο Μήτσος ο λογογράφος. Ο Μήτσος ο λογογράφος τελικά σκοτώθηκε στη μάχη της Μπαλκουβίνας στη Ανατολική Αιγιαλεία.
Τώρα που τον φέρανε κρατούμενο άρχισαν οι ανακρίσεις. Ποιος σ΄ έστειλε; Γιατί σ΄ έστειλε; Και κάτι τέτοια. Ο άνθρωπος είχε πέσει από τα σύννεφα. Ήταν 38-40 χρονών και φαινόταν σοβαρός. Ορκιζόταν και παρακαλούσε να τον πιστέψουμε πως ποτέ δεν σκέφτηκε να κάνει κακό σε κανέναν.
Τότε ο Κώνστας και ο Κύρωφ τον πήραν και τον πήγαν δίπλα σ΄ ένα ρέμα και του είπαν ετοιμάσου να πεθάνεις, αφού δεν μαρτυράς.
Τον έστησαν στα 5 μέτρα και έκαναν πως οπλίζουν τα όπλα τους. Κάποιος με ειδοποίησε και βγήκα στο παράθυρο του σπιτιού που μέναμε. Είδα τα συντελούμενα και μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι, γιατί για λίγο που είχα μιλήσει μαζί του, τον χαρακτήρισα «αγαθιάρη» και όχι κακό. Βλέπω τον κρατούμενο να κάνει το σταυρό του, να γονατίζει και να παρακαλάει: μην μου κάνετε κακό, δεν είμαι προδότης.
Βγάζω μια φωνή: Ε! Κύρωφ, τι κάνετε εκεί;
-Θα τον εκτελέσουμε, μου λέει!
-Φέρτε τον πίσω!
-Γιατί πήρε αναστολή;
-Ναι, πήρε αναστολή επ΄ αόριστο.
Κι έτσι επέστρεψε στο κρατητήριο.
Σε λίγες μέρες ήταν μέλος του λόχου και έπιασε δουλειά στη διαχείριση του λόχου με τον Σπύρο Τσιγκρή.

Σελ. 44
ΛΟΥΚΟΥΜΑΔΕΣ
Ήταν μετά την ανασυγκρότηση στο Μάρκασι, το Γενάρη του 1944. Βρισκόμαστε στα Τρίκαλα Κορινθίας κι οι πληροφορίες λένε ότι ένας λόχος γερμανοί εθεάθησαν στη Ρίζα με κατεύθυνση προς Τρίκαλα. Ήταν αργά το βράδυ. Πήχτρα το σκοτάδι και χιόνιζε. «Αναλάβατε» και πορεία με κατεύθυνση την Καρυά. Όσο ανηφορίζαμε τόσο το χιόνι ήταν περισσότερο και η πορεία βασανιστική. Το σκοτάδι το΄ κοβες με το μαχαίρι.
Όταν φτάσαμε, τα μεσάνυχτα, στο ψηλό λιθάρι το χιόνι ήταν περίπου 40 πόντους. Κατηφορίσαμε και στη μία η ώρα φτάσαμε στην Καρυά. Γάβγισαν κάτι σκυλιά και να ο Αγροφύλακας Βαγγέλης Παπαναστασίου μ΄ ένα  δίκαννο. Έγινε αναγνώριση.
Ο Αγροφύλακας είχε τα κλειδιά όλων των σπιτιών του χωριού. Μπήκε μπροστά. Άνοιγε τα σπίτια και καταυλιζόταν και μια ομάδα.
Η δική μου ομάδα άραξε στο σπίτι του γιατρού Τρίμη, που ήταν και Αστίατρος στο Ξυλόκαστρο. Ήταν σπίτι σωστό. Νοικοκύρης ο γιατρός. Είχε απ΄ όλα.
Ανάψαμε φωτιά στο τζάκι. Ζεσταθήκαμε. Βγάλαμε σκοπιές και το ρίξαμε στον ύπνο για να ξεκουραστούμε . Εγώ σαν ομαδάρχης, είχα την ευθύνη για την ομάδα. Έκανα και έφοδο. Ήμουν γενικά ανήσυχος. «Έκανα αναγνώριση περιβάλλοντος». Μαζί μας ήταν ο διμοιρίτης μας. Ο Τάκης Καραλής ανθυπολοχαγός, είχε έρθει στο 6ο Σύνταγμα με την ανασυγκρότηση του 11ου  Συντάγματος. Δίπλα στο τζάκι- στο παραγώνι- υπήρχε ένα κρεβάτι και ξάπλωσε ο Καραλής. Εγώ άνοιξα το διπλανό δωμάτιο και το έψαξα. Βρήκα ένα ζευγάρι ιταλικά στρατιωτικά άρβυλα. Τα πήρα και τα έδωσα στον «Λάδωνα» που του είχαν φύγει από τα πόδια του, τα δικά του παπούτσια και ακολουθούσε ξυπόλητος. Λέγονταν Διονύσης Φουρνογεράκης κι ήταν από την Ολυμπία.
Στο χωλάκι είδα μια κοψιά στα σανίδια του πατώματος. Τράβηξα κι έβγαλα την τάπα που κάλυπτε μια καταπακτή. Είχα καλό φακό. Κατέβηκα τη σκάλα και βρέθηκα στα «πλούσια ελέη».
Πήρα μια τέντζερη χαλκωματένια, έβαλα μέσα 4-5 οκάδες αλεύρι. Πήρα μια σκάφη. Ήταν ένα ξύλινο καφάσι με άχυρα. Το έψαξα. Είχε μέσα λεμόνια. Πήρα κι  απ΄ αυτά. Έβαλα νερό κι έκανα το αλεύρι κουρκούτι. Έστυψα μέσα κάνα δύο λεμόνια, το ανακάτωσα καλά και το έβαλα δίπλα από τη φωτιά. Ξανακατέβηκα στο υπόγειο. Σ΄ άλλη χαλκωματένια τέντζερη έβαλα πηχτό- παγωμένο λάδι και το πήγα στη φωτιά να λιώσει.
Ο Λάδωνας δεν κοιμότανε. Φόραγε τα καινούργια του άρβυλα και παρακολουθούσε τι έκανα. Όταν έκαψε το λάδι κι άρχισα να ρίχνω κουταλιές το προζύμι μέσα στο λάδι, ήρθε:
-Ρε σύ Λάμπρο τι κάνεις εκεί;

Σελ. 45
-Άκου Νιόνιο: βρήκαμε φαϊ και θα φάμε. Δεν θα ψοφήσουμε της πείνας.
Με βοήθησε.
Όταν άρχισαν να πέφτουν οι Λουκουμάδες με την κεψέ (τρυπητή κουτάλα) στην σκάφη ξύπνησε ο Καραλής.
-Τι κάνετε εκεί ρε μάγκες;
-Λουκουματζίδικο αρχηγέ, του λέω.
-Μα είναι σωστό;
Φάε και σιώπα. Στο χωριό μου λένε: βρήκες φαϊ, κάτσε και φάε. Είδες ξύλο φύγε.
-Ωραίοι είναι!
-Πρόσεχε Νιόνο, εγώ πάω για την συνέχεια.
Κατέβηκα στο υπόγειο. Βρήκα μέλι. Βρήκα καρύδια. Τα νοικοκυρέψαμε κι ήταν «να γλείφεις και τα δάκτυλα σου».
Ξύπνησαν όλοι πριν φωτίσει και πέσαμε με τα μούτρα στο απρόσμενο κουρτουλούζ.
Βγήκαν και παραέξω. Ο Καραλής έφερε τον Φώντα. Ήταν λοχαγός διοικητής του λόχου μας. Λέγονταν Γεώργιος Ασούρας κι ήταν από το Παρόρι της Τριπολιτσάς.
Αφού έφαγε ένα πιάτο είπε: Ζημιές να μην κάνουμε. Για να ζήσουμε θα φάμε. Δεν είναι αμαρτία. Ο έχων δίνει.

ΑΠΟΣΤΟΛΕΣ
Πρέπει να ήταν τέλη του Φλεβάρη του 1944.
Ο 1ος λόχος, 6ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ βρίσκονταν στο Μαρκάσι. Με φώναξε ο λοχαγός μας, ο «Φώντας» και μου ανέθεσε αποστολή: εσύ είσαι ντόπιος και γνωρίζεις πρόσωπα και πράγματα.
-Σήμερα με το χιόνι έκαναν έφοδο οι γερμανοί στο Ρέθι. Ζήτησαν τους υπευθύνους των οργανώσεων και μερικοί παρουσιάστηκαν. Τους άφησαν ελεύθερους με την υπόσχεση να κατέβουν αύριο στο Ξυλόκαστρο.
Πρέπει να σπάσουμε αυτό το ραντεβού. Πάρε τρεις άνδρες και να πας να τους φέρεις εδώ όλους τους υπεύθυνους του Ρεθιού. Τα ονόματά τους είναι….

Σελ. 46
Πράγματι πήρα τρεις αντάρτες, μου έδωσαν και τον Κυριάκο τον επιλοχία (από το Κρανίδι) για αρχηγό και φύγαμε με το νύχτωμα.
Πήγαμε στο σπίτι του πρώτου. Μας καλοδέχτηκε . Δεν έφερε καμιά αντίρρηση Ο Χαράλαμπος. Πήγαμε στον δεύτερο τον Λούμπα. Ήταν υπεύθυνος της επιμελητείας. Καμιά αντίρρηση. Μάλιστα ειδοποίησε και τον μπάρμπα- Κώστα τον Τρικούπη και φόρτωσε το λάδι της Ε.Τ.Α (160 οκάδες). Πήγαμε στον τρίτο και τον βρήκαμε κρεβατωμένο με 39 πυρετό. Παραπλεύρως ήταν ο γιατρός Δημητρέλος. Τον φωνάξαμε και τον εξέτασε. Μας δήλωσε ότι κατά την γνώμη του δεν πρέπει να ταξιδέψει νυχτιάτικα με πυρετό. Μιλήσαμε με τον Κυριάκο και φωνάξαμε και τους άλλους ενδιαφερόμενους. Δεχτήκαμε την πρόταση του Όλυμπου (υπεύθυνο του ΕΛΑΣ) να μην πάρουμε κανέναν για να έρθουν μόνοι τους το πρωί στο Μαρκάσι, που ήταν ο λόχος.
Ο μπάρμπα-Κώστας που είχε φορτώσει το λάδι στα δυο μουλάρια του είπε εγώ δεν ξεφορτώνω τα γκιούμια και να ξαναφορτώσω το πρωί. Θα έρθω μαζί σας. Έτσι κι έγινε.
Την άλλη μέρα το πρωί, μόλις είχε βγεί ο ήλιος ακούστηκαν οι πατημασιές των αλόγων στα καλτερίμια. Είχαν φτάσει οι τέσσερις υπεύθυνοι.
Δεν είχαν συγκροτηθεί ακόμα οι ομάδες περιφρούρησης Λαϊκού Αγώνος (ΟΠΛΑ) και οι αποστολές ΕΛΑΣΙΤΩΝ ήταν συχνές.
Με φώναξε πάλι ο λοχαγός (Φώντας): ξέρεις το χωριό Καμάρι;
-Ναι το ξέρω.
-Πάρε όσους άνδρες θέλεις από την ομάδα σου και να πας να συλλάβεις την Π.Τ. Είναι επικίνδυνη η αποστολή σας γιατί υπάρχουν γερμανοί στην περιοχή. Εσείς να τους αποφύγετε. Αν όμως βρεθείτε σε δύσκολη θέση, πρώτα θα χτυπήσετε την προδότρια και μετά τους γερμανούς.
Πήρα δύο αντάρτες από την ομάδα μου και ξαναπέρασα από το γραφείο του λόχου. Είχε αρχίσει να νυχτώνει. Ρωτήσαμε κάτι λεπτομέρειες το λοχαγό κι ετοιμαστήκαμε να φύγουμε. Τότε ο καπετάνιος του λόχου πήρε το λόγο:
-Όλα τα ρώτησες Λάμπρο. Ξέχασες όμως να ρωτήσεις αν δεν την βρείτε στο σπίτι της, τι θα κάνατε;
-Θα΄ ρθουμε στο λόχο άπραχτοι.
-Όχι. Θα της κάψετε το σπίτι!

Σελ. 47
-Εγώ ιταλός δεν γίνομαι. Να πας εσύ. Εγώ δεν καίω σπίτια. Γνώρισα την πίκρα των δικών μου. Δέκα νοματαίοι είναι άστεγοι τώρα έξι μήνες. Τουρτούρισαν μες το καταχείμωνο κι αρρώστησαν. Δεν πάω.
Άφησα το όπλο στην γωνία, κάθισα σ΄ ένα σκαμνί κι έπιασα το κεφάλι μου.
-Θα πας και δεν θα κάψεις σπίτια Λάμπρο! Είπε ο λοχαγός. Άντε οι άντρες σου περιμένουν.
Σηκώθηκα πήρα το όπλο μου και φύγαμε.
Περάσαμε από το Κούτσι και πήραμε έναν σύνδεσμο. Φτάσαμε στις μία η ώρα. Έβαλα έναν αντάρτη στο παράθυρο, έναν στην πόρτα κι εγώ με τον σύνδεσμο μπήκα στο σπίτι. Υπήρχε ακαταστασία. Είδα έναν γέρο με γένια, που κοιμόταν σ΄ ένα ξυλοκρέβατο. Του έριξα το φακό στα μάτια.
-Ε! Ποιοί είστε εσείς;
-Εμείς είμαστε αντάρτες και ζητάμε την Παναγούλα. Τι σου είναι;
-Κόρη μου, που να μην την είχα. Δεν είναι εδώ. Έφυγε το απόγευμα με κάτι γερμανούς. Τώρα πρέπει να είναι στα Καριώτικα στο σπίτι του Σ….. Να την πιάσετε και να μου την φέρετε εδώ, να την σφάξω με τα ίδια μου τα χέρια.
Τώρα ήρθε στο μυαλό μου η πρόταση του καπετάνιου. Πώς να κάψεις το σπίτι ενός ταλαίπωρου; Αυτός είναι πατριώτης και το μαρτύριο του είναι καθημερινό.
Πήγαμε σε διπλανό σπίτι που είχαν βάπτιση και το γλεντούσαν. Ήταν το σπίτι ενός ξαδέρφου μου. Δυστυχώς ο κουμπάρος ήταν αξιωματικός των ταγμάτων Ασφαλείας και στη θέα μας σοκαρίστηκε. Κάναμε λίγη πολιτική ότι η πατρίδα μας τους σπούδασε και σήμερα τους έχει ανάγκη να πολεμήσουν τους κατακτητές. Ήπιαμε το κρασάκι μας. Ευχηθήκαμε και φύγαμε.
Είπαμε ιδιαιτέρως στην ξαδέρφη της και στον ξάδερφο μου να έρθει επάνω η Π. Την θέλουμε για συνεργασία. Πράγματι μετά από ένα μήνα ανέβηκε στα Τρίκαλα και δέχτηκε συνεργασία.

ΣΤΗΝ ΝΤΟΥΣΙΑ
Στις 6 του Μάρτη του 1944  έγινε η μάχη της Ντούσιας. Όπως γράφω σε αφήγησή μου, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό μας «Εθνική Αντίσταση» τεύχος 24. Έλαβαν μέρος, ο 1ος λόχος κύρια δύναμη με διοικητή τον Φώντα

Σελ. 48
(Γιώργο Ασιούρα) και ο λόχος πολυβόλων του 2ου τάγματος 6ου Συντάγματος με επικεφαλή τον Λοχαγό- Ταγματάρχη Βάσο Τσεκούρα (διοικητή του 2ου Τάγματος).
Δεν θα κάνω περιγραφή της μάχης. Θ΄ αναφερθώ στο περιστατικό της απαγκίστρωσης.
Μετά το αρχικό χτύπημα, από τη διμοιρία των ρώσων, της εμπροσθοφυλακής και τον αφανισμό τους σ΄ ένα λεπτό, έγινε αναδιάταξη των δυνάμεων που ήσαν στη Χούνη για να λάβουν θέση έναντι της φάλαγγας των 400 γερμανών που βάδιζαν προς την κατεύθυνση μας απέχοντας 500 μέτρα. Έρχονταν από Καλλιάνι προς Καίσαρι.
Οι ρώσοι νόμισαν πως αποσυρόμαστε κι έφευγαν πίσω από το λόφο, στο απυρόβλητο.
Ο Φώντας μου φωνάζει «Λάμπρο τρέξε και φέρε τους ρώσους εδώ».
Τρέχω, τους προλαβαίνω πριν βγούν στην κορυφή. Ο Σαούλ, ρωσοεβραίος που ήξερε και τα ελληνικά κι έκανε το διερμηνέα, δυστροπεί. Σχεδόν αρνείται να υπακούσει (δεν του γέμιζε το μάτι, βλέπεις-ένας δεκαοχτάχρονος να κάνει το λοχία στους γερομπαμπαλήδες).
Δεν έχασα καιρό, του αρπάζω το οπλοπολυβόλο Breda, παίρνω κι ένα σακίδιο φυσίγγια και φωνάζω: παγκιόμ βαϊνά.
Έδωσα το όπλο μου στο Σαούλ και τρέχω φωνάζοντας: οι ρώσοι με ακολουθούν τρέχοντας.
Άρχισαν να πιάνουν θέσεις στην παρυφή του λόφου που είχε θέα προς τη φάλαγγα των γερμανών. Τα πολυβόλα είχαν αρχίσει να βάλουν. Δυο πολυβόλα Breda κι ένα Fiat. Έβαλαν 15 οπλοπολυβόλα, μυδράλια και περίπου 150 όπλα.
Εγώ έτρεξα στο άκρο δεξιό κέρας του μετώπου, εκεί που είχα αφήσει την ομάδα μου.
Σε λίγο τραυματίζεται ο γεμιστής του οπλοπολυβόλου της ομάδας μου, ο Παύλος Βελής από την Κόρινθο. Μετά από λίγο τραυματίζεται ο προμηθευτής του οπλοπολυβόλου Γεώργιος Γεωργίου από τη Στιμάγκα.
Κατάλαβα ότι μας χτυπούν από δεξιά μας. Είχαν παρεισφρήσει γερμανοί και είχαν πλησιάσει στα 70 μέτρα. Γύρισα το δικό μου οπλοπολυβόλο προς τη μεριά τους και βάζω κάθε τόσο, εκεί που βλέπω να δονείται ο αέρας από το κροτάλισμα του Marsip.
Κι ενώ εγώ είμαι απασχολημένος με το δεξιά μου μέτωπο, δόθηκε το σύνθημα της αποχώρησης χωρίς να το αντιληφθώ. Δεν άκουγα όμως πυροβολισμούς. Κοιτάζω πίσω μου και βλέπω στη στροφή για το απυρόβλητο, τους τελευταίους που έφευγαν. Δεν τα΄ χασα. Ρίχνω μιά ριπή και μου απαντάνε αμέσως. Βάζω άλλη ταινία. Ρίχνω δύο-τρεις σφαίρες και σιωπώ.
Οι γερμανοί ρίχνουν και ξαναρίχνουν. Εγώ τον κοριό.

Σελ. 49
Προβάλλει ένα κεφάλι πάνω σ΄ ένα ριζιμιό λιθάρι. Δεν τον ενοχλώ. Ανεβαίνει πάνω στην πέτρα. Δεν τον ενοχλώ. Προβάλλει δεύτερο κεφάλι. Εγώ τίποτα. Σηκώνεται όρθιος ο πρώτος. Ανεβαίνει γονατιστός στην πέτρα και ο δεύτερος.
Μπρρρ…….. Το οπλοπολυβόλο μου κελάηδησε και οι δύο γερμανοί έγιναν μακαρίτες. Βάζω το οπλοπολυβόλο στην πλάτη και τα πόδια μου χτυπούν στο σβέρκο. Μόλις έπιασα το απυρόβλητο, ηρέμησα και πηγαίνω βαδίζοντας.
Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει.
-Συναγωνιστή βοήθεια, μου φωνάζει ένας αντάρτης φορτωμένος.
-Τι είναι ρε;
-Δεν μπορώ άλλο κλάταρα.
Είχε φορτωθεί το πολυβόλο που ζυγίζει πάνω από 20 κιλά. Ήταν ανηφόρα . Είχαμε πέσει σ΄ ένα χωράφι βαλτώδες. Βούλιαζε το πόδι μας 25-30 πόντους μέσα στη λάσπη.
Πήρα το πολυβόλο του έδωσα το οπλοπολυβόλο που ζυγίζει εννέα κιλά. Τραβήξαμε στην άκρη του χωραφιού και βαδίσαμε για την κορυφή, να ξεγναντήσουμε τον Ασπρόκαμπο, αλλά μας πήρε το σούρουπο. Εκεί μας περίμεναν. Σμίξαμε όλοι και τραβήξαμε (1ος λόχος) για Σκοτεινή.
Είχαμε στείλει και μια ομάδα από 17 άντρες στην απέναντι πλευρά του δρόμου που είχαν στήσει ενέδρα. Πάνω στο βράχο από την πλευρά της Ντούσιας, είχαν δυο οπλοπολυβόλα. Όταν εμείς φύγαμε αυτοί δεν υποχώρησαν.
Την νύχτα που δεν ακούγονταν ούτε κιχ, ο Κοζάκος (Γεώργιος Γεωργιέλος από το Μπετένι της Τρίπολης) πήρε μαζί του τον Ξυράφη Ζήση και κατέβηκαν στο πεδίο μάχης. Δεν γνώριζαν ότι είχε απαγκιστρωθεί, γιατί δεν είχαν οπτική επαφή με την μαχόμενη δύναμη. Προχωρώντας βρήκαν στοιβαγμένους νεκρούς γερμανούς. Άρχισαν να λαφυραγωγούν.
Ο Κοζάκος πήρε ένα γελιό και τον γέμιζε διάφορα από τους νεκρούς. Ρολόγια, στυλό, ένα μαρσίπ, κ.λ.π. Τον φόρεσε πάνω του τον γελιό, έβαλε και το όπλο του (μια χάνσα με ξεγυμνωμένη την κάνη) χιαστή στην πλάτη, πήρε άλλο γελιό και γέμισε πάλι.
Έφτασε σε κάποιο σημείο και όπως ήταν σκυμμένος, κάποιος του έπιασε την κάνη του όπλου του και τον κράταγε σκυμμένο.
Ρίξτου ρε Ζήση! Θα μας φάει! Φώναξε.
Ο Ζήσης κόλλησε την κάνη στην κοιλιά του γερμανού και πυροβόλησε εξ επαφής, ενώ πέταξε τον γελιό που γέμιζε. Το ίδιο έκανε και ο Καζάκος. Πέταξε τον δεύτερο γελιό, άρπαξε το μάουζερ του γερμανού και το΄ βαλε στα πόδια ενώ άρχισαν πυρά ομαδόν από τους γερμανούς που ξύπνησαν από τον πυροβολισμό του Ζήση.

Σελ. 50
ΜΕ ΔΕΜΕΝΑ ΜΑΤΙΑ
Ήταν άνοιξη του 1944. Ο 1ος λόχος του 6ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ βρισκόνταν στο χωριό Σαραντάπηχο. Τις μέρες ηρεμίας το πρόγραμμα ήταν καθορισμένο και γνωστό: μετά το τσάι, σουηδική γυμναστική, μετά οπλασκία, κατόπιν θεωρία (ονοματολογία στη μορφολογία εδάφους-χρήση προκαλυμμάτων και προπετασμάτων κ.λ.π.).
Μετά τις 10 η ώρα μπαίναμε στα χτίρια που είχαμε καταλύσει (ήταν ένα ισόγειο μακρινάρι ξενοδοχείο-αργότερα το έκαψαν οι γερμανοί) και γίνονταν εκπαιδεύσεις στα όπλα, χειρισμός-λύση αρμολόγηση κ.λ.π.
Αυτές τις μέρες είχαν έρθει στην ομάδα μου δυο νεολαίο από την Αρκαδία. Ο ένας λεγόταν Σταυρόπουλος αλλά τον φωνάζανε «Μπεζενίκο» γιατί κατάγονταν από το χωριό Νπεζενίκαο (σήμερα Βλαχερά) και ο δεύτερος λεγόταν Κουνελάκης που για συντομία τον φωνάζαμε κουνέλι ή λαγό.
Στην 5η ομάδα είχαμε σκοπευτή του οπλοπολυβόλου τον «Ατρόμητο» (Ντίνος Ντελής από το Πιτσά Κορινθίας). Το οπλοπολυβόλο μας ήταν εγγλέζικο τύπου Μπρέντ.
Ο Ατρόμητος έδεσε τα μάτια του με ένα μαντήλι, έλυσε το οπλοπολυβόλο κι αράδιασε τα τεμάχια του στο δάπεδο. Μετά το συναρμολόγησε χωρίς να λύσει τα μάτια του.
-Ποιος θέλει να δοκιμάσει με δεμένα τα μάτια; Ρώτησε.
-Εγώ, είπε ο Μπεζενίκος.
Του έδεσε τα μάτια ο Ατρόμητος κι άρχισε να εργάζεται ο Μπεζενόκος. Ήταν άριστος. Δίχως λάθη και καθυστερήσεις.
Ολοκλήρωσε την αρμολόγηση, έβαλε την ταινία και σαν σβέλτος που ήταν όπλισε και τράβηξε την σκανδάλη. Ένα μπρρρρ, ακούστηκε και είδαμε το λαγό (τον Κουνελάκη) να κρατάει το χέρι του στο μπράτσο.
Μια από τις τρεις σφαίρες που έφυγαν τον είχαν τραυματίσει στο μπράτσο με διαμπερές τραύμα. Τον επιδέσαμε και τον στείλαμε στο αναρρωτήριο. Δεν ξαναγύρισε στον 1ο λόχο.

Σελ. 51
ΣΤΙΚ ΜΠΑΜ
Τον Οκτώβρη του 1943, η ΡΑΦ έκανε ρίψεις στην Στυμφαλία. Μαζί με το ρουχισμό και πέντε οπλοπολυβόλα «Loyis» έριξε κι εκρηκτικά.
Στην εκπαίδευση μας έδωσαν μια μυρωδιά: τι είναι δυναμίτης, νιτρογλυκερίνη, βροντώδης υδράργυρος, πυραγωγά σχοινιά, βαμβακοπυρίτης κ.α.
Ήσαν και κάτι εκρηκτικά με μεταλλικό περίβλημα, το άνοιγες κι ήταν μια στρογγυλή μπάλα διαμέτρου 10 πόντων πασαλειμμένη με κολλώδη ουσία. Της προσάρμοζες μια λαβή που είχε ασφαλιστική περόνη και επικρουστήρα. Με την πυροδότηση παράγονταν πολλά αέρια, ικανά να σπάνε και μέταλλα. Όταν θα το κολλούσες στο φτερό του αεροπλάνου και έβγαζες την ασφαλιστική περόνη το αεροπλάνο, σε επτά δευτερόλεπτα θα γινόταν «παρανάλωμα πυρός».
Σε μια επιχείρηση κατά της αμαξοστοιχίας πήρε ο λοχαγός «Φώντας» από τη διαχείριση δυο τέτοια εκρηκτικά και έδωσε ένα σε μένα και ένα στον Κώστα Απολλώνιο από την Κόρινθο. Μας θύμισε τα του χειρισμού και είπε: θα τα πετάξετε μόλις γίνει η έκρηξη των ναρκών που θα βάλουμε στις ράγιες.
Πήραμε θέσεις. Έφτασε το τραίνο πριν πατήσει τις νάρκες η μηχανή, ο Απολλώνιος πέταξε το Στικ-Μπάμ (και πολύ καλά έκανε). Εγώ βγάζοντας την ασφαλιστική περόνη βλέπω να σηκώνονται και να εξορμούν οι διπλανοί μου. Ο Μιαούλης έχει βρεθεί από την απέναντι πλευρά του τραίνου και βάζει με το μαρσίπ. Σκαρφαλώνουμε στα βαγόνια.
Πάω να μπω σ΄ ένα βαγόνι και μου φωνάζει ο «Κατσώνης» (Κυριάκος Δασκαλάκης):
-Μη Λάμπρο, θα σε φάει.
Κι όπως είχε περάσει τον αορτήρα του οπλοπολυβόλου στον σβέρκο του τραβάει μια ριπή σε κάτι μπάλες τριφύλλι. Ανεβαίνω και τραβάω την μπάλα. Βλέπω τον γερμανό τεζαρισμένο και δεν είχε προλάβει να κλείσει το κινητό ουραίο για να πυροβολήσει. Και καθώς προσπαθώ να πάρω μια τσάντα, βλέπω ότι έχει μισανοίξει το χέρι μου, που κρατάει τη λαβή του Στικ-Μπάμ χωρις ασφαλιστική περόνη.
Βρήκα ένα σπάγκο και έδεσα τον κοχλία πάνω στη λαβή και το πέταξα μέσα στην τσάντα χωρίς μεταλλικό περικάλυμμα.

Σελ. 52
ΦΟΥΝΤΩΜΑ
Την άνοιξη του 1944 στην Κορινθία, μετά τη μάχη της Ντούσιας (6 Μάρτη) και τα απανωτά χτυπήματα αμαξοστοιχιών και σαμποτάζ, οι οργανώσεις αναθάρρησαν, πύκνωσαν και πέρασαν στην ενεργό δράση, π.χ. στο χωριό Πιτσά εκτός από τους μεμονωμένους που βγήκαν στο βουνό, όπως ο Βασίλης Λυμπερόπουλος, Ντίνος Ντάλης, Γιάννης Δημόπουλος, Χρήστος Νικολακόπουλος κ.λ.π. Είχαν συγκροτημένη ομάδα με υπεύθυνο του εφεδρικού ΕΛΑΣ το Γιάννη Λυμπερόπουλο ή «ΠΟΝΤΙΚΑ» που συγκέντρωνε δίπλα του τους Τριαντάφυλλο και Παναγιώτη Δημόπουλο, τον Κιτσογλάρο, τον Βάγια Καραβά, το Μητσοπί, το Γιώργο Κασκαρά, τον Αντώνη τον Κυριάκου. κ.α. , που τις νύχτες πριόνιζαν τις κολώνες με τα τηλεφωνικά σύρματα, μάζευαν σε κουλούρες τα σύρματα και τα στέλνανε στο βουνό να πλαισιωθεί το τηλεφωνικό δίκτυο του 6ου Συντάγματος. Οι γερμανοί δεν προλαβαίνανε να στήσουν κολώνες και ν΄ απλώνουν σύρματα. Φύλαγαν τη νύχτα σε ορισμένα σημεία για να πιάσουν τους δράστες, αλλά φύλαγαν κι οι δράστες και λάβαιναν τα μέτρα τους.
Τελικά οι γερμανοί για να βάλουν τέλος στο σαμποτάζ των τηλεφώνων, ναρκοθέτησαν μερικές κολώνες κι όταν πήγαν να πριονίσουν με κόφτρα οι Πιτσαδέοι, σκοτώθηκαν δυο από την έκρηξη και που δεν έχω ονόματα τους.
Μετά από την ομαδική προσέλευση των Δαρέων με συγκροτημένη ομάδα: Γερόδημος επικεφαλής κι επιλοχίας, Πέτρος Νάκος (εκτελέστηκε στην Κεφαλονιά), Θανάσης Δελφάκης (σκοτώθηκε στη μάχη Αχλαδόκαμπου). Γεώργιος Γεωργακόπουλος, Λάμπρος Παλίλης, Νίκος Λάγιος, Ανδρέας Ματσούρης, Γεώργιος Τσαγκαρέστος, ο νεαρός Μάνθος και ο Γερομάνθος (δεν έμειναν οι δυο τελευταίοι για πολύ στον 1ο λόχο).
Μας ήρθε κι άλλη συντεταγμένη ομάδα από το Λούζι (ελληνικό) που την αποτελούσαν οι: Αριστείδης Παλαιολόγος επιλοχίας, Τάσος Παλαιολόγος, ο Ματζίκος, ο Βλάσης Ταρνάρης με τον ανιψιό του- από αδερφή- Χρήστο Μανθόπουλο, Βασίλη Χάντε (πρώην Χωροφύλακας), Γιώργο Μεταξά ή Κουμπούρα, Νίκο Τσιμπουξή, τον Αλογογιάννη Βασίλη και τον Βασίλη Κόρα.
Όταν αύξανε η συμμετοχή τόσο ισχυροποιώνταν και μαζικοποιούνταν η λαϊκή υποστήριξη στον ΕΛΑΣ γιατί ήσαν παιδιά του λαού.

Σελ. 53
ΒΙΤΣΕΝΤΖΟ
Μετά την κατάρρευση του κράτους του Μουσουλίνι, ο στρατός του στην Ελλάδα παρέδωσε τα όπλα ή στους γερμανούς ή στους αντάρτες. Πολλοί απασχολήθηκαν σε αγροτικές κυρίως καλλιέργειες κι άλλοι ζήτησαν να προσφέρουν βοηθητικές υπηρεσίες στον ΕΛΑΣ.
Στον 1ο  λόχο, 6ου Συντάγματος είχαμε μερικούς. Πρώτος και καλύτερος ο Βιτσέντζο από την Νάπολη. Ήταν καλός μάγειρας και καλαμπουρτζής. Όταν είχαμε συσσίτιο φασόλια μαυρομάτικα ο Βιτσέντζο (που για ευκολία τον φωνάζαμε Κώστα) έβαζε τις φωνές:
Περάστε για μαρμίτα. Έχει περίσσευμα.
Κι απαντούσε ο γέρο-Πλάτανος (Κώστας Κούγκλης από το γέρο-πλάτανο Ιωαννίνων).
-Έχει ζομί με σκλίκια. Πλαλείται κόσμε!
Ο πρώτος λόχος είχε πάντα μεγάλη δύναμη σε άντρες. Έδιωχνε αποστολές σε άλλα νεοϊδρυόμενα τμήματα, αλλά ποτέ δεν έπεφτε η δύναμη του κάτω από 120 άντρες. Γι  αυτό και στο μαγειρείο ο αρχιμάγειρας Αντ. Μιχλόπουλος από το Πιτσιά είχε κι άλλους βοηθούς. Είχε τον Κάρολο που έπαιζε βιολί και τον Μάριο που τραγουδούσε ωραία και τον χρησιμοποιούσαμε στις «εύθυμες βραδιές» που οργάνωνε ο «Κακαρέλος» (Κώστας Νικολαϊδης). Μας τραγουδούσε τα ιταλικά αντιπολεμικά τραγούδια: «Μάμα σολντάτο φινίτο» και το «Κουάντο ντιβόλιο μπένε».
Στην διαχείριση ο Σπύρος Τσιγκρής χρησιμοποιούσαμε σαν εργάτη αποθήκης και ημιονηγό τον «Αντώνιο». Ο Αντώνιο σκοτώθηκε στη μάχη του Αχλαδόκαμπου, κάνοντας χρέη τραυματιοφορέα. Σήκωνε τον Ανθυπολοχαγό Τάσο Ζερβό (από το Κουρτάκι Άργους-εκτελέστηκε στην Κεφαλονιά) που ήταν τραυματίας. Καθώς ήταν σκυφτός , η σφαίρα τον πήρε στο πισινό και βγήκε από το κεφάλι.
Όλοι ανήκανε στην ομάδα διοίκησης μαζί με τους νοσοκόμους, κουρέα, σαλπιγκτή, μάγειρα, διαχειριστή, τηλεφωνητή κ.λ.π. Την διαχείριση την είχαν σαν το σπίτι τους. Εκεί ο Βιτσένζο είχε επισημάνει ένα παρατεταμένο πιστόλι φωτοβολίδας.
Κάποια μέρα που μυρίστηκε ότι θα πηγαίναμε για επιχείρηση, έβαλε το πιστόλι φωτοβολίδας στη ζώνη του. Όταν άκουσε εκρήξεις και πυροβολισμούς, παράτησε τους άλλους ημιονηγούς και μαγείρους κι έτρεξε προς τα εκεί που ακούγονταν το πατιρντί.
Πράγματι είχαμε ανατινάξει μια αμαξοστοιχία και όσοι ήσαν μέσα οδηγούνταν τροχάδην προς την ορεινή πλαγιά. Γερμανοί, τραινάδες, πολίτες έτρεχαν κι οι αντάρτες τους παρότρυναν.

Σελ. 54
Καταφτάνει κι ο Βιτσέντζο, τραβάει το πιστόλι φωτοβολίδας και κουνώντας το συνεχώς απειλητικά φώναζε:
-Πισιλά τα έρια. Γκαμό τα παναϊα. Πισιλά τα σέρια.
Έβγαλε το άχτι του, που το έκρυβε μέσα του και έσκαγε όταν έπαιρνε μέρος σε μαχητικές εκδηλώσεις.
Οι καημένοι αντιφασίστες ιταλοί που πάντα εκδήλωναν τη νοσταλγία τους να γυρίσουν στις οικογένειες τους.
Μετά την αποχώρηση των γερμανών τους συγκεντρώσαν στην Πάτρα και ανέλαβαν οι άγγλοι να τους στείλουν στην Ιταλία.
Λέγεται ότι τους επιβίβασαν σε πλεούμενο, καιά εφτακοσαριά και ανοιχτά από την Κεφαλονιά τους φούνταραν.
Ποιος  γνωρίζει την αλήθεια; Αλλά ο λαός λέει: Καπνός χωρίς φωτιά δεν γίνεται.

ΜΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΗ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ ΜΟΥ
Ήταν άνοιξη του 1944. Ο 1ος λόχος του 6ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ, έχοντας περίπου 120 άντρες βρισκότανε στο χωριό Ζάζολη στη δυτική Κορινθία.
Κατά το μεσημεράκι κάποια κυρία καβάλα σε ένα μαύρο αλογάκι κατέφθανε στην πλατεία του χωριού. Ξεπέζεψε κι άρχισε να χαιρετάει και να μιλάει με τους αντάρτες. Πλησίασα κι εγώ κι ακούω μια γνωστή φωνή να λέει:
-Γνωρίζεται κάποιον αντάρτη Λάμπρο;
Μα πριν απαντήσει κανείς είχα ορμήσει κι αγκάλιασα την μητέρα μου.
Είπαμε τα πρώτα καλωσορίσματα και μετά παίρνοντας και το άλογο αποτρατραβηχτήκαμε πιο έξω να πούμε τα οικογενειακά μας.
Πως ήξερες μάνα ότι βρίσκομαι εδώ;
Τις προάλλες βαρέσανε ένα τρένο. Ο ξάδερφος μου ο Τσάπαλος από την Κόρινθο ήταν στο προσωπικό της αμαξοστοιχίας. Τον πιάσατε και μετά τον απολύσατε. Αυτός σε είδε και μου είπε που θα σας βρώ. Παιδί μου, έμαθα ότι σκοτωθήκανε άνθρωποι σ΄ αυτή τη μάχη. Σκοτώνεις κι εσύ παιδί μου;
-Στην μάχη αν δεν σκοτώσεις τον εχθρό, θα σε σκοτώσει εκείνος. Μάνα στη μάχη νικάει ο πιο σβέλτος.

Σελ. 55
-Καλά στη μάχη γιε μου, το καταλαβαίνω. Αλλά μετά τη μάχη, τους αιχμαλώτους που πιάνεται να μην τους σκοτώνετε. Είναι αμαρτία από το Θεό. Κανένας δεν έχει δικαίωμα ν΄ αφαιρεί τη ζωή του αλλού. Ν΄ αποφεύγεις να μπλέκεις σε τέτοιες φασαρίες.
Η σάλπιγγα χτύπησε. Ώρα για συσσίτιο. Με τη συζήτηση ξέχασα ότι ήμουν και λόχιας υπηρεσίας.
-Μάνα τρέχω να συντάξω το λόχο. Έλα κι  εσύ, θα σου βγάλω μερίδα συσσίτιο.
-Όχι, εγώ έχω συγγενείς εδώ, θα πάω να τους δω. Ο Ηλίας Φαναράς είναι συγγενής μου. Εκεί θα πάω.
Έφτασα στη πλατεία και είδα το σαλπιγκτή, το Σπύρο τον Μπρετάνο από την Κέρκυρα να ετοιμάζει την κορνέτα του να ξαναχτυπήσει: «Φαντάρε που πας».

ΝΤΕΡΙ ΚΟΤΙΤΣΑ
Το Στεφάνι είναι ένα ορεινό χωριό του Δήμου Σολιγίας στην Κορινθία. Όταν πέρασα από κει σχημάτισα κακή εντύπωση και δικαίωνα όσους έλεγαν «κατσικοζούπηδες» τους Αγγελοκαστρίτες και Στεφανιώτες.
Το Νοέμβρη του ΄43 , εξοπλίστηκε μια ομάδα σαμποτέρ μ΄ επικεφαλή τον «Ασκληπιό» (Βαγγέλη Κοντιόγλου, γιατρό από την Αθήνα) με αποστολή να κάνουν σαμποτάζ στο αεροδρόμιο Κουτσοποδίου που φιλοξενούσε γερμανικά αεροπλάνα. Μέχρι να γίνουν οι αναγνωρίσεις περιφέρονταν στα γύρο χωριά.
Οι Στεφανιώτες ειδοποίησαν το τάγμα του «Γρίβα» ότι στο σχολείο τους, εγκαταστάθηκε μια «Εθνικιστική» ομάδα. Ο Γρίβας (Γ. Δροσόπουλος από την Λιβαδειά) κινήθηκε εναντίον τους. Νύχτα κύκλωσαν το σχολείο και όταν ο επικεφαλής φώναξε:
Τομόρι, δυο να ρίξουν χειροβομβίδες από τα παράθυρα.
‘Ακουσαν οι μέσα που γνώριζαν τον Τομόρι και απάντησαν:
Εμείς είμαστε. Η ομάδα σαμποτέρ του Ασκληπιού.
Έτσι αποφεύχθει το μακελειό.
Τον Ιούνη του ΄44 μετά από εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των γερμανών είπαν ότι εξοντώθηκαν όλοι οι αντάρτες. Και επειδή οι άλλοι λόχοι ετοιμάζονταν για

Σελ. 56
την μάχη της σοδειάς στην Στυμφαλία, το 6ο Σύνταγμα διέταξε μια διμοιρία του 1ου λόχου να πραγματοποιήσει εμφάνιση στην περιοχή.
Ξεκίνησε η διμοιρία μ΄ επικεφαλή τον δικηγόρο Δημ. Γκολφινόπουλο από την Λυκοποριά (έφεδρος Ανθυπολοχαγός) και πολιτικό υπεύθυνο και οδηγό τον Αντρέα Λεκουσιώτη από την Νεμέα-στέλεχος του Κ.Κ.Ε.
Φτάσαμε μέχρι τις Λίμνες. Στο γυρισμό ξημερωθήκαμε στην ανηφόρα προς Αγγελόκαστρο. Υπήρχε ένα πηγάδι και βγάλαμε νερό, άλλοι να πιούνε άλλοι να πλυθούνε και να δροσιστούνε. Μετά από λίγο οι πρώτοι ξεκίνησαν.
Ήταν κάποιο ισιωματάκι και μετά πάλι πλαγιά. Στο ισιωματάκι πέσαν οι πρώτοι πυροβολισμοί από την ενέδρα που μας είχαν στήσει οι Αγγελοκαστρίτες και Σοφικίτες. Πέσαν όλοι κάτω και μερικοί έτρεξαν να καλυφτούν.
Γενικεύτηκε η συμπλοκή. Στο πηγάδι ήταν ακόμα ο Σπύρος Κλουτσινιώτης από την Βάλτσα (εκτελέστηκε στην Κεφαλονιά) έστησε το μυδράλιο κι έριχνε κατ΄ αποκοπή. Τότε ακούστηκε:
-Ντιέρι Κοτίτσα, Ντιέρι. (δηλ. χτύπα).
Ο Κοτίτσας σαν άκουσε μυδράλιο έγινε λαγός.
-Ντιέρι Κοτίτσα ντιέρι, αλλά «φωνή βοώντος εν τη ερήμω».
Ο Κοτίτσας ακόμα τρέχει και ακολούθησαν όλοι οι κατσικοζούπηδες.

ΚΑΡΚΑΛΕΤΣΙ
Την άνοιξη του 44 στον κάμπο της Στυμφαλίας, εμφανίστηκε πολλή ακρίδα. Δεν υπήρχαν φάρμακα εξόντωσης της. Με τις αρχές των πόλεων είχαμε «αποσύρει πρεσβευτές», γιατί όσους πήγαιναν να ζητήσουν κάτι για τα κοινά τον φυλάκιζαν, αν δεν τον εκτελούσαν. Έτσι έπρεπε «εκ των ενόντων» ν΄ αντιμετωπιστεί το πρόβλημα.
Τα χωριά Λαύκα, Καστανιά, Μπούζι, Μπάσι, Καλλιάνι, Ντούσια, Ασπρόκαμπος, Ψάρι που γειτονεύουν με τον κάμπο της Στυμφαλίας, αποφάσισαν να στείλουν ομάδες ΕΠΟΝιτών στην εξέλαση «Καρκαλέτο» (Καρκαλέτσι στα αρβανίτικα σημαίνει ακρίδα).
Οι νεολαίοι σαν σε πανηγύρι ξεχύθηκαν από παντού με κλάρες θάμνων και με χαρούμενες φωνές χτυπούσαν ολόγυρα τη μαύρη ακρίδα που κατά εκατομμύρια είχαν κατακλείσει τον κάμπο καταστρέφοντας κάθε βλάστηση.

Σελ. 57
Χτυπούσαν ολόγυρα και τη συγκέντρωσαν σε κάποιο σημείο, ράντιζαν με λίγο πετρέλαιο κι έβαζαν φωτιά στη μαυρίλα πριν προλάβει να μεγαλώσει και φτερουγίσει μακριά.
Έτσι εξόντωσαν τόνους καρκαλέτσι. Όλα τα χωριά που ονόμασα πιο πάνω λίγο πολύ τα μιλούσαν, οι γεροντότεροι τα αρβανίτικα. Και πολλές φορές τα μιλούσαν δίπλα μας που νομίζαμε ότι ή μας βρίζουν ή συνωμοτούν εναντίον μας κι άρχισε μια καχυποψία που υπονόμευσε την εμπιστοσύνη.

Η ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ
Είμαστε στο Σαραντάπηχο. Είναι άνοιξη του '44. Έχω βγάλει παρατηρητήριο και τα αντικαθιστώ κάθε δύο ώρες.
Το φαγητό άργησε να γίνει και η διανομή αντί να γίνει στις 12 η ώρα το μεσημέρι, άρχισε στις μία. Η αντικατάσταση του παρατηρητή αντί να γίνει στις μία η ώρα έγινε δύο παρά τέταρτο.
Ο καπετάνιος της ομάδος που έξυνε τα νύχια του για καβγά, βρήκε την αφορμή. Συγκάλεσε έκτακτη συνέλευση της ομάδας.
Ο καπετάνιος της ομάδας, ο "πλάτανος" (Θανάσης Αλεξανδρόπουλος, από τον Πλάτανο του Αιγίου) εισηγείται:
-Επειδή ο ομαδάρχης μας δεν δίνει σημασία για τους συναγωνιστές της ομάδας , να καθαιρεθεί και προτείνω να αναλάβει ομαδάρχης ο "Ατρόμητος" (Ντίνος Ντάλης από το Πίτσα).
Απ´ ότι φάνηκε, είχε ψήσει 4-5 άτομα και χωρίς περιστροφές συμφώνησαν με την πρόταση του καπετάνιου. Αποφασίστηκε κι έγινε.
Το βράδυ ο "Λάμπρος", τέως ομαδάρχης βγήκε υπηρεσία στο τηλέφωνο.
Μετά τις 11 τα μεσάνυχτα χτυπάει το τηλέφωνο:
-Εδώ "ωμέγα θήτα καλεί ένα Λάμδα". Με ακούς;
-Εδώ ένα "λάμδα" (1ος λόχος) . Σε ακούω "ωμέγα θήτα" (6ο Σύνταγμα) .Ήταν κρυπτογραφημένο τηλεγράφημα.
Πριν μια βδομάδα είχαμε κόψει τη σιδερένια γέφυρα του σιδηρόδρομου στο Δερβένι Κορινθίας. Το Σύνταγμα είχε την πληροφορία ότι οι γερμανοί θα εκτελέσουν 50 άτομα, το πρωί στην Γέφυρα του Δερβενιού. Ειδοποιούσε τον 1ο

Σελ. 58
λόχο, να πάρει θέση μάχης στα υψώματα πάνω από τη γέφυρα, πριν ξημερώσει. Όταν ετοιμαστούν οι γερμανοί για την εκτέλεση, να χτυπηθεί το εκτελεστικό απόσπασμα για να φύγουν οι κρατούμενοι.
Ο Λοχαγός "Φώντας" (Γιώργος Ασούρας) μόλις έλαβε γνώση του αποκρυπτογραφημένου τηλεγραφήματος, διάταξε τη διμοιρία της ΕΠΟΝ να κινηθεί γρήγορα.
Ζήτησε τον ομαδάρχη "Λάμπρο" (τον γράφοντα).
-Αυτός αντικαταστάθηκε, είπε ο "Πλάτανος". Έχουμε τώρα τον "Ατρόμητο" ομαδάρχη.
-Πούντος;
-Είναι άρρωστος!
Πράγματι, ο Ατρόμητος είχε υποστεί μια κρίση επιληπτική και δεν είχε συνέλθει ακόμα.
-Και τώρα θέλουμε ομαδάρχη και οπλοπολυβολητή, είπε ο Γαλάνης (Βασίλης Γαλάνης από τη Στρέζοβα).
-Ειδοποίησε αμέσως τον Λάμπρο να έρθει εδώ. Κι εσύ να μου κάνεις τη χάρη να μην ανακατεύεσαι σε δουλειές που δεν είναι της αρμοδιότητάς σου. Είπε ο λοχαγός στον Πλάτανο. Η τοποθέτηση ομαδαρχών είναι δική μου δουλειά και όχι δική σου. Κατάλαβες;
Ο Λάμπρος ανέλαβε όχι μόνο την ομάδα του, αλλά και το οπλοπολυβόλο κι έφυγαν για την επιχείρηση.

ΤΑ ΑΠΡΟΟΠΤΑ
Ήταν ένα ρομαντικό απόγευμα στα τέλη του Μαγιού του '44. Περπατούσαμε στους δρόμους του Σαραντάπηχου με το Βασίλη τον Γαλάνη από την Στρέζοβα.
Στο αριστερό μας χέρι είδαμε σ' ένα περιβολάκι μια κορομηλιά παραφορτωμένη με κορόμηλα και σταματήσαμε θαυμάζοντας την. Η κυρία του σπιτιού και του περιβολιού μας είδε και μας φώναξε:
-Ελάτε απάνω ελάτε!
Πήγαμε και μας έβαλε να καθίσουμε στο χαγιάτι. Έκοψε κορόμηλα, τα έπλυνε σε ένα πιάτο και μας τα έφερε στο τραπέζι που ήταν μπροστά μας.

Σελ. 59
Παίρνετε. Σαν το σπίτι σας. Μην ντρέπεστε. Εμείς σας βλέπουμε σαν παιδιά μας .Κούλα έλα έξω έχουμε παρέα.
Η Κούλα ήρθε. Ήταν μια πολύ νόστιμη κοπέλα 17-18 χρονών. Μόλις άρχισε να συζητάμε, παρουσιάστηκε κάποιος με ριγέ πυτζάμες και βλοσυρό ύφος.
-Τι ζητάτε εσείς εδώ; Δεν γνωρίζετε ότι απαγορεύεται να ζητιανεύετε στα σπίτια των πολιτών; Γρήγορα φύγετε!
-Μην τα διώχνεις τα παιδιά. Εγώ τα φώναξα να τα κεράσω δύο κορόμηλα που τα ζήλεψαν, είπε η νοικοκυρά.
-Αφού δεν μας διώχνει η συναγωνίστρια που μας φώναξε να μας φιλοξενήσει, θα φύγουμε μόλις τελειώσουν τα κορόμηλα. Μην ενοχλήστε. Δεν σας παρεξηγούμε που είστε με τις πυτζάμες, είπα εγώ.
Από το μυαλό μου πέρασε ότι η κυρία του σπιτιού μας φώναξε όχι μόνο επειδή αγαπάει τους αγωνιστές, αλλά για να σπάσει τη μονοτονία του ενοχλητικού πυτζαμάκια. Εγώ τον έβλεπα για πρώτη φορά.
-Πως λέγεσαι λοχία; Εγώ είμαι ο φρούραρχος.
-Εγώ είμαι ο λοχίας "Λάμπρος" του 1ου λόχου.
Πράγματι ήταν ο φρούραρχος του φρουραρχείου 8, που τ' όνομά του είχε αρχίσει να γίνεται βραχνάς στα χωριά της αρμοδιότητας του.
-Εμένα με λένε Βασίλη Γαλάνη με ξέρει η συναγωνίστρια γιατί είχε φιλοξενήσει κι άλλη φορά που πέρασα σαν σύνδεσμος.
-Πάρτε τα κορόμηλα και εξαφανιστείτε από εδώ.
Πήραμε τα κορόμηλα. Ευχαριστήσαμε , χαιρετίσαμε και φύγαμε τρώγοντας.
Ο Φρούραρχος ήταν αυταρχικός, φιγουρατζής, απότομος και με αυτοδικίες. Ραδιουργούσε κιόλας.
Την άλλη μέρα το μεσημεράκι ο σαλπιγκτής Σπύρος Μπρετάνος από την Κέρκυρα βάρεσε συσσίτιο.
Ήμουν λοχίας υπηρεσίας. Σύνταξα το λόχο, πήρα αναφορά, έδωσα αναφορά στο λοχαγό και γυρνώντας να δώσω παράγγελμα ανάπαυση, με σταματάει ένας λοχαγός (ο Νίκος Κόρδας).
Μιά στιγμή. Ζήτησε να έρθουν εδώ μπροστά ο λοχίας Λάμπρος κι ο Βασίλης Γαλάνης.
Ο Γαλάνης τ' άκουσε κι ήρθε σβαρνίζοντας το μάουζερ από την τσαντίλα του.
Με ποιό δικαίωμα μπήκατε στο σπίτι μιάς συναγωνίστριας χθες, και ζητήσατε κορόμηλα;
Γυρίζω προς τον παραταγμένο λόχο, δίνω ανάπαυση και ν'αρχίσει η διανομή συσσιτίου από την 3η διμοιρία :"Οδοιπορικώς μαρς".
Με συγχωρείτε αλλά δεν σας ξέρω.....

Σελ. 60
-Είμαι λοχαγός!
-Να πας στο λόχο σου να κάνεις κουμάντο.
Τον γνώριζα το λοχαγό Κόρδα από τότε που μας εκπαίδευσε στα εκρηκτικά. Ήταν μόνιμος λοχαγός του μηχανικού. Δεξιοτέχνης στην ειδικότητά του, αλλά μανιώδης στο ποτήρι. Τον έπιασε από τον ώμο ο "Φώντας" και τον τράβηξε πιό πέρα.
Δεν άνηκε στη δύναμη του λόχου και τυχαία βρέθηκε στην προσωρινή έδρα μας.
Τον έβαλε ο φρούραρχος να δημιουργήσει ζήτημα για τα συμβάντα της προηγούμενης μέρας. Έπεσε όμως στο νούμερο 13 που είναι κακός οιωνός.
Ο Φώντας ούτε καν συζήτηση δεν έκανε για το συμβάν.
Ίσως να είπε μέσα του "καλά να πάθεις" αφού κάνεις παρεμβατισμούς κι αγνοείς τη Διοίκηση του 1ου λόχου.

ΣΤΗ ΛΥΚΟΥΡΙΑ
Το Μάη του 1944 επειδή το αντάρτικο κίνημα είχε φουντώσει θα χρειάζονταν και μερικούς υπαξιωματικούς της σχολής, όπως και αξιωματικούς.
Στάλισαν λοιπόν από τα διάφορα τμήματα μερικοί για εκπαίδευση στη σχολή λόχων της VIII ταξιαρχίας. Τότε έδρευε στο χωριό Λυκούρια. Είναι ένα χωριό όνομα και πράγμα. Βρίσκεται στη Χούνη μεταξύ Χελμού και Σαϊτά. Έχει υπέροχο κόσμο και η φιλοξενία του ήταν αδερφική.
Εκπαιδευτής του ουλαμού λοχιών ήταν ο Ανθυπολοχαγός Καψάλης *(* Ο Καψάλης  σκοτώθηκε στη μάχη για την κατάληψη του Πύργου Ηλείας . Το πραγματικό του όνομα Παπαδόπουλος Ιωάννης )  Όσοι είχαμε έρθει  από το 6ο Σύνταγμα είχαμε πάρει μια ολιγοήμερη εκπαίδευση από τον έφεδρο Ανθυπολοχαγό Αντρέα Τρακαδά από την Αιγιαλεία.
Από την αρχή άρχισαν οι απλές ασκήσεις και μετά περάσαμε στις ασκήσεις μάχης.
Ο Καψάλης ήταν ικανότατος εκπαιδευτής. Την ώρα της εκπαίδευσης ήταν αυστηρότατος. Στα δώδεκα λεπτά της διακοπής ήταν φίλος με όλους κι έπαιζε μαζί μας ακόμα και "μπίζ".
Μετά από μερικές μέρες είδαμε φάτσα στην πλατεία να κάνει την εμφάνισή της μια νεαρή και όμορφη κοπέλα στο μπαλκόνι της.

Σελ. 61
Ο Καψάλης στα παραγγέλματα του άρχισε να μεροληπτεί.
Όταν γυρνάγαμε στην πλατεία , ξέραμε μετά από το αλτ, ακολουθούσανε τα παραγγέλματα "Κλείνατε επί....", "Παρουσίαστε αρμ", "Παραπόδα αρμ". "Τους ζυγούς λύσατε".
Το κουτσομπολέψαμε με το Γιώργο τον Καντρή "Λυκούργο" (από το Λιόπεσι Αττικής- σήμερα Παιανία) με τον "Μυλωνά" Γιώργο Δρακόπουλο από την Αρκαδία, τον "Σαμποτέρ" Γιάννη Ζαφειρόπουλο, τον Τσακαρέστο από το Δόρα, τον Γιάννη Βούρτση (εκτελέστηκε στην Κεφαλονιά).
Κάθε μέρα έκανε υπηρεσία κι ένας υποψήφιος λοχίας. Συνέτασσε τον ουλαμό, έπαιρνε αναφορά, έδινε αναφορά κ.λ.π.
Τώρα ξεσηκώσαμε και τα νέα κόλπα."Κλείνατε επί....", "Παρουσίαστε αρμ", "Παραπόδα αρμ". "Τους ζυγούς λύσατε".
Άλλοτε βρίσκαμε ανταπόκριση στο μπαλκόνι άλλοτε όχι. Και η ζωή συνεχίστηκε μέχρι που αλλάξαμε έδρα.

ΣΤΙΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΙΚΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΝΗ 1944
Οι πληροφορίες μιλούν για εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των γερμανών ευρείας κλίμακας στη Βόρεια Πελοπόννησο.
Τ' αντάρτικα τμήματα αναπτύσσονται στους ορεινούς όγκους Ζήριας-Χελμού.
Ο 1ος λόχος 6ου Συντάγματος ακολουθεί την πορεία Τρίκαλα, Καρυά, Σαραντάπηχο, Περθώρι, Βαρβάρα. Τα παρατηρητήρια κι οι πολιτικές οργανώσεις μας πληροφορούν για κινήσεις των γερμανών από Ακράτα, Βλογοκά, Αρφαρά, Βαλμή. Άλλη φάλαγγα από Αίγιο ανεβαίνει στα χωριά Αχλαδιά, Κουνινά, Πλάτανο κ.λ.π.
Μετά τα μεσάνυχτα , ξημερώνοντας τ' Αϊ Λιός κατεβήκαμε στην ποταμιά και περάσαμε απέναντι. Ανηφορήσαμε και περνώντας τα χωριά Μεσορούγι-Περιστέρα, ανεβήκαμε στον Ξερόκαμπο του Χελμού. Πληροφορηθήκαμε ότι προπορεύεται κάποιο αντάρτικο τμήμα μα δεν ξέρουμε ποιό;
Ο λοχαγός "Φώντας" βγάζει μια ομάδα πλαγιοφυλακή και διατάσει το λόχο σε διάταξη μάχης. Όπως καταλαγιάσαμε και κοιτάζαμε ολόγυρα είδαμε σε μιά κορυφή του ορίζοντα μας προς την πλευρά της ανατολής να προχωράει

Σελ. 62
φάλαγγα "κατ' άνδρα" δύναμη γερμανών (εγώ μέτρησα εβδομήντα). Ήταν πάνω από 3000 μέτρα μακριά μας και κινούνταν προς κύκλωσή μας.
Ξαφνικά ακούμε όλμους και ριπές μπροστά μας , προς την κατεύθυνση που κινούμαστε μέχρι προ λίγου. δεν ήσαν ούτε χιλιόμετρο μακριά μας.
Άρχισε να φωτίζει και δεν έπρεπε να αγκιστρωθούμε αφού κινούνταν δύναμη προς τα νώτα μας ,. Θα βρισκόμαστε μεταξύ δυό πυρών.
Όπως μάθαμε αργότερα το τμήμα που προπορευόταν ήταν η Διοίκηση του 3ου τάγματος του 6ου Συντάγματος και ο λόχος μηχανημάτων του 3ου τάγματος. Είχαν ωραία στάση σ' ένα ισιωματάκι και οι γερμανοί που είχαν ενέδρα αναγκάστηκαν να χτυπήσουν από απόσταση άνω των 400 μέτρων.
Αιφνιδιάστηκαν. Τραυματίστηκε ο καπετάνιος του τάγματος "Σήλλας" (Ανδρέας Τσαλακόπουλος από το Λέχαιο Κορινθίας).
Ο Διοικητής του λόχου Ευστρατιάδης διέταξε να ξεφορτωθούν τα βαριά πολυβόλα και να κρυφτούν. Βοήθησαν και 4 κρατούμενοι που ακολουθούσαν τη φάλαγγα και τ' ανέβασαν πάνω σε έλατα. Έτσι ξέφυγαν από τον κλοιό  άτακτα και μεμονωμένοι.
Ο 1ος λόχος υποχωρώντας προς το Χελμό, χωρίστηκε σε δύο τμήματα. Μιά διμοιρία ακολούθησε τον "Μιαούλη" (Νίκο Τσαϊπά από την Αράχωβα του Αιγίου). Σκαρφάλωσε στις γυμνές πλαγιές του Χελμού και τους οδήγησε στο Πλανητέρου πίσω από τον γερμανικό κλοιό.
Στην πλαγιά φαίνονταν σαν αγρίμια που τα κυνηγούν. Οι γερμανοί  δεν είχαν βαρύ οπλισμό και δεν μπορούσαν να χτυπήσουν. Απείχαν πάνω από χιλιόμετρο. Ο υπόλοιπος λόχος κατευθύνθηκε προς "τ'αθάνατο νερό" (που η Άρτεμη της μυθολογίας μας βούτηξε τον Αχιλλέα για να είναι άτρωτος).
Ο λοχαγός με διέταξε να μείνω με την ομάδα μου και να καλύψω την υποχώρηση έναντι της δύναμης που ανέβαινε από κοντά μας στην πευρά της Περιστέρας.
Έως όπου συμπτυχθούν και οι τελευταίοι άνδρες του λόχου οι γερμανοί πλησίασαν και μας πυροβολούσαν, κυρίως με "μαρσίπ" από τα 2000 μέτρα.
Είπα στην ομάδα να φύγουν οι μισοί, ενώ οι άλλοι μισοί να πυροβολούμε ακατάπαυστα κατά των γερμανών για να καλύψουμε την υποχώρηση. Να σταματήσουν στην παρυφή και να βάλουν, γιά να υποχωρήσουμε και οι υπόλοιποι.
Έτσι κι έγινε. Έως όπου όμως υποχωρήσουν όλοι , οι γερμανοί άλλοτε έρποντας κι άλλοτε με άλματα μας είχαν πλησιάσει στα 60-70 μέτρα.
Ρίχνω ακατάπαυστα με το μάουζερ (κοντό μάουζερ). ξαφνικά είδα ότι έβαλα στο όπλο την τελευταία δεσμίδα. Οι γερμανοί είναι λιγότερο από 50 μέτρα απέναντι μου. Μόνο ένας με καλύπτει από την παρυφή. Οι άλλοι έφυγαν στην

Σελ. 63
κατηφόρα. Βάζω εφ' όπλου λόγχη, ρίχνω 4 σφαίρες και κρατάω την πέμπτη για τον εαυτό μου.
Εξορμώ φωνάζοντας :Αέρα, αααα!
Τρέχω ίσια μπροστά μέχρι  8-10 μέτρα και συνεχίζω να τρέχω λοξά μέχρι την παρυφή, που κατρακύλησα σαν μπαλόνι.
Οι γερμανοί ίσως να σάστισαν, ίσως να έβαζαν αλλά εγώ δεν έκουγα που φώναζα τρέχοντας.
Μέχρι να' ρθούν οι γερμανοί στο μεταίχμιο εμείς είχαμε απομακρυνθεί μέσα στους θάμνους και τα πεύκα της σάρας. Δεν τόλμησαν να κατεβούν στη σάρα γιατί δεν υπάρχει άνοδος και θα πέφτανε "ηρωικώς μαχόμενοι για τον Χίτλερ" στης "Στιγός τα ύδατα".
Μαζευτήκαμε στη χαράδρα κι εκεί είχαν καταφύγει πάνω από 300 άτομα πολίτες από τα γύρω χωριά. Αγρίδι, Βαρβάρα, Σόλο, Περιστέρα, κ.λ.π.
Ο λοχαγός μίλησε στους πολίτες: Εμείς αν χρειαστεί, θα το πουλήσουμε ακριβά το τομάρι μας πολεμώντας. Εσείς να μην μας ακολουθήτε. Είναι κρίμα να χαθείτε άκαπνοι. Ελιχθείτε μέσα στα δάση, φτιάχτε τρύπες και κρυφτείτε. Θα γλιτώσετε . Κοντά μας είναι βέβαιο ότι θα χαθείτε , αν συμπλακούμε με τους γερμανούς.
Μιά διμοιρία, Ο Φώντας έδωσε εντολή, να περάσει κρυφά πίσω από τον κλοιό των γερμανών και να εκδηλωθεί κοντά στις παραλίες. Ν' αναπτερωθεί το ηθικό των οργανώσεων μας και να δουν οι  γερμανοί ότι οι επιχειρήσεις τους δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα.
Την διμοιρία αυτή ακολούθησαν οι πιο πολλοί πολίτες, σε απόσταση και πέρασαν στα μετόπισθεν των γερμανών.
Ο λόχος είχε τότε 4 διμοιρίες. Έφυγαν οι δύο και μείναμε δύο διμοιρίες και η ομάδα Διοίκησης (Μαγείρους, διαχειριστές, σαλπιγκτής, τηλεφωνητής νοσοκόμος κ.λ.π.).
Ακολουθήσαμε μιά ανοδική πορεία μέσα στο δάσος με κατεύθυνση το Φενεό. Την άλλη μέρα βγήκαμε στο διάσελο και κατηφορίσαμε για κάνα χιλιόμετρο. Ακούσαμε θορύβους και φωνές. Λουφάξαμε μέσα στο δάσος κι εβγάλαμε ανιχνευτές. Εγώ διάλεξα ένα ψηλό έλατο κι ανέβηκα απάνω. Είδα στα 500-600 μέτρα πιο κάτω από εμάς ήταν μιά αριεμάδα του δάσους κι είχαν καταυλιστεί γερμανοί.
Πληροφόρησα τον λοχαγό μας , που έστειλε ειδικούς ανιχνευτές, σταματώντας κάθε κίνηση μέσα στο δάσος. Πλησιάζοντας προς τον καταυλισμό των γερμανών οι ανιχνευτές ανακάλυψαν μια πηγή νερού και είδαν τους γερμανούς να γεμίζουν τα παγούρια τους. 'Οταν έφευγαν οι γερμανοί αρχίσαμε να γεμίζουμε κι εμείς τα δικά μας.

Σελ. 64
Μετά από 2-3 μέρες οι γερμανοί ξαφνικά τα μάζεψαν κι αναχώρησαν. Είχε γίνει απόπειρα δολοφονίας του Χίτλερ.

Ο ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΗΣ
Μόλις τελείωσαν οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του Ιούλη του ΄44 ειδοποιήθηκε ο 1ος λόχος να στείλει μια διμοιρία στη Γκίοζα που ήταν η έδρα του 6ου Συντάγματος. Πήγε η διμοιρία της ΕΠΟΝ.
Εκεί ανατέθηκε αποστολή με επικεφαλή τον «Παπανικολή» (Θεόδωρο Κουτσούμπα από τα Μαζέϊκα), έφεδρο Ανθυπολοχαγό.
Μαζί μας ήρθε και η υποδειγματική ομάδα της ΕΠΟΝ του 1ου τάγματος.
Βαδίσαμε μερικές ώρες και φτάσαμε στο χωριό Τάτσι. Εκεί μας είπε ο Παπανικολής ν΄ αφήσουμε τα σακίδια, όσοι είχαν και τα περιττά πράγματα.
«Το πρωί θα είμαστε πάλι εδώ».
Άφησα κι εγώ τον χιτώνιο μου και κάτι φωτογραφίες που είχα στη τσέπη.
Πήγαμε στο Δούκα-Τζιρίστρα. Εκεί ήταν μια ομάδα Περιφρούρησης Λαϊκού Αγώνα (ΟΠΛΑ).
Μας οδήγησαν στο χωριό Μαλανδρένι, πιάσαμε θέσεις γύρω από το χωριό και οι ντόπιοι έβαλαν φωτιά σε 5-6 σπίτια που οι ιδιοκτήτες τους είχαν οπλιστεί από τους γερμανούς. Αυτό έγινε ευκαιριακά.
Η αποστολή ήταν να χτυπηθεί το χωριό Λυρκεία (Κάτω Μπέλεσι) που μερικοί είχαν πάρει όπλα από τους γερμανούς.
Μας τοποθέτησαν πάνω από το χωριό Στέρνα στη χαράδρα που πάει ο δρόμος προς το Δούκα. Είμαστε πλαγιοφυλακή. Πριν φωτίσει άρχισαν οι πυροβολισμοί και μέχρι που βγήκε ο ήλιος, όλο και ακούγονταν κάνα μπάμ.
Όταν τελείωσε η επιχείρηση ειδοποιηθήκαμε ν΄ αποσυρθούμε και να βαδίσουμε προς Μαλαδρένι. Ο σκοπευτής του μυδραλίου της ομάδας μου έπαθε κρίση. (ο «Ατρόμητος»). Του έδωσα το όπλο μου και τον έδιωξα μαζί με τους υποχωρούντες. Φορτώθηκα πάλι το μυδράλιο.
Ξεκινήσαμε και πριν βγούμε στο δημόσιο δρόμο, να φάλαγγα γερμανικών αυτοκινήτων. Σταθήκαμε ακίνητοι πίσω από τα σκίνα και πέρασαν τα πέντε αυτοκίνητα από μπροστά μας, στα είκοσι μέτρα.

Σελ. 65
Πήραμε δίπλα την πλαγιά με κατεύθυνση το Γυμνό και κρυφτήκαμε μέσα στους θάμνους μέχρι το απόγευμα.
Οι γερμανοί και οι συνεργάτες τους πήγαν στη Λυρκεία, είδαν ότι έφυγαν οι αντάρτες. Άφησαν τα΄ αυτοκίνητα κι έφυγαν πεζοί προς το Τάτσι.
Οι αντάρτες τους είδαν κι έστησαν ενέδρα στο διάσελο του Τατσίου. Μόλις έφτασαν οι γερμανοί στην ενέδρα έπαθαν τη νίλα τους. Προσπάθησαν ν΄ αγκιστρωθούν αλλά δέχτηκαν την έφοδο των ανταρτών και τους κυνήγησαν μέχρι το Δούκα. Έπιασαν και τρείς αιχμαλώτους όταν γυρνούσαν πάλι στο διάσελο οι αντάρτες, ξετρύπωσε μέσα από μια πουρναριά ένας ντεντέσκος βαθμοφόρος με ψηλά τα χέρια και κρεμασμένο το «Μαρσίπ».
-Ιχ Αούστρια-Αούστρια! Φώναξε. Νιξ μπάμ-μπάμ.
Τον εξέτασαν καλά και πράγματι το όπλο του ήταν ακάπνιστο και οι δύο γεμιστήρες του άθικτες.
Ενώ είχε τελειώσει το πατιρντί, το μεσημεράκι ήρθαν άλλα είκοσι αυτοκίνητα με γερμανούς. Είχαν ειδοποιηθεί με ασύρματο.
Μαζεύτηκαν όλοι στην πλαγιά που βλέπει προς το βουνό Φαρμακά. Ήσαν πάνω από τριακόσιους. Μαζί τους και μερικοί πολίτες.
Εμείς τους βλέπαμε από απέναντι. Και με κιάλια και με γυμνό μάτι τους βλέπαμε σαν πρόκληση. Λέει ο Παπανικολής:
-Εσύ με το μυδράλιο κι εσύ με το «Bteda» θα κατεβείτε ακριβώς απέναντί τους, πάνω από το μύλο που είχαμε περάσει την νύχτα και θα ρίξετε μερικές ριπές. Εμείς θα σας περιμένουμε στο πάνω μέρος που είναι ένα ισιωματάκι σαν τραπέζι.
Πήγαμε, ο «Ζάχος» (από τα Ρουζενά) οπλοπολυβολητής της υποδειγματικής ΕΠΟΝ με το ιταλικό οπλοπολυβόλο κι εγώ με το μυδράλιο.
Με τις πρώτες ριπές, είχε γείρει ο ήλιος προς τη Δύση. Έγινε χαμός. Έτρεχαν σαν τα τουφεκισμένα μαυροπούλια, τα ψαρόνια που πηγαίνουν μεγάλα κοπάδια και στον αιφνιδιασμό ανακτώνονται σπασμωδικά.
Έριξε μια ταινία ο Ζάχος των 20 φυσιγγιών κι εγώ άλλη μια ταινία, αλλά των 50 φυσιγγίων.
Φύγαμε ανενόχλητοι περάσαμε στην πίσω πλευρά, στο απυρόβλητο και αθέατοι βγήκαμε στο καθορισμένο σημείο.
Ο Παπανικολής απόλαυσε το θέαμα από την κορυφή του υψώματος με κιάλια. Είχε αρχίσει να συθαμπώνει κι ο Παπανικολής έδωσε το σύνθημα:
-Αναλάβετε, φεύγουμε.
Κι ενώ ξεκινάμε ν΄ ανεβούμε στο Φαρμακά, πίσω μας σκάνε κρουσιφλεγείς βολίδες ταχυβόλου, ακριβώς εκεί που είχαν δει τον Παπανικολή να στέκεται με τα κιάλια, πριν νυχτώσει.

Σελ. 66
Όταν φώτισε πήγαμε στο σχολείο του Τατσιού για τα πράγματα μας, αλλά τα είχαν πάρει, ίσως για να τα προφυλάξουν, μα εμείς φύγαμε για τη Γκιόζα.
Εκεί μας περίμενε μια έκπληξη.
Ο Παπανικολής τοποθετούνταν Διοικητής του δεκάτου λόχου που ιδρύονταν τώρα. Ο Παπανικολής για να μην είναι άγνωστος μεταξύ αγνώστων ζήτησε ν΄ αποσπαστεί μαζί του και η διμοιρία μας που είχε γνωρίσει. Είμαστε έμπειροι, πειθαρχικοί, μαχητικοί και μονιασμένοι. Θα μπορούσε να γίνει η μαγιά του λόχου που ιδρύονταν. Οι περισσότεροι της διμοιρίας είχαν αφήσει πράγματά τους σε γνωστούς μου που ήσαν στο Σύνταγμα και μου απέκλεισαν την ματαίωση της διαταγής. Ο Βασίλης Μπαβέλας από την Παλιά Κόρινθο, επιλοχίας, μου είπε να μην κάνω ούτε συζήτηση. «Δεν παίρνει μελάνι».
Ο Αντρέας Τζέκος από την Κόρινθο είπε: κάντο συζήτηση στη Διοίκηση, αλλά μην περιμένεις αποτέλεσμα.
Κινήσαμε οι τρεις λοχίες, ο «Αχιλλέας» (Σωτήρης Γιαννατσούλας από τον Αλυσό της Αχαϊας, σκοτώθηκε στη μάχη του Αχλαδόκαμπου), ο Παύλος Βελής από την Κόρινθο κι εγώ. Πήγαμε στα γραφεία κι ο υπασπιστής του Συντάγματος, ένας λοχαγός «όνομα και μη χωριό», δεν μας δέχτηκαν ούτε για συζήτηση.
Πήγαμε πήραμε τη διμοιρία και γυρίσαμε προς τα γραφεία. Η ώρα ήταν απογευματινή ίσως πέντε.
Μόλις μας είδε ο υπασπιστής αφήνιασε και φώναζε σε κάνα δυό αξιωματικούς του γραφείου πληροφοριών: αφοπλίστε τους, αφοπλίστε τους, στάση, στάση, αφοπλίστε τους.
Εγώ είχα κάπως το αυταρχικό στο χαραχτήρα μου και η αυθαιρηστομιά.
Στήνω τ΄ μυδράλιο στη μάντρα και:
-Έλα να μας αφοπλίσεις εσύ, ρε ταγματασφαλίτη.
Ευτυχώς εμφανίστηκε ο Μενέλαος (παλιός Ακροναυπλιώτης, Γλυκοφρύδης από το Λουτράκι), καπετάνιος του Συντάγματος.
-Τι συμβαίνει Λάμπρο;
-Να, συναγωνιστή Μενέλαε, θέλουμε να μιλήσουμε και μας αποδιώχνει σα σκυλιά. Και τώρα ουρλιάζει να μας αφοπλίσουν.
Κατέβηκε τη σκάλα κι ήρθε ανάμεσά μας.
-Πέστε μου τι ζητάτε;
-Επειδή πολλοί από μας έχουν αφήσει αλλαξιές ρούχα στο Σαραντάπηχο, ζητάμε να σταλούν στον 1ο λόχο τα ομαδικά όπλα και να μαζέψουν τα πράγματα από τα σπίτια που τα΄ χουν αφήσει και να επιστρέψουν.

Σελ. 67
-Εντάξει, θα στείλουμε τα βαριά όπλα στον 1ο λόχο. Ξεχωρίστε έξι άντρες να πάνε τα οπλοπολυβόλα και τα κιβωτίδια. Μην ξεχνάτε πως τον καινούργιο λόχο πρέπει να τον στελεχώσουμε κι εσείς θα είστε τα στελέχη.
Έτσι έληξε κι ο εκνευρισμός , κι η αντιπαράθεση.

Ο ΚΑΗΜΟΣ ΤΟΥ ΜΙΑΟΥΛΗ
Ήταν Οχτώβρης του ΄44. Οι Γερμανοί είχαν φύγει. Ο λόχος μας βρίσκονταν στο Βέλο Κορινθίας. Στο δρόμο για τη σχολή ΑΧΕΠΑ έμενε κάποιος γνωστός μου από το Καμάρι, που είχε παντρευτεί στο Βέλο. Ο Γιώργος Ταρνάρης.
Πήγα να τον επισκεφτώ. Απέναντι σ΄ ένα άλλο σπίτι στην ισόγεια βεράντα κάθονταν ο σπιτονοικοκύρης και ο αντάρτης «Μιαούλης» (Νίκος Τσαϊπάς, από την Αράχοβα του Αιγίου). Μόλις με είδε μου φώναξε:
-Έλα Λάμπρο. Εδώ έχω έναν καλό φίλο. Έλα να σε γνωρίσω.
Τράβηξα ίσια και πήγα στην παρέα τους. Αφού είπαμε πολλά και διάφορα, άρχισε ο Μιαούλης τα παράπονά του.
Δεν γνώριζε πολλά γράμματα, αλλά η πενηντάχρονη πείρα του στη ζωή τον είχε διδάξει τόσα, που υποπτευόταν και τη σκιά του. Ήταν άξιος μαχητής (ελεύθερος σκοπευτής) και πολιτικά ώριμος.
-Τι ήταν αυτό ρε Λάμπρο που είπε ο Σκόμπυ στην Κόρινθο που είχαμε πάει να τον τιμήσουμε; «Να μας δώσει από μια λίρα και να πάμε στα σπίτια μας»;
-Λάμπρο «οι ηγέτες μας κάνουν νερά, μας προδίδουν». Δεν υψώνουν το αναστημά μας. Πάρε παράδειγμα τον καπετάνιο του λόχου μας. Αφού αυτός έδωσε διαταγή στην Κρυάβρυση να καίγονται όσα σπίτια έχουν όπλα εναντίον μας, τώρα τα φορτώνει στον «Απατατζούμ», τον τηλεφωνητή του λόχου τον Ανδριώτη.
-Νίκο τι να σου πω; Όπως ξέρεις έλειψα για λίγο από το λόχο με το νοσοκομείο και την αναρρωτική άδεια και δεν πήρα μέρος ούτε στα Ρουζενά, ούτε στην Κρυάβρυση και δεν γνωρίζω τα γεγονότα από πρώτο χέρι.
-Πρέπει να έχεις γνώμη για όλα και να μην φοβάσαι να τη διαλαλείς. Όχι λούφα!

Σελ. 68
ΝΙΤΣΙΚ ΜΠΟΥΚ
Με την υποχώρηση μετά τα Δεκεμβριανά, βρεθήκαμε στη μονή κλειστών της Χασιάς.
Εκεί είχαν φέρει διάφορα εφόδια. Όλοι έπρεπε να φορτωθούμε, εκτός από τον ατομικό μας οπλισμό, εκατό φυσίγγια του οπλοπολυβόλου. Να πάρουμε από ένα καρβέλι ψωμί και δυο κορν-μπίφ ο καθένας. Υπήρχαν και πολλά τόπια υφάσματα και μπορούσαμε να πάρει ο καθένας όσα μπορούσε να φορτωθεί, μια και είχαμε να κάνουμε πορεία πολλών ημερών. Αρχική κατεύθυνση «Παρνασσός».
Ύστερα έγινε ανακωχή και σε συνέχεια η συμφωνία της Βάρκιζας οπότε αλλάξαμε σημείο σύμπτυξης και τώρα πήραμε εντολή γι «Μπίσια». Ένα χωριό κοντά στην Περαχώρα Λουτρακίου.
Εγώ είχα φορτωθεί εκτός από τα υποχρεωτικά, ένα κιβωτίδιο με 10 οπλοβολίδες, την χοάνη και το σκοπευτικό μηχάνημα (όλα αυτά για το όπλο μου το μάουζερ). Πάνω απ΄ όλα στο γελιό είχα και δυο τόπια αλατζιά(ύφασμα).
Τις τσέπες της χλαίνης μου τις είχα γεμίσει με καπνό και τσιγάρα-σπάνιο είδος για κείνες τις μέρες. Τα είχα βρει στα εφόδια που εγκαταλείπαμε στο πλάτεμα της δημοσιάς που αρχίζει μονοπάτι γι ατην μονή κλειστών. Εγκαταλείπαμε ολόκληρες στοίβες από κονσέρβες και άλλα εφόδια. Ο καπνός και τα τσιγάρα ήσαν σε κάτι κασέλες του συνεργείου τσαγκαράδων του 6ου Συντάγματος που είχαν ξεφορτωθεί κατά λάθος σ΄αυτό το σημείο και που τα συνόδευε ο «Θεσσαλός» (Σοφοκλής Μπάρτζης από την Βόχα). Ήταν επιλοχίας. Ήταν τραυματίας της μάχης της Στυμφαλίας και γνωστός μου από τα τέλη του Ιουλίου 1943 που βγήκε στο βουνό μαζί με τον αδερφό του Σωκράτη.
-Να μην πειραχθεί ούτε μια κονσέρβα έχω εντολή, αλλά για σας θα δείξω κάποια ελαστικότητα. Βρέστε καμιά κονσέρβα που σας αρέσει, αλλά εγώ «δεν ξέρω τίποτα».
Κονσέρβες μπορεί να μην βρήκαμε αλλά βρήκαμε μερικές κούτες τσιγάρα και μερικές οκάδες καπνό. Αλλά «στους πολλούς σακί μη λύσεις, γιατί αν λύσεις δεν το δένεις».
Σ΄ όλη τη διαδρομή είχα γίνει γνωστός και σ΄ όλους τους αγνώστους.
-Τι θα γίνει ρε Λάμπρο. Δε θα ανάψουμε κάνα στριφτό;
Πήγαμε στα Κρόρα-Πάναχτο. Μαζί, έξω από τα Βίλλια αλλάξαμε κατεύθυνση και αντί για Παρνασσό πήγαμε Πόρτο Γερμαμανό-Αλεποχώρι-Σχοίνο.
Η διαδρομή μακρινή και τα εφόδια τελείωσαν. Μετά από τόση κούραση και το ξεχαρβάλωμα των παπουτσιών έμεινα στους βραδυπορούντες. Ο Ιπποκράτης Καρατζάς από την Λυκοποριά Κορινθίας ήταν κι αυτός βραδυπορών.
-Δεν πείνασες ρε Λάμπρο; Μου λέει.

Σελ. 69
-Μωρέ πείνασα που δεν σε βλέπω.
Ήταν ένας όρμος βαθύς με ακτή βράχια.
-Θα ρίξω μια μίλς θα μπορέσουμε να πιάσουμε κάνα ψάρι.
-Έτοιμος είμαι να βουτήξω!
Βγάζω την ασφαλιστική περόνη και ξεφορτώνομαι μια αμυντική χειροβομβίδα.
Σε λίγα δευτερόλεπτα σηκώθηκε ένας πίδακας στη θάλασσα με υπόκωφο κρότο.
Σε ένα δυο λεπτά ηρέμησαν τα νερά και τι να δούμε: Επέπλεε μόνο ένας σπάρος. Τραγική ειρωνεία.
Βούτηξε ο Καρατζάς και τον πήρε.
Προχωρώντας είδαμε ένα μαντρί. Πήγαμε στο παράθυρο που ήταν κουφωτό και το ανοίξαμε. Τα σάλια μας άρχισαν να τρέχουν. Από τη σκεπή κρεμόταν μια τάβλα με δύο σύρματα κι είχε πάνω 5-6 καρβέλια ψωμί.
Φωνάξαμε, ξαναφωνάξαμε, αλλά δεν πήραμε απάντηση. Λέω στον Καρατζά:
-Πήδα μέσα και πάρε ένα καρβέλι.
-Και αν είναι κρυμμένος κανένας και μου τη μπουμπουνίσει μόλις μπω;
-Μη φοβάσαι, σε καλύπτω!
Πήδηξε μέσα, πήρε το καρβέλι και μου το έφερε στο παράθυρο.
-Περίμενε του λέω. (Έκοψα από το τόπι αλατζιά, που κουβαλούσα) Να πάρε και σκέπασε τα ψωμιά. (Ήταν 4-5 μέτρα ύφασμα).
Βγήκε κόψαμε από μια κομμάτα και τρώγαμε να κορέσουμε την πείνα μας. Πέσαμε σε άλλους βραδυπορούντες κι ώσπου να πούμε ότι ρουπώσαμε, είχε εξαφανιστεί το καρβέλι.
Κάποτε φτάσαμε στο χωριό. Σμίξαμε με πολλούς. «Εντολή του Συντάγματος να παραμείνει το 10 τάγμα στο «Σχοίνο». Μας πήγαν σε κάποιο σπίτι ακατοίκητο. Έψαξα και βρήκα μόνο ελιές από φαγώσιμα.
Την άλλη μέρα κάναμε μια τσάρκα προς το πάνω μέρος του χωριού. Μου είχε μάθει μερικές λέξεις ο Χρήστος ο Ταμπούκος από το Λουτράκι. Άντε λέω. Θα τις ξεφουρνίσω κι ότι γίνει.
Όλοι εκεί μιλούσαν αρβανίτικα.
-Νιτσίκ μουκ ορέ πλιάκ. (Λίγο ψωμί βρε γερόντοσσα)
-Εκεί του, εκεί του. (Έλα δω, έλα δω).
-Μίλησες του πουλιού τη γλώσσα! Μου λέει ι συνοδός μου.
-Για κούγιε. Μου λέει η γερόντισσα. Τόμπολα εγώ.
-Από πού είσαι σε ρωτάει, μου λέει μια πιο νέα.
-Από απέναντι από το Ζεμενό. (Ήξερα ότι είναι αρβανιτοχώρι). Οι γονείς μας τα μιλούσανε, αλλά εμείς οι νεότεροι όχι.
-Το ίδιο και εδώ, η νεολαία μας δεν τα καταδέχεται.

Σελ. 70
Μας δώσανε και ψωμί και τυρί κι ελιές. Έδειξαν πολύ πρόθυμες όλες οι κυράδες.
Το είπαμε στο Φάνη τον Αποστολίδη που ήταν κομματικός γραμματέας του τάγματος κι άρχισε η κινητοποίηση.
‘Ολη η γειτονιά ζύμωνε και φούρνιζε ψωμί για το τάγμα. Τα καζάνια στήθηκαν και για όσες μέρες είμαστε στο Σχοίνο ήτανε σα να είμαστε στο σπίτι μας. Μέχρι που ίσχυσε η ανακωχή και επετράπη να περάσουν τον Ισθμό, τα τμήματα Πελοποννήσου.

ΑΥΤΟΚΑΘΑΙΡΕΣΗ
Ήταν μετά την υποχώρηση του Δεκέμβρη και την υπογραφή της Βάρκιζας.
Βρισκόμαστε στον Αχλαδόκαμπο. Η ομάδα μου είχε καταυλιστεί σ΄ ένα σπίτι του κ. Καρβέλα που είχε δυο κόρες κι ένα γιο το Σπύρο.
Με τους σπιτονοικοκυρέους μας τα πηγαίναμε πολύ καλά παρά το ότι η μεγάλη κόρη(19 χρονών) μας είχε δηλώσει ξεκάθαρα, ότι δεν μας συμπαθεί γιατί στην μάχη είχαμε σκοτώσει έναν εξάδερφό της.
Ο πατέρας της είχε κάνει μερικά χρόνια Αμερική. Είχε ανεβασμένο πολιτικό κριτήριο. Καταδίκαζε τις εκτελέσεις αιχμαλώτων, αλλά δικαιολογούσε την επίθεση των ανταρτών ύστερα από την ειδοποίηση: «Να παραδώσουν τα όπλα που είχαν πάρει από τους γερμανούς για να μην ανατινάξουν τη γέφυρα».
Οι αξιωματικοί των ταγματασφαλιτών απάντησαν: «Ελάτε να τα πάρετε αν έχετε κότσια».
Ο κ. Καρβελάς διαλαλούσε ότι ήταν λάθος η απάντηση.
Στις σχέσεις μας με τους πολίτες προσπαθούσαμε να είμαστε άψογοι και μάλιστα στον Αχλαδόκαμπο που παρακολουθούσαν και την παραμικρή κίνηση μας.
Κι ενώ τα πράγματα ήσαν ήρεμα, η επίσκεψη του διμοιρίτη μας. Ανθυπολοχαγού Φάνη Πίκουλα (από το Φονιά Φενεού) ήρθε να θολώσει και να ταράξει τα νερά.

Σελ. 71
Δήλωσε βραδιάτικα ότι θα μείνει να κοιμηθεί στο χώρο της ομάδας μας. Του κάναμε χώρο. Άρχισε τις συζητήσεις για τι τι πρόκειται να γίνει, και πως θ΄ αντιμετωπίσει τη ζωή ο καθένας μας.
Ο  οπλοπολυβολητής της ομάδας μας, Αρίστος Παπαγγελόπουλος από το Δερβένι Κορινθίας είπε:
-Εγώ δεν έχω πρόβλημα. Θα πάω στη δουλειά του πατέρα μου, που είναι μηχανοδηγός στα τρένα.
-Και μέχρι να σε δεχτούν στα τρένα, πως θα την βγάζεις;
-Έχω τον τρόπο μου.
Και τραβάει από την ωρολογότσεπη του μια χούφτα χρυσά νομίσματα (πάνω από 10 λίρες και ναπολεώνια) και τα κάνει προκλητικά μόστρα στον Ανθυπολοχαγό Φάνη. Ο Φάνης δεν έχασε την ευκαιρία , χτυπάει το χέρι του Αρίστου και οι λίρες φτερούγισαν στον αγέρα κι έπεσαν στο πάτωμα. Όρμησαν και δυο μπρούμυτα στο πάτωμα και συμμάζεψαν τα νομίσματα.
Ο Φάνης είχε αρπάξει δυο λίρες εγγλέζικες. Ο Αρίστος τις ζητάει υψώνοντας τη φωνή και βρίζοντας τραβάει το πιστόλι του γκολτ 38.
Ο Φάνης δεν έχασε την ευκαιρία πάλι: κάτσε καλά θα σε μπουμπουνίσω. Και κόλλησε το 38χτάριστο λαιμό του Αρίστου. Ο Αρίστος τον σπρώχνει, τον ρίχνει κάτω και καβαλάει πάνω του βάζοντας το πιστόλι στο κεφάλι του Φάνη.
Η ομάδα έχει αναστατωθεί και το σπίτι τρέμει όλο από την πάλη.
Η ώρα είναι περασμένη. Κι ενώ είχα ξαπλώσει, πετάγομαι και αρπάζω το πιστόλι του Αρίστου. Επειδή φοβήθηκα ότι ο Φάνης μπορεί να τον πυροβολήσει, παίρνω και το πιστόλι του Φάνη, που δεν έφερε αντίρρηση.
-Τώρα να τα ζητήσετε από το γραφείο του λόχου, είπα και βγήκα έξω.
Δεν πήγα στο γραφείο του λόχου, αλλά στο χαγιάτι του σπιτιού, που είχαν στοιβάξει ελιόκλαρες για να ταϊζουν τις κατσίκες.
Ο Φάνης μετά από 2-3 λεπτά-φαίνεται πως συνειδητοποίησε τι είχε πάθει-αρπάζει μια αραβίδα από το θάλαμο και τρέχει προς το γραφείο του λόχου για να με προλάβει.
Μόλις ο Φάνης έστριψε και πήρε την κατηφόρα, εγώ μπήκα στο θάλαμο.
-Δεν σε βρήκε ο Φάνης; Ρώτησαν οι άντρες της ομάδας μου, που είχαν ακούσει τις απειλές του Φάνη.
Έβαλα και τα δυο πιστόλια πάνω στο τζάκι και ξαναξάπλωσα.
Την άλλη μέρα κλήθηκα στο γραφείο του λόχου. Ήταν εκεί ο Διοικητής του λόχου «Θανασούλας» και ο καπετάνιος Κ. Αντωνίου από το Λουτράκι.
Ήταν κι οι δύο τους νέοι στον 1ο λόχο. Ο Θανασούλας ήταν διοικητής του 3ου τάγματος του 6ου Συντάγματος κατά τις επιχειρήσεις στα Δεκεμβριανά. Μετά την υποχώρηση έγινε ανασυγκρότηση στον Αχλαδόκαμπο και στη διοίκηση του

Σελ. 72
Τάγματος  έβαλαν τον λοχαγό μας «Φώντα» (Γ. Ασούρας από το Παρόρι της Τρίπολης) , ενώ το «Θανασούλα» τον έκαναν διοικητή του λόχου μας.
Τον λόγο τον είχε ο Θανασούλας:
-Με ποιο δικαίωμα αφοπλίζεις αξιωματικό;
-Τα πράγματα συνέβησαν ως εξής.
-Δεν θέλω ιστορίες. Με ποιο δικαίωμα αφοπλίζεις αξιωματικό του ΕΛΑΣ;
-Απειλήθηκαν σκοτωμοί…..
-Δεν σε ρώτησα……. (και σε πολύ έντονο ύφος): Ρωτάω με ποιο δικαίωμα…….
-Απαντάω «Επαναστατικώ δικαίω», αφού απειλείται η ζωή συναγωνιστών μου.
-Ξέρεις τι σημαίνει αυτό;
-Ναι το έπραξα και δεν μετανιώνω. Αφόπλισα δυο πλατσικολόγους.
-Ξέρεις γιατί στα δώσανε αυτά τα γαλόνια που φοράς;
-Αν νομίζετε ότι μ΄ αυτά θα είμαι ένα άβουλο ον; Πάρτε τα.
Και ξηλώνοντας τα γαλόνια τραβηχτά, τα πέταξα πάνω στο τραπέζι μπροστά στο Θανασούλα. Γι  αυτό και στο απολυτήριο του ΕΛΑΣ που το φυλάω μέχρι σήμερα) φέρομαι σαν οπλίτης και όχι λοχίας.
Γι΄ αυτό και σε όλη μου τη ζωή πια δεν δέχτηκα υπευθυνότητες. Δεν το ανέχομαι να γίνομαι υποχείριο κανενός. Πράττω κατά συνείδηση.
Βοηθάω τους δίκαιους αγώνες αλλά αρνούμαι κάθε προβολή. Όπως έγινε με το συνδικαλιστικό ή για την υποψηφιότητα δημοτικού συμβούλου στην Ν. Σμύρνη που μου πρότεινε ο Αχιλλέας Μπλάνας.

Σελ. 73


Σελ. 74
ΜΙΑ ΟΜΟΛΟΓΙΑ
Ο Βλάσης Οικονομόπουλος από τα Καλύβια του Φενεού Κορινθίας μου είχε εκμυστηρευτεί μια παρατυπία του, που όχι ότι είχε τύψεις αλλά το θεωρούσε καύχημα του.
Όταν ήταν στη φρουρά του στρατοπέδου στον Άγιο Γεώργιο Φενεού έγιναν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των γερμανών κι υποχρεώθηκαν να εκκαθαρίσουν το στρατόπεδο για να μετακινηθούν.
Ήταν του Αϊ-Λιός του 1944. Στους μελλοθάνατους ήταν κι ένας κοντοχωριανός του Βλάση. Ο Χαρ. Φλέκας από τη Συβίστρα. Ο Βλάσης δεν είχε πειστεί για την ενοχή του Χαράλαμπου. Το είπε στον Κώστα Γλυκό που ήταν επικεφαλής της φρουράς αλλά δεν έλαβε απάντηση.
Τότε αποφάσισε μόνος του, τη νύχτα, έλυσε τον κρατούμενο και τον συμβούλεψε να πάει στο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ. Όχι στους γερμανούς.
Ο Χαράλαμπος άκουσε το Βλάση και σε τρεις μέρες είχε παρουσιαστεί στην έδρα του Συντάγματος που ήταν στο χωριό Γκιόζα(Μάτι).
Οι αρμόδιοι τον άκουσαν και τελικά του έδωσαν εργασία στη διαχείριση του Συντάγματος, που έμεινε μέχρι την παράδοση των όπλων με τη Συμφωνία της Βάρκιζας, χωρίς να δώσει την παραμικρή αφορμή.
Ο Βλάσης Οικονομόπουλος εκτελέστηκε στην Ακροναυπλία με την πρώτη εκτέλεση κατοχικών μαζί με τους Αποστολάκη Νίκο, Σεραφείμ Γκιόκα, Παν. Τσόχλα, Αντώνη Τομαρά, Νικήτα Σαναρτζή, Κώστα Γλυκό. Βελεστίνο Γιάννη. Λιακουσιώτη Περίανδρο και δύο ακόμα. Σύνολο έντεκα.
Ο Φλέκας από το 1946 προσελήφθη σαν σωφρονιστικός υπάλληλος (φύλακας φυλακών). Από αφορμή αυτήν την πρόσληψη έγινε η συζήτηση με τον Βλάση.
Είχα επιμελώς παρακολουθήσει τη συμπεριφορά του Χαράλαμπου που ήταν τυπική και ευγενική προς τους πολιτικούς κρατούμενους.
Όταν το 1950 γύρισα από τα Γιούρα για λίγο πήγα και στη φυλακή Κορίνθου (Μαχαίρα). Συνάντησα και το φύλακα Χαράλαμπο Φλέκα, που σε πρώτη ευκαιρία τον ρώτησα εάν είναι «λάθρα βιών». Μου απάντησε ναι. Τη ζωή μου την χρωστάω στο Βλάση Οικονομόπουλο που δυστυχώς σήμερα δε ζει.

Σελ. 75
ΜΩΣΑΪΚΟΣ ΝΟΜΟΣ
Το Καλοκαίρι του ΄44 ο 1ος βρισκόταν στο Περθώρι. Στο ίδιο χωριό ήταν και ο λόχος πολυβόλων «μηχανημάτων» του 1ου τάγματος.
Είχε σχηματιστεί η κυβέρνηση του βουνού-Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (Π.Ε.Ε.Α.).
Υιοθετήθηκε ταχτική διάλυση του κρατικού  μηχανισμού του Ράλλη.
Ένα από τα μέσα που εφαρμόστηκε ήταν η σύλληψη των οικογενειών, των ανθρώπων που υπηρετούσαν στον κρατικά μηχανισμό, μέχρι να φύγουν, να εμφανιστούν στον ΕΛΑΣ οι καταζητούμενοι.
Στην περίπτωση του Γιάννη Γιοβά από τη Βαρβάρα που ήταν Ενωματάρχης υπασπιστής του Ταβουλάρη, είχε επιτυχία.
Ένα μεσημέρι είδαμε να μπαίνει στην πλατεία του χωριού ένας ψηλός άντρας με άσπρο πουκάμισο, γραβάτα κι εξάρτηση, με πιστόλι στη ζώνη και ζήτησε το λοχαγό. Συστήθηκε και παρέδωσε το πιστόλι του. Διετάχθη η ελευθέρωση της οικογένειας του κι ο Γιάννης Γιοβάς έγινε αντάρτης.
Στην περίπτωση όμως του Τριαντάφυλλου από τη Σβυρού τα πράγματα πήραν κακή τροπή. Είχαν συλλάβει τέσσερα μέλη της οικογένειας Τριανταφύλλου (πατέρα, μάνα και δύο αδέρφια) του υπολοχαγού των ταγμάτων ασφαλείας. Να τον αναγκάσουν να φύγει από τους γερμανούς. Τους φέρανε στο Περιθώρι. Τους παρέλαβε ο Μιαούλης και ο Ξυράφης να τους πάνε στο στρατόπεδο του Αϊ-Γιώργη στο Φενεό.
Όταν βγήκαν από το χωριό ο ένας από τους νεαρούς έσπρωξε τον Ξυράφη στην πλαγιά και τα΄ βαλαν στα πόδια οι νέοι. Όπως έτρεχαν στη κατηφόρα ο Μιαούλης όπλισε το «μαρσίπ» κι έριξε κάνα δυο ριπές. Οι σφαίρες πήραν τον ένα. Ό άλλος έτρεχε κι είχε ξεφύγει τον κίνδυνο πιάνοντας τη ρεματιά που οδηγεί στη Σελιάνα.
Οι ριπές ξάφνιασαν τους δυο λόχους που ήταν μέσα στο χωριό. Έτρεξαν να δούνε τι συμβαίνει. Ο Βλάσης Καρούζος που βρισκόταν στα τελευταία σπίτια του χωριού, κοντά στο ρέμα είδε τον δραπέτη τον πυροβόλησε και έπεσε νεκρός.
Μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας που παρέδωσε ο ΕΛΑΣ τα όπλα, ο υπολοχαγός Τριανταφύλλου επέδραμε στο Περθώρι, συνέλαβε τον Καρούζο τον βασάνισε και τον έφερε στο Δερβένι Κορινθίας.
Εκεί συνέχισαν τα βασανιστήρια μέχρι που του έκοψαν τα γεννητικά όργανα, που είχε σα συνέπεια να πεθάνει μέσα στο κρατητήριο από ακατάσχετη αιμορραγία.

Σελ. 76
ΑΨΥΧΟΛΟΓΗΤΑ
Στα μέσα του Σεπτέμβρη ’44 βρισκόμουν σε αναρρωτική άδεια στα Σοφιανά. ‘Έρχεται ο Ηλίας Κουρούμαλης, αδερφός του Κίμωνα που είχαμε βγει μαζί στο βουνό τον Ιούλη του  ’43 και αποστρατεύτηκε το Γενάρη του ΄44, και μου λέει:
-Στα Τρίκαλα έχουν, τρεις μέρες τώρα, κρατούμενο τον Νώτη Κούγια.
-Γιατί; Τι έκανε;
-Είχε μια ψεκαστήρα στη πλάτη και γύρναγε στα αυλάκια των δρόμων που υπήρχαν στάσιμα νερά. Μαζί με τον Αγγελή το Μισίρη μάζευαν κουνούπια για την υπηρεσία των γερμανών και μετά ράντιζαν.
Τους γνώριζα και τους δύο. Ήσαν γειτόνοι μου στο Ξυλόκαστρο. Ο Νώτης ήταν και συγγενής. Η μάνα του Νώτη και η μάνα του Ηλία Κουρούμαλη ήσαν αδερφάδες.
Κινήσαμε και πήγαμε στα Τρίκαλα.
Στο φρουραρχείο βρήκα τον Ανθυπολοχαγό «Κρέων» (Μήτσος Ιωάννου από την Ντούσια-εκτελέστηκε στην Κεφαλονιά).
-Τι συμβαίνει ρε Μήτσο (ήταν γνωστός μου) με τον Κούγια; Τον πατέρα του τον έχουν πιάσει οι γερμανοί , τον γιό θα τον κρατάμε εμείς. Τι συμβαίνει;
-Τους γνωρίζεις; Εδώ δεν τους ξέρει κανένας. Μου τους έφερε η οργάνωση της Ρίζας που τους έπιασε και μου είπαν ότι είναι συνεργάτες των γερμανών.
-Ρε Μήτσο άλλο πράγμα μεροκαματιάρηδες στις δουλειές των γερμανών κι άλλο συνεργάτες. Που του έχεις;
-Να εδώ. (Ξεκλείδωσε μια πόρτα και μπήκαμε)
Μόλις με είδαν οι δύο κρατούμενοι πετάχτηκαν απάνω, μ΄ αγκάλιασαν και με φίλησαν.
Ο Κρέων είδε την οικειότητα μαζί τους και κατάλαβε ότι είναι δικοί μας άνθρωποι κι όχι ένοχοι.
Πήγαμε στο διπλανό  δωμάτιο και είπαμε λεπτομέρειες.
-Τι θες να κάνω ρε Λάμπρο που όλοι φοβούνται και κανένας δε λέει ότι τους ξέρει; Ότι τους γνωρίζει;
-Τον πατέρα του τον πιάσανε οι γερμανοί μαζί με τον πατέρα αυτουνού εδώ, του Ηλία. Ο Κούγιας αρρώστησε και τον πήγαν στο νοσοκομείο. Όταν ήρθε η διαταγή να εκτελεστούν, δεν τον βρήκαν στη φυλακή. Τον πατέρα του Ηλία Κουρούμαλη τον εκτέλεσαν μαζί με άλλους στο περιβόλι του Νέγρη.
-Τότε να τους απολύσω!
-Το καλύτερο που έχεις να κάνεις.
Άνοιξε το κρατητήριο και τους απηύθυνε:
-Γιατί δε μιλάτε ρε, ότι είστε δικοί μας άνθρωποι; Ξέρετε ότι αν είχαμε άνοδο των γερμανών προς τα χωριά μας θα σας εκτελούσαν. Γιατί δε μιλάτε;

Σελ. 77
-Και ποιος μας ρώτησε; Τι είμαστε; Αν πεινάμε ή αν διψάμε; Τρεις μέρες τώρα ποιος μας είδε; Ποιόν να ειδοποιήσουμε; (Ψέλλισαν οι κρατούμενοι)
-Είστε ελεύθεροι! Μόνο εσένα νεαρέ που έχεις καινούργια άρβυλα θα σου τα πάρω γιατί τα δικά μου τρύπησαν.
-Να φύγω κι ας φύγω ξυπόλητος.
Από τον Ηλία έμαθα ότι στα χωράφια μας στην Αμπιδιά έχουν θάψει δυο Ξυλοκαστρίτες. Τον Στίκα και Μαργαρίτη.
-Τι έκαναν; Ποιος τους έφερε; Ποια κατηγορία τους βαρύνει;
-Δεν ξέρω, αν αρχίσεις να σκαλίζεις κινδυνεύεις να πας στην «Χωματούπολη».
Από τον Ηλία επίσης πληροφορήθηκα ότι σκότωσαν τον Νίκο Αναστασόπουλο από το Ξυλόκαστρο. Δεν ήξερε που τον είχαν σκοτώσει.
Τον Νίκο το ήξερα γιατί είχαμε και μια κουμπαριά. Ήξερα ότι ήταν οργανωμένος κι ότι έλαβε μέρος στη σύλληψη του προδότη παπα- Μπούρμπουλα.
Πληροφορήθηκα ότι η οργάνωση Ξυλοκάστρου όταν συνελήφθη η οικογένεια του διερμηνέα των γερμανών Κλουτσινιώτη, *[* Υπάρχουν υπόνοιες για κάρφωμα στους γερμανούς των μελών της ΕΑΜΙΚΗΣ οργάνωσης. Η οργάνωση Ξυλοκάστρου δέχτηκε νωρίς ένα σοβαρό χτύπημα. Συνέλαβαν μερικούς πολίτες του Ξυλοκάστρου. Ξεχώρισαν μερικούς που ήσαν δεξιοί και εκτέλεσαν τους δημοκράτες Κώστας και Θανάσης Σκουρδής, Στάθης και Βασίλης Τσάμης, Πέτρος Καραγιάννης , ο Χαράλαμπος Γεωργίου και Μελέτης Τσαβάρας, Αφέθηκαν ελεύθεροι οι Βάσος Βαρβιτσιώτης, Γεράσιμος Μετζελόπουλος, Κώστας Φιαμέγκος κ.α. Ο Βάσος Βαρβιτσιώτης είχε έρθει και συνάντησε τους αντάρτες στη Μιδαλέζα του Φενεού, τον Αύγουστο του 1943, μαζί με το Β. Γαβρά (ισως για συνεργασία). Αργότερα –μετά την Βάρκιζα- διώκτης των τέως ανταρτών] έστειλε με τον Νίκο Αναστασόπουλο, υπόμνημα να μην πειραχθεί η οικογένεια Κλουτσινιώτη. Αυτοί που εκτέλεσαν την  οικογένεια Κλουτσινιώτη εξαφάνισαν και τον κομιστή του υπομνήματος που ήταν ο Νίκος Αναστασόπουλος.
Να τα αψυχολόγητα χτυπήματα του φρουραρχείου 8 και το άγχος και η φοβία στην περιφέρεια για τους ανθρώπους του φρουραρχείου της ΟΠΛΑ.
Ο Βασίλης ο Γαβράς ζούσε στο Ξυλόκαστρο. Ήταν γνωστός σε όλη την κοινωνία του Ξυλοκάστρου. Ήταν λίγο θαρρετός και πολυλογάς. Στην κατοχή τον τσίμπησε η σάτιρα των νεολαίων, που ασχολήθηκε με τις ερωτοτροπίες των γυναικών με τους ιταλούς, και του αφιέρωσε:
«Κι ο Γαβράς ο φωνακλάς, έγινε κι αυτός μεγάλος κερατάς».


Σελ. 78
Οργανώθηκε στις ΕΑΜικές οργανώσεις. Ο γιός του ο Μίμης, «Δρόσος» βγήκε στο βουνό. Μάλιστα έδειξε ότι ήταν πολύ θαρρετός μαχητής.
Το Φθινόπωρο του 1943 είχε πιάσει αιχμάλωτο τον γερμανό που σκότωσε τον «Σουλιώτη» (Νίκο Παναγιαννάκη) και ρίχτηκε στη λίμνη της Στυμφαλίας για να γλιτώσει.
Στις 4 Μάρτη του 1944, είχε μείνει στους συγγενείς του στα Τρίκαλα Κορινθίας και έκαναν μπλόκο οι γερμανοί και τους έπιασαν στον ύπνο. Τον Μίμη Γαβρά, τον Αποστόλη Μαγκαφώση (δικηγόρο) τον Λευτέρη Μαγουλά απ΄το Κιάτο, τον «Τρομάρα» (Σπύρο….. Κερκυραίο που είχε παντρευτεί στο Αίγιο), και δύο ρώσους που τους είχαμε αφήσει σ΄ ένα εξωκλήσι (ήταν από τους αιχμαλώτους των γερμανών που την είχαν κοπανήσει με τον οπλισμό τους).
Τους κατέβασαν στο Ξυλόκαστρο. Ο πατέρας του Μίμη Γαβρά είχε πάρει τα χωριά σβάρνα της ορεινής Κορινθίας κι έκανε οργανωτική δουλειά με το ψευδώνυμο «Κουβαρίστρας».
Λέγεται ότι του έπιασαν ένα σημείωμα που το έστελνε στο διερμηνέα των γερμανών για να μεσολαβήσει, να μην εκτελεστεί ο γιός του ο Μίμης το σημείωμα χαρακτηρίστηκε συνδιαλλαγή με τον κατακτητή και ο «Κουβαρίστρας» εκτελέστηκε.
Κι ενώ ο πατέρας εκτελέστηκε σαν προδότης ο γιός Γαβράς εκτελέστηκε από τους γερμανούς σαν πατριώτης. 



                                                    19/01/15
Σωτήριος Ριζόγιαννης

ΥΓ. (1) 
Από το Βιβλίο  «ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΙΣ 1941-1945» του ΚΟΣΜΑ ΕΜΜ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΥ-1964.
Σελ. 862-863

«Οι κομμουνισταί, συλλαμβάνουν τον ιερέα Βασίλειον Μπούμπουλαν ή Μπούρμπουλαν, εφημέριον Σοφιανών, τον δολοφονούν το Ιούλιο 1943, διότι είχε το θάρρος να αποκαλύψη εις τους χωριανούς του, ότι τα όργανα και ο σκοπός του ΕΑΜ ήτο, όχι η απελευθέρωσις της Ελλάδος αλλά ο κομμουνισμός. Το θάρρος της γνώμης του και η υπεράσπισης της Ελλάδος ετιμωρήθη με την ζωή του.»

ΥΓ. (2) 
Από Ηλεκτρονικό Ριζοσπάστη -Κυριακή 20 Δεκέμβρη 2009.

«Στη μνήμη και προς τιμήν των αδερφιών μου.

Του ΓΙΑΝΝΗ ΚΟΥΡΟΥΜΑΛΗ, που στις 17 του Δεκέμβρη έκλεισαν τρία χρόνια από το θάνατό του. Γεννήθηκε το 1925 στα Σοφιαρά Κορινθίας. Οταν ήταν 17 ετών, στην τελευταία τάξη του Λυκείου, ήρθαν οι κατακτητές. Μόλις οι Ιταλοί έφθασαν στο χωριό, έκαψαν μερικά σπίτια, μαζί και το δικό μας. Τα παιδιά των πυροπαθών έφυγαν στον ΕΛΑΣ. Με την απελευθέρωση, οι παρακρατικοί μας κυνήγησαν να μας σκοτώσουν και καταδίκασαν τον Γιάννη σε 20 χρόνια φυλακή χωρίς να έχει κάνει τίποτα. Εκανε τα 17 γιατί δεν έκανε δήλωση, όπως του πρότεινε ο πρόεδρος του δικαστηρίου για να πάει στο σπίτι του, αφού έγκλημα δεν αποδείχτηκε. Αυτός αρνήθηκε και τράβηξε το δρόμο των αγωνιστών. Στην πορεία παντρεύτηκε, έγινε πατέρας και παππούς.

Του ΒΛΑΣΣΗ ΚΟΥΡΟΥΜΑΛΗ, μεγαλύτερου από τα 8 αδέρφια. Ηταν στον ΕΛΑΣ και ανέλαβε τις πολιτικές οργανώσεις του χωριού μέχρι που έφυγαν οι Γερμανοί. Με το διώξιμο των Γερμανών, και το κυνήγι μας από τους παρακρατικούς, ενταχθήκαμε στον ΔΣΕ. Ηταν ΚΠ (Κέντρο Πληροφοριών), όπου τοποθετήθηκε από τους καπεταναίους του ΔΣΕ. Ερχόμενη η ενάτη μεραρχία, συνελήφθη και τον έστειλαν στις αντρικές φυλακές Πατρών, απ' όπου τον παρέδωσαν στους παρακρατικούς που τον τύφλωσαν βάζοντάς του καρφιά στα μάτια ζωντανό και μετά τον αποτέλειωσαν, χτυπώντας τον με μαχαιριές 4 άτομα. Ο Βλάσσης Κουρούμαλης του Κωνσταντίνου και της Αγγελικής, ήταν και τραυματίας του Αλβανικού Πολέμου. Επέζησε από τους Αλβανούς και τον σκότωσαν οι συμπατριώτες του παρακρατικοί.


Στη μνήμη τους, ο γιος του Κώστας, η σύζυγος Αφροδίτη, η πεθερά Μαρία, η εγγονή Μαρία και η αδερφή του Βούλα Τοσουνίδου - Κουρούμαλη, προσφέρουν 70 ευρώ στο ΚΚΕ.»


ΥΓ. (3)
Από το βιβλίο Δ. ΡΗΓΑ «Μαρτυρολόγιο» νεκροί από τα ΣΟΦΙΑΝΑ από την «αριστερή  πλευρά» οι:
ΚΟΥΡΟΥΜΑΛΗΣ ΒΛΑΣΗΣ του Κων/νου, αγρότης.
Γεννήθηκε στα Σοφιανά το 1912. Κατοικούσε στο Ξυλόκαστρο. Ήταν αντάρτης στον ΕΛΑΣ. Μετά την Βάρκιζα είχε διώξεις και πήγε στον Δ.Σ.Ε. Τον έπιασε ένα τμήμα του στρατού, στην περιοχή Πάτρας και τον δολοφόνησαν στο τέλος του Γενάρη του 1949.
ΚΟΥΡΟΥΜΑΛΗΣ ΚΩΣΤΑΣ του Βαγγέλη, μανάβης.
Γεννήθηκε στα Σοφιανά το 1890. Ήταν οργανωμένος στο ΕΑΜ. Τον συνέλβαν οι Γερμανοί στο χωριό του και τον εκτέλεσαν στην Κόρινθο, στο Περιβόλι του Νέγρη, το 1944.
ΚΟΥΡΟΥΜΑΛΗΣ  ΓΙΩΡΓΗΣ του Ηλία, αγρότης.
Γεννήθηκε στα Σοφιανά το 1890. Ήταν οργανωμένος στο ΕΑΜ. Μετά τη Βάρκιζα τον συνέλαβαν οι παρακρατικές οργανώσεις στο χωριό του. Τον βασάνισαν απάνθρωπα και λίγο αργότερα πέθανε από τα βασανιστήρια.
ΜΠΟΥΡΜΟΥΛΑΣ ΓΙΩΡΓΗΣ του Δημήτρη, αγρότης.
Γεννήθηκε στα Σοφιανά το 1927. Στην κατοχή ήταν αντάρτης στον ΕΛΑΣ. Μετά την Βάρκιζα πήγε στον ΔΣΕ, στο Αρχηγείο Αργολιδοκορινθίας, όπου είχε πλούσια δράση. Χτύπησε ένα τμήμα στρατού μόνος του. Τιμήθηκε για ανδραγαθία το 1948. Μετά τις εκκαθαρίστηκες επιχειρήσεις , το Μάρτη του 1949, παραδόθηκε στις αρχές. Το καρκουοδικείο τον καταδίκασε σε θάνατο και τον εκτέλεσαν στις 15-7-1949.

Από το βιβλίο του Ιωανν. Μπαλαφούτα: 1943-1944"Από τον  προμαχώνα της Στιμάγκας", νεκροί από τα ΣΟΦΙΑΝΑ από την «δεξιά πλευρά» οι:
ΚΟΥΡΟΥΜΑΛΗΣ Κ. Γ.
ΜΠΟΥΡΜΠΟΥΛΑΣ  Ε. Γ. (Παπάς)

Από το βιβλίο του ΚΟΣΜΑ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΥ  "ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΊΣΤΑΣΗ 1941-44 " -1964 , νεκροί από την «δεξιά πλευρά» οι:
ΚΟΥΡΟΥΜΑΛΗΣ Κων/νος.- Γελινιάτικα –Κτηματίας- Φενεός -5ος/44

ΚΟΥΡΟΥΜΑΛΗΣ Σπυρ.Γελινιάτικα-Κτηματίας-Φενεός -5ος/44

ΥΓ. (4) "Το 1948, μετά την μάχη στο Μπούζι Στυμφαλίας, παρακρατικοί αιχμαλωτιζουν μια νεαρή αντάρτισσα του ΔΣΕ. Την πέρασαν για την θρυλική "Δέσπω" του ΔΣΕ και αφού την βίασαν και την κατακρεούργησαν κατέβασαν το κεφάλι της και το κρέμασαν στην πλατέια Τρικάλων Κορινθίας. Το κεφάλι αυτό δεν ανοίκει στην "Δέσπω" (Βούλα Κουρούμαλη). Ήταν το κεφάλι της αδικοχαμένη Διαμάντως Αδαμοπούλου"
ΠΗΓΗ:http://fanthis.blogspot.gr/2015/06/t_14.html

ΔΙΥΘΥΝΣΗ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ "ΑΝΑΡΤΗΣΗΣ": http://rozosotiris.blogspot.gr/2015/01/077.html