Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2019

(099) ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ και ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΚΑΤΟΧΗ στο ΧΩΡΙΟ ΦΡΟΥΣΙΟΥΝΑ ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ

ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ
Την 29ην   Ιοουνίου του 1944 στο χωριό Φρουσιούνα του Άργους αντάρτες συλλαμβάνουν την αθώα Παρασκευούλα Άγγελου Μπάρλα μαζί με το μωρό της 6 μηνών και οδηγούνται στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στο μοναστήρι "Αγιου Γεώργιου" στη Φενεό, απ΄όπου μετά από την εκεί ταπείνωση και φρίκη 17 ημερών, οδηγούνται στην περιβόητη τρύπα-βάραθρο της  Φενεού και σφάζεται αγρίως τόσο η μάνα, όσο και το μωρό, ως θυσία στο θεό ΜΟΛΩΧ των κομμουνιστών.
Η Παρασκευούλα είχε άλλα δύο "αντιδραστικά" παιδιά, ένα  9 ετών (ο Γιάννης) και ένα  7 ετών (η Ευγενία)   τα οποία δεν τα βρήκαν γιά θυσία κι΄αυτά, ούτε όταν την συνέλαβαν ,ούτε μετά που τα έψαχναν για διάστημα 3 μηνών περίπου, γιατί τα έκρυψαν οι οικείοι της, τον μεν Γιάννη τον φυγάδευσε η αδερφή της μητρός του στο Άργος, την δε Ευγενία την έκρυβε η γιαγιά της από δώ και απ΄εκεί !
Ο κουνιάδος της Παρασκευούλας(Αδερφός του ανδρός της , Άγγελος)  , ο "αντιδραστικός" αθώος Αποστόλης Μπάρλας ήταν η αφορμή του ασύλληπτου εγκληματικού μένους κατά του "οικογενειακού κύκλου" των Μπαρλαίων. 
Μιά τραγική περίπτωση σε πλήρη εφαρμογή, από τις πάμπολλες που δεν ήταν απόρροια λαθών όπως λένε, αλλά απόρροια του δόγματος και των εντολών των αρχηγών ιστρουκτόρων του κόμματος περί της "Οικογενειακής ευθύνης"   ((βλ. Μπελογιάννη και....., όπως επίσης βλ. Νικήτα Σαμαρτζή, ενός από τους σφαγείς της Παρασκευούλας και του μωρού της, ο οποίος στην καταθεσή του αναφέρει: "Είχε δώσει εντολή η ΠΕΕΑ που έλεγε κάθε αντιδραστικός έπρεπε να εξοντώνεται και μάλιστα όλος ο οικογενειακός κύκλος και μέχρι εβδόμης γενεάς"(βλ. "ανάρτηση" 082)).
Η μόνη "ενοχή" του Αποστόλη Μπάρλα ήταν διότι 20 Ιουνίου 1944, κατόρθωσε περιπετειωδώς να ξεφύγει την τελευταία στιγμή από την σφαγή του, στο σφαγείο του χωριού Τάτσι (Εξοχή) Άργους΄. Έτσι  επειδή δεν μπορούσαν να ξανά πιάσουν αυτόν, έπιασαν και εκδικήθηκαν ό τι ζωντανό οικείο, της οικογένειας (ίσως και τις γάτες!).
Τα  μικρά παιδιά του Αποστόλη Μπάρλα, Γιάννης και Αντώνης συνελήφθηκαν(!) το Σεπτέμβριο του 1944, στο σπίτι της γιαγιά τους, στο χωριό Σάγκα-Μαντινείας- Αρκαδίας και ώς όμηροι  κλείστηκαν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης των κομμουνιστών στην Τρίπολη  και  απελευθερώθηκαν σχεδόν ημιθανή την 14 Δεκεμβρίου 1944 μαζί με όλους τους άλλους κρατουμένους (Σχετικά δε αναδεικνύεται και το "άγνωστο" μέχρι σήμερα, δηλ. τ΄ ότι στην Αρκαδία και στην Αργολίδα  ενώ οι Γερμανοί έφυγαν και "διευθετήθηκαν" τα των Ταγματασφαλιτών τον   Σεπτέμβριο του 1944 , το  στρατόπεδο συγκέντρωσης που έστησαν οι κομμουνιστές, στην Τρίπολη, ήταν ενεργό μέχρι και τον Δεκέμβριο του 1944.) 
Κατωτέρω παρατίθενται:
 Ως ΜΕΡΟΣ Α΄ απόσπασμα από το βιβλίο « Οι μνήμες μου για την πατρίδα» του Σωκράτη Δ. Αγγελόπουλου (βλ. ανάρτηση 082, σελ. 427-431) για την ανωτέρω κυρίως σχετική περίπτωση, μιάς και ο συγγραφέας ήταν γνώστης αφού ήταν από το γειτονικό χωριό της Φρουσιούνας, το Βρούστι και ενεργός τότε στα εκεί δρώμενα και ερευνητής κατόπιν.
Ως ΜΕΡΟΣ Β΄ απόσπασμα από το βιβλίο της Άννας Σωτηροπούλου «ΦΡΟΥΣΙΟΥΝΑ»/Μνήμες/2011/Άργος στο οποίο αναφέρονται κάποια πολύ λίγα μεν της ερευνά της, αλλά αξιόλογα, γνωστά και άγνωστα , για τα κατοχικά και εμφυλιακά στο χωριό καταγωγής της, το  Φρουσιούνα Άργους.
Η ψηφιακή επιμέλεια, των κειμένων, κάποιες αποσαφηνίσεις, σημειώσεις, υπογραμμίσεις, επισημάνσεις και υπομνηματισμοί, υπ΄ εμού.

ΜΕΡΟΣ Α΄
Ποία η αιτία της καταδίκης από κομ/στάς του Αποστόλη Μπάρλα εις θάνατον.

Ο Αποστόλης Μπάρλας με τους αδερφούς του  Άγγελο, ΠαναγιώτηΦίλιππο και Σωτήριο  από το χωριό Φρουσιούνα, γεωκτηνοτρόφοι με μεγάλες στάνες γιδοπρόβατα, στη κατοχή είχαν 1.100 ζωντανά. Το χειμώνα κατέβαζαν την στάνη τους στα στανοτόπια τους κοντά στο Σχοινοχώρι στο οικισμό Χέλμη, δια να περάσουν τον χειμώνα, την δε άνοιξι ανέβαζαν τις στάνες τους στην Αρμονιά, βουνά της Φρουσούνας. Άνθρωποι ξωμάχοι. Ήταν δε άνθρωποι ανοικτόκαρδοι, τραγουδιστές, καλλίφωνοι, τραγουδούσαν κλέφτικα ωραία ελληνικά τραγούδια και πάντα φιλόξενοι. Ο Αποστόλης ο μεγαλλίτερος πολέμησε στην Μικρά Ασία. Οι τρείς άλλοι Άγγελος, Παναγιώτης και Φίλιππος πολέμησαν στην Αλβανία. Ήλθε η κατοχή και ο Αποστόλης εμυήθηκε στην Ελληνική Αντίστασι, στο πρώτο ελληνικό αντάρτικο Αργολίδος, Φαρμακά Κουβελάκη, Βαζαίου. Το οποίον ως γνωρίζομε το διέλυσαν οι κομμουνιστές. Έκτοτε ο Αποστόλης εμπήκε εις τον κατάλογον των αντιδραστικών από το κόμμα, επειδή ήταν εις την οργάνωσιν της ελληνικής αντιστάσεως του ελληνικού αντάρτικου Φαρμακά.

Περί τα μέσα Ιουνίου 1944 οι γερμανοί κάμουν μίαν έξοδον προς τα βουνά Αργολιδοκορινθίας καθώς και εις άλλας περιοχάς της Πελοποννήσου. Οι καπετανέοι του ΕΛΑΣ Πελοποννήσου κατέτμησαν το αντάρτικο εις μικρά τμήματα τα διέταξαν να κρυφθούν και να μην δώσουν μάχες και να μην έρθουν με προστιβάς με τους γερμανούς δια τους λόγους που έχομε αναφέρει αλλού. Οι γερμανοί περνούν από τις στάνες των Μπαρλέων κάμουν πλιάτσικο και μέσα στα άλλα τους παίρνουν και τα ζώα τα δυό μουλάρια των Μπαρλέων. Η ζωή της κάθε οικογένειας ήταν τα μουλάρια τους αυτά ήταν το αυτοκινητά τους τότε ήταν τα μεταφορικά τους μέσα, με αυτά έσπερναν αλώνιζαν εκουβαλούσαν μετέφεραν. Οι γερμανοί φορτωμένα τα ζώα με πλιάτσικα τα έφεραν στο Άργος, όταν επέστρεψαν από την εξοδόν τους τα ξεφόρτωσαν τα ζώα και δεν τους χρειάζονταν πλέον τα άφησαν ελεύθερα. Οι Μπαρλέοι έπρεπε να τρέξουν να ερευνήσουν, να αναζητήσουν, να εύρουν και να πάρουν τα ζώα τους τα οποία ήταν η ζωή τους τότε.

Ο Αποστόλης Μπάρλας εκίνησεν από Φρουσιούνα στα πόδια του , ήρθε στο Άργος να εύρη τα μουλάρια τους και κατάφερε να τα εύρη και να τα πάρη. Τα οποία μετέφερεν εις την Φρουσούνα και πάλι θέλει να κατεβή στα χειμαδιά που είναι τα στανοτόπια τους, εις την θέσιν Χέλμη κοντά στο Σχοινοχώρι για να ειδή τι πράγματα επήραν οι γερμανοί που δεν ευρήκαν ανθρώπους στα αγροτόσπιτα των Μπαρλέων και έσπασαν τις πόρτες τους και τα άφησαν ανοιχτά τα Μπαρλάϊκα σπίτια.

Ξεκινώντας ο Αποστ. Μπάρλας από την Φρουσούνα έφθασε στου Δούκα συνάντησε τον Κώστα Π. Καπετάνιο ή (Τσούλη) από το Σχοινοχώρι, μεγάλο στέλεχος το Κ.Κ.Ε. από το Σχοινωχώρι, μεγάλοστέλεχος του ΚΚΕ, οι δυό τους συνέχισαν την πορείαν τους μαζί προς το Σχοινοχώρι. Ο Αποστόλης ο Μπάρλας ευρισκόμενος με ένα αξιόλογον στέλεχος του ΚΚΕ Σχοινοχωρίου του είπε: «Είσαι ένα μεγάλο στέλεχος του ΚΚΕ και θέλω να σου ειπώ στα ίσια έξω από τα δόντια, διατί κάμετε τέτοιες μεγάλες αδικίες και συγκεκριμένα συναγωνιστή Κώστα γιατί επήρατε το Βασίλη το Βλογιάρη». Ο Κων/ος Καπετάνιος απαντά: « Ο Παναγιώτης Σιώτος μπορεί να γλυτώση. Μα ο Βασίλης ο Βλογιάρης δεν γλυτώνει, τον βαραίνουν πέντε κατηγορίες»: «Λέγε μου τις κατηγορίες θέλω να τις μάθω». Ο Κ. Καπετένιος του απαντά: «1ον Εβοήθησε τον Κουβελάκη αντάρτη του Φαρμακά. 2ον Στον πόλεμο του 1940-1941 υπηρέτησε στην χωροφυλακή. 3ον Συνεργάστηκε με τους Άγγλους στρατιώτες της συμμαχικής αποστολής. 4ον Ψηφίζει το Λαϊκό κόμμα που είναι βασιλικό κόμμα και 5ον έχει επαφές με το Σ.Μ.Α.»

Ο Αποστόλης Μπάρλας δεν άντεξε και με ντομπροσύνη που διέκρινε, του είπε: «Δεν ντρεπόσαστε λίγο! Ο Κουβελάκης  εβγήκε αντάρτης από το 1941. Το δικό σας αντάρτικο δεν υπήρχε δεν φαινόσασθαν δεν σας ξέραμε πουθενά, τότε κανείς μας δεν εγνώριζαμε εάν υπάρχει το ΕΑΜ εσείς ήρθατε το καλοκαίρι του 1943 δηλαδή, μετά από δύο χρόνια. Και εάν τον Κουβελάκη συνέδραμε και τον εβοήθησε, έλληνες αντάρτες εβοήθησε, δεν εβοήθησε τούρκους ή βούλγαρους ή γερμανούς. Τον Οκτώβριο 1940 εκλήθη να υπηρετήση την πατρίδα, ως έφεδρος η πατρίδα τον κατέταξε τότε στην χωροφυλακή, δεν ήταν ούτε καν μόνιμος χωροφύλακας. Είναι κακό και αυτό είναι αμαρτία, εκεί που τον κατέταξε η πατρίδα. Και εάν συνεργάσθη με τους άνδρες της Συμμαχικής Αποστολής. 
-Σελ 427-
=============================================================

Εσείς με ποιους συνεργάζεσθε για λέγε μου; Δεν συνεργάζεσθε με αυτούς τους άγγλους άνδρες της Σ.Α. Εσείς τους έχετε τους άνδρες της Σ.Α. εσείς συνεργάζεσθε. Εάν ήταν κακό αυτό δεν θα συνεργαζόσασθαν, εσείς με αυτούς. Εσείς δεν παίρνεται λίρες απ΄ αυτούς αυτοί σας δίνουν τα όπλα να είσαστε δυνατοί. για ποια συνεργασία μιλάς».

«Γιατί ψήφιζε λαϊκό κόμμα, δημοκρατία είχαμε τότε και καθένας ψήφιζε ότι ήθελε. Εσείς με διαφωτήσεις που μας κάμετε δεν λέτε ότι θα έχωμε την καλλίτερη δημοκρατία του κόσμου την λαοκρατία. Λοιπόν που είναι η αμαρτία; Που είναι αυτές οι άσχετες άδικες κατηγορίες που προσάπτετε στον άνθρωπο αυτόν. Τώρα τέλος πάντων συναγωνιστή Κώστα δεν μπορείτε να τον σώσετε αυτόν τον άνθρωπο; Ο Κων Καπετάνιος απαντά: «Δεν θα μπορέση να γλυτώση ο καϊμένος. Βλέπεις των βαραίνουν είναι πέντε οι κατηγορίες». Δηλαδή τον χαβά του. Ο Αποστόλης Μπάρλας δεν άντεξε και λέγει: «Είσθε εγκληματίες ενώ βγήκατε να πολεμήσετε τους γερμανούς μπροστά σας περνούν οι γερμανοί και σεις κρύβεσθε και έχετε εκτραχυλισθή εις απαισίους αγρίους δολοφόνους του ελληνικού λαού.» Ο Κων. Καπετάνιος αποστομώθηκε δεν μπόρεσε να απαντήση στον Απ. Μπάρλα. Οι δύο άνδρες περπάτησαν αρκετά χιλιόμετρα μαζί, από το χωριό Δούκα έως στο Σχοινοχώρι απέξω και εις θέσιν Χέλμη χωρίσανε. Ο Αποστόλης Μπάρλας πήγε στο Πανόραμα κοντά στο Κουτσοπόδι που ήταν το μουλάρι του να το πάρη. Ο δε Κων. Καπετάνιος κατευθύνθηκε ίσια στο χωριό του το Σχοινοχώρι.*(*σ.εμούO Επειδή κοντά στο χωριό Κουτσοπόδι είχε οργανωθεί μια μικρή ομάδα Ιππικού ταγματασφαλιτών εκτιμώ ό τι εκεί είχαν μεταφερθεί τα μουλάρια των Μπαρλαίων γιαυτό πήγε στο Κουτσοπόδι ο Αποστόλης Μπάρλας , και ίσως η επαφή αυτή με ταγματασφαλίτες θεωρήθηκε "μεγάλη προδοσία".Εάν ήταν προδότες όμως οι Μπαρλαίοι με αυτά τα τρομερά που υπέστησαν από τους κομμουνιστές θα εντάσσοντο στα Ταγμ. Ασφαλείας , αλλά  τουναντίον προτίμησαν να κρύβονται στα βουνά!

Ο Κων. Καπετάνιος διατάζει και συλλαμβάνεται ο Αποστόλης Μπάρλας και μεταφέρθη στον Τάτσι.+ Η σφαγή του ιερέος της Λυρκείας Παναγιώτη Παπαγεωργίου και της κόρης του Αγγελικής. Ο Αποστόλης Μπάρλας σύρεται δεμένος στο σφαγείο, αλλά πηδάει από τον εκεί βράχο του σφαγείου και δραπετεύει.

Μόλις έφθασε στο Σχοινοχώρι ο Κων. Καπετάνιος αμέσως διέταξε αυτός ο τρανός την ΟΠΛΑ του Σχοινοχωρίου τους Δημ. Κορούλη και Αριστ. Σκλαβούνο, τον Δημ. Παπαδόπουλο, τον Κων. Ντεβέ, τον Κων. Μπάρλα με τον Μακεδόνα και τρέχουν και βγάνουν μπροστά κοντά στο πανόραμα Κουτσοποδίου και συλλαμβάνουν τον Απ. Μπάρλα. *(*σ.εμούΣτις 17 Ιουνίου 1944)  Ο Δημ. Κορούλης φανατικό τυφλό κομματικό μέλος τραβά το περιστροφό του να τον εκτελέση. Τον εμπόδισε όμως ο Κων. Μπάρλας. Εκεί του Αποστόλη Μπάρλα του δένουν τα χέρια του πίσω πολύ δυνατά, ώστε έως ότου φθάσουν στο Σχοινοχώρι, καλοκαίρι ήταν πήγε να το σκάση ο άνθρωπος. Επενέβη ένας από την  ΟΠΛΑ  πάλι ο Κων. Μπάρλας ή Λύκος ο οποίος είχε και κάποια συγγένεια με τον Αποστ. Μάρλα και του λύσανε τα χέρια, εζήτησε νερό και του δώσανε να πιή. Τον έβαλαν να κοιμηθή στο σπίτι του Κων. Ντεβή. Πολύ πρωϊ μέλη της ΟΠΛΑ τον μετέφεραν στο χωριό Δούκα, από εκεί μετεφέρθη στο χωριό Τάτσι. Εκεί τους παρέλαβε η ΟΠΛΑ του Τατσιού και τους ενέκλεισε στο Τάτσι εις ένα καλυβάκι που είχαν κρατητήριον.

Ήταν 18-6-1944 συνάμα έφεραν και τον ιερέα της Λυρκείας Παναγιώτην Παπαγεωργίου με την 17 χρονών κορούλα του την Αγγελική. Τον ιερέα έβαλαν στην καλύβι μαζί με τον Αποστόλη Μπάρλα έδεσαν τα χέρια τους πάλι μαζί του παπά Παναγιώτη με τον Απ. Μπάρλα δια να είναι δύσκολος η απόδρασή τους. Την δε κόρην του ιερέα εκράτησαν απέξω και την εβίαζαν όλη νύχτα. Πριν φωτίσει επήραν τον ιερέα Παν. Παπαγεωργίου με την κορούλα του Αγγελική και τους κατέβασαν κάτω από το Τάτσι, τον παπά και την Αγγελικούλα την κόρη του, τους οποίους πριν σφάξουν έβαλαν να ξεγυμνωθούν τελείως τα θυματά τους, τα οποία έσφαξαν και έβαλαν παπά και κόρη του τελείως γυμνούς εις στάσιν συνουσιασμού, αισχροτέρα  πράξις και από την σφαγήν τους. Αυτή η αισχρά πράξις των κομμουνιστών εξαγρίωσε τα παιδιά του παπά αργότερα ώστε στο μέλλον να εγκληματήσουν και αυτά. Ήταν 19-6-1944 Βράδυ τους έφεραν και πρωί πρωί πριν φωτίσει τους έσφαξαν. Το δε βιός του παπά Παναγιώτη Παπαγεωργίου ελεηλάτησαν στην Λυρκεία 100 μουλάρια φόρτωσαν τα οποία έφεραν εις το Τάτσι και τα ξεφόρτωσαν στο σχολείο του Τατσιού. Τα σπίτια του ιερέως επυρπολήθησαν τα έκαψαν όλα δεν άφησαν τίποτα.

Την ίδια ημέραν που έσφαξαν τον ιερέα Παν. Παπαγεωργίου έφεραν και έναν άλλο κρατούμενο από την Λυρκεία στο Τάτσι, τον Μήτσο Κουτρούλη και τον έκλεισαν στο ίδιο καλυβάκι κρατητήριον που ήταν και ο Αποστόλης Μπάρλας. Οι ομαδάρχες και σφαγείς της ΟΠΛΑ ο Δημ. Κούρος εξ Άργους και ο Νικ. Σμυρλής από το Κοφίνι Ναυπλίας. Είπαν παρουσία των κρατουμένων, απόψε εσφάξαμε ένα τραγί, τα ρούχα του δεν άξιζαν μόνο τα παπούτσια του επήραμε. Ο Μήτσιο Κουτρούλης δεν εννόησε δεν μπορούσε να καταλάβη τι ήταν αυτό που είπαν οι άνδρες της σφαγής, ερώτησε τον Αποστόλη Μπάρλα: «Τι ήταν αυτό που είπαν οι αντάρτες γιατί και πιο τραγί που έσφαξαν ελέγαν». Ο Αποστόλης του απαντά: «Δεν κατάλαβες τίποτα! Έσφαξαν τον παπά και λένε τραγί που είχε γένια και έσφαξαν και την κόρη του Αγγελική και επήραν τα παπούτσια του παπά διότι τα ρούχα του δεν τους έκαμαν ήταν μαύρα. Μην περιμένεις ζωή τώρα, θα μας σφάξουνε και εμάς.»

Ο Κουτρούλης πανικοβλήθηκε και έβαλε τα κλάματα και παρακαλούσε τους αντάρτες της σφαγής κλαίοντας: «Αφήστε με να πάω να ειδώ για τελευταία φορά το παιδί μου και την γυναίκα μου και μετά σφάχτε μας»: Τον ερωτούν; «Ποιος το είπε αυτό ότι θα σας σφάξουμε;» «Ο Αποστόλης μου το είπε ότι σφάξατε το παπά και το κορίτσι του.» Τότε αυτοί εξεμάνησαν και άρχισαν τον Αποστόλη τον Μπάρλα να τον χτυπούν με ένα ραβδί από πουρνάρι. Ο Αποστόλης τους απαντά: «Τους άνδρες δεν τους δέρνουν δεμένους αλλά λυτούς. Οι γυναίκες μπορεί να δέρνουν άνδρες δεμένους. Οι άνδρες ποτέ! Λύστε με για να αναμετρηθούμε» Ο Κούρος χασάπης του λέει: «Εγώ δεν είμαι γερμανός»

-Σελ 428-
========================================================

Αυτό το υποκείμενο ο Κούρος ο χασάπης που με τους ιταλούς έπαιρνε τα αρνιά των πτωχών τσοπάνιδων και τα έτρωγε μαζί με τους ιταλούς. Τώρα του έδωσε γαλόνια το κόμμα σε ένα ικανότατο σφαγέα και έσφαζε αράδα έλληνες.
Αμέσως έδεσαν τα χέρια του Αποστόλη Μπάρλα όχι πίσω όπως συνήθιζαν, αλλά τα έδεσαν μπροστά από τους καρπούς μέχρι τους αγκώνες του τόσο δυνατά ώστε να μην ημπορή να στρίψη ο ίδιος  ούτε δεξιά ούτε αριστερά του. Επίσης έδεσαν και τον Μήτσο Κουτρούλη. Επτά συνοδοί επήραν τους δύο δεμένους και άρχισαν να ροβολούν προς τα κάτω από το χωριό Τάτσι και πηγαίνουν κατ΄ ευθείαν εις τον τόπον του σφαγείου. Όταν επλησίασαν προς τον τόπον του σφαγείου, οι δύο σφαγείς Δημ. Κούρος και Νικ. Σμυρλής επήραν πρώτα τον Απ. Μπάρλα ξεχωριστά και κατευθύνθηκαν προς το εκεί σφαγείο τους κοντά σε ένα βράχο εκεί έξι μέτρα ύψος. Εκεί έσφαζαν τους κρατουμένους και τους κλωτσούσαν και έπεφταν κάτω. Ο Αποστόλης Μπάρλας κατάλαβε πως ήρθε το τέλος του πλέον και είπε: «Παναγία μου δεν έχω καμία ελπίδα τώρα για ζωή. Μόνον εσύ δύνασαι να με σώσης. Γλυτωσέ με Παναγιά μου και ποτές στην ζωή μου δεν θα σε ξεχάσω». Τότε εγενήθη μέσα του μια ελπίδα ανεπάτεχη που δεν είχε ως εκείνη την στιγμή ότι μπορεί να ζήση και να σωθή.

Έφθασαν στο βράχο στο σφαγείο λέγει ο Δημ. Κούρος: «Γ…….την Παναγιά σου βγάλτο πουκάμισο με το παντελόνι». Τα οποία ήταν καινουργή. Ο Αποστόλης απαντά: «Λύσε μου τα χέρια για να τα βγάλω». Τότε ο Δημ. Κούρος με το μαχαίρι του κόβει τα σχοινιά από τα χέρια του Αποστόλη. Ο Αποστόλης χωρίς να χάση δευτερόλεπτο με ελεύθερα τα χέρια του, δίνει γροθιά στο λαιμό του Κούρου. Ο Κούρος κατρακυλά κάτω και με μίαν κίνησιν αστραπής κλωτσά το Σμυρλή στα αχαμνά του, ο οποίος τουμπάρει κάτω από τον πόνο. Ο Αποστόλης πηδάει από το βράχο και πέφτει κάτω νεκρός. Οι σφαγείς σηκώνονται τον βλέπουν κάτω από τον βράχο ακίνητο τον Αποστόλη Μπάρλα. Πιστεύουν ότι σκοτώθηκε. Δεν πυροβολούν να του δώσουν τη χαριστική βολή, αλλά θέλουν με τα μαχαίρια τους να τον πετσοκόψουν να ευχαριστηθούνε να βγάλουν το άχτι τους. Δεν πηδούν από το βράχο να τον αποτελειώσουν, διότι υπάρχει κίνδυνος για την δικιά τους ζωή. Αλλά έρχονται γύρο από το βράχο, για να κατέβουν αυτοί. Ο Απ. Μπάρλας εν τω μεταξύ συνήλθε, αυτοσυγκεντρώνεται σηκώνεται και τρέχει τον κατήφορο, οι αντάρτες τότε βάζουν με τα αυτόματα 50 σφαίρες και πλέον του έριξαν μα όλες αστόχισαν.

Έσφαξαν χωρίς καθηστέρησιν οι υπόλοιποι αμέσως τον Μήτσο Κουτρούλη με τα μαχαίρια τους μη τυχόν τους φύγη και αυτός και τρέχουν και οι επτά ένοπλοι και κινηγούν τον Αποστόλη. Ο Αποστόλης μπαίνει στα αμπέλια του χωριού τα κλήματα τον εμποδίζουν στο τρέξιμο. Ο αγροφύλακας ακούει τους πυροβολισμούς και τις φωνές και φωνάζει δυνατά και αυτός «πίσω ρε, πίσω ρε» Άς εφώναζε δυνατά δεν ήθελε να πιάση τον δραπέτη, εάν ήθελε μπορούσε να τον συλλάβη, ή να τον εμποδίση να τον προφτάσουν οι άλλοι, αλλά εφώναζε να είναι δικαιολογημένος από τους αντάρτες της ΟΠΛΑ ότι ενήργησε καλώς αλλά δεν εμπόρεσε. Ο Αποστόλης έτρεξε προς τον Άγιον Θεοδώσιο ερημοκλησάκι και έπιασε το βουνό τώρα ελεύθερος. Από βουνό σε βουνό έφτασε στην Φρουσιούνα στο χωριό του, επήγε κατευθείαν στις στάνες τους εις θέσιν Βίλλα. Πληροφορεί τα αδέλφια του διότι δεν εγνώριζαν τι είχε μεσολαβήσει, διά να λάβουν τα μέτρα τους. Οι αδερφοί Μπαρλέοι τρέχουν παίρνουν και παραμερούν τις οικογενειές τους.

‘Ηταν 23-6-1944 έφθασε η ΟΠΛΑ του κόμματος στη στάνη των Μπαρλέων τους παίρνουν όλα τα 1.100 γιδοπρόβατα. Ψυγεία δεν υπήρχαν τότε, αλλά οι τσελιγκάδες έσκαβαν μέσα στα σπίτια τους κάτω στο βάθος της Γής και κάτω εκεί έκτιζαν ένα θολωτό δωμάτιο μεγάλο. Το οποίον ήταν δροσερό και εκεί διατηρούσαν τα τυροκομικά τους το καλοκαίρι την εποχήν εκείνην, γιατί ψυγεία δεν υπήρχαν. Τα τυροκομικά αυτά προϊόντα των Μπαρλέων ελεηλατήθηκαν, ο ρουχισμός των σπιτιών τους τα σιτηρά τους, τα ζώα τους, τα εργαλεία τους δεν άφησαν τίποτα από το νοικοκυριό τους. Οι Μπαρλέοι από τις πλαγές του βουνού, έβλεπαν να ξεσηκώνεται το βιός τους και να λεηλατείται η περιουσία τους, να καίγονται τα σπίτια τους και να μην μπορούν να κάμουν τίποτα.


Συλλαμβάνουν την Παρασκευούλα νύφη του Αποστόλη Μπάρλα, γυναίκα του αδερφού του, του Αγγελή με το νεογένητο στην αγγαλιά της, μεταφέρθη εις Φενεόν εσφάγη με το νήπιο και ερίφθη στην τρύπα. Η μανία των κομμουνιστών όπου τους έφυγε  ο Αποστόλης από την σφαγή και δεν κατάφεραν να πιάσουν κανένα Μπάρλα από τα αδέρφια του Αποστόλη.

Εις τις 29-6-1944 πηγαίνουν εις το βουνό στην στρούγκα των Μπαρλέων. Δυστυχώς βρίσκουν εκεί την Παρασκευούλα λεχώνα με το νεογέννητο μωρό στην αγκαλιά της γυναίκας του Άγγελου Μπάρλα νύφη του Αποστόλη Μπάρλα, δηλαδή γυναίκα του αδερφού του. Την Παρασκευούλα την συλλαμβάνουν και τους ακολουθεί με το μωρό της στην νάκα της. Το άλλο μικρό παιδάκι της ο Γιάννης 3 χρονών ακολουθεί και αυτό ξοπίσω της, όταν έφτασαν στο χωριό Φρουσούνα. Οι συνοδοί της εμπήκαν σε κάποιο σπίτι να φάνε η Παρασκευούλα βρίσκει ευκαιρία και λέγει στο μικρό Γιαννάκη της όπου την ακολουθούσε ξωπίσω. «Τρέξε μάτια μου και κρύψου» Ο μικρός ως εξ ενστίκτου εχάθη αμέσως και εκρύφθη.*(*σ.εμούO Γιάννης ήταν 9 ετών, μαζί του ήταν και η αδερφή του Ευγενία 7 ετών , η μάνα τους Παρασκευούλα , τους είπε «τρέξτε στο μαντρί να φωνάξετε τον πατέρα σας να έλθει εδώ». Το Γιάννη κατόπιν μια αδερφή της μάνας του το φυγάδευσε κρυφά στο Άργος, την δε αδερφή του Ευγενία την έκρυβε σε διάφορα μέρη η γιαγιά της ,περί τους τρείς μήνες μέχρι να καταλαγιάσουν προσωρινά οι θυσίες-σφαγές από τους κομμουνιστές)  Οι συνοδοί της Παρασκευούλας αφού έφαγαν και ήπιαν επήραν την Παρασκευούλα και εβάδιζαν.

Ο μικρός Γιαννάκης αφού εγλύτωσε ύστερα από περιπέτειες πολλές στην ζωή του εμεγάλωσε και σπούδασε, έγινε αστυνομικός Μοίραρχος.*(*σ.εμούΣήμερα, απόστρατος υποστράτηγος Αστυνομίας) Την δε Παρασκευούλα την πέρασαν από τα χωριά το Τάτσι, Σκοτεινή, Λαύκα, Γκιόζαμ Καλύβια και τέλος κατέληξαν στο στρατόπεδο του Αγίου Γεωργίου Φενεού. Στη Λαύκα όταν την πέρασαν είδε κάποιον γνωστόν της πατριώτη της η Παρασκευούλα και του είπε: «Σε παρακαλώ φρόντισε να εύρης τους δικούς μου, να τους ειπήτε να ενεργήσουν να με σώσουν, διότι κινδυνεύει το μωρό μου από την πείνα».
-Σελ 429-
====================================================

 Η αθώα Παρασκευούλα της έμελε να πληρώση, με την ζωή της, διότι είχε το θάρρος ο κουνιάδος της ο Αποστόλης ο αδερφός του ανδρός της να πηδήση από το βράχο και να γλυτώση τη σφαγή του στο Τάτσι. Αλίμονον όμως στο μοναστήρι του Αϊγιώργη η Παρασκευούλα γνωρίζει σκηνές φρίκης, απογοητεύσεως, στα μπουτρούμια της μονής βασανισμούς, ξυλοδαρμούς και βιασμούςΒρίσκεται στην κόλαση των δαιμόνων. Βλέπει το μοναστήρι να γεμίζει ανθρώπους κρατούμενους και να αδειάζει και πάλιν να γεμίζη και πάλιν να αδειάζη να εξαφανίζονται οι κρατούμενοι. Στο μοναστήρι τ΄ Αγιώργη συνάντησε κρατούμενον τον πρωταθλητήν και ιατρόν το ωραίο παληκάρι τον Χαράλαμπον Πετρόπουλον πατριώτης από το ίδιο χωριό την Φρουσιούνα αυτό το παληκάρι, αυτόν τον εξαίρετον άνθρωπον. Ο γιατρός γνώριζε ότι δεν γλυτώνει ο ίδιος, πιστεύει όμως ότι η Παρασκευούλα ίσως γλυτώσει, φιλά το μωρό της δίνει την ταυτοτητά του της λέει : «Παρασκευούλα εσύ θα γλιτώσης πιστεύω θα σεβαστούν το βρέφος. Όταν με το καλό πας κάτω πέστους ότι με σφάξανε και δόστους την ταυτοτητά μου να το πιστέψουν. Το 1945 όταν ανέσυραν από την τρύπαν 274 πτώματα από το πρώτο πεζούλι της τρύπας, έβγαλαν και την Παρασκευούλα με σχισμένη την κοιλιά της και πάλι μέσα της το βρέφος της και τυλιγμένη με το γιουρντί της. Στο κόρφο της είχε και την ταυτότητα του γιατρού Χαραλάμπου Πετρόπουλου.*(*σ.εμούΟ Χαραλάμπος Πετρόπουλος εσφαγιάσθη μαζί με τη ομάδα που ήταν και ο Βασ. Δωρής, την 10 Ιουλίου 1994 στην τρύπα της Φενεού, η Παρασκευούλα με το με το 6 μηνών μωρό της, την 17 Ιουλίου 1944, δηλ. μετά από 17 ημέρες από την σύλληψη  )

Ήταν Ιούλιος 1944 όταν ο στρατοπεδάρχης φώναξε έναν κατάλογο με ονόματα το σουρούπωμα πρίν νυχτώσει ακόμα, τα άτομα αυτά τα εκλείδωσαν στο πρώτο κελί ημιυπόγειο μπουτρούμι αριστερά μόλις μπαίνουμε κοντά στην αυλόπορτα του μοναστηριού, τα οποία άτομα αυτά θα έφευγαν νύχτα να πάνε στο στρατόπεδο της ταξιαρχίας, έτσι τους είπαν. Στις 4 η ώρα μετά τα μεσάνυχτα τους φώναξαν στην αυλόπορτα έδεσαν τα χέρια πίσω όλων όσων θα πήγαιναν στο στρατόπεδο της ταξιαρχίας, μαζί τους και η Παρασκευούλα με το μωρό της. Ανέβηκαν όλον τον ανήφορον μέχρι την τρύπαν του Κοκοβουνίου , εκεί εσφάγησαν όλοι. Μαζί με την Παρασκευούλα εσφάγη το μωρό της, εσφάγη και μια άλλη γυναίκα με την Παρασκευούλα η Άννα Πανάγου.
Για να τον γλυτώσει δίνει
Την καρδιά της την ψυχή της
Νεογένητο αγόρι
Το αβάπτιστο παιδί της
Η Παρασκευούλα κλαίει
Παλικάρια μου φωνάζει
Σφάχτε μένανε λεβέντες
Μη μουσφάχτε το παιδί
Και σφαγμένο το μωρό της
Μέστο στο στόμα της το βάζουν
Την εβρίζουν την χλευάζουν
Και της λεν χωρίς ντροπή
Φάε τώρα να χορτάσεις
Τον προδότη σου μωρή
Και τραβούν την ξεκοιλιάζουν
Μέσα το παιδί της βάζουν
Κι΄ απέξω την τιλήξαν
Και στην τρύπα την ερίξαν
Με το ρούχο που φορούσε
        Το τσοπάνικο γιουρντί.

Εις την τρύπαν Φενεού έσφαξαν  τον ιατρόν Χαράλαμπον Πετρόπουλον από την Φρουσιούνα και από το δήμο Αλέας έσφαξαν τους εξής Κων. Ζάχον ιερέα, Γεώργιον Ζάχον, Αλεξ. Ζάχον, Παναγιώτην Ραχανιώτην, Γεώργ. Δ. Τσορβάν, Θάνον Πετρόπουλον, Αριστείδην Παπαδημητρίου, Ιωάννην Παπαδημητρίου φοιτητήν νομικής, Σωτήρος Δ. Σωτηρόπουλος ιατρός, Αναστασία Σ. Σωτηροπούλου, Δημήτριο Καραμήτσον, Βασιλ. Μάλλιον, Δημήτρη Αγγελόπουλον, Δημητρούλα Αγγελοπούλου συζ. Κωσταντίνα Αγγελοπούλου έγγυον, Δημητρούλα Αγγελοπούλου μαθήτρια, Μηλιά Αγγελοπούλου μαθήτρια, Χαράλαμπος Μάλιος, Σωτήριος Γκόφας, Αριστείδης Πέτρου, ιωάννης Μπόνης, Χρήστος Μπόνης, Κωσταντίνος Μπεκιάρης και Γεώργιος Δαρδάνης, Παναγιώτης Δαρδάνης και Κωσταντίνος Κουκιούρης ιατρός, Δημήτριος Μπουκούλης,….Δημήτριος
 -Σελ 430-
=====================================================

Μετά την δραπέτευσιν του Αποστόλη Μπάρλα, η γυναίκα του Αποστόλη Μαρίνα καταγόμενη από του Σάγκα Τριπόλεως. Η μάνα της Μαρίνας η πεθερά του Απ. Μπάρλα η Καραντούνη και η κουνιάδα του Αποστόλη η Κωσταντίνα Καραντούνη. Τότε η γιαγιά Καραντούνη πεθερά του Απ. Μπάρλα Κωσταντίνα Καραντούνη νύχτα παίρνει τα μωρά Γιαννάκη γιό του Αποστόλη και εξαφανίζεται στο σκοτάδι.

Η γιαγιά Καραντούνη νύχτα πάλι αρπάζει το μικρό Αντωνάκι, μέσα από ρεματιές και χαράδρες έφτασε στο Σάγκα, χωρίς να αντιληφθή κανείς πως εξαφανίστηκαν τα μικρά παιδιά του Αποστόλη Μπάρλα για να μπορέσουν να τα γλυτώσουν. Εις το Σάγκα οι Καραντουνέοι κρύβουν τα μικρά παιδιά να μην τα ειδούν κάποιοι και μαθευτούν και τα πάρουν και τα σφάξουν, τα θρέφουν κρυμένα στο κατώγι τους. Εις τις 13-8 1944 έρχεται στο χωριό Σάγκα ο αντάρτης της ΟΠΛΑ (Λιουλιούσης ψευδώνυμον) Πέτρος Αποστόλου από το Τάτσι της Αργολίδος, εφιλοξενήθη εις το σπίτι του Δημ. Καραντούνη, έφαγε πατάτες με αυγά τηγανιτά. Όταν έφαγε και ήπιες ο Λιουλιούσης, λέγει έχω πληροφορίες ότι τα παιδιά του Αποστόλη Μπάρλα, δεν βέθηκαν στο Άργος στον πατέρα τους, αλλά κατευθύνθηκαν προς του Σάγκα. Θέλω να με διευκολύνης να τα εύρω, να τα σφάξω, διότι έχω κάποιο λογαριασμό μαζί του. Τα παιδάκια στο υπόγειο άκουγαν και έτρεμαν από τον φόβον τους. Ο Δημ. Καραντούνης τον διαβεβαίωσε ότι «θα ερευνήσω και όταν μάθω θα σε πληροφορήσω».

Αργότερα όταν ηρέμησαν κάπως τα πράγματα, όταν ήρθε ο υπουργός της ελληνικής κυβερνήσεως στην Ελλάδα από το εξωτερικό έμαθαν οι κομμουνιστές ότι τα παιδάκια του Αποστόλη Μπάρλα κρύβονται στο Τάγκα στο σπίτι του Δημ. Καραντούνη. Τότε έστειλαν τον Ταϊφά και συνέλαβε τα παιδάκια του Αποστ. Μπάρλα τα οποία μετέφερε στο στρατόπεδο κρατουμένων Τριπόλεως το οποίο είχε πάρα πολλούς κρατουμένους. Ο Αποστ. Μπάρλας στην δραπετευσίν του από το σφαγείο και σε όλην αυτήν την καταιγίδα και συμφορά του, κατάφερε μόνο να πάρη την γυναίκα του με το νεογέννητο κοριτσάκι του, που αργότερα το βάπτισαν και το ονόμασαν Γεωργία. Όσον οι κομμουνιστές έκαναν το Δεκεμβριανό κίνημα και έχασαν. Ο Τσαϊφάς που συνέλαβε γρηγορότερα τα δύο μικρά παιδάκια του Αποστόλη Μπάρλα τον Γιαννάκη και τον Αντωνάκη, και έτρεξε ο ίδιος στο στρατόπεδο Τριπόλεως και πήρε τα δύο παιδάκια, ήταν όμως σε πολύ κακά χάλια, τα έβαλε σε δύο κοφίνια διότι δεν μπορούσαν να σταθούν στα πόδια τους, τα εσκέπασε με κουβέρτες, ήταν χειμώνας, τα εφόρτωσε στο μουλάρι του και εκίνησε για το Σάγκα, όταν πλησίασε προς το σπίτι του Καραντούνη τον είδε η γιαγιά των παιδιών Καραντούνενα. Τότε άρχισε να τον βρίζη τον Ταϊφαν και να τον καταριέται κακούργο που πήρες τα εγγονάκια μου, τι τα εκάματε τα εσφάξατε κακούργοι τι σας έκαμαν τα μικρά παιδάκια. Ο Ταϊφάς της είπε μη βρίζεις γιαγιά. Εγώ τα επήρα διότι με διέταξαν, τώρα όμως σου τα έφερα και κατέβασε τα κοφίνια τα ξεσκέπασε και φάνηκαν τα παιδιά.

Τα οποία ήταν τελείως σκελετωμένα από την πείνα τα σωματάκια των παιδιών δεν είχαν ικμάδα τους είχε σκάσει το δέρμα τους, οι πάρα πολλές ψείρες είχαν εισχωρήσει και εις τις σχισμές του δέρματος και έπιναν αίμα. Εις τα αχαμνά του Αντωνάκη, είχαν εισχωρήσει γύρω οι ψείρες σε βάθος να πίνουν αίμα τα είχαν φάγει σε βάθος ώστε νόμιζε κανείς ότι θα πέσουν κάτω τα αχαμνά του. Ο Γιανάκης πιο μεγάλος πήγαινε να προστατέψη το μικρότερο αδερφάκι του να μην πέσουν τα αχαμνά κάτω και τα χάσει. Η γιαγιά Καραντούνενα έβρασε νερό και έριξε τα ρούχα να κοχλάσουν, να ψοφήση η πολλή ψείρα, κούρεψε τα παιδάκια να φύγη η ψείρα από το κεφάλι τους, τα έλουσε, τα παιδάκια τα έπληνε, τα έκανε καθαρά. Τα παιδάκια ήταν τελείως ξελιγωμένα από την πείνα, έπρεπε να τα προστατέψη η καλή γιαγιά και το φαγητό τα εξασθενημένα στομαχάκια τους δεν άντεχαν θα έσπαζαν. Η καλή γιαγιά έβραζε τραχανά γάλακτος και τον σούρωνε στην τσαντίλα και έτσι έδινε στα παιδάκια να πιούν για αρκετές ημέρες, έως που συνέλθουν από την πείνα. Όταν συνήλθαν από την πείνα τα παιδάκια τότε τους έδωσε να φάγουν κανονικές τροφές, διότι αλλιώς κινδύνευαν να σπάσουν τα στομάχια τους. Τα παιδάκια αυτά έζησαν, έγιναν καλοί άνθρωποι στην κοινωνία. Ο Αντώνης έγινε αστυνομικός ένας εξαιρετικός κύριος.
-Σελ 431-
======================================================


ΜΕΡΟΣ Β΄
Μαρτυρία Ελένης Καραχάλιου
Στην κατοχή περάσαμε πείνες. Η θεία Αντώναινα ή Τσιγκιλού έφερνε γκόρτσα. Τα έβανε στα ταψιά και μετά στο φούρνο και ο μπέμπα-Αντώνης έκοβε τα καρπούσια και τα στούμπαγε και τ΄ανακάτευε με το γκόρτσο και καλαμπόκι μέσα και λίγο αραποσίτι, ό,τι είχε, και το έκανε χαρμάνι το άλεθε και το ΄φτιανε ψωμί και τρώγαμε. Θυμάμαι εμείς είχαμε σπείρει στου Λέκκα και είχαμε ένα κατζάνι αλεύρι, το τελευταίο, και ήρθε ο μπάρμπα-Φώτης ο Δημάκης και λέει στον πατέρα μου: «Δώσε μου ρε Χρήστο, λιγάκι αλεύρι να φτιάσω των παιδιών να φάνε». Πάει ο πατέρας μου και του΄ δωσε δυο τεψεδούλες. Τη βουτάω που λες τη σακκουλίτσα και πάω και τη γεμίζω και του λέω: «Αν πρόκειτε να πεθάνουμε για ένα καρβέλι ψωμί να πεθάνουμε ούλοι μαζί».
ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ-ΕΜΦΥΛΙΟΣ
1.Εισαγωγή
Η αναφορά στην Αντίσταση και στον Εμφύλιο θεωρούμε πως είναι αναγκαία, γιατί η ορεινή Αργολίδα, λόγω τους γεωμορφολογίας της και της μεγάλης απόστασης από τα αστικά κέντρα, όπου είχε την έδρα του ο κατακτητής, ήταν χώρος, όπου έδρασαν αντάρτικες ομάδες.
Ακόμη η ενασχόληση με γεγονότα που διαδραματίστηκαν στις μικρές τοπικές κοινωνίες, μπορεί να είναι χρήσιμη στην έρευνα γενικότερα της Αντίστασης και του Εμφυλίου.
‘Όμως χρειάστηκε να περάσουν αρκετές δεκαετίες για να ξεπεραστούν οι πολιτικές και ιδεολογικές προκαταλήψεις και να αρχίσει η ιστοριογραφία ν΄ ασχολείται τα τελευταία χρόνια με τον Εμφύλιο. Όσο, βέβαια, απομακρυνόμαστε χρονικά από τα γεγονότα, τόσο η Ιστορία θα βγάλει αντικειμενικότερα συμπεράσματα.
Από την μια έχουμε το μεγαλείο και την εποποιία της Αντίστασης κατά του κατακτητή και από την άλλη έχουμε την πιο μαύρη σελίδα της ιστορίας μας, την τραγωδία του Εμφυλίου, μια τεράστια ανθρωποθυσία με πολλές συνέπειες για τα χρόνια που θα ακολουθήσουν.
Από το φθινόπωρο του 1942 εμφανίστηκε η ένοπλη αντίσταση στην κατεχόμενη Ελλάδα.
Σελ.108

Όμως από πολύ νωρίς άρχισαν οι προστριβές ανάμεσα στις ανταρτοομάδες. Η διαμάχη ανάμεσα σε αυτές είναι βαθιά πολιτική. Από τη μια οργανώνονται δυνάμεις φιλομοναρχικές, φιλοεγγλέζικες, πολιοκαθεστωτικές και από την άλλη αριστερές και αντιμαχόμενες δυνάμεις.
Σπέρματα διχασμού στα ελληνικά πολιτικά πράγματα εμπεριέχονταν για το πιο καθεστώς θα επικρατήσει μετά την απελευθέρωση.
Το ΕΑΜ από τη μια, φοβόταν την αναγέννηση του ελληνικού φασισμού, γιατί έβλεπε τη συμμετοχή ακροδεξιών στον ΕΔΕΣ και πως οι Άγγλοι θα αποκαθιστούσαν ξανά την μοναρχία στην Ελλάδα. Ονειρεύονταν μετά την απελευθέρωση μία ελεύθερη Ελλάδα, χωρίς το προηγούμενο καθεστώς της δικτατορίας και χωρίς βασιλιά, αλλά με κυρίαρχη τη θέληση του λαού.
Ο ΕΔΕΣ από την άλλη με επικεφαλής το Ζέρβα, καθώς και οι άλλες δεξιές οργανώσεις, φοβούνταν πως το ΕΑΜ θα εγκαθίδρυε μετά την απελευθέρωση κομμουνιστικό καθεστώς και επίμονα ζητούσε τη συνεργασία των Άγγλων και τους προειδοποιούσε για τον κομουνιστικό κίνδυνο.
Το ΕΑΜ θέλησε να υποτάξει όλες τις άλλες αντάρτικες οργανώσεις. Αυτό σήμαινε βίαιη αναμέτρηση μαζί τους. Το καλοκαίρι του 1943 ο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ είχε καταφέρει να διαλύσει όλες σχεδόν τις ανταγωνιστικές οργανώσεις εκτός από τον ΕΔΕΣ και την ΕΚΚΑ.
Οι Άγγλοι στην αρχή υποστήριζαν υλικά το ΕΑΜ, γιατί ήταν η ισχυρότερη αντάρτικη ομάδα και μπορούσε να εξυπηρετήσει τα συμφέροντά τους. Οι σύνδεσμοί τους πάντα βρίσκονταν στα αρχηγεία του ΕΑΜ μέχρι την απελευθέρωση. Στη συνέχεια όμως όταν είδαν ότι στο ΕΑΜ κυριάρχησε το ΚΚΕ, υπονόμευαν το έργο του ΕΑΜ ενισχύοντας κρυφά τον ΕΔΕΣ. Από το φθινόπωρο του 1944 είχαν ξεκάθαρη θέση. Επενέβησαν  στα ελληνικά πράγματα με στόχο την εξόντωση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ.

2. Το περιστατικό με το Θεόδωρο Χανιά *(*σ.σ βιβλίου: Κατούφας Αργ. Ο Θεόδωρος Χανιάς, Κορινθιακά Χρονικά αριθμ. Φύλλου 242.3 Μαρτίου 1983, και Παπαγιάννης Αθαν. Ιστορία τους Νεστάνης Αρκαδίας τ.2. σ. 901-909)
Στην περιοχή μας είχε βγεί αντάρτης ήδη από τον Αύγουστο του 1941 ο Απόστολος Κουβελάλης. Αυτός στην Κατοχή υπηρετούσε ως υπενωμοτάρχης
Σελ. 109

 στο Σταθμό Χωροφυλακής Λυρκείας. Οι Γερμανοί του ζήτησαν δουλική συμπεριφορά και επειδή αρνήθηκε, μετατέθηκε στις Λίμνες. Εκεί κατηγορήθηκε από τους Ιταλούς ότι φυγάδευσε Άγγλους αιχμαλώτους. Τότε για να μη συλληφθεί, έκαψε το σταθμό και έφυγε για την ορεινή Αργολίδα. Στην αρχή κρυβόταν στο χωριό Άγιος-Νικόλαος στο σπίτι του ιερέα Ζάχου και έκανε παρέα με τα παιδιά του.
Το Μάρτιο του 1942 στο εκκλησάκι της Αγίας Άννας(Άη-σ-Άννης), στο Διάσελο. Πάνω από το χωριό Πλατάνι, ο Κουβελάκης με τους αντάρτες επιτέθηκε κατά των Ιταλών που πήγαιναν για πλιάτσικο στα γύρω χωριά. Έπαιρναν με τη βία στάρια, κρασιά, αρνιά, κότες, ρούχα και ό, τι άλλο έβρισκαν. Αυτοί είχαν επικεφαλής τον Ιταλό Αντόνιο Νταμέλο και συνεργάτη τον Έλληνα προδότη Γράτσο. Το πραγματικό όνομα του Γράτσου ήταν Μποζιονέλος από το Κούτσι της Νεμέας. Την επόμενη χρονιά αντάρτες του ΕΛΑΣ ανέλαβαν την τιμωρία του και κύκλωσαν το σπίτι του. Αυτός αμύνθηκε, αλλά τελικά τον σκότωσαν.
Εκεί λοιπόν σ΄αυτή την ενέδρα σκοτώθηκε ένας Ιταλός και οι υπόλοιποι γύρισαν στην Νεμέα. Κατά τη συμπλοκή, λέγεται, πως φώναξε ο Κουβελάκης: «Βάρα τους, ρε Χανιά» εσκεμμένα, για να πέσει η ευθύνη επάνω στο Χανιά.
Ο Θεόδ. Χανιάς ήδη φυγοδικούσε για ζωοκλοπές και άλλα μικροαδικήματα. Είχε πατρευτεί τη Γιαννούλα Κολιτάσιου (κωσταντέλλου) από την Φρουσιούνα, αλλά γρήγορα την εγκατέλειψε και έφυγε για το Κούτσι της Νεμέας, όπου έμενε στην αδερφή του. Είχε πολεμήσει στον ελληνοϊταλικό πόλεμο και λέγεται πως είχε φέρει κρυφά οπλοπολυβόλο. Ήταν συνηθισμένος στην παρανομία, ήταν ζωοκλέφτης και φυγόδικος. Γρήγορα έγινε στόχος των Ιταλών μετά και από τις πληροφορίες του προδότη Γράτσου.
Έτσι κατηγορήθηκε άδικα ο Χανιάς για το θάνατο του Ιταλού και άρχισε η καταδίωξή του από τους Ιταλούς και την Ελληνική Χωροφυλακή, η οποία ήταν στην υπηρεσία της κατοχικής κυβέρνησης. Οι Ιταλοί τον επικήρυξαν με 150 οκάδες σιτάρι.
Υπάρχουν και άλλες εκδοχές  γι΄ αυτό το περιστατικό. Λέγεται πως δεν ήταν η ομάδα Κουβελάκη, αλλά ο ίδιος ο Χανιάς, που επιτίθεται και σκοτώνει τον Ιταλό, γιατί συχνά οι Ιταλοί του έπαιρναν ζώα από το κοπάδι του. Αλλά η σωστότερη εκδοχή είναι η πρώτη.
Μετά το περιστατικό ο Χανιάς κρύφτηκε στα βουνά Ζάρα, Σκίπιζα και Λυκόρεμα. Το Μάη του ιδίου έτους συνάντησε στο διάσελο της Καστανιάς
Σελ.110

τα πρώτα ξαδέρφια του, τους Καλυβαίους(Μαγγιναίους), οι οποίοι ήταν και αυτοί τσοπάνηδες. Καθώς τα ξαδέρφια του τον κερνάνε γάλα, σε συνεννόηση τον χτυπούν στο κεφάλι με το τυρόξυλο. Είχαν προηγούμενα μαζί του, γιατί τους έκλεβε τα ζώα, αλλά θα εισέπρατταν και την επικήρυξη. Καταφέρνουν να τον δέσουν και να τον παραδώσουν στους Ιταλούς και χωροφύλακες της Καστανιάς. Αυτοί τον οδηγούν αλυσοδεμένο στα Τρίκορφα της Αρκαδίας και εκεί τον εκτελούν το Μάη του 1942. Θεωρήθηκε ο πρώτος αντιστασιακός στο Μοριά, αλλά επειδή δεν ανήκε σε καμία οργάνωση(κλαρίτης), η θυσία του δεν έγινε ευρύτερα γνωστή.
Μέχρι να πιαστεί ο Χανιάς, τα χωριά της Αλέας και μεταξύ αυτών και η Φρυσιούνα, υπέφεραν. Δόθηκε εντολή να έρθουν όλες οι στρούγκες γύρω από το χωριό, να φύγουν από τα βουνά, για να μην τροφοδτούν το Χανιά. Αυτό ήταν δύσκολο, γιατί τα πρόβατα ήταν πολλά και δεν υπήρχε χώρος να βοσκήσουν. Πάνω από εβδομάδα κράτησε ο περιορισμός.
Οι αδερφοί Καλύβα την άνοιξη του 1943 θα θανατωθούν από το ΕΑΜ για την προδοσία.
Οι Χανιάδες κατάγονταν από την Ρούμελη. Τους εξόρισαν στην Πελοπόννησο, γιατί ήταν συγγενείς του λήσταρχου Χρ. Νταβέλη. Ήταν σκηνίτες και ζούσαν με τα κοπάδια τους στην οροσειρά Τραχύ, Αρμενιά και Ζήρεια. Μιλούσαν ρουμελιώτικα και είχαν καλή ράτσα προβάτων. Ήταν 11 αδέρφια. Δύο απ΄ αυτούς έγιναν γαμπροί της Φρουσιούνας, ο Θοδωρής, για τον οποίο μιλήσαμε παραπάνω και ο Αντώνης, ο οποίος παντρεύτηκε την Παναγιώτα Μώρου(Κολιτσήρη).

3. Η οργάνωση Φαρμακά
Με τον Κουβελάκη ενώθηκε ο ταγματάρχης Εμμ. Βαζαίος, ο ανθ/γός Γ. Μαυραγάνης, ο ανθ/γ’ος Δ. Μαυρίδης και ο ενωματάρχης Ι. Τριανταφύλλης του αστυνομικού σταθμού Αλέας. Αυτοί δημιούργησαν τον αρχικό πυρήνα της οργάνωσης Φαρμακά στις 13 Ιουλίου του 1943.
Σελ. 111

Η οργάνωση του Φαρμακά *(*σ.σ.βιβλίου: Αγγελόπουλος Σωκρ. Οι μνήμες μου για την πατρίδα, Άργος) κατάφερε με τη δράση της να προσελκύσει πολλούς εθελοντές από τις γύρο περιοχές. Ενδεικτικά θα αναφέρουμε κάποιους. Στην οργάνωση αυτή προσεχώρησε ο Νικ. Αγγελόπουλος, ο ιερέας Κ. Ζάχος και ο γιος του Αλέξανδρος από τον Άγιο Νικόλαο, ο Ηλίας Μπέζας, δικηγόρος και ο Αριστείδης Παπαδημητρίου, γιατρός από τη Σκοτεινή, ο Δήτρ. Αγγελόπουλος και ο γιος του Παναγιώτης από Βρούτσι, ο Βασ. Δωρής από Δούκα, οι γιατροί Αθανάσιος Καράς και Γεωγ. Τσουκαντάς από τη Λυρκεία.
Με την οργάνωση του Φαρμακά ενώθηκε το καλοκαίρι του 1943 ο μόνιμος ανθ/γός πυρ/κού Τρύφ. Αποστολόπουλος με 12 ενόπλους από την περιοχή Λεβιδίου. Μαζί τους προσεχώρησε και ο γιατρός Χαράλαμπος Πετρόπουλος από τη Φρουσιούνα.
Στο μεταξύ ένα τμήμα του ΕΛΑΣ υπό την καθοδήγηση του Πελοπίδα(πραγματικό όνομα Παντελής Λάσκας)από τη Ρούμελη και με στρατιωτικό διοικητή τον αντισυνταγματάρχη Ι. Σέρβο, εγκαταστάθηκε στην περιοχή Φενεού της ορεινής Κορινθίας. Μαζί τους βρισκόταν ως σύνδεσμος με τους Συμμάχους της Μέσης Ανατολής, ο Άγγλος τγ/χης Τζέιμς.
Έτσι σε κοντινή απόσταση στην ίδια περιοχή βρίσκονταν δύο αντίθετες ιδεολογικά δυνάμεις και η σύγκρουση ανάμεσα τους ήταν αναπόφευκτη, γιατί ο ΕΛΑΣ καθημερινά επροπαγάνδιζε τις ιδέες του στα χωριά του Φενεού και της Στυμφαλίας και απειλούσε πως θα εξοντώσει την εθνικιστική ομάδα Βαζαίου.
Η οργάνωση Φαρμακά είχε τον έλεγχο στα χωριά της Αλέας. Εκάλεσε επίσης τους μόνιμους αξιωματικούς του Ναυπλίου, Άργους και Τρίπολης να πάρουν μέρος στην οργάνωση, για να μην επικρατήσει ο ΕΛΑΣ στην περιοχή. Υπήρχε διαμάχη ποια αντάρτικη ομάδα θα κυριαρχήσει.
Πραγματικά γύρω στο 15αύγουστο του 1943 ήρθαν στο χωριό Φρουσιούνα 25 μόνιμοι αξιωματικοί από το Ναύπλιο με επικεφαλής τον ταγματάρχη Πλάτωνα Προκοπίου και Π. Καμπίτη. Μαζί τους ήταν ένας αρχιμανδρίτης, ο Χριστόφορος Κοκκίνης και 10 ιδιώτες από το Άργος. Έφυγαν και αυτοί για Φαρμακά.
Από κάτω από τα πεδινά είχαν φέρει όπλα και σφαίρες, τα οποία είχαν
Σελ. 112

εγκαταλείψει οι Άγγλοι. Τα είχαν κρύψει στο μαγαζί του Λεωνίδα Κωσταλάμπου, στο υπόγειο. Όμως , όταν το ΕΑΜ, όπως θα δούμε παρακάτω, θα διαλύσει την οργάνωση Φαρμακά, δεν θα προλάβουν να τα πάρουν και θα τα πάρουν οι ΕΛΑΣίτες.
Η ομάδα του Τρύφ. Αποστολόπουλου, παραμονή του Άη-Γιαννού του 1943, πέρασε από το χωριό Φρουσιούνα. Έβγαλαν λόγους. Χόρεψαν, έφαγαν μάζεψαν φασόλια, τραχανά, χυλοπίτες, κεφαλοτύρια, λιοπάνες υφαντές, κουβέρτες μάλλινες που ύφαιναν οι γυναίκες στον αργαλειό και έφυγαν για Φαρμακά. Ο κόσμος χάρηκε που είδε αντάρτες και άρχισε να ελπίζει πως θα διώξουν τους κατακτητές.
Και ο ενωμ.  Κουβελάκης το καλοκαίρι του 1943 περιεφέρετο στα χωριά και πέρασε και από το χωριό Φρουσιούνα, μαζί με το Γιαννακόπουλο από το Σάγκα και κάποιο Γιώργο. Τους φιλοξένησε ο Θανάσης ο Ασημακόπουλος στο σπίτι του. Έφυγαν για Μαντινεία.
Από τον Αύγουστο του 1943 οι Εθνικόφρονες Ομάδες ανταρτών της Κορινθίας, Αργολίδας και Μαντινείας με έδρα την περιοχή του Φαρμακά, συνενώθηκαν με διοικητή τον ταγματάρχη Πλάτωνα Προκοπίου, αρχηγό της ομάδας Αργολίδας. Η δύναμή τους ήταν 110 άντρες, από τους οποίους οι 40 ήταν αξιωματικοί. Είχαν λιγοστά όπλα και ζητούσαν ρίψεις από τους Άγγλους, αλλά οι Άγγλοι συνεργάζονταν μόνο με την οργάνωση του ΕΑΜ, γιατί αυτή την οργάνωση αναγνώριζε το αρχηγείο της Μέσης Ανατολής, και την ενίσχυαν με λίρες και όπλα.
Στις 6-9-1943 ο ΕΛΑΣ ζήτησε από την οργάνωση Φαρμακά, συνεργασία και υποταγή κάτω από αυτόν. Όμως αυτή δε δεχόταν τη συνεργασία, γιατί το πολιτικό και ιδεολογικό χάσμα ήταν αγεφύρωτο. Το ΕΑΜ ζήτησε υποταγή, αλλιώς θα τους συνέτριβαν.
Ο Άγγλος ταγματάρχης Τζέιμς, ο οποίος ήταν σύνδεσμος του ΕΛΑΣ Φενεού, πήγε και συνάντησε τον ταγματάρχη Βαζαίο, ο οποίος συνοδευόταν από τον Πλ. Προκοπίου, στο χωριό Άγιος Νικόλαος. Εκεί του είπε ότι πρέπει να συνεργαστούν με τον ΕΛΑΣ, γιατί θα τους χτυπήσουν και θα τους διαλύσουν και την άλλη μέρα το απόγευμα θα έρθει η ομάδα του ΕΑΜ Κορινθίας στη Σκοτεινή, για να συνεννοηθούν.
Στις 7-9-1943, ο Βαζαίος, ο Προκοπίου και ο Τζέιμς φεύγουν για Σκοτεινή και ενώ βρίσκονται ακόμα στο χωριό Άγιος-Νικόλαος, μαθαίνουν
Σελ. 113

από Άγγλο σύνδεσμο ότι ο ΕΛΑΣ έφτασε στη Σκοτεινή, μάζεψε τον κόσμο και του είπε ότι η ομάδα Βαζαίου είναι εχθρός του λαού και σε λίγο χρόνο θα κρεμάσουν όλους τους αξιωματικούς αυτής της ομάδας. Τότε ο Τζέιμς τους είπε ότι δεν αναλαμβάνει την ασφάλειά τους, αν πάνε στη Σκοτεινή.
Έτσι ο Βαζαίος και ο Προκοπίου γύρισαν στο Φαρμακά και άρχισαν να οργανώνουν την άμυνα. Στις 8-9-1943 ο ΕΛΑΣ με επικεφαλής τον αντ/ρχη Ι. Σέρβο, στέλνει τηλεσίγραφο στην οργάνωση Φαρμακά και ζητάει υποταγή. Υπογράφει ο πολιτικός καθοδηγητής του ΕΑΜ Αγησίλαος (Κ. Μανούσος). Όμως ενώ οι διάφορες ομάδες είχαν πιάσει θέσεις μάχης, άρχισε μία μία να φεύγει. Έτσι δεν ήταν δυνατό να δοθεί μάχη. Τέλος έμεινε μόνο η ομάδα Βαζαίου, η οποία αποτελείτο από τους αδερφούς Στεργιόπουλους, το Μαυραγάνη, το Μαυρίδη, τον Ηλιόπουλο, το Τζαβέλα, το Γκέρη, τον Τριανταφύλλη και 26 άνδρες.
Μάχη δε δόθηκε. Μόνο ανεβαίνοντας ο ΕΛΑΣ πυροβολούσε στον αέρα. Τελικά όλα εξελίχθησαν ομαλά. Σε καφενείο στον Άγιο Νικόλαο έγινε ανάκριση του Βαζαίου, ο οποίος πήρε την ευθύνη για τις πράξεις της ομάδας του και ζήτησε να μη θιγεί κανείς από τους κατοίκους των χωριών που τους τροφοδοτούσαν.
Ύστερα όλοι μετέβησαν στη Γκούρα, όπου ήταν το αρχηγείο του ΕΑΜ. Εκεί το Βαζαίο συνάντησε ο επικεφαλής του πολιτικού σκέλους του ΕΑΜ Τριαντάφυλλος ή Στάθης και ο λοχαγός Ι. Παντελάκης και του ζήτησε να προσχωρήσει στο ΕΑΜ και όσοι από τους άνδρες του δεν ήθελαν, θα αφήνονταν στο ΕΑΜ και όσοι από τους άνδρες του δεν ήθελαν, θα αφήνονταν ελεύθεροι. Έτσι ο Βαζαίος προσχώρησε στο ΕΑΜ κ;αι έγινε διοικητής του 6ου συντάγματος του ΕΛΑΣ Αργολιδοκορινθίας.
Τα υπόλοιπα μέλη της οργάνωσης Φαρμακά διέφυγαν μέσω Τζιρίστρας, Λυρκείας και έφτασαν στο Αρτεμίσιο, στο χωριό Κρύα Βρύση και εδραιώθηκαν εκεί. Όμως και εκεί τους επιτέθηκε το ΕΑΜ και τους διέλυσε οριστικά. Εκεί σκοτώθηκε ένας ΕΛΑΣίτης με το ψευδώνυμο Άρης. Έτσι το ΕΑΜ επικράτησε στην περιοχή.

4. Εδραίωση του ΕΑΜ
Μετά την διάλυση της οργάνωσης του Φαρμακά, ήρθε στο χωριό Φρουσιούνα η πρώτη ομάδα ανταρτών του ΕΛΑΣ με αρχηγό το Αττίλα
Σελ.114

(πραγματικό όνομα Νικόλαος Μαζωμένος) από το Μπεντένι Μαντινείας, ο οποίος ήταν συγγενής της Λώραινας. Ήταν αξύριστοι. Τους υποδέχτηκαν οι χωριανοί, και τους τάισαν. Μάζεψαν τους κατοίκους στην αυλή της Εκκλησίας και ο αρχηγός τους έβγαλε λόγο. Τους είπε να οργανωθούν όλοι στο ΕΑΜ. Οι κάτοικοι προσχώρησαν χωρίς αντίρρηση. Το ΕΑΜ χτυπούσε τους κλέφτες και τους προδότες και ο κόσμος ένιωσε ασφάλεια. Παντού στα χωριά κυριαρχούσε ο νόμος του ΕΑΜ.
Κάποια άτομα από το χωριό πίστεψαν στην ιδεολογία του ΕΑΜ και ανέπτυξαν έντονη δράση.
Το περιφερειακό γραφείο των ανταρτών του ΕΑΜ βρσκόταν στο χωριό Τάτσι και το αποτελούσαν οι:
1.Χατζηγεωργίου Λάμπης από το Κοφίνι (Νέα Τίρυνθα) Ναυπλίας
2.Γραβιάς(ψευδώνυμο)*(*σ.εμούΑνδρέας Φρούσιος από Νεμέα-Γραμματέας ΕΑΜ Αργολίδος) 
3.Πυθαγόρας (Βαρβάκης Γεώργιος, καθηγητής Μαθηματικών)
4.Κατσούλης Δημήτριος από το Μάζι Νεμέας
5.Στεφανάκης, δάσκαλος από Κρήτη (κουμπάρος του δάσκαλου από Φρυσιούνα Δ. Λυμπερόπουλου)
6.Δεμοίρος Μήτσιος από το Ανυφί Αργολίδας
7.Αποστόλης (Ψευδώνυμο) αρχηγός της ΟΠΛΑ, από τη Θεσσαλία.*(*σ.εμού: Ο αναφερόμενος πρέπει να ήταν ο "Αποστόλης Καραΐσκο(α!)ς από Ηράκλειο Νεμέας ή Ρούμελη" όπως αναφέρει ο ΟΠΛΑτζής  Νικήτας Σαμαρτζής στην καταθεσή του .)
8.Πορταρίτης Φάνης από το Άργος (ζαχαροπλάστης)
Από το γραφείο αυτό περνούσε και ο περιφερειακός Νικήτας(πραγματικό όνομα Λέκκας Ευάγγελος, δικηγόρος από την Αθήνα.* (*σ.εμού: Από χωριό Αθήκια Κορινθίας ήταν ο Ε. Λέκκας) καθώς και ο Στάθης ή Τριαντάφύλου.*(*σ.εμού: Θεοδ. Ζέγγος ή Τριαντάφυλλος ή Στάθης) Όταν ανέλαβε αυτός πολιτικά καθήκοντα, έγιναν πολλές εκτελέσεις, όπως θα δούμε παρακάτω.
Μετά τον Αττίλα, ήρθε ο Γρίβας (πραγματικό όνομα Γεώργιος Δασόπουλος από τη Ρούμελη, ο οποίος ήταν αγρονόμος στο Κιάτο Κορινθίας) με ένα λόχο. Αγοράσανε 4 ζυγούρια από το Βούρδουλα, δίνοντάς του λίρες. Έφαγαν , έμειναν όλη μέρα και το βράδυ έφυγαν. Πήραν για συνδέσμους δύο άτομα από Φρουσιούνα, τον Κώστα το Γιαννόπουλο (Βέση) και το Γιάννη Παπαδόπουλο (Μπίνιο) για 5-6 ημέρες. Στο λόχο του Γρίβα υπηρετούσε και ο Θανάσης Στεφανόπουλος (Τραχανάς) με το ψευδώνυμο Στάικος. Πολιτικός του λόχου αυτού ο Αποστόλης από τον Αλμυρό του Βόλου.
Σελ. 115

Το ΕΑΜ σε κάθε χωριό κατάφερε να γίνει αγαπητό και να έχει με το μέρος του την πλειοψηφία. Είχε καταργήσει τα προϋπάρχοντα Κοινοτικά Συμβούλια ιδρύοντας στη θέση τους καινούργια. Επικεφαλής ήταν ο υπεύθυνος του ΕΑΜ. Ιδρύθηκε Λαϊκό Δικαστήριο, στο οποίο θα δίκαζε ο λαός. Για πρώτη φορά θα είχαν δικαίωμα ψήφου και οι γυναίκες πάνω από 18 ετών. Συγκροτήθηκε Λαϊκή Αστυνομία, οργάνωση γυναικών, οργάνωση νεολαίας η ΕΠΟΝ, οργάνωση μαθητών, τα αετόπουλα. Πραγματικά τότε έγιναν έργα πρωτόγνωρα για τα χωριά της υπαίθρου, όπου πριν επικρατούσε ο φόβος του χωροφύλακα, τα χρέη, οι τοκογλύφοι.
Οι ΕΠΟΝίτες έπαιζαν το ρόλο του συνδέσμου. Έπρεπε ένα παιδί για ένα 24ωρο να είναι σε επιφυλακή στο προαύλιο της Εκκλησίας και μόλις έπαιρνε διαταγή από τον Υπεύθυνο του ΕΑΜ να πήγαινε το μήνυμα σε διπλανό χωριό στους αντάρτες.
Συγκροτήθηκε η επιτροπή της Επιμελητείας του Αντάρτη (Ε.Τ.Α.), της οποίας καθήκον ήταν να μαζεύει τρόφιμα για τους αντάρτες, τυρί, ψωμί, που θα ζύμωναν οι γυναίκες μαζεύονταν στο μαγαζί του Κωσταλάμπου, το οποίο είχε μετατραπεί σε εργαστήρι, όπου εκεί έγνεθαν και έπλεκαν κάλτσες και φανέλες για τους αντάρτες.
Ορίστηκε το Εφεδρικό ΕΛΑΣ, το οποίο καθήκον είχε να βάζει σκοπιές. Μια σκοπιά φύλαγε το Διάσελο της Αρμενιάς, την ημέρα στους Απάνω Οβορούς και τη νύχτα στη Πέρα Σκάλα. Άλλη σκοπιά φύλαγε στο Διάσελο της Αγίας Κυριακής, την ημέρα ψηλά για ασφάλεια και τη νύχτα στο Διάσελο.
Επίσης υποχρεώνονταν οι κάτοικοι να μεταφέρουν ξύλα με τα μουλάρια στο Τάτσι, όπου ήταν το αρχηγείο των ανταρτών ή στο Μπουγάτι και επειδή το χωριό ήταν μικρό, σχεδόν κάθε μέρα οι κάτοικοι έκαναν αγγαρείες για ορισμένες ώρες και ύστερα φρόντιζαν την οικογένειά τους, τα ζώα, τα χωράφια τους.
Στις πρώτες εκλογές που έγιναν, την πλειοψηφία πήρε ο γιατρός Χαρ. Πετρόπουλος και ορίστηκες υπεύθυνος του ΕΑΜ. Άλλοι υπεύθυνοι:
Πρόεδρος Λαϊκού Δικαστηρίου: ο Γεώργιος Κ. Μώρος
Αστυνόμος: ο Γεώργ. Αντ. Μπάρλας
Χωροφύλακας: ο Γιάννης Παπαδόπουλος (Μπίνιος)
Σελ. 116

Ε.Τ.Α.: ο Κων/νος Κολιτάσιος και Νικ. Θεοφ. Βούρδουλας
Εφεδρικό ΕΛΑΣ: Ο Κων. Γιαννόπουλος (Βέσης)
Υπεύθυνος της ΕΠΟΝ και πολιτ. Καθοδηγητής ήταν ο Χρήστος ο Μιχαλόπουλος (Ντούσης), ο οποίος μάζευε αγόρια και κορίτσια στο μαγαζί του Λεωνίδα Κωσταλάμπρου (Τσινέκη) και τους έκανε διαφώτιση.
Τα Συμβούλια άλλαζαν πρόσωπα. Ένα επόμενο Συμβούλιο συγροτήθηκε ως εξής:
Υπεύθυνος του ΕΑΜ: ο Δημήτρ. Λυμπερόπουλος, δάσκαλος
Υπεύθυνος τους ΕΤΑ: Ο Κων/νος Κολιτάσιος
Υπεύθυνος του Εφεδρ. ΕΛΑΣ: ο Κώστας Γιαννόπουλος
Υπεύθυνος Αλληλεγγύης: ο ιερέας Κων/νος Λυμπερόπουλος και ο Γεώργ. Μώρος (Ρέμπος)
Υπεύθυνος Αστυνόμος: ο Θανάσης ο Ασημακόπουλος
Λαϊκοί Δικαστές: ο Σπύρος Μώρος
Φρούραρχος: ο Παναγ. Σπυρόπουλος
Τύπου και Διαφώτισης: ο Παν. Μώρος(Παναγιωτάκης) και ο Θανάσης Δημάκης

Το φθινόπωρο του 1943, τα συμμαχικά αεροπλάνα βομβάρδιζαν τα αεροδρόμια που κατείχαν οι Γερμανοί και γίνονταν αερομαχίες με γερμανικά αεροπλάνα. Μια τέτοια αερομαχία έγινε και πάνω από την Αρμενιά.
Τότε οι σύμμαχοι στις 4 Οκτωβρίου του 1943 βομβάρδισαν, λένε κατά λάθος, και το Άργος. Ήταν Σάββατο, είχε παζάρι και σκοτώθηκαν πολλοί. Ανάμεσά τους ήταν και ο Αθανάσιος Ηλιόπουλος του Λευτέρη (Σαράντου) από τη Φρουσιούνα.
Στις 12-12-1943, κατέβηκε από το Λιμάχι ένα τάγμα του Αθανασούλα του ΕΛΑΣ. Διανυκτέρευσαν στο χωριό οι αντάρτες και ήταν γεμάτοι ψείρες. Τους μάζεψαν τρόφιμα και έφυγαν. Μαζί τους είχαν και Εβραίους, οι οποίοι πήγαν μαζί τους για να γλιτώσουν από τους Γερμανούς. Οι αντάρτες τους άφησαν στο χωριό, γιατί δεν άντεχαν τις κακουχίες, τον ένα στον Τσέλιο και τον άλλο στον Σπύρο Ρήγα, οι οποίοι τους κουβάλησαν και στα χειμαδιά μαζί τους.
Την ίδια εποχή περνούσαν διάφοροι διαφωτιστές. Χτυπούσαν την καμπάνα, συγκέντρωναν τους κατοίκους και έβγαζαν λόγους. Μιλούσαν
Σελ.117

για την οργάνωση του ΕΑΜ, τους σκοπούς της, για τη λαϊκή δημοκρατία. Βασικό κήρυγμα ήταν ότι η κλοπή και προδοσία τιμωρείται με θάνατο.
Το 1944 ξαναπέρασε ο Γρίβας και ο Πελοπίδας (Παντ. Λάσκας) με τάγμα. Πήγαν και χτύπησαν το Βαλτέτσι, που συνεργαζόταν με τα Τάγματα Ασφαλείας, και με την επιστροφή πέρασαν από τη Φρουσιούνα. Η οργάνωση με έρανο έφτιαξε συσσίτιο και ψωμί για τους αντάρτες.

Μαρτυρία Βασίλως Τσαγκαρέλη
Ήμουνα στα γίδια πέρα κατά τις Μάντρες. Έφέρνανε δύο κορίτσια από του Μαλαντρένι και μία γριά δύο αντάρτες, ένας από τη Μεγαλόπολη και ένας Τσιπανίτης. Τις πήγανε απάνου κατά το Μεγάλο Ρέμα, να τις σκοτώσουνε, αλλά δε σκαβότανε. Εκείνοι εκάτσανε και βγάλανε τα μάτια τους με τα κορίτσια. Τα σκοτώσανε πέρα στη Βίλλια. Είχαμε αραποσίτια εμείς και βρήκαμε τα παπούτσια τους στο ρέμα μέσα. Ήτανε ωραίες κοπέλες. Η μία ήτανε μοδίστρα και τις είχανε καταδώσει τ΄ αδέρφια τους, γιατί είχανε πάει με Ιταλούς, ήτανε ανήθικες. Θα τις σκοτώνανε οι ίδιοι. 

5. Οι Γερμανοί στο χωριό
Τον Ιούλιο του 1944 οι Γερμανοί έκαναν μαζί με τους Ταγματασφαλίτες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στην Πελοπόννησο και ειδικά στους νομούς Αργολιδοκορινθίας, Αρκαδίας και Αχαϊας, στους ορεινούς όγκους Μαίναλο, Χελμό, Κυλλήνη, Φαρμακά, γιατί εκεί ήταν εστίες ανταρτών.
Στις 16 Ιουλίου κάτοικοι από το Κακούρι και Πικέρνι της γειτονικής Αρκαδίας, έτρεχαν προς τη Φρουσιούνα τρομοκρατημένοι, λέγοντας πως έρχονται Γερμανοί. Πραγματικά εμφανίστηκαν Γερμανοί στην Αστραπή της Αρμενιάς. Τότε τρία τσοπανόπουλα που είχαν τις στρούγκες τους στην Αρμενιά, ο Παρασκευάς Γρ. Τσαγκαρέλης (Ματσιαγκός), ο Γεώργιος Κ. Τσαγκαρέλης (Σιουδής) και ο Βασ. Γ. Μώρος (Ρέμπος), έτρεξαν να ειδοποιήσουν το χωριό, ότι έρχονται οι Γερμανοί, για να προλάβουν να κρύψουν τρόφιμα και πράγματα και να κρυφτούν και οι ίδιοι.
Σελ. 118

την άλλη ημέρα στις 17 Ιουλίου, οι σκοποί που φύλαγαν στο Διακόπι, είδαν στο Λιθαροπέταμα να έρχονται Γερμανοί και άρχισαν να φωνάζουν και να τρέχουν να κρυφτούν. Άλλοι Γερμανοί ανέβηκαν από το Κακουρέικο στον Ανεμόμυλο και από εκεί έριχναν με τα μυδράλια. Επίσης άλλοι Γερμανοί πέρασαν από το Διάσελο της Αγίας-Κυριακής. Έστησαν φυλάκια σε διάφορα σημεία και κατευθύνθηκαν προς το χωριό.
Στο χωριό είχαν απομείνει λίγοι ανήμποροι γέροι, οι υπόλοιποι κάτοικοι είχαν κρυφτεί, άλλοι στη σπηλιά στο Μεγάλο-Βράχο, άλλοι στα Τσιούμπια, στη Λούστρα, άλλοι στου Βότα. Πολλοί έφυγαν προς τα βόρεια, περνώντας από τα χωριά Αλέα, Σκοτεινή, Λαύκα, Καστανιά, Μοσιά και άλλα χωριά της Κορινθίας. Ιδίως τα μέλη του ΕΑΜ της περιοχής κρύφτηκαν και δεν αντιστάθηκαν, για να μην πέσουν στα χέρια των Γερμανών και Ταγματασφαλιτών. Το σύνθημα ήταν: «Ο σώζων εαυτόν, σωθείτω».
Οι Γερμανοί στο χωριό έβαλαν φωτιά σε 13 σπίτια και 3 καλύβια με υπόδειξη Ελλήνων συνεργατών τους, οι οποίοι βέβαια έκαναν λάθη και κάηκαν και σπίτια μη ανταρτών. Οι οικογένειες, που έμειναν χωρίς σπίτι, ήταν περισσότερες από τα σπίτια που κάηκαν, γιατί στο ίδιο σπίτι, όπως έχουμε δει, ζούσαν δύο και περισσότερες οικογένειες. Οι οικογένειες που έμειναν χωρίς σπίτι ήταν:
1.       Φ. Δημάκη (Φωτήλη)
2.       Γ. Ασημακόπουλου (Καπότα)
3.       Γρ. Τσιορβά
4.       Νικ Τσιορβά
5.       Κων. Λύκου (Βαρδέου)
6.       Λάμπρου Ηλιού
7.       Σωτήρου Ηλιού
8.       Γ. Μιχαλόπουλου
9.       Σταύρου Σπ. Μώρου (Πέπα)
10.     Ιω. Παπαδόπουλου (Μπίνιου)
11.     Ευάγ. Παπαδόπουλου
12.     Βασίλη Παπαδόπουλου (Μπίνιου)
13.     Αριστ. Παπαδόπουλου
14.     Θεοδώρας χήρας Γ. Μώρου
Σελ. 119

Τα καλύβια που κάηκαν ήταν:
1 Γεωρ. Μήτρου
2. Παπαδόπουλου (Πατούρα)
3. Κ. Αθανασίου (Ντάτσιου)
Επίσης οι Γερμανοί ξέσπασαν στους ηλικιωμένους, που είχαν απομείνει στο χωριό, γιατί δεν είχαν τη δύναμη να φύγουν. Σκότωσαν ένα γέρο, τον Αλέξη Αντωνίου (Μαναρά), βίασαν λένε μία γεροντοκόρη, τη Σωτήρα Κολιτάσιου (Πατσιά) και άλλες γριές, έσφαξαν τα γουρούνια του χωριού.
Άλλοι Γερμανοί κατέβηκαν από τη Βερόρα. Εκεί ήταν στρούγκες, βρήκαν καζάνια και τα κύλισαν κάτω στον κάμπο. Κατεβαίνοντας στη θέση Λακκίτσα, βρήκαν ρούχα, προικιά κρυμμένα και τα έκαψαν.
Άλλοι κατέβηκαν από τη Βίλλια. Στη θέση Ψειρόγιαννη βρήκαν πάλι ρούχα, εκεί στα ρέματα και τα έκαψαν. Πέρασαν δίπλα στην κρυψώνα του κτηνίατρου Γιώργου Μιχαλόπουλου, ο οποίος ήταν στέλεχος του ΕΑΜ στην περιοχή-ήταν κρυμμένος σε σπηλιά- αλλά δεν τον βρήκαν.
Μόλις έφυγαν οι Γερμανοί από το χωριό, έγιναν κλεψιές από τους συγχωριανούς, αλλά και από Μαντινείς που βρέθηκαν εκεί μετά τη φυγή από τα μέρη τους.
Οι Γερμανοί στις 18 Ιουλίου, κατευθύνθηκαν προς Σκοτεινή, την οποία κατέκαψαν σχεδόν ολόκληρη, καθώς και τον Άγιο Νικόλαο, και συνέχισαν τις καταστροφές στα υπόλοιπα χωριά της Κορινθίας.

Μαρτυρία Βασιλικής Τσαγκαρέλη (ετών 90)
‘Όταν οι Γερμανοί εζώσαν τα βουνά κάποιες γριές μείνανε στο χωριό. Λένε τις βιάσανε, τη Σωτήρα του Πατσιά. Εμένα μου πήρανε την προίκα. Ήμουνα στην Αρμενιά στα πρόβατα μαζί με την Ελένη του Μπίριου. Η μάνα μου τα έκρυψε στους κήπους και τα βρήκαμε όλα οι Σαγκιώτισσες; Και τα πήρανε. Της Κατερινίτσας τα κάψανε στο Μακρυχώραφο και τη βάλανε και χόρεψε. Και τους είπε η θεια Σωτήραινα: «Βιάστε εμένα, όχι το κορίτσι». Ήτανε κι άλλες γυναίκες εκεί.
Σελ.120

Ο γιατρός ο Μιχαλόπουλος ήτανε από κάτου σε μια σπηλιά. Αν περνάγανε από΄ εκεί τα βόδια θα τον βλέπανε. Τους είπε ο μπαρμπα-Σωτήρος: «Αχ πάνου περάστε τα βόδια» και ο γιατρός ήτανε απού κάτου. Αν τον βρίσκανε θα τον κάνανε κιμά, γιατί ήτανε αριστερός. Τις γυναίκες τις γδύσανε, αλλά δεν τις βιάσανε.
Εμείς προλάβαμε και φύγαμε και πήγαμε στου Γκιόζα. Στη Λαύκα κάψανε οι Γερμανοί δεκατρείς. Ένας ήταν ο Κατσαρός από του Μπέλεσι, φαρμακοποιός. Τους ακούγαμε που ουρλιάζανε, όταν τους καίγανε. Ήμασταν πολλοί εκεί πέρα χωριανοί.

Μαρτυρία Αφροδ. Σωτηροπούλου (ετών 78)
‘Ημασταν στην Αρμενιά, πάνου στη βρύση, στου Λαμπράτση. Εκεί είχαμε τη στρούγκα με τον Κατσαντώνη και οι Γερμανοί ήρθαν από του Σάγκα, την Τουκόστανη. Από εκεί κατεβήκανε στη Σκίπιζα, τη Βερόρα, στου Λεσιοβίτι δώθε τα βουνά τα πηγαίνανε μπάλα . Κάνανε γενική εκκαθάριση, για να σκοτώσουνε αντάρτες. Στη Βερόρα κύλισαν το καζάνι του γερο- Βασίλη του Σωτηρόπουλου και έφτασε στη Λακκίτσα κάτου. Μαζί τους ήτανε και Ταγματασφαλίτες, γιατί μιλάγανε ελληνικά. Κατεβήκαμε στη Λακκίτσα και κάψανε πράγματα, ρούχα που είχαμε κρυμμένα οι γυναίκες. Είχε κρύψει η Τσέκαινα ένα ντενεκέ πετρέλαιο, το βρήκαμε και κάψανε μ΄ αυτό τα πράγματα.
Ολόκληρο ιππικό, άλογα, μουλάρια, γαϊδούρια, ερχόντουσαν από τα Τσιπιανά και φέρνανε και κάψανε υλικό για το γερμανικό στρατό.
Κει πέρα στη Γαϊδουρόραχη ήτανε ο γερο- Τάσης ο Καπαμπής και τον είδανε, του ρίξανε ριπές, αλλά δεν τον πετύχανε.
Εκεί στου Λιούκου, στον Αη-Λια πιο πάνου, ήτανε ο μπαρμπα-Δημήτρης ο Σαρρής με τη θεια-Δημητρού και θερίζανε και περάσανε οι Γερμανοί στην Απάνου-Πλάκα, τους είδανε γεροντάκια και δεν τους πειράξανε.
Μετά από το Σουλουνάρι κατεβήκαν στο χωριό. Άλλοι κατεβήκαν από τη Λακκίτσα, άλλοι από τη Βίλλια.
Κατεβήκαν στο χωριό και σκοτώσανε το γέρο-Αλέξη, το Μαναρά, στου παπά το σπίτι απού πάνου και πήγαν την άλλη μέρα χωριανοί και τον θάψαν στον Αη-Γιώργη. Και κατεβήκανε και σφάξανε τα
Σελ. 121

γουρούνια. Τα γουρούνια σκούζανε. Πήγαν στην Κοκκινόβρυση ο Κατσάμπας είχε 2-3 γουρούνια, τα σφάξανε και τα φάγανε. Στο χωριό ήτανε κάτι γριές ανεβασμένες πάνου στα πουρνάρια. Ήτανε η θεία-Γιαννού, η Τσιέλιαινα με κάτι μουτζήθρες και κάτι κουβάρια ανεβασμένη πάνου στο πουρνάρι στο σπίτι της και την είδανε. Ήτανε η θεια-Βασίλαινα η Βράκαινα κρυμμένη και η Νικολίνα του Ρήγα και λένε ότι τις βιάσανε. Βάλανε φωτιά στα σπίτια. Βάλανε φωτιά στο Θόλο του Πέππα και καήκανε και τυριά.
Λακίσαμε. Ήρθα εγώ στου Βότα και ήτανε η θεια-Αγγελίνα η Στυλιανού, η Διαμάντω με τα μπινιάρα μικρά, θα ήτανε ενός χρονού, δεν ήτανε, το Γιώργη και το Μίμη και είχε φτιάσει στο χαράνι χυλό. Εγώ ήμουνα 12-13 χρονών. Ζαλώθηκα εγώ το ένα παιδί και εκείνη το άλλο και το χαρανί και βγήκαμε στη Λούστρα και από εκεί τα βλέπαμε όλα. Στη Λούστρα ήμασταν κρυμμένοι καμιά 40ριά και λέγαμε που ΄ναι οι αντάρτες να μας σώσουνε.
Η μάνα μου, ο πατέρας μου και οι αδερφές μου πηγαίνανε να κρυφτούνε στη σπηλιά του Μεγάλου Βράχου. Η αδερφή μου η Νίκη ήτανε μικρό παιδάκι και το κουβάλαγε η μάνα στην πλάτη. Στην Πλάκα στο Βράχο, μόλις είδαμε ότι καιγόντουσαν τα σπίτια το βράδυ, λέει η μάνα του πατέρα μου: «Να το πετάξω το κορίτσι, το σπίτι καίγεται, ψωμί δεν έχουμε-νόμισε ότι καιγόταν το σπίτι, αλλά και καιγόταν ο Θόλος του Πέπα». «Τι είπες» της λέει ο πατέρας και το βούτηξε το κορίτσι: « Θα αλλάξουν τα πράματα» και έκανε απάνου τον ανήφορο.

Μαρτυρία Γεωργίου Λυμπερόπουλου (Καπετάνιου)
Όταν ήρθαν οι Γερμανοί στο χωριό, ήμουνα 10 χρονών. Τον πατέρα μου τον είχαν τότε βάλει στην ΕΤΑ και είχανε τρόφιμα εδώ και φύγανε τελευταίοι.
Βγήκε η Βασίλω του Μαντά και φώναζε: «Χωριανοί, χωριανοί, έρχονται Γερμανοί».
Πήρε ο πατέρας μου ένα όπλο, ο μπάρμπας μου ο Σταύρος και ο νουνός μου ο Τσούμπανος και πήγαμε πίσω από τη Σκαλίτσα και κρυβόμασταν μες στη ρεματιά και πιο πέρα κρυβόταν ο γιατρός ο Μιχαλόπουλος
Σελ. 122

με την οικογένειά του. Αλλά ευτυχώς δεν ήρθαν Γερμανοί και ξαναγυρίσαμε πίσω. Η άλλη οικογένεια είχε πάει στα Τσιούμπια στην τρύπα και φύγαμε και εμείς και πήγαμε εκεί. 
Οι γερμανοί ήρθαν την άλλη μέρα. Η τρύπα ήτανε μεγάλη, χώραγε 500 άτομα και ήτανε μέσα εκεί πολλές οικογένειες. Ήτανε και ο γέρο-Πέτρος με μια βαρέλα κρασί και ένα κομμάτι κρέας στην πλάτη. Έτρωγε το κρέας και διάβαζε την πλάτη και έλεγε: «Έρχεται ο Χαράλαμπος». Δεν ήξερε ακόμα ότι τον είχαν σκοτώσει. Ο πατέρας μου, όμως, ο παπάς, το ήξερε, γιατί του το είχε πει ο Τσορβάς και τον έψελνε από μέσα του. Τον είχανε σκοτώσει 2-3 μέρες νωρίτερα.
Ήμασταν έξω μπροστά στην τρύπα, όταν παρουσιαστήκανε οι πρώτοι γερμανοί στο Σουλουνάρι. Είχανε όμως στείλει νωρίτερα ελεύθερους σκοπευτές. Είχε ένα σκυλί ο Κωτσαντής και του ρίξανε οι Γερμανοί και ακούσαμε το ουρλιαχτό. Μετά από λίγο είδαμε τις φωτιές που καίγανε τα σπίτια. Κάψανε το θόλο του Πέτα. Φαινότανε ότι και καίγεται το δικό μας σπίτι και ο πατέρας μου άρχισε να κλαίει και μεις τα παιδιά βάλαμε τα κλάματα. Ήτανε 10-11 η ώρα το πρωί.

Μαρτυρία Γιάννη Μπάρλα (ετών 72) *(* σ.εμού : Ο γιός του ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΜΠΑΡΛΑ)
Η οικογένειά μου πέρασε μεγάλες πίκρες το 1944, αλλά και το 1948. Όταν λάκισε ο πατέρας μου από τους αντάρτες κρυβότανε και κανείς δεν ήξερε που πήγαινε και πούθ΄ έγερνε. Εκείνοι που σκοτώνανε απάνου και κείνοι που σκοτώνανε κάτου δεν ξέρανε τι κάνανε.
Τη βραδιά που φύγαμε για του Σάγκα στο σπίτι μας ήτανε σκοπός ο Πανο-Καριοφύλλας και ο Στάθης ο Σωτηρόπουλος. Στο σπίτι είχαμε πιάσει και 3 κορίτσια, τη Σταυρούλα του Λια, την Παναγιώτα του Πατούρα και την Παρασκευή.
Ήρθε η θεια μου από το Σάγκα, η Κωσταντίνα. Την είχε στείλει ο πατέρας μου να με πάρει. Η μάνα μου ήτανε γκαστρωμένη στη Γιωργία. Έπεσε κάτου και χτυπιότανε: «Ρε, Στάθη, ρε γείτονα», για να αφήσουν τα κορίτσια. Τότε ο Στάθης εκείνη τη στιγμή είχε πολύ λογική. Διώχνει τα κορίτσια και τα τρία και μένα με ζαλώνεται και μαζί με την θεία μου την Κωσταντίνα από το Σάγκα, μας πήγε στου περιβολάρη, πάνω από του παπά το σπίτι και γυρίζει και φεύγει.
Σελ. 123

Θυμάμαι ήτανε μια νυχτιά που το φεγγάρι μία έμπαινε στα σύννεφα, μία έβγαινε. Ενώ η θεια μου είχε κατέβει από την Αρκουρόβρυση και είχε σκοπό να φύγουμε από κει, τώρα άλλαξαν τα σχέδια.
Βγήκαμε στο Έβγαλμα. Φτάνουμε στη Λακαβρυσίρα και πέφτουμε πάνου σε δυο Πικερναίους αντάρτες. Η θεια μου έκοψε να βγει στη φεύγει. Εμένα με πήρανε και με πήγανε κοντά στην Αγια-Παρασκευή και με αφήσανε. Η θεια μου κόλλησε απάνου στην Αστραπή. Σμίξαμε. Στην Κερασιά ήρθε ο πατέρας μου. Του το είπαμε και πήγε στο Διάσελο το Πικερναίικο να τους σκοτώσει, αλλά εκεί ήτανε φυλάκιο και του ρίξανε και έφυγε. Βαράγανε οι σφαίρες όλη νύχτα. Λουμώξαμε εκεί και με το φώτημα πήγαμε στου Σάγκα.
Έμεινα εγώ με τη γιαγιά μου. Φέρανε και τον αδερφό μου του Αντώνη. Μας κλείδωσαν σ΄ένα υπόγειο μέσα και μας έπιασε ψώρα από την υγρασία. Η γιαγιά μου έκαιγε μια βελόνα και τις τραβούσε και τις έβγαζε. Μείναμε 3 μήνες εκεί.
Μια μέρα βγήκα εγώ και μ΄ έπιασε ένας αντάρτης και με χτύπησε. Γύρισα σπίτι και ήρθανε Γερμανοί και μας πιάσανε, αλλά μας είδανε σε τέτοιο χάλι και ήμασταν τυχεροί, γιατί ένας ήταν αξιωματικός και έδωσε εντολή να βράσουν νερό. Μόλις το είδε η γιαγιά μου, φώναζε: «Θα μας ψήσουν εδώ που τα΄ μασα». Μας βάλανε μέσα σε ζεστό νερό και ρίξανε μέσα μια σκόνη και πάνω το νερό κόρφιασε από την πολλή ψείρα.
Στη βδομάδα μετά την επιδρομή των Γερμανών, μας έπιασαν οι αντάρτες, η οργάνωση. Μας πήγαν στην Τρίπολη σε στρατόπεδο. Εμείναμε εκεί μέχρι τους 13 Δεκέμβρη του 1944 .
Ένα πρωί μας αμόλησαν όλους. Ένας Νταϊφάς από του Σάγκα ήταν εκεί πέρα, μας παρακολουθούσε και μας πήρε. Είχε δυο κοφίνια με άχερο στο ΄να μουλάρι και το άλλο το είχε καβάλα. Μας τύλιξε με λιοπάνα να μην κρυώνουμε και μας έβαλε στα κοφίνια.
Όταν έφτασε στου Σάγκα, φώναξε στη γιαγιά μου να΄ ρθει να μας πάρει. «Να χαθείς φονιά» του απάντησε η γιαγιά μου, που δεν τον πίστεψε. Τελικά ήρθε η γιαγιά μου τι να δει. Η καταστασή μας ήταν τραγική.
Σελ. 124

6. 1944. Τάγματα Ασφαλείας. Βιαιότητες
Οι γερμανοί για να χτυπήσουν τους αντάρτες του ΕΑΜ και να προστατέψουν τα πεδινά, ίδρυσαν στις αρχές του 1944 σε συνεργασία με την κατοχική κυβέρνηση του Ιω. Ράλλη και τη στήριξη όλων των αντιπάλων του ΕΑΜ, τα Τάγματα Ασφαλείας.
Πολλά στελέχη των οργανώσεων που διέλυσε το ΕΑΜ, κυρίως πρώην αξιωματικοί, θεωρώντας την επικράτηση του ΕΑΜ ως κομμουνιστικό κίνδυνο, εντάχθηκαν στα Τάγματα Ασφαλείας. Σ΄ αυτά έβρισκαν προστασία και όσοι από τα χωριά διώκονταν από το ΕΑΜ.
Έτσι από την άνοιξη του 1944 η σύγκρουση θα διεξανθεί ανάμεσα στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ από τη μια και Γερμανούς και Τάγματα με συνεργάτες τους από την άλλη. Η σύγκρουση αυτή θα μετατραπεί σε κανονικό πόλεμο μέχρι την απελευθέρωση, το φθινόπωρο του 1944.
Κάποιοι, κυρίως επιστήμονες, μεγαλοκτηματίες, έβλεπαν ότι στο ΕΑΜ κυριαρχούσε  το ΚΚΕ και αυτό δεν το ήθελαν. Έτσι αντιδρούσαν, αλλά μετά τη διάλυση των εθνικιστ. Ομάδων δεν στηρίγματα και αναγκάστηκαν να λένε υποκριτικά πως είναι με το ΕΑΜ, αλλά ύπουλα δεν εδίσταζαν να το βλάψουν. Από την άλλη, οι Άγγλοι, ενώ ήταν φαινομενικά με το ΕΑΜ, προπαγάνδιζαν υπέρ της μοναρχίας και κατά του ΕΑΜ.
Το ΕΑΜ για να διατηρήσει την κυριαρχία του, εξαπολύει επίθεση όχι μόνο κατά προδοτών και συνεργατών του εχθρού, αλλά και κατά κάθε «αντιδραστικού». Ιδιαίτερη αγριότητα επέδειξε στην περιοχή μας ο Στάθης ή Τριανταφύλλου, όπως ήδη αναφέραμε, ο οποίος είχε αναλάβει πολιτικά καθήκοντα στο ΕΑΜ.
Τότε έγιναν πολλές ακρότητες. Στις γραμμές του ΕΑΜ θα κυριαρχήσουν σκληρές τάσεις και το πολιτικό σκέλος του θα εφαρμόσει βίαιες μεθόδους. Στο αρχηγείο του ΕΑΜ στο Τάτσι γίνονταν εκτελέσεις. Το μοναστήρι του Αη-Γιώργη Φενεού μετετράπη σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, στο οποίο καθημερινά έφταναν άνθρωποι αιχμάλωτοι από πολλές περιοχές και ακολουθούσε η θανάτωσή τους στη γνωστή τρύπα στο Κακοβούνι Φενεού. 
Σελ. 125

Όταν έγιναν οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των Γερμανών, όλοι οι κρατούμενοι στο μοναστήρι θανατώθηκαν για να μην τους ελευθερώσουν οι Γερμανοί.
Θύμα αυτής της κατάστασης το καλοκαίρι του 1944 ήταν από το χωριό μας ο γιατρός Χαράλαμπος Πετρόπουλος. Για τον Πετρόπουλο, τον αθλητή και το γιατρό, μιλήσαμε σε προηγούμενες ενότητες. Στήριξε όπως είδαμε παραπάνω την οργάνωση Φαρμακά, δε συμφωνούσε με την ιδεολογία του ΕΑΜ, πρόσφερε όμως αδιαμαρτύρητα τις ιατρικές του υπηρεσίες σε αυτό. Διατύπωσε χωρίς φόβο τις αντιρρήσεις του, όταν είδε τις εκτελέσεις του ΕΑΜ στην καταβόθρα στο Τάτσι. Τότε τον κάλεσαν για την γνωστή ανάκριση. Του δόθηκε η δυνατότητα να το σκάσει καθ΄ οδόν προς το στρατόπεδο του Φενεού, αλλά πιστεύοντας πως είναι αθώος, δεν το έκανε. Πίστευε πως θα συναντήσει το Βαζαίο, με τον οποίο ήταν μαζί στην οργάνωση του Φαρμακά και τώρα είχε προσχωρήσει στον ΕΛΑΣ, όπως έχουμε αλλού αναφέρει. Δυστυχώς αυτός ο πολύτιμος για το κοινωνικό σύνολο άνθρωπος, από τις λίγες προσωπικότητες που έβγαλε το χωριό, ήταν τραγικό θύμα αυτής της ανώμαλης περιόδου. Για τον Χαρ. Πετρόπουλο θα μιλήσουμε και σε επόμενες ενότητες.
Επίσης θύμα ήταν και ο Κώστας Π. Κωστάκης (Προκοπάς) από τον Κεφαλόβρυσο (Πάνω Μπέλεσι), ο οποίος είχε παντρευτεί Φρουσουνιώτισσα, γιατί είπε με αφέλεια τη φράση: «Ο Βαζαίος πήγε στα Τάγματα». Τον έπιασε η ΟΠΛΑ (πολιτοφυλακή του ΕΑΜ), τον έφερε στο χωριό, έφαγε πολύ ξύλο και οδηγήθηκε στο Τάτσι όπου και τον σκότωσαν άδικα και άφησε γυναίκα με 4 μικρά παιδιά.
Με όλα αυτά όμως αντιστράφηκε στην περιοχή μας το κλίμα συμπάθειας προς το ΕΑΜ. Άρχισε να επικρατεί ο φόβος, η τρομοκρατία και η εχθρότητα προς αυτό.
Ευτυχώς η οργάνωση του ΕΑΜ στο χωριό, κατόρθωσε να διαφυλάξει την ενότητα του χωριού και να μη διασαλευτεί αυτό. Έτσι θύματα δεν ήταν πολλά, όπως συνέβη δυστυχώς σε άλλα χωριά.
Σελ. 126

Ωστόσο δε φταίνε για όλα αυτά οι χιλιάδες αγωνιστές που πολεμούσαν στα βουνά τον κατακτητή και έδιναν τη ζωή τους στις μάχες. Ούτε μπορεί να αμαυρωθεί το μεγαλείο της ΕΑΜικής Αντίστασης, γιατί αυτή υπερτερεί ηθικά από αυτές τις παράφρονες και αδικαιολόγητες πράξεις, οι οποίες είτε οφείλονταν σε αυθαιρεσίες κάποιων τοπικών υπευθύνων ή πιθανόν και σε εντολές από κάποια ψηλά κλιμάκια.
Από την άλλη βέβαια, καμία δικαιολογία δεν έχουν όσοι συνεργάστηκαν με τον εχθρό ή πήραν μέρος στα προδοτικά Τάγματα Ασφαλείας.
Τον Αύγουστο του 1944 οι Γερμανοί έφτασαν στον Δούκα με στόχο να επιτεθούν στο αρχηγείο του ΕΑΜ στο Τάτσι. Όμως οι αντάρτες τους επιτέθηκαν μόλις έπιασαν την ανηφόρα και αναγκάστηκαν να γυρίσουν πίσω με απώλειες.
Την ίδια περίοδο η Σταυρούλα του Λια έφερε την είδηση από το Σχινοχώρι ότι οι οικογένειες των Ηλιοπουλαίων (Σαράντου), των Σωτηροπουλαίων, του Βασ. Παπαδόπουλου (Πατούρα), του Παναή Μπάρλα (Λια), του Ιω. Λύκου (Τσέλιου), και Παπαδοπουλαίων (Μίνιου) από τη Φρυσιούνα ήταν στο κατάλογο για εκτέλεση. Επικράτησε πανικός. Συγκεντρώθηκαν στη Βερόρα, για να μπορέσουν να φύγουν για το Άργος. Τότε ήρθε ο κτηνίατρος Γιώργος Μιχαλόπουλος, στέλεχος του ΕΑΜ, και τους διαβεβαίωσε πως κανείς δε θα πάθει τίποτε. Έτσι πείστηκαν και παρέμειναν και γλίτωσαν την ταλαιπωρία τόσες οικογένειες.(( σ.εμού :Σχετικά για τον επικτηνίατρο Γ. Μιχαλόπουλο/ Εφημερίς :"ΑΣΥΡΜΑΤΟΣ" -5 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1945
ΑΚΕΦΑΛΑ ΠΤΩΜΑΤΑ
Εις υπόγεια κλινικής
ΔΥΟ ΘΥΡΙΩΔΕΙΣ ΙΑΤΡΟΙ
Η εγκληματική δράσις των
Από την προανάκρισιν την οποίαν ενήργησε αρμόδιος εισηγητής, απεκαλύφθη ότι ο ιατρός Ν. Νικολακόπουλος, κρατούμενος ήδη εις το Γουδί, επίατρος του ΕΛΑΣ, υπήρξεν εις εκ των φοβερωτέρων εγκληματιών της στάσεως, διαπράξας πλείστα όσα εγκλήματα. Εις αυτόν αποδίδεται, κατά τας μαρτυρικάς καταθέσεις, η εκτέλεσις των αστυνομικών Ζαρούλη, Πύλια, Μακροθύμιου και Κόμψα. Διατηρών ούτος κλινικήν εις την επί της διασταυρώσεων των οδών Αγ. Γέροντα και Κυδαθηναίων οικίαν εχρησιμοποίησε ταύτην ως σφαγείον των πολιτών. Εις αυτήν μετεφέρθησαν οι ανωτέρω αστυνομικοί μετά την πτώσιν του Β΄ αστυνομικού τμήματος και από εκεί ωδηγήθησαν προς εκτέλεσιν εις Ηλιούπολιν.
  Εις τα υπόγεια της κλινικής κατά τας μαρτυρικάς πάντοτε καταθέσεις, ανευρέθησαν τέσσαρα πτώματα εκ των οποίων το εν ακέφαλον.
  Άλλος κατηγορούμενος με πολυσχιδή και πολύμορφον δράσιν είνε ο Γ. Μιχαλόπουλος επικτηνίατρος μέλος του Κομμουνιστικού κόμματος και βουλευτής του εθνικού συμβουλίου και της Π.Ε.Ε.Α. Ούτος έδρασεν εις διαφόρους περιφερείας του Άργους προ και κατά την διάρκειαν του στασιαστικού κινήματος. Ήτο ο ανώτατος άρχων των περιφεριών αυτών και συνεργάζετο μετά του καπετάν Γραβιά. Όλαι δε αι αποφάσεις των εκτελέσεων, συλλήψεων, διωγμών και εμπρησμών ολοκλήρων χωρίων υπεγράφοντο υπό του επικτηνιάτρου. Κατά την διάρκειαν του κινήματος εθεάθη κατ΄ επανάληψιν εις Αθήνας διευθύνων μαχόμενα τμήματα του ΕΛΑΣ. ))
Το Σεπτέμβριο του 1944 κορυφώνονται οι συγκρούσεις του ΕΛΑΣ και των Ταγμάτων. Η κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας που είχε δημιουργηθεί στο Κάιρο μετά τη συμφωνία του Λιβάνου, ζητούσε επίμονα να παραδοθούν τα Τάγματα, για να δικαστούν για την προδοτική στάση τους. Όταν όμως έφυγαν οι Γερμανοί έχασαν το στήριγμά τους και ζητούσαν να τα προστατέψουν οι Άγγλοι από το ΕΑΜ, το οποίο τώρα ετοιμαζόταν για τις μάχες των πόλεων μαζί τους. Το μίσος ήταν μεγάλο και υπήρχε κίνδυνος μεγαλύτερης αιματοχυσίας, ιδιαίτερα στην Τρίπολη με το Τάγμα του Παπαδόγκωνα. Τελικά τα Τάγματα παραδόθηκαν με τη διαμεσολάβηση αντιπροσωπείας της κυβέρνησης του Καϊρου με επικεφαλής τον Π. Κανελλόπουλο.
Στις 9 Σεπτεμβρίου που έφυγαν οι Γερμανοί, το ΕΑΜ οργάνωσε παρελάσεις στις πόλεις. Στο Άργος μίλησε ο Άρης Βελουχιώτης ο οποίος ήταν διοικητής της Μεραρχίας Πελοποννήσου. *(* σ.εμού :Δεν επιβεβαιώνεται ό τι μετέβη και μίλησε ο Βελουχίώτης στο Άργος)
Σελ. 127

Τότε έμειναν στον ΕΛΑΣ και στο Τάγμα του Στάικου (Αθανάσιου Γ. Στεφανόπουλου από Φρουσιούνα) νέοι της ΕΠΟΝ Φρουσιούνας: Ο Βασίλειος Φ. Δημάκης, ο Βασίλειος Αθ. Τσαγκαρέλης, ο Παναγιώτης Βούρδουλας, ο Βασίλειος Μώρος (Περιφέρης), ο Γεώργιος Ηλιού(Λάμπρου). Έμειναν στο Δερβένι Κορινθίας μέχρι το Δεκέμβρη και πίστευαν ότι θα επιστρέψουν στο χωριό, αλλά δεν πρόλαβαν, γιατί άρχισε η μάχη της Αθήνας, όπου το ΕΑΜ συγκρούστηκε με την κυβέρνηση του Καϊρου με πρωθυπουργό το Γ. Παπανδρέου, τους Άγγλους με αρχηγό το Σκόμπυ και άλλες δεξιές οργανώσεις. Έτσι μερικά απ΄ αυτά τα παιδιά θα πάρουν μέρος στη μάχη της Αθήνας, η οποία θα καταλήξει με την ήττα του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και την υπογραφή ανακωχής.
Το Φεβρουάριο θα ακολουθήσει η συμφωνία της Βάρκιζας, που όριζε τον αφοπλισμό των ανταρτών και την επιστροφή στα σπίτια τους.
Όμως τώρα αρχίζει το κυνήγι των ανταρτών του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Συγκροτούνται τρομοκρατικές ομάδες από αντικομμουνιστές και συγγενείς θυμάτων του ΕΑΜ και κάνουν μηνύσεις κατά ανταρτών ή πιάνουν άμαχους πρώην αντάρτες και τους σκοτώνουν με ξυλοδαρμό. Οι κρατικές αρχές τις ανέχονται ή συνεργάζονται κιόλας. Είναι περίοδος ανωμαλίας και δρουν διάφορες παρακρατικές οργανώσεις.
Την άνοιξη του 1945 έφτασε και η βοήθεια της UNRRA. Ήταν μία υπηρεσία του ΟΗΕ που ιδρύθηκε το Νοέμβριο του 1943 και είχε σκοπό να στέλνει τρόφιμα, φάρμακα και άλλα είδη πρώτης ανάγκης στους πληθυσμούς των χωρών που είχαν καταστραφεί από τον πόλεμο. Έρχονταν δέματα κυρίως από Αμερική με κονσέρβες, τυρί, γάλα σε σκόνη, ρύζι, αλεύρι, ζάχαρι ρούχα, αγροτικά εργαλεία, ακόμη και μουλάρια για τις αγροτικές δουλειές. Όμως οι αρμόδιοι για διανομή δεν έκαναν πάντα δίκαιη μοιρασιά. Έπαιρναν τα περισσότερα και καλύτερα για τον εαυτό τους.
Στο χωριό μας ορίστηκε επιτροπή διανομής τροφίμων. Τα πρόσωπα της επιτροπής άλλαζαν κατά διαστήματα. Τόπος διανομής για όλες τις επιτροπές των χωριών της ορεινής Αργολίδας, ορίστηκε το χωριό Στέρνα. Εκεί τα πράγματα έρχονταν με φορτηγό και γινόταν μοιρασιά.
Στις 31 Μαρτίου του 1946 έγιναν βουλευτικές εκλογές. Οι Φρουσιουνιώτες ψήφισαν στην Αλέα. Βγήκε το Λαϊκό Κόμμα με επικεφαλής τον Κ. Τσαλδάρη και βουλευτή από Αλέα τον Παπαδημητρίου.
Σελ. 128

Μαρτυρία Γεωργίου Δημάκη (ετών 85)
Όταν φύγανε οι Γερμανοί, το ΕΑΜ μας επιστράτευσε όλους και ήρθαμε κάτου να παρελάσουμε και μας κρατήσανε πολλούς. Πριν τα Δεκεμβριανά ήταν εντολή να μειωθεί ο στρατός. Μας καλέσανε και μας ρωτήσανε, ποιος θέλει να φύγει. Σηκωθήκαμε όλοι. «Όχι, όλοι» είπε. Σηκώθηκα πάλι εγώ. Λέω: «Έχω πατέρα τυφλό, αδέρφια μικρά». Ήτανε να φύγουμε καμμιά 15αριά. Το μεσημέρι μας είπανε θα πάρετε τα φύλλα πορείας και θα φύγετε. Όμως δεν προλάβαμε.
Το απόγευμα με βγάλανε σκοπιά. Τα γεγονότα στην Αθήνα δεν τα ξέραμε. Ο καπετάνιος μου είπε θα κοιμάμαι, αν συμβεί κάτι να τον ειδοποιήσω. Κατά τις 10 η ώρα πήραν τηλέφωνο από την Κόρθο, που ήταν η διοίκηση, να ειδοποιήσω τον καπετάνιο. Μετά το τηλέφωνο ο καπετάνιος μου είπε να ξυπνήσω το λόχο, φεύγαμε. Μας βάλαν κάτι σταφίδες στις τσέπες, πήραμε τα μπογαλάκια μας και ξεκινήσαμε νύχτα.
Όταν κόντευε να ξημερώσει, νάσου δυο αυτοκίνητα με λεμόνια χύμα πάνω στις καρότσες. Σταματάνε, αναποδογυρίζουν τα λεμόνια, μας βάζουν απάνω. Φτάνουμε στην Κόρινθο στην Ιερατική Σχολή. Καταυλιστήκαμε εκεί. Τα αυτοκίνητα τα βάλαμε σε μια άκρη. Οι σωφέρηδες τους γελάσανε τους αντάρτες, τα πήρανε και φύγανε.
Κόβουμε τα πράγματα στη πλάτη, στην Ποσειδωνία, στο Λουτράκι, στα Γεράνεια όρη. Κοιμηθήκαμε αγνάντιο στην Κακιά Σκάλα. Μετά οι Ιταλοί είχαμε φτιάξει ένα δρόμο πάνω στα Γεράνεια, που έπεφτε πίσω. Πήραμε αυτόν. Στα Μέγαρα κοιμηθήκαμε ένα βράδυ και μετά στη Μάντρα. Από κει στα Λιόσια ήτανε λίγα σπίτια. Από κει στο Περιστέρι. Μας μοιράσανε και εγώ πήγα σ΄ένα στάβλο με άχερα και αγελάδες για ύπνο. Το πρωί, νύχτα-την ημέρα δεν κυκλοφοράγαμε- πάμε στην Καλλιθέα. Εκεί ήτανε ο σταθμός των τραμ, τα μηχανοστάσια. Μας εφοδιάσανε με πολεμοφόδια και βόμβες μολότοφ.
Μετά μας πήγανε στου Μακρυγιάννη, πίσω από την Ακρόπολη. Πιάσαμε μια ταράτσα. Μας εντοπίσανε και μας ρίχνανε. Το βράδυ μας φέρανε μαυρομάτικα φασόλια για φαϊ. Είχαμε δυο μέρες να
Σελ. 129

φάμε. Το πρωϊ, κάναμε κάτω σ΄ένα δρόμο, αλλά μας είδανε, Εκεί σκοτώθηκε ένας από του Πάνου-Μπέλεσι και μπροστά κι άλλος ένας. Εγώ γυρίζω πίσω και πέφτω στο χαντάκι, στο πεζοδρόμιο και με είχε πλακώσει μια κλάρα. Τότε γυρίζει πίσω ένας και με ρωτάει, αν είμαι ζωντανός.
Σηκωθήκαμε και πήγαμε σ΄ ένα εργοστάσιο ζυμαρικών. Κάτσαμε όλη μέρα. Μετά κατεβαίνουμε στο Ιλισό, στο ποτάμι. Στη Συγγρού κάθε 5΄λεπτά έπεφτε και όλμος, για να μην περνάει κανείς. Ανεβήκαμε δεξιά κατά το α΄ νεκροταφείο. Μας είχανε πει ότι οι εχθροί ήτανε στο Ζάππειο και τη Μ. Βρετανία. Μας διατάξανε να ζυγώσουμε κοντά. Στήσαμε το πολυβόλο πίσω από το νεκροταφείο και δώθε κατά τις Στήλες του Ολυμπίου Διός. Εκεί που το στήναμε, έρχεται μία οβίδα. Πέφτει στο χαντάκι και τραυματίζει εμένα στην πλάτη. Με πήρανε στο Βύρωνα σ΄ ένα νοσοκομείο.
Μετά ανεβήκαμε στον Υμηττό και πέσαμε πίσω στο Κορωπί. Ήμασταν καμιά 60αριά τραυματίες. Μας βάλανε σε κάτι σούστες και φτάσαμε στη Αγια-Παρασκευή, σ΄ ένα νοσοκομείο. Δε μας δεχτήκανε όμως, γιατί ήμασταν ελαφριά τραυματισμένοι. Μετά μας πάνε πίσω κατά Πικέρμι σ΄ άλλο καταυλισμό. Από κει φύγαμε γιατί θα μας πιάνανε. Εγώ πήγα Μαλακάσα, Αυλώνα, Σχηματάρι, Υλίκη, στο Μαρτίνο. Εκεί βρήκαμε ένα κλιμάκιο της Πελ/σου. Μετά Παρνασσό.
Τότε έγινε ανακωχή. Μοιράσανε την Ελλάδα. Από Γαλαξείδι, Άμφισσα και πάνω ήτανε αντάρτες. Μας δώσανε διορία δυο μέρες να μετακινηθούμε, όποιοι προλάβουμε. Φτάσαμε στο Δίστομο και από κει στο Γαλαξείδι. Την άλλη μέρα με καϊκι που είχαμε επιτάξει, περάσαμε στο Δερβένι. Το κόβουμε απάνου στου Στιμάγκα και φτάσαμε στη Νεμέα. Εκεί η οργάνωση λέει ότι δεν μπορούμε να μείνουμε, θα μας πιάσουνε. Φεύγουμε για Γυμνό. Μοιραστήκαμε στα σπίτια. Ήμασταν καμιά 60αριά. Εμένα μου είχε ξηλωθεί το τσαρούχι. Πήγαινα ξυπόλητος και θα με φτάσετε. Το κόβω από Τζιαρίστρα, Δούκα και φεύγω από τους άλλους για το χωριό. Έτσι τελείωσε η περιπέτεια αυτή.
Σελ. 130

ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ 1946-1949
Το ΕΑΜ-ΚΚΕ θα απέχει από τις εκλογές. Επιστρέφει ο βασιλιάς Γεώργιος ο Β΄ με δημοψήφισμα. Το ΕΑΜ-ΚΚΕ κατηγορεί το δημοψήφισμα ως νόθο και αποφασίζει να αντιδράσει με ένοπλο αγώνα, σπρωγμένο και από την τρομοκρατία που είχε εξαπολυθεί σε βέρος του. Αρχίζει ο Εμφύλιος Πόλεμος.
Συγκροτούνται δύο σώματα απόκρουσης των ανταρτών. Το Δημοσυντήρητο και τα ΜΑΥ (Μονάδες Ασφαλείας Υπαίθρου).
Στη Λυρκεία ο αξιωματικός Αστυνομίας Παπαγεωργίου είχε οργανώσει μία διμοιρία ΜΑΥδων με παιδιά 18-20 ετών, αγύμναστα. Ο ίδιος ήθελε να πάρει εκδίκηση, γιατί στην Κατοχή, επειδή το ΕΑΜ δεν μπορούσε να συλλάβει τον ίδιο, έπιασε τον ιερέα πατέρα του και την 17 χρονη αδερφή του, τους οδήγησε στο Τάτσι και εκεί τους εξόντωσε.σ.εμού : Βλ. ΜΕΡΟΣ Α΄)
Οι αντάρτες έκαναν επίθεση στο σταθμό Χωροφυλακής Λυρκείας και τους διέλυσαν. Υπήρχαν και νεκροί αντάρτες. Μετά τη συμπλοκή, φεύγοντας οι αντάρτες προς Δούκα, πήραν μαζί τους 7 ΜΑΥδες. Όταν έφτασαν στην Άγια-Κυριακή Κεφαλόβρυσσου, που βρίσκεται στο διάσελο για Φρουσιούνια, τους σκότωσαν και τους άφησαν άταφους.
Το Νοέμβρη του 1947, όπως θυμάται ο Βασίλ. Μώρος στις σημειώσεις του, ήρθαν αντάρτες στο χωριό και πήγαν στο σπίτι τους που βρισκόταν στην άκρη του χωριού και άφησαν μία ομάδα σκοπιές:
«Ήρθαν βρεγμένοι, πεινασμένοι, τους βάλαμε γουρούνι και έφαγαν. Στέγνωσαν, στρώσαμε κάτω μπατανίες. Κοιμήθηκαν, τις γιόμισαν ψείρες. Ήταν κουρασμένοι και δεν μπορούσαν να περπατήσουν… Τα σακίδια τα είχαν γιομάτα ζάχαρη…»
Το 1948 είχαν αρχίσει οι στρατολογίες από το Δημοκρατικό Στρατό(ΔΣ). Τα παιδιά έφευγαν από τα χωριά και κατέφευγαν στις πόλεις για να αποφύγουν τη στρατολογία.
Η πρώτη βίαιη επιστράτευση από το ΔΣ στο χωριό έγινε την άνοιξη του 1948, όταν επέστρεφε από τα χειμαδιά ο Γιάννης Στυλιανός με το κοπάδι του και μαζί του είχε το γιο του Δημήτρη (σπούδαζε τότε δάσκαλος)
Σελ. 131

και τον Όμηρο Παπακωσταντίνου, φίλο του. Τα παιδιά πήγαιναν μπροστά και στο διάσελο της Αγια-Κυριακής αντάρτες του ΔΣ τα στρατολόγησαν. Τα πήγαν προς Χελμό, αλλά κατάφεραν και διέφυγαν.
Σ΄ όλη τη διάρκεια του Εμφυλίου γίνονταν συχνοί έλεγχοι από χωροφύλακες που φιλοξενούσε κάποιον έπρεπε να το δηλώσει στην Ασφάλεια. Το κυνήγι των ανταρτών του ΕΑΜ γινόταν με όλους τους τρόπους.
Το Σεπτέμβρη του 1948 επιστρατεύτηκαν από το ΔΣ 10 άνδρες από το χωριό:
Ο Βασίλειος Ι. Μπέρλας (Καλίγκος)
Ο Γεώργιος Κ. Τσαγκαρέλης (Σιουδής)
Ο Παναγ. Θ. Βούδουλας
Ο Δημήτριος Σπ. Μώρος (Ρήγας)
Ο Νικόλαος Δ. Μπάρλας (Προβιάς)
Ο Βασίλειος Αθ. Τσαγκαρέλης (Μέγας)
Ο Βασίλειος Γ. Παπαπαρασκευάς (Μπανταβός)
Ο Ευάγγελος Γρ. Σωτηρόπουλος (Κλαδούρης)
Ο Ηλίας Ι. Ηλιού (Τσιμπίδας)
Ο Βασίλης Σπ. Μπάρλας (Σούσιος)
Όλοι κατάφεραν να διαφύγουν, εκτός από τους δύο τελευταίους, οι οποίοι χάθηκαν στον Εμφύλιο. Οι υπόλοιποι κρύβονταν έξω από το χωριό και επειδή φοβούνταν αντίποινα, ειδοποίησαν τους δικούς τους να προφυλαχτούν. Ένας από τους φόβους τους ήταν μήπως τους πάρουν τα κοπάδια οι αντάρτες. Οι περισσότεροι μπέρδεψαν τα κοπάδια τους με άλλων συγχωριανών, για να τα περάσουν για τα χειμαδιά από τα σημεία που βρίσκονταν αντάρτες.
Τότε και ο Κωνσταντάκης (Σιουδής) με το Γρ. Σωτηρόπουλο (Κλαδούρη). Οδήγησαν τα πρόβατα δια μέσου Τριπόλεως και με τρένο τα έφεραν στο Βάλτο Ναυπλίου, μετά από μεγάλη ταλαιπωρία και απώλειες, γιατί τα πρόβατα εγκυμονούσαν.
Τον Αύγουστο του 1949 ο Εθνικός Στρατός έκανε γενική επίθεση στο βουνό Γράμμο που βρίσκεται δυτικά της Καστοριάς κοντά στην Αλβανία, όπου είχαν οι αντάρτες το αρχηγείο τους. Αρχηγός των επιχειρήσεων
Σελ. 132

αυτών ήταν ο στρατηγός Παπάγος. Στις 29 Αυγούστου δόθηκε η τελευταία και η πιο αιματηρή μάχη.
Στο Γράμμο σκοτώθηκε και ο Βασίλης Δημάκης του Φωτίου.
Στην εξορία οδηγήθηκαν κάποιοι από το χωριό, ο οποίοι πήραν μέρος στο ΕΑΜ και είχαν ενεργό δράση.
Κλείνοντας το κεφάλαιο της Αντίστασης και του Εμφυλίου θα ήθελε να αναφέρω ότι αρχικά δίσταζα να ασχοληθώ με αυτό το θέμα, επειδή οι πληγές δεν έχουν εντελώς επουλωθεί, αν και έχουν περάσει πάνω από εξήντα χρόνια. Όμως στην πορεία διαπίστωσα ότι όλοι σχεδόν οι γεροντότεροι, όταν τους ρωτούσα για το παρελθόν, σε αυτά τα γεγονότα ανέτρεχαν, γιατί έχουν αποτυπωθεί έντονα στη μνήμη τους. Γεγονότα, λοιπόν και μαρτυρίες μιας ολόκληρης σχεδόν δεκαετίας δεν μπορούσαν να αποσιωπηθούν, όταν μάλιστα το χωριό βρισκόταν στη δίνη αυτών των συμβάντων. Ας λάβουμε επίσης υπόψη ότι σήμερα είναι εύκολο να παίρνουμε θέση για όσα συνέβησαν τότε, όμως σ΄αυτή την τόσο ταραγμένη περίοδο σε πολλές περιπτώσεις ήταν πολύ δύσκολο, γιατί κυριαρχούσαν τα πολιτικά πάθη, το μίσος, ο φανατισμός και οι προσωπικές διενέξεις.

ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΤΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ ΘΥΜΑΤΩΝ ΠΕΡΙΟΔΟΥ 1940-1949

Α. Περίοδος Ελληνοϊταλικού πολέμου

1. Ασημακόπουλος Σπύρος του Δημ. (Αλβανία)
2. Κωσταλάμπος Γιώργος του Κων. (Αλβανία)
3. Σωτηρόπουλος Μιχαήλ του Βασ. Στη Μάχη της Κρήτης (Μάϊος 1941)

Β. Περίοδος Γερμανοϊταλικής Κατοχής 1941-1944

1. Σωτηρόπουλος Κων/νος του Σωτ., εκτελέσθη υπό ανταρτών του ΕΑΜ
2. Τσαγκαρέλης Αθανάσιος του Νικ., εκτελέσθη υπό ανταρτών του ΕΑΜ(( σ.εμού : Από το βιβλίο «ΑΠΑΝΤΗΣΗ»/2004 του κομμουνιστή(ΟΠΛΑτζή) ) ΗΛΙΑ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ από το χωριό Δούκα Άργους  γειτονικό της Φρουσιούνας διαβάζουμε για την εκτέλεση του Τσαγγαρέλη :
 «Δεν πέρασε πολύς και εμφανίστηκαν οι πρώτοι αντάρτες να μπαίνουν στο χωριό μας,[…]
Μαζί τους έσουρναν και τρείς κρατούμενους, συνεργάτες των κατακτητών από τα γύρω χωριά. Ο ένας ήταν ο περιβόητος Τσαγγαρέλης από το χωριό Φρουσούνα της Αργολίδας. Τους άλλους δύο δεν ενθυμούμαι……και οι τρεις όμως ήτανε καλοθρεμμένοι με κοιλιές μπουρτζουάδικες, με προγούλια, με δαμαλίσιους σβέρκους[…]Το απόγευμα όλοι οι αντάρτες συγκεντρώθηκαν[…].Η συντριπτική πλειοψηφία ενέκρινε και ζήτησε τη θανατική ποινή.
Σε λίγο μία ομάδα από έξι αντάρτες με έναν επικεφαλή, τους πήραν και του πήγανε έξω από το χωριό και τους εκτέλεσαν. Το μέρος της εκτέλεσης ήταν η ρεματιά που λέγεται Σπηλιές, χίλια περίπου μέτρα έξω από το χωριό. Εκεί τους έθαψαν οι χωριανοί μας και τους έβαλαν έναν ξύλινο σταυρό που έγραφε «Θάνατος στους προδότες και ανάθεμα στους προδότες.» Η εκτέλεση όμως είχε σαν αποτέλεσμα να τρομοκρατηθεί όλο το χωριό που για πρώτη φορά έβλεπε να ντουφεκίζουν ανθρώπους.» ))
3. Αντωνίου Αλέξης (γέρος), βρέθηκε νεκρός μετά την επιδρομή των Γερμανών
4. Πετρόπουλος Χαράλαμπος του Πέτρ. Φενεός, Ιούλιος του 1944
5. Μπάρλα Παρασκευή του Αγγ., Φενεός, Ιούλιος του 1944
6. Αβάπτιστο μωρό του Αγγελή και Παρασκευής Μπάρλα, Φενεός, Ιούλιος του 1944 
σ.εμού : α/α 5. και 6., η Παρασκευούλα και το Μωρό της)
Σελ. 133

Γ. Περίοδος Εμφυλίου 1946-1949

1. Ηλιού Ηλίας του Ιω. (στο Δημοκρατικό Στρατό, 1949)
2. Μπέρλας Βασίλειος του Σπ. (στο Δημοκρατικό Στρατό, 1949)
3. Μήτρου Χρήστος του Κων. (στον Εθνικό Στρατό, 1947)
4. Τσιορβάς Βασίλειος του Δημ. (στον Εθνικό Στρατό, 1948)
5. Δημάκης Βασίλειος του Φωτ. (στον Εθνικό Στρατό, 1948)

Μαρτυρία Ελένης Καραχάλιου (ετών 81)
Μια φορά φτάσαμε δυο-τρία κορίτσια και ένας μπάρμπας μου στο Δούκα και από κει και κάτου πήραμε το ποτάμι και φτάσαμε στη Στέρνα. Θέλαμε να πάμε στο Άργος, να πέσουμε στη πόλη, για να μη μας πάρουνε οι αντάρτες. Περάσαμε μπροστά στην Τζιαρίστρα* ((*σ.εμού: Φωτ. (από Σπηλαιολογία Αργολιδοκορινθίας): Σπήλαιο στά Τσίριστρα Αργολίδας-Όρος Φαρμακάς , που χρησιμοποιούσαν οι κάτοικοι τής περιοχής σάν καταφύγιο στα χρόνια της κατοχής.))
κάτου όλο ρέμα-ρέμα. Ο θείος μου πήγαινε μπροστά για εμπροστοφυλακή και είχαμε συνεννοηθεί αν αλλάξει τη θέση στο σακάκι που είχε στις πλάτες, θα υπάρχει κίνδυνος και πρέπει να κρυφτούμε. Προχωρώντας τ΄ αλησμόνησε και τότε εμείς κρυφτήκαμε γύρο στις πατουλιές, τρυπηθήκαμε και τρέχανε τα πόδια μας αίμα. Κάποια στιγμή το σκέφτηκε και μας έβαλε τη φωνή και ξαναπαρουσιαστήκαμε.
Θυμάμαι πάλι που κρυβόμασταν στη Χούνη, για να μη μας πάρουν οι αντάρτες. Είχαμε κρυφτεί σε μια σπηλίτσα και είχαμε εκεί τα ρούχα μας. Όταν γυρίσαμε να κοιμηθούμε, δε βλέπαμε, γιατί είχε νυχτώσει και μας φάνηκε πως κάποιος είχε χωθεί στα ρούχα μας και φαινόταν το γκλιτσόραβδο και ξενυχτήσαμε έξω βρεγμένες. Το πρωί που ξημέρωσε, είδαμε ότι ήταν βάτος.

Μαρτυρία Βασίλως Τσαγκαρέλη (ετών 90)
Το ΄48 είχανε πάρει οι αντάρτες το Γιώργη τον κουνιάδο μου, το Βαγγέλη Σωτηρόπουλο και άλλα παιδιά από το χωριό. Επειδή οι περισσότεροι το σκάσανε, φοβόμασταν αντίποινα.
Σελ. 134

Ήτανε Οκτώβρης. Φορτώσαμε κάτι μπαμπαλάκια, τ΄ αλλαξίματα, καρβέλια, χυλοπίτες, τραχανά, ένα τομάρι τυρί στο γαϊδούρι. Πήραμε το κοπάδι μαζί με τον Κλαδούρη, περάσαμε το Κακούρι και φτάσαμε στο Λεβίδι.
Εκεί ήτανε γεμάτο αντάρτες και ήρθε ένας φίλος του πεθερού μου και του λέει: «Τι κάνεις εδώ, ρε Σιουδή; Ρίχτα κάτου μέσα στ΄αμπέλια, για να μην πέσετε στους αντάρτες».
Μετά πήγαμε στην Τρίπολη στο σπίτι του γέρο-Πέτρου. Ήτανε στο κέντρο της πόλης. Οι γειτόνοι μας βρίζανε. Τα ξενυχτήσαμε δύο βράδια. Τα πρόβατα νηστικά, χωρίς νερό και εγώ με το παιδάκι χωρίς φαϊ. Ήτανε 4 μηνών και του΄ δινα ψωμάκι, νηστικό.
Φτάσαμε με το τρένο στο Ναύπλιο. Ξεχείμασα στην Άρεια, σε μια καλύβα μέσα, αχούρι, μαζί με το μωρό και τα γίδια. Ήτανε μια γριούλα δίπλα κα μας έδωσε πιάτα, πιρούνια , φαϊ. Ήτανε άγια γυναίκα.

Μαρτυρία Αφροδίτης Σωτηροπούλου (ετών 79)
Μια μέρα βροχερή κατεβαίναμε για τα χειμαδιά. Όταν φτάσαμε στην Τουλούπα, είχαμε φωτιά 5-6 αντάρτες και πυρωνόντουσαν. Ήντουσαν όλοι Κατου-Μπελεσαίοι, τους γνώριζε ο πατέρας μου, φίλοι του. Εγώ είχα μεταμφιεστεί σε γριά με ένα παλιομάντιλο μπαρέζι και ένα παλιόγιουρντο. «Ρε Φώτη τέτοια μέρα που πας; Το ποτάμι στου Κάτου –Μπέλεσι πάει πέρα-δώθε, πως θα περάσεις; Θα σε πάρει το ποτάμι». «Τι να κάνουμε, λέει, ξεκινήσαμε με τη γριά, το πρωί δεν έβρεχε. Χα βάρει γριά». Πήγανε μπροστά το γαϊδούρι ,πίσω εγώ και πίσω τα πράματα. «Αχ, καημένε Φώτη, τα νιάτα και τα πλούτη δεν κρύβονται, αλλά τους φίλους εμείς δεν τους πειράζουμε». Του λένε.
Φτάσαμε στο ποτάμι. Ήτανε φουσκωμένο. Μου ΄λεγε ο πατέρας «Προχώρα και μην κοιτάς κάτου, γιατί ζαλίζει το ποτάμι». Στη μέση στο ποτάμι ζαλίστηκα και έπεσα μέσα. Ο πατέρας βούτηξε και μ΄ έπιασε και μ΄ έβγαλε πέρα. Ήρθαμε στου Ντάβρου μούσκεμα.
Αυτοί οι αντάρτες ήρθανε στου Ντάβρου το χειμώνα του ’48-΄49 και τους τροφοδοτήσαμε-μπορούσαμε να κάνουμε αλλιώς;- με
Σελ.135

αρνιά. Εμείς, οι Βουρδουλαίοι, τους είχαμε δυο-τρία βράδια. Όμως τους πρόδωσε ένας από του Κάτου-Μπέλεσι και τους εκτελέσανε όλους.
Μόλις φύγαμε, την άλλη μέρα με το φώτημα ο πατέρας μου και ο Βούρδουλας με πιάσανε από το λαιμό, ήμουνα το πιο μεγάλο-τ΄άλλα δεν καταλαβαίνανε, ήτανε μικρά, «Αν σε ρωτάνε ήρθανε αντάρτες απί ΄δω , θα λες όχι, δεν είδα τίποτα».
Ήρθε η 9η Μεραρχία, γέμισε ο τόπος στρατό πρωί-πρωί. Ήμασταν με το Μήτρο-Καριοφύλλα, τον Κωτσο-Σαράντο και μας βάλανε το αυτόματο στα δόντια. «Είδατε αντάρτες; Αφού τροφοδοτήσαμε απόψε αντάρτες». «Όχι, όχι», λέγαμε. Ο Μήτρο-Καριοφύλλας πήγαινε να μαρτυρήσει, αλλά του κάναμε νόημα. «όχι, όχι» είπε κι αυτός.
Με στείλανε στο πηγάδι να βγάλω νερό και μου λέει ο στρατός: «Τι τρέμουν τα χέρια σου. Βγάλε νερό να πιούμε. Των ανταρτών δίνεις νερό, εμάς δε μας δίνεις».
Ο Καριοφύλλας πήγε στον Αποστόλη το Μπάρλα και του λέει: «Αποστόλη, σώσε μας. Απόψε τροφοδοτήσαμε αντάρτες». Ήτανε κουμπάροι. «Καλά μείνε ήσυχος». Όμως ο Γιάννη-Μπάρλας, το παιδί του, ήτανε 8-10 χρονών, άκουσε τη συνομιλία. Άφησε τα γίδια και κίνησε να πάει στο στρατό να πει πως στου Ντάβρου τροφοδοτήσανε αντάρτες χωρίς να το ξέρει ο πατέρας του.
Το βλέπει ο Καριοφύλλας: « Έλα εδώ, ρε παιδί. Δεν είναι έτσι. Δεν άκουσες καλά». Και το φέρνει στο σπίτι και του δίνουμε λεφτά, γλυκά και το χασομερήσαμε μέχρι που έφυγε ο στρατός.
Το βράδυ τα μάσαμε τα πρόβατα και πήγαμε στου Χέλιμι. Μας διώξανε από του Ντάβου. Απαγορευότανε να μείνουμε τη νύχτα, για να μην τροφοδοτούμε αντάρτες.
Στα μακρυνάρια πέρασε ένας αντάρτης και μία αντάρτισσα. Ήμουνα με τα πρόβατα και μου λέει: «Ρε κοπέλα μου, μήπως έχεις μια μπουκιά ψωμί να δώσω στην κοπέλα, γιατί μου ΄πεσε από την πείνα;». «όχι, συναγωνιστή» του λέω και το ψωμί το είχα κρύψει στο σκίνο. Φοβήθηκα. Τους φέρνανε κυνηγώντας με δεκριάνια. Σε λίγο έφτασε και ο στρατός. Τους σκοτώσανε παρακάτω. Τους κατεβάσανε στη Στέρνα. Εκεί τους κόβανε τα κεφάλια και τα παραδίνανε στο Άργος στον Αη-Γιάννη και παίρνανε αμοιβή 8 με 10 λίρες το κεφάλι.
Σελ. 136

Μαρτυρία Γεωργίου Δημάκη
Όταν έγινε ο Εμφύλιος ήμουνα στρατιώτης το ΄46. Στις 6 Μάη πήγα στην Κόρθο. Από κει μας πάνε στη Μυτιλήνη. Εμένα και καμιά 20αριά μας στέλνουν στη Σιβιτανίδειο, στη Σχολή Μαγείρων. Εκεί κάτσαμε τρεις μήνες και μάθαμε μαγειρική. Γυρίσαμε στη Μυτιλήνη και μας στείλανε στην Αγιάσο. Εκεί ψάχναμε για αριστερούς που σκοτώσανε ένα χωροφύλακα.
Το ΄47 μια μέρα μετά το Πάσχα με φωνάζουν εμένα. Είχε βγει διαταγή οι ανεπιθύμητοι-εγώ ήμουνα στους ανεπιθύμητους-θα μετατεθούν. Από τη Μυτιλήνη μας πήγανε στη Χίο. Εκεί είχαμε χωρίσει κι άλλους καμιά 60αριά. Μας βάζουν σε καΐκι και του καπετάνιου του είπανε το φάκελο να τον ανοίξει έξω που θα ΄βγεί. Ερχόμασταν κατά τις Σποράδες. Μας πήγαιναν για Γιούρα. Εκεί ήταν ένας τσοπάνης. Ήρθε στο καΐκι. Ρωτάει ο αρχηγός αν υπάρχουν άλλοι στρατιώτες στο νησί. Εκείνος του λέει όχι. Τότε τι να κάνουμε πάμε Αλόννησο. Τίποτα. Μετά Σκόπελο. Ήτανε καταχνιά, νύχτα, αλλά μπουνάτσα. Το πρωί ήμασταν κοντά στη στεριά, αν φύσαγε λίγο, θα χτυπάγαμε.
Στη Σκόπελο πήραμε σήμα για Γυάρο. Εκεί κάτσαμε τρεις μήνες. Φτιάξαμε κάτι εγκαταστάσεις για τους πολιτικούς κρατούμενους που φέρανε μετά. Φτιάξαμε δεξαμενή, κτίρια.
Ύστερα μας πήγανε Μακρόνησο και κάτσαμε άλλο ένα χρόνο. Εκεί φτιάχναμε κάτι. Μετά μας βάζανε και το γκρεμίζαμε και φτιάχναμε άλλο για απασχόληση. Ήμασταν κρατούμενοι. Τα πολλά μαρτύρια τα πέρασε το 3ο τάγμα.
Έγινε και μια εξέγερση που κράτησε δύο μέρες και γύρω-γύρω το νησί το φυλάγανε αντιτορπιλικά». Η πρώτη φασαρία ήτανε Κυριακή 28 Φεβρουαρίου το ’48.
Σελ. 137

10/01/2019
Αετίων Σωτήριος Ριζόγιαννης

ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΑΡΤΗΣΗΣ:http://rozosotiris.blogspot.com/2019/01/099.html